Legislator Case Law & Legislation
2289/2009 AI generated

2289/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2289/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3327/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 414/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 24-11-2008 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

2289/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.

Keywords

AI generated
administrative status of officials disciplinary transfer decisions concerning reassignment or transfer usurpation of public authority landfill permit diplomatic personnel
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2289 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2289/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Φυκήρη, με δήλωση του αρθ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Πυλιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3327/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 414/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 24-11-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 18-5-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον, γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναληθείας του και γ) δολία προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός.

Ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του ν. 3079/2002 "Κύρωση του Κώδικα Προσωπικού Λιμενικού Σώματος", που ρυθμίζει τα των μεταθέσεων και αποσπάσεων των αξιωματικών του ΛΣ στο εξωτερικό, "η χρονική διάρκεια των μεταθέσεων και αποσπάσεων του παρόντος άρθρου, δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, εκτός αν υπηρεσιακοί λόγοι επιβάλλουν τη χορήγηση παράτασης μέχρι ένα έτος".

Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολ.Δικ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει, ενώ κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης και, αφού εξαφανίσθηκε η τελευταία, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης, συνεπεία προσβολής της προσωπικότητάς του, συντελεσθείσας με τα συκοφαντικά σε βάρος του γεγονότα που διαλαμβάνονται στην από 9-12-2005 προσφυγή που ο αναιρεσείων υπέβαλε ενώπιον του Συμβουλίου Εξέτασης Προσφυγών επί Μεταθέσεων του Λιμενικού Σώματος, επικαλούμενος το παράνομο της μεταθέσεώς του, την οποία είχε εισηγηθεί ο αναιρεσίβλητος.

Το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με το ψευδές εν μέρει των περιλαμβανομένων στην προαναφερθείσα προσφυγή-αναφορά του αναιρεσείοντος περιστατικών, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, ήταν αντιπλοίαρχος του Λιμενικού Σώματος και υπηρετούσε στο ΥΕΝ ως Διευθυντής Προσωπικού.

Στη θέση αυτή τοποθετήθηκε στις 9-9-2005, αμέσως μετά την επιστροφή του από την Αμβέρσα, όπου υπηρέτησε, κατά το χρονικό διάστημα από 4-5-2003 έως και 31-8-2005, ως βοηθός Ναυτιλιακού Ακολούθου. Αμέσως μετά την τοποθέτηση του στην παραπάνω θέση, συμμετείχε ως εισηγητής στο Συμβούλιο Μεταθέσεων-Τοποθετήσεων του στρατιωτικού προσωπικού Λ.Σ., που συνεδρίασε στις 10-10-2005 και στο οποίο εισηγήθηκε μεταξύ άλλων και τη μετάθεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, πλοιάρχου τότε του Λ.Σ., από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Θεσσαλονίκης, όπου υπηρετούσε, στην 1η ΠΕΔΙΑΣ Καβάλας, εισήγηση η οποία και έγινε δεκτή από το Συμβούλιο ...

Κατά του σχετικού υπ' αριθμ. ... πρακτικού του ως άνω συμβουλίου και της υπ' αριθμ 1414/209/05/12-10-2005 διαταγής του αρχηγού του Λ.Σ., η οποία εκδόθηκε στη συνέχεια προς εκτέλεση της μετάθεσης, ο εναγόμενος κατέθεσε την από 9-12-2005 αναφορά του ενώπιον του Συμβουλίου εξέτασης Προσφυγών επί Μεταθέσεων του Λ.Σ., στην οποία ανέφερε (πλην άλλων, που δεν αποτελούν αντικείμενο της αναιρετικής δίκης αλλά αφορούσαν το παράνομο της μεταθέσεώς του και τα οποία κρίθηκαν με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως αληθή, με εντεύθεν συνέπεια την απόρριψη της αγωγής κατά το μέρος αυτό ως αβάσιμης), ότι ο αναιρεσίβλητος θα μπορούσε να καλύψει την κενή οργανική θέση, δεδομένου ότι από το βαθμό του Σημαιοφόρου ουδέποτε υπηρέτησε εκτός Πειραιώς, υπηρετώντας μάλιστα στην ίδια Διεύθυνση του ΥΕΝ συνεχώς για τουλάχιστον δεκαπέντε έτη και ότι τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους είχε επιστρέψει μετά από δυόμισι ετών παραμονή στην Αμβέρσα, στη θέση του βοηθού Ναυτιλιακού Ακολούθου, στην οποία παρέμεινε πέραν της διετίας, παρανόμως, χωρίς να υπάρχουν υπηρεσιακές ανάγκες και παρόλο που είχε καταργηθεί με σχετική ανακοίνωση του ΥΕΝ η θέση του βοηθού (Ναυτιλιακού Ακολούθου) στην Αμβέρσα και ότι αμέσως τον τοποθέτησαν στη θέση του Διευθυντή Προσωπικού Λ.Σ., απαξιώνοντας, υποβαθμίζοντας και υποσκελίζοντας προκλητικότατα και προσβλητικότατα δεκάδες πλοιάρχων Λ.Σ., διαταράσσοντας έτσι τον ιστό της ιεραρχίας του Σώματος, προκειμένου να συνεχίσει να διαφεντεύει τις τύχες των στελεχών Λ.Σ και των οικογενειών τους, εισηγούμενος και ψηφίζοντας παράνομες- όπως η δική του-μεταθέσεις.

