228/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Αμελαδιώτη, Γεώργιο Καράμπελα και Εμμανουήλ Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated228/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη και κάθε πλευρά την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 228 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 228/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Αμελαδιώτη, Γεώργιο Καράμπελα και Εμμανουήλ Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Ά. του Χ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αδάμη.
Της αναιρεσίβλητης: Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού, (Δ.Ε.Η.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Στην παρούσα δίκη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Δεκεμβρίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 974/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 333/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 20 Σεπτεμβρίου 2001 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1062/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση να δικαστεί εκ νέου από το ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση.
Εκδόθηκε στη συνέχεια η 9449/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3 Απριλίου 2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας διάβασε την από 20 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου και την απόρριψη του πρώτου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη και κάθε πλευρά την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 296 παρ. 1 Α.Κ. για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος αν συμφωνηθεί, ή αν ζητηθεί με αγωγή, και στις δύο περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολόκληρου τουλάχιστον έτους. Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο ανατοκισμός, δηλαδή η καταβολή τόκου τόκων, είναι μεν επιτρεπτός, αλλά υπό τον τριπλό περιορισμό:
α)ότι καθυστερούνται απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους, β)ότι έγινε ειδική συμφωνία περί ανατοκισμού μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, η ότι ασκήθηκε καταψηφιστική αγωγή από το δανειστή και γ)ότι η συμφωνία καταρτίστηκε ή η αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο ενός τουλάχιστον έτους, αφού δηλαδή συμπληρώθηκε ήδη κατά την κατάρτιση της συμφωνίας ή την άσκηση ης αγωγής ετήσια ή και μικρότερη (όχι πάντως βραχύτερη του έτους) χρήση του κεφαλαίου και, επομένως, υπάρχουν δεδουλευμένοι τόκοι ενός τουλάχιστον έτους.
Αίτημα της αγωγής δεν είναι η κεφαλαιοποίηση των, οφειλόμενων και καθυστερούμενων τουλάχιστον ενός έτους, τόκων, ώστε του λοιπού να παράγουν και αυτοί τόκο, αλλά η καταψήφιση του εναγομένου στην πληρωμή των δεδουλευμένων καθυστερούμενων τόκων εντόκως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση. Και τούτο διότι, ενόψει και των παραπάνω περιορισμών , τόσο η συμφωνία περί ανατοκισμού, όσο και η αγωγή, δεν ανατρέχουν στο παρελθόν, στο χρόνο δηλαδή από τον οποίο οι τόκοι έγιναν απαιτητοί, πράγμα που θα μπορούσε να έχει επαχθέστατες για τον οφειλέτη συνέπειες, αλλά επιτρέπεται ο ανατοκισμός των τόκων που οφείλονται μέχρι την κατάρτιση της σχετικής συμφωνίας ή την επίδοση της αγωγής, ο οποίος (ανατοκισμός) αρχίζει από την άνω συμφωνία ή επίδοση (ΑΠ 1618/1999, 1517/1991).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται στη δευτεροβάθμια δίκη να υποβληθούν με τις προτάσεις αιτήσεις για παρεπόμενες απαιτήσεις που γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά μία άποψη, με βάση τη διάταξη αυτή μπορεί να υποβληθεί για πρώτη φορά με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου και το παρεπόμενο αίτημα της καταβολής τόκου επί των τόκων που οφείλονται από την συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μέχρι την κατάθεση των προτάσεων, εφόσον το διάστημα αυτό είναι μεγαλύτερο του έτους.
Κατ'άλλη άποψη, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 296 παρ.1 ΑΚ προκύπτει ότι η απαίτηση καταβολής τόκου επί του ποσού των καθυστερούμενων τόκων ασκείται μόνο με αγωγή και όχι με τις προτάσεις ως παρεπόμενο αίτημα όπως είναι ο τόκος επί του οφειλόμενου κεφαλαίου (ΑΠ 845/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων ζήτησε με την από 9-12-1997 αγωγή του να του καταβάλει η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη τα αναφερόμενα ποσά για οφειλόμενες σ'αυτόν υπερωριακές και υπερεργασιακές αμοιβές και για διαφορές από προσαυξήσεις επιδομάτων εορτών και αποδοχών και επιδόματος άδειας, με το νόμιμο τόκο από την δήλη ημέρα καταβολής κάθε μηνιαίου μισθού.
