228/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, τμήμα εργατικών διαφορών.
Legislator headnote
AI generated228/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 228 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 228/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανή Γιαννούκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. Μαρία Μπασδέκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Η. Μ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσάνθη Υφαντή και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, τμήμα εργατικών διαφορών.
Εκδόθηκε η απόφαση 157/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-12-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 9-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου και την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 4 του Συντάγματος καθιερώνει την ισότητα των Ελλήνων πολιτών ενώπιον του νόμου, όπως και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι απαγορεύει όχι μόνο την άνιση εφαρμογή του νόμου, αλλά και την άνιση ρύθμιση των ουσιωδώς όμοιων έννομων σχέσεων από το νομοθέτη. Ειδική εκδήλωση της δεσμεύουσας το νομοθέτη συνταγματικής αρχής της ισότητας αποτελεί το άρθρο 22 παρ.1 εδαφ.β' του Συντάγματος, το οποίο αφορά τις σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου και κατά το οποίο για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας οφείλεται ίση αμοιβή.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 35 του ν. 3329/2005 "Στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς και στους αποσπασμένους σε αυτή και στο μετακλητό προσωπικό, χορηγείται μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχόλησης που ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2005 και εφεξής.
Το επίδομα αυτό δεν συμψηφίζεται με την προσωπική διαφορά που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 24 του ν. 3205/2003. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, το επίδομα αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται". Σύμφωνα δε με την Εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, η χορήγηση του ως άνω επιδόματος δικαιολογείται λόγω του αυξημένου φόρτου εργασίας και των αυξημένων ευθυνών που αναλογούν στους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του πιο πάνω Υπουργείου, μετά τις αλλαγές που επέρχονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας με την κατάργηση των Πε.Σ.Υ.Π., τη δημιουργία των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.ΠΕ.) και την αναμόρφωση των Νοσοκομείων σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση, μετά τις ανωτέρω δομικές αλλαγές στο χώρο της υγείας, οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης έχουν αναλάβει ένα συντονιστικό και επιτελικό ρόλο, ο οποίος συνίσταται στην παρακολούθηση και στο συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των ανωτέρω εποπτευόμενων φορέων προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωσή τους, σε όφελος του χρήστη των υπηρεσιών υγείας.
Επίσης, η αλλαγή του συστήματος προμηθειών των νοσοκομείων, με τη δημιουργία μιας ενιαίας επιτροπής στο ως άνω Υπουργείο, τη σύσταση ενός εθνικού μητρώου προμηθευτών και την κατάρτιση ενιαίου κωδικολογίου για όλα τα προμηθευόμενα είδη, συνεπάγεται επιπρόσθετο φόρτο εργασίας και ευθύνες για τους εργαζόμενους στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ενώ ήδη είχαν επιφορτισθεί με πρόσθετες υποχρεώσεις στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, μετά τις αλλαγές που επήλθαν στο χώρο της υγείας με τους νόμους 2889/2001, 3106/2003, 3204/2003 και 3209/2003 (ίδρυση Ε.ΣΥ.Κ.Φ., εποπτεία του προγράμματος "Βοήθεια στο Σπίτι" κ.λπ.).
Για όλους τους ανωτέρω λόγους προτείνεται η χορήγηση του επιδόματος ειδικής απασχολήσεως στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και στους αποσπασμένους σ' αυτή". Από την προαναφερόμενη διάταξη, σε συνδυασμό με την Εισηγητική Έκθεση, προκύπτει σαφώς ότι η παροχή των 200 ευρώ το μήνα, χορηγήθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας - Κοινωνικής Αλληλεγγύης, λόγω των αυξημένων καθηκόντων που τους ανατέθηκαν εξαιτίας των αναφερόμενων στην Εισηγητική Έκθεση διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, που έλαβαν χώρα στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, και τα οποία (καθήκοντα) επηρέασαν τις υφιστάμενες συνθήκες εργασίας του προσωπικού της Κεντρικής Υπηρεσίας του εν λόγω Υπουργείου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του δέχτηκε τα εξής: Η ενάγουσα είναι υπάλληλος της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων με υπαλληλική σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προσληφθείσα την 1-2-2002 υπό την κατηγορία ΠΕ.
Στις 29-7-2002 η ενάγουσα αποσπάσθηκε στην Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης του Επιχειρησιακού Προγράμματος "Υγεία-Πρόνοια" του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης όπου υπηρέτησε συνεχώς μέχρι 27-11-06, που διεκόπη η απόσπαση της. Η εν λόγω Ειδική Υπηρεσία συστάθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν.2860/00 περί διαχείρισης, παρακολούθησης και ελέγχου του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, και άλλες διατάξεις.
