228/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated228/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων που διαπνέει το εργατικό δίκαιο συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής σύμβασης εργασίας και ατομικής σύμβασης, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση.
Full text
Απόφαση 228 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 228/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: (αναφέρονται 6 ονόματα). Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Λαμπρόπουλο.
Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", αποκεντρωμένης μονάδος του Α΄ Πε.Σ.Υ. Αττικής, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραγιώργο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-4-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1041/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1890/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-3-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 30-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά απαιτείται σύμβαση, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθίαν στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βουλήσεως, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων δυνάμει της οποίας οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία προς κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μην απαγορεύεται από τον νόμο και να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη.
Εξάλλου, από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων που διαπνέει το εργατικό δίκαιο συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής σύμβασης εργασίας και ατομικής σύμβασης, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση.
Σύμφωνα με την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών που καθιερώνει το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 3239/1955 "περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας" (που ίσχυσε μέχρι 8-5-1990), σε συνδυασμό με το άρθρο 680 ΑΚ, την οποία αρχή προβλέπει ήδη η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των ΣΣΕ.
Και τούτο γιατί οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ περιέχουν κατώτατα όρια προστασίας, που απαγορεύουν τη δυσμενέστερη ρύθμιση με ατομική σύμβαση, επιτρέπουν όμως με την τελευταία τη βελτίωση της προστασίας αυτής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 1397/1983 για το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ), νοσοκομειακές μονάδες που λειτουργούν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (7-10-1983) ως υπηρεσίες Ν.Π.Ι.Δ., εφόσον επιχορηγούνται με οποιοδήποτε τρόπο από το Δημόσιο, μετατρέπονται εντός έτους από τη δημοσίευση του νόμου αυτού σε Ν.Π.Δ.Δ.
και υπάγονται στις διατάξεις του Ν.Δ. 2592/1953 "περί οργανώσεως της ιατρικής αντιλήψεως" με Π.Δ. εκδιδόμενο μετά πρόταση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας. Το προσωπικό (πλην ιατρικού) που υπηρετεί στις μονάδες αυτές κατά τη δημοσίευση των Π.Δ. της μετατροπής, εντάσσεται ύστερα από πρόταση του αρμοδίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, εφόσον συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα σε αντίστοιχες θέσεις που συνιστώνται με τον οργανισμό του νοσοκομείου.
Η ένταξη γίνεται ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων. Το προσωπικό που δεν συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα ή δεν υποβάλει αίτηση ένταξης, εξακολουθεί να υπηρετεί με τις ίδιες προϋποθέσεις που υπηρετούσε και στις ίδιες θέσεις οι οποίες μετατρέπονται σε προσωρινές, που καταργούνται όταν κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο.
Μέχρι να εκδοθεί ο νέος οργανισμός και να γίνει η ένταξη στις θέσεις που προβλέπονται από αυτόν, το προσωπικό εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του προεδρικού διατάγματος της μετατροπής. Το ως άνω άρθρο καταργήθηκε με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992, αλλά οι διατάξεις του επαναλήφθηκαν στο άρθρο 48 του ίδιου νόμου.
Με το Π.Δ. 305/1983 (ΦΕΚ Α' 108/17.8.1983), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των ανωτέρω διατάξεων του Ν. 1397/1983, το νοσοκομείο Αθηνών "Θεραπευτήριο Ευαγγελισμός", το οποίο λειτουργούσε ως Ν.Π.Ι.Δ., μετατράπηκε σε αυτοτελές Ν.Π.Δ.Δ. και έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν.Δ. 2592/1953 και του Ν. 1397/1983, ορίστηκε δε ότι το προσωπικό του εντάσσεται σε οργανικές θέσεις του νέου οργανισμού και ότι μέχρι την έκδοση του οργανισμού αυτού και την τακτοποίηση του προσωπικού, τούτο εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο νοσοκομείο με την ίδια εργασιακή σχέση.
Ακολούθως, με την Α3β/Οικ.13891/17-9-1990 απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Αναπληρωτή Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β΄642/11-10-1990), εκδόθηκε ο νέος οργανισμός του αναιρεσίβλητου θεραπευτηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ.2 και 3 του οποίου ορίσθηκε, ότι το προσωπικό (εκτός του ιατρικού) που υπηρετεί στο νοσοκομείο κατά τη δημοσίευση της απόφασης αυτής, εντάσσεται ύστερα από γνώμη του αρμόδιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου στις θέσεις που συνιστώνται με την απόφαση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 6 του Ν. 1397/83 και ότι όσοι από το προσωπικό του νοσοκομείου δεν συγκεντρώνουν τα νόμιμα προσόντα ή δεν υποβάλουν αίτηση για ένταξη, εξακολουθούν να υπηρετούν σε προσωρινές θέσεις, που συνιστώνται με απόφαση του ΔΣ του νοσοκομείου και καταργούνται όταν κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2.
Τέλος, κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του Π.Δ. 410/1988, οι αποδοχές του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, που προσλαμβάνεται για κάλυψη οργανικών θέσεων, καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ΝΔ 1198/1972, ενώ με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική για όλους ( εργοδότες και εργαζόμενους) του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1-7-1998, επεκτάθηκαν στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα Νοσοκομεία του Ν.Δ. 2592/1953, που είναι μέλη σωματείων ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ, στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 1810/1988 και ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές διατηρούνται (Ολ.ΑΠ 26/2006).
Στην υπόθεση που κρίνεται, με την ένδικη αγωγή τους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι προσελήφθησαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και προσφέρουν σ' αυτό τις υπηρεσίες τους ως ηλεκτροτεχνίτες. Ότι κατά την πρόσληψή τους είχε συμφωνηθεί να αμείβονται με τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ ή ΔΑ αποφάσεις του κλάδου τους και συγκεκριμένα τις ΣΣΕ ή ΔΑ των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων κλπ..
όλης της χώρας, ενώ κατά την μετατροπή του αναιρεσίβλητου σε ΝΠΔΔ δεν υπέβαλαν αίτηση για να ενταχθούν σε οργανικές θέσεις, που είχαν συσταθεί με τον οργανισμό του, αλλά παρέμειναν σε προσωρινές θέσεις και συνέχισαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με τις ίδιες προϋποθέσεις. Ότι περαιτέρω, το αναιρεσίβλητο υπολόγιζε τις αποδοχές τους σύμφωνα με τους όρους των εκάστοτε Σ.Σ.Ε.
της Π.Ο.Ε.Δ.Η.Ν. και όχι τις Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., με τις οποίες ρυθμίζονται οι όροι αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων κλπ. όλης της χώρας, παρότι οι τελευταίες περιέχουν ευνοϊκότερους όρους αμοιβής για τους αναιρεσείοντες, με αποτέλεσμα να καταβάλει σ' αυτούς μειωμένη αμοιβή για την εργασία τους κατά τις Κυριακές και αργίες και τη νύκτα, ζήτησαν δε ακολούθως να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να καταβάλει σ' αυτούς τις μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από την αιτία αυτή.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη και το Πρωτοδικείο που εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεως, και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ, 1 και 8 παρ. 1 του ΝΔ 1198/1972, 7 παρ. 2 και 19 του ν. 1876/1990, 6 παρ.2 του Ν. 1397/1983 και 48 παρ. 3 του Ν. 2071/1992, κατά το βάσιμο, από το άρθρο 560 αριθ.1 του ΚΠολΔ, μοναδικό λόγο της αναιρέσεως.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1890/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