228/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated228/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ήταν η τριακονταετής καλόπιστη νομή, στην οποία ο χρησιδεσπόζων μπορούσε να συνυπολογίσει και τη χρησικτησία των δικαιοπαρόχων του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος τους, να είχε συμπληρωθεί μέχρι 11-9-1915 (Ολ. ΑΠ 75/1987), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (Α,Π.1249/13, 267/2005).
Full text
Απόφαση 228 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 228/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις στις 5 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Σ. Π. του Γ. και 2)Γ. Κ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Κλαυδιανού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/10/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1762/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1757/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 31/7/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 19/3/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ρουμπή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ως άνω αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.- Κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), οι οποίες, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον προ της εισαγωγής του ΑΚ χρόνο, και επί των δημοσίων κτημάτων και άρα και επί των δημοσίων δασών ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία από ιδιώτη.
Προϋπόθεση της χρησικτησίας αυτής, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, σε συνδυασμό με εκείνες του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν. δτος της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.
ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ήταν η τριακονταετής καλόπιστη νομή, στην οποία ο χρησιδεσπόζων μπορούσε να συνυπολογίσει και τη χρησικτησία των δικαιοπαρόχων του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος τους, να είχε συμπληρωθεί μέχρι 11-9-1915 (Ολ. ΑΠ 75/1987), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (Α,Π.1249/13, 267/2005).
Καλή πίστη, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ (5.3), ν.25 πανδ (24.1), ν.27 πανδ (18.1), ν. 10,13 παρ. 1,17,48 πανδ. (41.3), ν. 5 πανδ (41.7), ν. 3 πανδ (41.10), ν. 7 παρ. 6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά, από περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα.
Επομένως, στην περίπτωση χρησικτησίας δημόσιων δασικών εκτάσεων, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων δασικών κωδίκων (όπως του άρθρου 49 του ν. 2052/1920, του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, του άρθρου 58 του α.ν. 86/1969) κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια δάση έστω και αν δεν ενεργήσει πράξεις νομής και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη (Α.Π. 1482/2008), ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή υποβολή εκ μέρους του τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του Β.δ. 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 178/2004, 1249/13).
Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών είναι αβάσιμος όταν το δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφαση του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, ήτοι εδαφική έκταση (αγροτεμάχιο),εμβαδού 6106,86 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Γεροτσακούλι" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Νέας Μάκρης Αττικής, με τα αναφερόμενα όρια, αποτελεί, κατά το υπ' αριθμ. .../1964 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν.
Γούτα, το υπ' αριθμ. 5β' τμήμα μείζονος ακινήτου, συνολικής εκτάσεως 742440 τ.μ., που είχε μεταβιβασθεί, ως τμήμα και αυτό πολύ μεγαλύτερης έκτασης, με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ. .../1954 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μελανίτη από την Ι.Μ. Πεντέλης στον εδρεύοντα στον Μαραθώνα συνεταιρισμό με την επωνυμία "Συνεταιρισμός Ενοικιάσεως και Εξαγοράς Γαιών Γεροτσακουλίου" που μετατράπηκε σε Οικοδομικό Συνεταιρισμό Οικιστών Γεροτσακουλίου με την επωνυμία "Ο ΠΡΟΒΑΛΙΝΘΟΣ" και ενεργούσε για λογαριασμό των μελών του, ότι το επίδικο ως άνω ακίνητο περιήλθε στους αναιρεσιβλήτους κατά 760/6106,86 εξ αδιαιρέτου στον καθένα με τα αναφερόμενα διαδοχικά συμβόλαια αγοραπωλησίας που μεταγράφηκαν νόμιμα, μέχρι τους αρχικούς δικαιοπαρόχους τους Δ.
Π. και Γ. Δ., αντίστοιχα, στους οποίους, ως αρχικά μέλη του ειρημένου οικοδομικού συνεταιρισμού και συνιδιοκτήτες της αγορασθείσης από αυτόν ως άνω των 742440 τ.μ., είχε περιέλθει το επίδικο τμήμα με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ. .../1964 συμβόλαιο διανομής που προαναφέρθηκε, στο οποίο και έλαβε, ως ανωτέρω, τον αριθμό "οικοδομικού τετραγώνου" 5β, ότι στη δικαιοπάροχο του Οικοδομικού Συνεταιρισμού "Ο ΠΡΟΒΑΛΙΝΘΟΣ" Ι.Μ.