Περαιτέρω με Κ.Υ.Α που εκδόθηκε επίσης κατ' εξουσιοδότηση της ανωτέρω διατάξεως (αρθρ. 7 Ν. 2860/00) η ως άνω Ειδική Υπηρεσία οργανώθηκε ως ενιαίος διοικητικός τομέας του οποίου προΐσταται Ειδικός Γραμματέας και μετονομάσθηκε σε Υπηρεσία Διαχείρισης Επιχειρησιακού Προγράμματος Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
Η υπηρεσία αυτή αποτελεί μονάδα της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπ. Υγείας και Κοιν. Αλληλεγγύης και όχι αποκεντρωμένη μονάδα. Σύμφωνα με το άρθρο 6 του ΠΔ. 95/2000, όπου ορίζεται η βασική διάρθρωση των υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας και σύμφωνα με το οποίο διακρίνονται αυτές σε Κεντρική Υπηρεσία και Αποκεντρωμένες Υπηρεσίες, προκύπτει ότι μεταξύ των υπηρεσιών που περιλαμβάνονται στη διάρθρωση της Κεντρικής Υπηρεσίας είναι και οι υπηρεσίες που υπάγονται απευθείας στον Υπουργό (υπό στοιχείο 2) ή στο γενικό γραμματέα (υπό στοιχείο 9) όπως εν προκειμένω.
Ωστόσο στο ως άνω ΠΔ, το οποίο δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 76 η συγκεκριμένη υπηρεσία στην οποία υπηρετούσε η ενάγουσα δεν κατονομάζεται ρητώς ως τμήμα της Κεντρικής Υπηρεσίας, καθότι κατά το χρόνο δημοσιεύσεως αυτού δεν είχε ακόμα συσταθεί η Διαχειριστική Αρχή, η οποία θεσμοθετήθηκε εν συνεχεία και δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 251.
Ως εκ τούτου ως μη θεσμοθετημένη κατά το χρόνο κατάρτισης του οργανογράμματος του Υπ. Υγείας δεν θα μπορούσε να περιλαμβάνεται σε αυτό (βλ. Ν.Σ.Κ. 278/03). Σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορεί να ισχυρισθεί κάποιος ότι υπηρεσία, η οποία εμπίπτει στον ειδικό Γραμματέα του Υπουργείου και λειτουργεί στο κεντρικό του κτίριο, αποτελεί αποκεντρωμένη μονάδα.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι όσον αφορά τους υπαλλήλους που υπηρετούν στην Υπηρεσία Διαχείρισης Ε. Π. Υγείας και Κοινωνικής αλληλεγγύης είτε κατέχοντας οργανική θέση στο Υπ. Υγείας και Κοιν. Αλληλεγγύης είτε κατόπιν αποσπάσεως στην ανωτέρω υπηρεσία ουδεμία αμφιβολία γεννάται ότι δικαιούνται του επιδόματος που προβλέπεται στο άρθρο 35 του Ν. 3329/2005, διότι η υπηρεσιακή μονάδα στην οποία υπηρετούν, αποτελεί μονάδα της κεντρικής Υπηρεσίας του Υπ.
Υγείας, αφού η υπηρεσία διαχείρισης επιχειρησιακού προγράμματος Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης έχει οργανωθεί ως ειδική γραμματεία υπαγόμενη απευθείας στον Ειδικό Γραμματέα του Υπουργείου που προΐσταται αυτής. Επομένως και η ενάγουσα που ήταν αποσπασμένη στην εν λόγω ειδική υπηρεσία δικαιούταν να λαμβάνει το επίδομα Ειδικής Απασχόλησης του άρθρου 35 του Ν. 3329/2005", Με βάση τις παραδοχές του αυτές, δέχτηκε, ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλλει στην αναιρεσίβλητη το επίδομα για το οποίο έγινε λόγος πιο πάνω, από την 1-1-2005 μέχρι την 27-11-2006, ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 4.600 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Ειρηνοδικείο ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις που αναφέρονται στην αρχή διότι η ενάγουσα, υπάλληλος του Υπουργείου Παιδείας με σύμβαση αορίστου χρόνου, στις 29-7-2002 αποσπάσθηκε στην Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης του Επιχειρησιακού Προγράμματος "Υγεία-Πρόνοια" του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης όπου υπηρέτησε συνεχώς μέχρι 27-11-2006, που διακόπηκε η απόσπασή της, η δε Υπηρεσία αυτή αποτελεί μονάδα της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπ.