Επί της αγωγής αυτής, που συζητήθηκε στις 11-12-1998, εκδόθηκε η 974/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που την απέρριψε στην ουσία. Επί εφέσεως του αναιρεσείοντος κατ' αυτής εκδόθηκε η 333/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση. Ακολούθως επί αιτήσεως αναιρέσεως αυτού κατά της τελευταίας αποφάσεως εκδόθηκε η 1062/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία δέχθηκε την αίτηση, αναίρεσε την πληττόμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων υπέβαλε με τις προτάσεις που κατέθεσε κατά τη (νέα) συζήτηση στο Εφετείο και πρόσθετο λόγο εφέσεως με τον οποίο ζήτησε για πρώτη φορά την καταψήφιση της εναγομένης - αναιρεσίβλητης στην πληρωμή των τόκων που ζήτησε με την αγωγή του εντόκως από το τέλος κάθε μήνα. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ανωτέρω περί ανατοκισμού αίτηση, έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, εφόσον με αυτή ζητείτο η καταψήφιση τόκων που γεννήθηκαν πριν από την τελευταία στον πρώτο βαθμό συζήτηση.
Η αιτιολογία αυτή του Εφετείου κάλυπτε μόνο τους ζητούμενους τόκους επί των τόκων που οφείλοντο μέχρι την άνω συζήτηση, όχι όμως και τους, ζητούμενους επίσης με την αγωγή ως περιλαμβανόμενους στο παραπάνω αίτημα αυτής, τόκους επί των τόκων που οφείλονταν από την συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (11-12-1998) μέχρι τη(νέα) συζήτηση στο Εφετείο (24-9-2002).
Επομένως για τους τόκους επί των τόκων που γεννήθηκαν μετά την συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, τίθεται θέμα αν μπορούν να ζητηθούν και με τις προτάσεις στο Εφετείο, σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως δέχεται η πρώτη από τις παραπάνω απόψεις, ή αν η σχετική απαίτηση και όταν ακόμη περιορίζεται σε τόκους τόκων του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος μπορεί να ασκηθεί μόνο με αγωγή ή έστω με παρεμπίπτουσα αγωγή, σύμφωνα με τα άρθρα 296 παρ. 1 του Α.Κ.
και 283 του Κ.Πολ.Δ., όπως υποστηρίζει η δεύτερη άποψη. Κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη του Δικαστηρίου τούτου ορθότερη κρίνεται η πρώτη άποψη και συνεπώς, καθόσον αφορά το αίτημα για τους τόκους επί των τόκων που γεννήθηκαν μετά την συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, το ως άνω αίτημα παραδεκτά υποβλήθηκε με τις προτάσεις ενώπιόν του Εφετείου και παρά το νόμο κηρύχθηκε τούτο απαράδεκτο.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως που εκτιμάται ότι στηρίζεται σε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως βάσιμος. Δύο όμως μέλη του Δικαστηρίου, οι Αρεοπαγίτες Γεώργιος Καράμπελας και Εμμανουήλ Καλούδης, συντασσόμενοι με τη δεύτερη ως άνω άποψη, έχουν την γνώμη ότι το εν λόγω αίτημα υποβλήθηκε απαραδέκτως με τις προτάσεις και ορθώς απορρίφθηκε, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, από το Εφετείο.
Κατά την άποψη αυτή, λοιπόν, θα έπρεπε να απορριφθεί ο λόγος αυτός (πρώτος) της αναιρέσεως. Επειδή, όμως, η παρούσα απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, πρέπει να παραπεμφθεί ο παραπάνω λόγος της αναιρέσεως στην τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 στοιχ. β Κ.Πολ.Δ..
Το Δικαστήριο τούτο (Β1 Τμήμα) επιφυλάσσεται να αποφασίσει επί των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως μετά την απόφαση της Ολομέλειας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2005.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 7 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