Πεντέλης, που ιδρύθηκε το έτος 1550, περιήλθε το μείζον ακίνητο από κάποιον Οθωμανό, ονόματι Κ., το έτος 1600 περίπου με αγορά που καταρτίστηκε εγγράφως, ήτοι με κατάρτιση τίτλων αγοραπωλησίας, που όμως καταστράφηκαν από πυρκαγιά κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης στον τόπο φυλάξεως τους, σε Ιερό Ναό που βρισκόταν στην οδό Μητροπόλεως, ότι η Ι.
Μ. Πεντέλης ασκούσε από την αγορά αυτή (1600) μέχρι την κατά τα ανωτέρω μεταβίβαση στον Συνεταιρισμό (1954) της ρηθείσης εκτάσεως των 742440 τ.μ. αδιάκοπα και χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν, σε ολόκληρη τη μείζονα έκταση και στο μεταβιβασθέν ως άνω τμήμα της (742440 τ.μ.), φυσική εξουσία με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, με τις λεπτομερώς αναφερόμενες στην απόφαση του Εφετείου πράξεις νομής, και έγινε έτσι κυρία της έκτασης αυτής με έκτακτη χρησικτησία, δια της προρρηθείσης υπερτριακονταετούς και με καλή πίστη νομής της εν λόγω έκτασης μέχρι την 11-9-1915, την οποία και συνέχισε ομοίως μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (1946) και έκτοτε μέχρι την μεταβίβαση τους στον συνεταιρισμό (1954), χωρίς να απαιτείται για το τελευταίο αυτό διάστημα και καλή πίστη για την έκτακτη χρησικτησία, την κυριότητα δε αυτή, ουδέποτε και καθ' οιονδήποτε τρόπο απολεσθείσα, μεταβίβασε ως ανωτέρω στον Οικοδομικό Συνεταιρισμό επί του ειρημένου τμήματος των 742440 τ.μ., μέρος του οποίου, όπως προαναφέρθηκε αποτελεί το ήδη επίδικο ακίνητο, εμβαδού 6106,86 τ.μ., στο οποίο, συνεχίζει το Εφετείο, ασκούσαν τις λεπτομερώς επίσης αναφερόμενες πράξεις νομής όλοι οι δικαιοπάροχοι, άμεσοι και απώτεροι, των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι, όπως και ο τελευταίος, νεμόνταν το επίδικο μέχρι την άσκηση της αγωγής και με καλή πίστη, δυνάμει των προειρημένων τίτλων, και έγιναν έτσι κύριοι του επιδίκου κατά τα ανωτέρω ποσοστά των 760/6106,86 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με παράγωγο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία).
Ειδικότερα ως προς την νομή που η απώτατη δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Ι.Μ. Πεντέλης ασκούσε στην ρηθείσα μεγαλύτερη έκταση και στο επίδικο ακίνητο, ως τμήμα της έκτασης εκείνης, από την κατά το έτος 1600 περίπου περιέλευση της έκτασης αυτής στην ίδια (Ι.Μ. Πεντέλης) μέχρι την 11-9-1915 και εν συνεχεία μέχρι την ως ανωτέρω μεταβίβαση στον Συνεταιρισμό (1954) της έκτασης των 742440 τ.μ., το Εφετείο δέχεται ότι η Ι.Μ.
Πεντέλης με τα αρμόδια όργανά της επέβλεπε και προστάτευε το (μείζον) ακίνητο, το οποίο περιελάμβανε κυρίως δάση και δασότοπους, αλλά και βοσκήσιμες και καλλιεργήσιμες γαίες, από επεμβάσεις τρίτων με την πρόσληψη φυλάκων, δημοπρατούσε την υλοτομία των δένδρων του, συνέλεγε τη ρητίνη από τα πεύκα ή εκμίσθωνε το δικαίωμα ρητινοσυλλογής σε τρίτους, ενώ εκμεταλλευόταν τις βοσκήσιμες και καλλιεργούμενες, κυρίως με αμπέλια, εκτάσεις του, εκμισθώνοντας αυτές σε βοσκούς και καλλιεργητές, αντίστοιχα, έχοντας πάντοτε την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής του ακινήτου με τον προαναφερόμενο τρόπο και νεμόμενη ως κυρία το ακίνητο δεν προσέλαβε το δικαίωμα κυριότητας άλλου επί του ακινήτου, ακόμη και του Ελληνικού δημοσίου, το οποίο ουδέποτε κατέλαβε τη νομή του ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σ' αυτό, ολόκληρο ή μέρος του (αναφέρεται εκτός των άλλων αριθμός μισθωτηρίων συμβολαίων από την Ι.Μ.