Υγείας και Κοιν. Αλληλεγγύης υπαγόμενη κατευθείαν στον Ειδικό Γραμματέα του Υπουργείου και όχι αποκεντρωμένη μονάδα. Επομένως δικαιούται να λάβει το επίδομα Ειδικής Απασχόλησης του άρθρου 35 του Ν. 3329/2005, χωρίς να απαιτείται για την αιτιολόγηση της καταβολής σ' αυτήν του επιδόματος τούτου να εξειδικεύονται τα καθήκοντα που της ανατέθηκαν στην Υπηρεσία αυτή και αν αυτά αφορούσαν την υλοποίηση των διαρθρωτικών αλλαγών στον χώρο της Υγείας, διότι σύμφωνα και με την σχετική Εισηγητική έκθεση, στην περίπτωση αυτή θα απαιτούντο περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για την εφαρμογή του πιο πάνω άρθρου.
Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 ν. 2362/1995 " Περί Δημοσίου Λογιστικού και Ελέγχου δαπανών του Κράτους" (οι διατάξεις του οποίου καταργήθηκαν με το άρθρο 177 παρ. 1 του Ν. 4270/2014) η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλου του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές η άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεση της, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.α του ιδίου νόμου με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της .
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές, ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθ. 91 εδ.α του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κ.λ.π. από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, όπως τούτο, σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθρ. 91 εδ.α και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006).
Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του αρθρ. 90 παρ.3 ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ' άρθρ. 250 αρ.6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρ. 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (Ολ ΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου και των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών (ΟΤΑ) επιβαρύνσεων (Ολ ΑΠ 38/2005) και συνεπώς η διάταξη αυτή δεν αντίκειται α) στην κατά το άρθρ. 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε στην αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής και καθιερούμενη με το αρθρ. 22 παρ.1 εδ.
β αυτού αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας (ΑΕΔ 1/2012) και β) στις διατάξεις του άρθρ.1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης (που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974) που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρ. 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ ΑΠ 40/1998), αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους, ενώ εξάλλου και από τη διάταξη του άρθρ. 1 παρ.2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει, ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους και θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, κα η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και των ΟΤΑ (Ολ ΑΠ 2/2011 επί ομοίας διατάξεως του άρθρ. 48 παρ.3 ν.δ. 496/1974 για τα ΝΠΔΔ).
Τέλος, κατά το άρθρο 93 β' του προϊσχύοντος κατά τα προαναφερόμενα Ν. 2362/1995 η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του δημοσίου (και συνεπώς και κατά των ΟΤΑ) διακόπτεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, με την υποβολή στην αρμόδια αρχή αιτήσεως για πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την πληρωμή της απαίτησης αρχής, αν δε η αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει εκ νέου μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως (ΑΠ 581/2014, 430/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση το Ειρηνοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε περαιτέρω και τα ακόλουθα "ότι η ενάγουσα δικαιούται το επίδικο επίδομα από 4.600 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 27-11-2007, (200 Χ 23 μήνες) ενόψει του ότι η αγωγή της κοινοποιήθηκε στο εναγόμενο την 31-12-2007 και η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι αξιώσεις".
Με την κρίση του αυτή το Ειρηνοδικείο ως προς το χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/95, διότι όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, οι απαιτήσεις των υπαλλήλων του δημοσίου, που αφορούν, ως εν προκειμένω σε αποδοχές ή πάσης φύσεως απολαβές, παραγράφονται μετά διετία από της γενέσεως τους.
Συνάγεται εκ τούτου ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας, που γεννήθηκαν πριν την 31.12.2005 είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή, (από 1-1-2005 μέχρι 31-12-2005), δεδομένου ότι η αγωγή της επιδόθηκε στο εναγόμενο την 31-12-2007 και αυτή δεν επικαλείται με άλλον τρόπο διακοπή της παραγραφής αυτής. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει, ως προς τις αξιώσεις της ενάγουσας που γεννήθηκαν πριν την 31.12.2005 (1.1 έως 31.12.2005) και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει ήδη μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013, καθόσον κατά τούτο η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση.
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη λόγω της μερικής ήττας της, στα εν μέρει δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία κατά τα άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3639/57 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ και 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/1992 ΚΥΑ, ορίζονται μειωμένα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 157/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, κατά το άνω κεφάλαιο, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