228/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 228 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 228/2012
Legislator headnote
AI generated228/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 228 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 228/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 228 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 228/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Ε. Ψ. - Σ. του Α., 2. Μ. Ψ. του Γ. και 3. Ε. Ψ. του Β., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Πετσάλα.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Μ. Π. του Γ., 2. Γ. Μ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Ζαχόπουλο και 3. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" (Ο.Σ.Ε), νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον αυτόν ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 5.1.2012 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Μαΐου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17591/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2360/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 16 Απριλίου 2009 αίτησή τους, με τους με ιδιαίτερο, από 30-6-2010, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 9 Δεκεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 136/21-4-2009 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, 107/ 30-6-2010, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 2360/25-10-2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 136/21-4-2009 αίτηση με τους ιδιαίτερο, 107/30-6-2010, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους προσβάλλεται η 2360/25-10-2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με το 22036/19-6-2002 δικόγραφο αγωγών εφέρεντο προς διάγνωση αξιώσεις αποζημιώσεως και Χρηματικής ικανοποιήσεως των δι' αυτών εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με θεμελιωτική αυτών βάση το ιστορούμενο αυτοκινητικό ατύχημα. Επί των εν λόγω υποκειμενικώς σωρευομένων αγωγών (ΚΠολΔ 74) εκδόθηκε η απορριπτική αυτών 17591/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 2668/29-6-2006 έφεση του εναγουσών, η 2360/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους, "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα πρακτικά της εκκαλουμένης αποφάσεως, την 5947/9-3-2007 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσ/νίκης, που επικαλούνται ο, ενάγουσες και λήφθηκε νομότυπα μετά από προηγούμενη κλήτευση των εναγομένων κατ' αρθρ. 270 Κ.Πολ.Δ. (βλ. τις 5992/5-3-2007 και 11205/2-3-2007 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης ... και στο Πρωτοδικείο Πειραιά ... αντίστοιχα), και η οποία νομίμως προσκομίζεται για πρώτη φορά ενώπιόν του Εφετείου (αρθρ.529 Κ.Πολ.Δ.) και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι μεταξύ των οποίων και εκείνα της ποινικής δικογραφίας (η προσκομιζόμενη από τις ενάγουσες βίντεο-κασέτα δε λαμβάνεται υπόψη, διότι περιέχουσα δήλωση τρίτου, οδηγού φορτηγού), δε συνοδεύεται από γραφτό κείμενο που να περιέχει τις ομιλίες που έχουν αποτυπωθεί σ' αυτή με πιστοποίηση αρμοδίου οργάνου, που να βεβαιώνει την ακρίβεια της μεταφοράς, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Στις 29-6-2000 και περί ώρα 13:00 η πρώτη ενάγουσα, οδηγώντας το αριθ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της γ' ενάγουσας, στο οποίο επέβαινε η δεύτερη ενάγουσα, εκινείτο