Πεντέλης προς τους αναφερόμενους μισθωτές για ρητινοσυλλογή, χορτονομή, βοσκή, παραγωγή καυσόξυλων κ.λπ. από το έτος 1867 και εφεξής μέχρι το έτος 1915 και εντεύθεν μέχρι το έτος 1942), και το οποίο Ελληνικό Δημόσιο, αντιθέτως, θεωρώντας την ειρημένη έκταση ιδιωτική, αντιμετώπιζε και αναγνώριζε ρητώς ή σιωπηρώς την Ι.Μ.
Πεντέλης ως ιδιοκτήτρια της έκτασης αυτής, εγκρίνοντας και τη μεταβίβαση και κατάτμηση της εκτάσεως των 742440 τ.μ. στον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Συνεταιρισμό με την έκδοση των υπ' αριθμ. πρωτ. 115711/8-8-1952, 63455/11-9-1953, 104122/1876/21-1-1961 του Υπουργού Γεωργίας και 26725/23-3-1953 του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων αποφάσεων, ενώ στη συνέχεια, μετά τη διανομή της τελευταίας αυτής έκτασης στα μέλη του Συνεταιρισμού, οι αρμόδιες πολεοδομικές υπηρεσίες χορήγησαν τις νόμιμες οικοδομικές άδειες για την ανέγερση των υπαρχόντων ήδη στην ανωτέρω, διαμορφωμένη πλέον οικιστικά έκταση, κτισμάτων.
Και βάσει των παραδοχών αυτών συνοπτικώς εδώ αναφερομένων, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια, δέχθηκε την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε τους τελευταίους συγκυρίους τού επιδίκου κατά τα ανωτέρω ποσοστά εξ αδιαιρέτου τον καθένα, (συγ-) κυριότητα την οποία αμφισβητεί τελευταία το αναιρεσείον- εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ισχυριζόμενο ότι το επίδικο ανήκει σ' αυτό, ως δημόσια δασική έκταση διακατεχόμενη από ιδιώτες.
Υπό τις προαναφερθείσες παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφέροντας, όπως προαναφέρθηκε, λεπτομερώς τις πράξεις νομής τις οποίες οι αναιρεσίβλητοι και οι αναφερόμενοι δικαιοπάροχοι τους μέχρι και την αρχική δικαιοπάροχο Ι.Μ. Πεντέλης, ασκούσαν επί του επιδίκου, ειδικότερα δε η τελευταία (Ι.Μ.
Πεντέλης) επί του όλου μείζονος ακινήτου και επί του επιδίκου τμήματος του, με τους αναφερόμενους νόμιμους, τίτλους και με καλή πίστη, υπό την προεκτεθείσα έννοια, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των προειρημένων οικείων διατάξεων του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου σε συνδυασμό με εκείνες του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει του νόμου αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ.
της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 51 και 64-65 του Εισ ΝΑΚ και 974, 976, 1033, 1041, 1042, 1045 και 1051 του ΑΚ, τις οποίες εφήρμοσε το Εφετείο, είναι δε αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζει το αναιρεσείον Ελληνικό δημόσιο με τον τρίτο από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς του, ιδίως ως προς την νομή (χρησικτησία) της απώτατης δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Ι.Μ.
Πεντέλης.
II.- Λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσβάλλεται μη πραγματική παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας είναι αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, λόγος δε αναιρέσεως με τον οποίο προσβάλλεται παραδοχή, (αιτιολογία) της απόφασης που δεν στηρίζει το διατακτικό της, στηριζόμενο αυτοτελώς σε άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελής και γι' αυτό απορριπτέος, αφού και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητας, του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης. Τέλος, ως πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ και των οποίων, προταθέντων, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο δημιουργεί τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν επομένως το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε (και) οι ισχυρισμοί που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός της αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό ("πράγμα") και τον απέρριψε ευθέως, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, ή εκ των πραγμάτων, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που τον συγκροτούν.
Εν προκειμένω προβάλλεται με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η διακατοχή δημοσίου δάσους από ιδιώτες, όπως εν προκειμένω η διακατοχή από τους αναιρεσίβλητους και τους δικαιοπαρόχους τους της ειρημένης μείζονος εκτάσεως που περιήλθε στην Ι.Μ.