στην Παλαιά Εθνική οδό Θεσ/νίκης - Κιλκίς με κατεύθυνση προς Κιλκίς. Την ίδια ώρα ο α' εναγόμενος οδηγούσε την αριθ. ΑΜΞ-71 επιβατική αμαξοστοιχία του γ' εναγομένου, με σύνθεση πέντε οχημάτων ( βαγονιών ) που εκτελούσε το προγραμματισμένο δρομολόγιο Δράμας - Θεσ/νίκης. Στην χιλιομετρική θέση 17+485 της σιδηροδρομικής γραμμής, η οποία τέμνεται στο σημείο αυτό με την ως άνω Παλαιά Εθνική οδό, υπάρχει ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση, η οποία επισημαίνεται με σύστημα φωτεινών σηματοδοτών και κινητά ημιδιαφράγματα (μπάρες), τα οποία λειτουργούν αυτόματα με τη διέλευση της αμαξοστοιχίας. Η οδός στο σημείο της διασταύρωσης παρουσιάζει σε σχέση με την πορεία του Ι.Χ. κλειστή στροφή δεξιά, ενώ στην πορεία της αμαξοστοιχίας υπάρχει αριστερή στροφή. Όταν η ενάγουσα έφτασε στο ύψος της διαβάσεως, προ της οποίας υπάρχουν ενδεικτικές πινακίδες Ρ-2 (υποχρεωτική διακοπή πορείας ) και Κ-36 ( αναγγελία κινδύνου λόγω άμεσης γειτονίας ισόπεδης σιδηροδρομικής διάβασης ), παρά το γεγονός ότι ο φωτεινός σηματοδότης είχε ερυθρό φως και τα διαφράγματα κατεβασμένα, δε σταμάτησε την πορεία του αυτοκινήτου, αλλά εισήλθε ανέλεγκτα σ' αυτή παρακάμπτοντας το ημιδιάφραγμα με ελιγμούς και ενώ βρισκόταν πάνω στις σιδηροδρομικές γραμμές και στην αρχή αυτών, προσέγγισε τη διάβαση η αμαξοστοιχία. Ο οδηγός αυτής έκανε χρήση των ηχητικών σημάτων, και επεχείρησε σε τροχοπέδηση, πλην όμως δεν κατέστη δυνατό να αποφευχθεί η σύγκρουση και έτσι επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος της αμαξοστοιχίας στην εμπρόσθιο αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου, το οποίο αφού έκανε περιστροφή περί του άξονα του ακινητοποιήθηκε εκτός διάβασης στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Οι ως άνω συνθήκες του ατυχήματος πλήρως αποδεικνύονται από την προσήκουσα συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, ιδιαίτερα δε από την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας, που απεικονίζουν την πορεία των οχημάτων και το σημείο συγκρούσεως. Ακόμη από την 29-6-2006 ένορκη προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα G. S., Ιταλού υπηκόου, ο οποίος καταθέτει σαφώς ότι τα φανάρια ήταν αναμμένα κόκκινα και η διάβαση κλειστή. Το αντίθετό δε συνάγεται από την προανακριτική υπόθεση που αναφέρει ότι τα δίφρακτα ήταν σε κάθετη θέση, αφού ο ίδιος όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας είχε δηλώσει στους προστρέξαντες αστυνομικούς ότι οι μπάρες ήταν σε οριζόντια θέση. Η πεποίθηση δε ότι η διάβαση ήταν κλειστή ενισχύεται από τον κόκκινο σηματοδότη αλλά και από την απορία που εκφράζει ο μάρτυρας για τη μη διακοπή της πορείας της ενάγουσας οδηγού. Επίσης και ο μάρτυρας Π. Χ. που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και κατά την προανάκριση, προϊστάμενος της αμαξοστοιχίας που επέβαινε σ' αυτή, δίπλα στον πρώτο εναγόμενο μηχανοδηγό, κατέθεσε ότι η διάβαση λειτουργούσε κανονικά. Άλλωστε και αν τα διαφράγματα δε λειτούργησαν κανονικά, από μόνη τη λειτουργία του κόκκινου σηματοδότη, η οποία προκύπτει χωρίς ενδοιασμό, παράγεται αυτοτελής και προτασσόμενη κατ' αρθρ. 27 περ.1γ του Κ.Ο.