Πεντέλης και του επιδίκου, ως τμήματος της εκτάσεως αυτής, αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα αντίστοιχο εκείνου της νομής, την οποία δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 4 και 17 του ν. 998/1979 και τις αντίστοιχες διατάξεις των προϊσχυσάντων δασικών κωδίκων, κατά τις οποίες τα διακατεχόμενα δάση αποτελούν κατηγορία δημοσίων δασών που ανήκαν στο ελληνικό δημόσιο και επί των οποίων οι διακάτοχοι ασκούν περιορισμένα δικαιώματα κάρπωσης που δεν προσπορίζουν σ' αυτούς κανένα περαιτέρω δικαίωμα επί του δάσους.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές του Εφετείου, το δικαστήριο δεν διαλαμβάνει τέτοια παραδοχή, δεχόμενο απεναντίας ότι οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων και η Ι.Μ.
Πεντέλης ασκούσαν στο ακίνητο τις προαναφερθείσες ( ανωτ. υπό I) πράξεις νομής, οι οποίες, συντρεχόντων και των λοιπών όρων του νόμου, οδήγησαν στην κτήση κυριότητας επί του ακινήτου με χρησικτησία. Αβάσιμος για τον ίδιο λόγο, ως στηριζόμενος δηλαδή σε εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι και ο τέταρτος από την ίδια διάταξη, του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι κύριοι τμήματος του επιδίκου, εμβαδού 1520 τ.μ., μικρότερου δηλαδή των τεσσάρων στρεμμάτων (4000 τ.μ.), παρεβίασε τη διάταξη του άρθρου 60 παρ. 1 του ν.δ. 86/1969 και εκείνην του άρθρου 216 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ν.δ. 4173/1929, με τις οποίες απαγορεύεται η κατάτμηση των δασικών εκτάσεων χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Γεωργίας.
Και τούτο, ότι δηλαδή ο λόγος αυτός της αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, όπως προκύπτει από τις ίδιες ως άνω παραδοχές του Εφετείου, το δικαστήριο δέχεται ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι εξ αδιαιρέτου ποσοστού 760/6106,86 ο καθένας επί του ειρημένου υπ' αριθμ. 5β' "οικοδομικού τετραγώνου", (τεμαχίου), συνολικού εμβαδού 6106,86 τ.μ., μεγαλύτερου των 4000 τ.μ., τμήματος δε του μείζονος ακινήτου των 742400 τ.μ.
που περιήλθε στον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Συνεταιρισμό και του οποίου επετράπη η κατάτμηση σε τμήματα (τεμάχια) άνω των 4000 τ.μ. έκαστο με τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση και ανωτέρω υπό I αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας. Με τον δεύτερο, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου υποστηρίζεται ότι το Εφετείο με το να δεχθεί αφ' ενός ότι το επίδικο ακίνητο είναι αγροτεμάχιο και αφ' ετέρου ότι επετράπη η κατάτμηση του μείζονος ακινήτου με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τη μορφή του επιδίκου ως αγροτικού ή δασικού.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού το Εφετείο δέχεται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (ανωτ. υπό I ), ότι η απώτατη δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Ι.Μ. Πεντέλης έγινε κυρία του ακινήτου με χρησικτησία, έχοντας στην καλόπιστη νομή της το επίδικο από τριακονταετίας και πλέον μέχρι την 11-9-2015 αλλά και έκτοτε μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ(23-2-1946),την κυριότητα δε αυτή, κτηθείσα σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου και των λοιπών νόμων που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσης και ανεξαρτήτως της δασικής ή μη μορφής του επιδίκου, μεταβίβασε η Ι.Μ.
Πεντέλης στον απώτερο δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου Συνεταιρισμό, παραδοχή η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Τέλος, με τον πέμπτο και υπό την επίκληση του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου υποστηρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από το αναιρεσείον ισχυρισμό ότι η απώτατη δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου Ι.Μ.
Πεντέλης δεν ασκούσε τη νομή του επιδίκου με καλή πίστη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού ο επικαλούμενος ισχυρισμός της έλλειψης καλής πίστης στην νομή της Ι.Μ. Πεντέλης δεν είναι " πράγμα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της σχετικής βάσεως της αγωγής, εν πάση δε περιπτώσει ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που τον συγκροτούν, την ύπαρξη δηλαδή καλής πίστεως της Ι.Μ.
Πεντέλης κατά την άσκηση της νομής, της στο επίδικο.
III.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν.3693/57).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-7-2012 αίτηση του Ελληνικού δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1757/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίχει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