Κ. υποχρέωση διακοπής της πορείας και επανεκκίνησης, αφότου ο σηματοδότης μεταβληθεί σε πράσινο. Ο ισχυρισμός των εναγουσών ότι το σύστημα διάβασης δε λειτούργησε παντελώς, δεν ανταποκρίνεται στην ουσία των πραγμάτων, καθόσον δε βεβαιώθηκε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία η αλήθεια αυτού. Η κατάθεση του μάρτυρα των εναγουσών Ε. Χ. που περιέχεται στην ως άνω ένορκη βεβαίωση, ο οποίος δηλώνει αυτόπτης και καταθέτει ότι το σύστημα διάβασης δε λειτούργησε, δε δύναται να παράσχει πίστη στο Δικαστήριο, καθόσον ο εν λόγω μάρτυρας δε φέρεται ως αυτόπτης στην έκθεση αυτοψίας, ούτε εξετάστηκε κατά την προανάκριση. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αποκλειστική υπαίτια του ατυχήματος είναι η πρώτη ενάγουσα οδηγός του αυτοκινήτου, διότι από έλλειψη της προσοχής εισήλθε σε κλειστή σιδηροδρομική διάβαση παρά την ύπαρξη απαγορευτικών ενδείξεων, παραβιάζοντας την προτεραιότητα της αμαξοστοιχίας (αρθρ. 27§1,α, γ,δ Κ.Ο.Κ.). Ουδεμία αμέλεία βαρύνει τους δύο πρώτους εναγόμενους (μηχανοδηγό και υπεύθυνο συντήρησης αντίστοιχα), προστηθέντες του τρίτου εναγομένου, που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, αφού αφενός μεν η αμαξοστοιχία κινούνταν κανονικά με ταχύτητα 50 km την ώρα, με ανώτατο όριο επιτρεπόμενης ταχύτητας στην ως άνω χιλιομετρική θέση 100 km την ώρα και κατά την ημέρα του ατυχήματος σε 60 km λόγο κατάστασης της οδού (βλ. το από 4-1-2001 έγγραφα του τεχνικού τμήματος του τρίτου εναγομένου, με το προσαρτώμενο αντίγραφο ταχυμετρικής ταινίας), και προέβη σε ακαριαία πέδηση, μειώνοντας την ταχύτητα στα 35,794 ίση όταν αντελήφθη το αυτοκίνητο, πλην όμως χωρίς αποτέλεσμα, αφετέρου δε η διάβαση ήταν κλειστή και επομένως η κίνηση της ενάγουσας απρόβλεπτη και εύλογα μη αναμενόμενη από το μηχανοδηγό". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθείσες εκκαλούσες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι με το κύριο και πρόσθετο δικόγραφο λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: I. Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432- 465 επ. αποδεικτικό έγγραφο. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν έγγραφα εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως η αυτοψία και οι μάρτυρες (ΚΠολΔ 339, 355 επ, 393 επ). Επομένως η προσβαλλόμενη με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο του κυρίου δικογράφου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την έννοια της παραμορφώσεως του περιεχομένου των εγγράφων αποτυπώσεως (α) της διενεργηθείσης αυτοψίας και (β) της προανακριτικής καταθέσεως του μάρτυρα G. S., ελέγχεται προεχόντως ως απαράδεκτη. Όμοια αξιολογείται η παράλληλα προσβαλλόμενη, χωρίς την διατύπωση επικουρικότητας και επομένως κατά τρόπο αντιφατικό και απαράδεκτο, με το πρόσθετο δικόγραφο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, με την έννοια της μη λήψεως υπόψη της έκθεσης αυτοψίας. Όμοια αρνητικά αξιολογείται, ως αλυσιτελής, η αυτή αναιρετική αιτίαση αναφορικά με το περιεχόμενο του προχείρου σχεδιαγράμματος, στο οποίο, κατά το αναιρετήριο, η κίνηση του αυτοκινήτου απεικονίζεται σε ευθεία κίνηση, χωρίς την πραγματοποίηση ελιγμού για την είσοδο του εντός των διαφράκτων της διαβάσεως, γεγονός το οποίο, κατά τους αναιρεσείοντες, επιβεβαιώνει τον αγωγικό τους ισχυρισμό ότι τα διαφρακτά δεν λειτούργησαν και ήσαν ανοικτά. Ειδικότερα το εν λόγω έγγραφο δεν ήταν ικανό να διαφοροποιήσει την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εφόσον κατά την ορθή επάλληλη αιτιολογία του από μόνη της λειτουργία του ερυθρού σηματοδότη παράγεται αυτοτελής και προτασσόμενη υποχρέωση διακοπής της πορείας του αυτοκινήτου (ΚΟΚ 27 παρ. 1 γ').
II. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ'ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα ποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β' ολΑΠ 2/2008). Μη λήψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρονται η αναιρετική αιτίαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 444 αρ. 3 ΚΠολΔ, ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μη κανονική απεικόνιση. Στην έννοια των μη κανονικών απεικονίσεων περιλαμβάνεται κάθε υλική αποτύπωση οπτικών ή ακουστικών εντυπώσεων, που πραγματοποιούνται με οποιοδήποτε μηχανικό μέσο. Έτσι, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη του άρθρου 444 αρ. 3 ΚΠολΔ, θεωρούνται ιδιωτικά έγγραφα και οι βιντεοταινίες ή βιντεοκασέτες, οι οποίες και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο με τις προϋποθέσεις που λαμβάνεται υπόψη κάθε ιδιωτικό έγγραφο. Η περιεχόμενη σε βιντεοκασέτα δήλωση τρίτου αποτελεί μαρτυρία αυτού, η οποία δεν δόθηκε κατά τον οριζόμενο από τον νόμο τρόπο. Πρόκειται επομένως για μη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικό μέσο, το οποίο επιτρεπτώς λαμβάνεται υπόψη και συνεκτιμάται συμπληρωματικώς, εφόσον ανελέγκτως κρίνει το δικαστήριο της ουσίας και μνημονεύει στην απόφασή του ότι δεν μπόρεσε να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρως δικανικής πεποιθήσεως από την αξιολόγηση μόνο των νομίμων αποδεικτικών μέσων(ΚΠολΔ 270 παρ. 2 εδ.), εκτός αν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη πάντοτε κρίση του, εκτιμήσει και βεβαιώσει ότι πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, μαρτυρία τρίτου η οποία δόθηκε επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί στην μεταξύ άλλων πολιτική δίκη. Για την κατά το άρθρο όμως 432 ΚΠολΔ αναγνωσιμότητα της περιεχομένης σε βιντεοκασέττα μαρτυρίας τρίτου είναι αναγκαία η αποτύπωσή της σε έγγραφο κείμενο, με πιστοποίηση της ακρίβειας της μεταφοράς, χωρίς να υποχρεούται το δικαστήριο της ουσίας να διατάξει περί τούτων την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ή την κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως. Με το μοναδικό παραδεκτώς προβαλλόμενο λόγο του προσθέτου δικογράφου (η παράλληλη αναφορά στον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι εντελώς γενική και αόριστη) διατυπώνεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 511 αρ. 11 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε (α) την από 1-6-2001 συμπληρωματική ένορκη προανακριτική κατάθεση της πρώτης των αναιρεσειουσών και τρεις (3) φωτογραφίες αυτόπτων μαρτύρων του ατυχήματος, αποδεικτικά μέσα που συνδέονται με την αξιολόγηση του με στοιχ. (γ) αποδεικτικού μέσου, για το οποίο γίνεται λόγος στη συνέχεια, (β) την ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης 1210/9-3-2007 ένορκη βεβαίωση του Ε. Χ., μετά από νομότυπη κλήτευση των αναιρεσιβλήτων, κατά τις συνταχθείσες προς τούτο 5992/5-3-2007 και 11205/2-3-2007 εκθέσεις επιδόσεως. Από τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης σχετικές περί τούτου αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι πρόκειται περί της αυτής ένορκης βεβαιώσεως, η οποία, από προφανή παραδρομή, αναφέρεται με τον αριθμό 5947/9-3-2007, η μόνη άλλωστε που είχε στην διάθεση του δικαστηρίου της ουσίας, με ειδική αναφορά στη συνέχεια και αξιολόγησή της. Από τη βεβαίωση όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην άλλων, και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και εκείνα της ποινικής δικογραφίας, ως και την ένορκη βεβαίωση του Ε. Χ., με ειδική αναφορά και αξιολόγησή της, εκτιμώμενη σε συνδυασμό προς τις λοιπές αιτιολογίες της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και τα εν λόγω αποδεικτικά, μέσα (γ) την περιεχόμενη στην βιντεοκασέττα δήλωση του αυτού Ε. Χ. ότι δεν λειτούργησε το σύστημα της διαβάσεως, αφού ήταν ανοικτό και δεν δούλευαν τα φανάρια, στην οποία προέβη μετά το ατύχημα στο τηλεοπτικό σταθμό TV 100. To τελευταίο αυτό με στοιχ. (γ) αποδεικτικό μέσο δεν λήφθηκε υπόψη σε συνεπεία με την ανέλεγκτη βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την ορθή αιτιολογία της ότι η βιντεοκασέττα δεν προσκομίζεται σε αποτύπωσή της σε έγγραφο κείμενο, με παράλληλη πιστοποίηση της ακρίβεια μεταφοράς. Άλλωστε η αρνητική αξιολόγηση από απόψεως αξιοπιστίας της αντίστοιχου περιεχομένου ένορκης βεβαιώσεως του εμμέσως ενέχει παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι στο αυτό αποδεικτικό πόρισμα θα κατέληγε αν ελάμβανε υπόψη και το εν λόγω με στοιχ. (γ) αποδεικτικό μέσο. Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ ελέγχεται στο σύνολό της ως αβάσιμη.
III. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αγιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300,330, και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το αρθ. 300 ΑΚ, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν ή αποκλείουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Τέλος η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Οι σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνουν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν το κατ' ορθή εφαρμογή των άρθρων 914, 330 ΑΚ και 27 παρ. γ' του ΚΟΚ καταληκτικό αποδεικτικό της πόρισμα για (αποκλειστική) υπαιτιότητα της πρώτης των αναιρεσειουσών στην υπό τις ιστορούμενες συνθήκες επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, σε συνέπεια με την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση της, ότι η τελευταία, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο και κινούμενη στην Παλαιά Εθνική οδό Θεσσαλονίκης-Κιλκίς, με κατεύθυνση προς Κιλκίς, κατά την προσέγγισή της στην Χιλιομετρική θέση 17+ 485 της σιδηροδρομικής γραμμής, η οποία τέμνεται στο σημείο αυτό με την Παλαιά Εθνική οδό και υπάρχει ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση, με ενδεικτικές πινακίδες Ρ-2 (υποχρεωτική διακοπή πορείας) και Κ-36 (αναγγελία κινδύνου λόγω άμεσης γειτονίας ισόπεδης σιδηροδρομικής διάβασης), δεν ακινητοποίησε το οδηγούμενο από αυτή όχημα, παρά το γεγονός ότι ο φωτεινός σηματοδότης είχε ερυθρό φως και τα διαφράγματα ήταν κατεβασμένα, αλλά εισήλθε ανέλεγκτα εντός της διαβάσεως, παρακάμπτοντες το ημιδιάφραγμα με ελιγμούς, με αποτέλεσμα, κατά την απόπειρα της διελεύσεως υπό τις συνθήκες αυτές από την διάβαση και ενώ το οδηγούμενο από αυτήν όχημα βρισκόταν στις σιδηροδρομικές γραμμές, να επιπέσει στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά αυτού με το εμπρόσθιο μέρος της αμαξοστοιχίας, που εκτελούσε το προγραμματισμένο δρομολόγιο Δράμας - Θεσ/νίκης, κινούμενη με την επιτρεπόμενη ταχύτητα των 50 Χλ/ωρ, παρά την χρήση από τον μηχανοδηγό αυτής πρώτο των αναιρεσιβλήτων των ηχητικών σημάτων και τη μείωση της ταχύτητας, με τροχοπέδηση, στα 35,794 Χλ/ωρ. Επομένως η διατυπούμενη με τον απομένοντα προς έρευνα πρώτο κατά σειρά λόγο του κυρίου δικογράφου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των αμέσως παραπάνω σημειουμένων διατάξεων, αρνητικά να αξιολογείται, ως αβάσιμη. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειουσών στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό τω 2.700,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 136/21-4-2009 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 107/30-6-2010, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 2360/25-10-2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2012. Και
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