Στο τέλος δε της εν λόγω αναφοράς του επισημαίνει, ότι η συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, ηθικά απαράδεκτη και υπηρεσιακά ανοίκεια. Η αναφορά αυτή διαβιβάσθηκε υπηρεσιακά από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Θεσσαλονίκης, όπου υπηρετούσε ο αναιρεσείων, στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας (ΥΕΝ), όπου την παρέλαβαν οι αρμόδιοι διοικητικοί υπάλληλοι και την γνωστοποίησαν σε όλα τα μέλη του ως άνω Συμβουλίου και στην ανώτατη ιεραρχία του ΥΕΝ, ενώ κοινοποιήθηκε επίσης στην Εισαγγελία Ναυτοδικείου Πειραιώς και στην Εισαγγελία Αναθεωρητικού.

Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, σύμφωνα με το άρθρο 120 του Ν. 3029/2002 (Κώδικας Προσωπικού Λιμενικού Σώματος) επιτρέπεται να μετατίθενται στις Πρεσβευτικές και Προξενικές Αρχές, για την άσκηση καθηκόντων Ναυτιλιακών Ακολούθων, ανώτεροι αξιωματικοί, ενώ σύμφωνα με τη παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου η χρονική διάρκεια των μεταθέσεων και αποσπάσεων δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, εκτός αν υπηρεσιακοί λόγοι επιβάλλουν τη χορήγηση παράτασης μέχρι και ένα έτος.

Όμως, λόγω της καθυστέρησης της έκδοσης της διαταγής από τα αρμόδια όργανα για την αποχώρηση από το εξωτερικό του εκάστοτε αξιωματικού, δηλαδή για υπηρεσιακούς και γραφειοκρατικούς λόγους, οι ναυτιλιακοί ακόλουθοι παραμένουν στο εξωτερικό για περισσότερο από 2 έτη. Άλλωστε, για τον λόγο αυτόν γίνεται διαπίστευση του αξιωματικού για μεγαλύτερο των δύο ετών χρονικό διάστημα, ενώ συγχρόνως και στη διαταγή εκτέλεσης της μετάθεσης στο εξωτερικό συνήθως αναγράφεται, ως χρόνος παραμονής, "περίπου δύο έτη", προκειμένου να υφίσταται η δυνατότητα απόκλισης από το χρονικό όριο που θέτει ο νόμος.

Εξάλλου, από τον σχετικό πίνακα, που επικαλείται και νόμιμα προσκομίζει ο ενάγων και στον οποίο φαίνονται καθαρά οι ημερομηνίες τοποθέτησης και αναχώρησης, καθώς και οι ημέρες, που παρέμεινε ο κάθε εκεί αναφερόμενος Ναυτιλιακός Ακόλουθος στο εξωτερικό πέραν της διετίας, αποδεικνύεται ότι αποτελεί πάγια και ομοιόμορφη διοικητική πρακτική, που ακολουθείται από όλους τους διατελέσαντες Υπουργούς Εμπορικής Ναυτιλίας, τουλάχιστον κατά την τελευταία δεκαετία, η παραμονή των Ναυτιλιακών Ακολούθων στο εξωτερικό από περίπου δύο έως έξι μήνες, πέραν της διετίας.

Ας σημειωθεί, ότι σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι δυνατή η λήψη φύλλου πορείας, αυτοβούλως, με τη συμπλήρωση της διετίας από τον οποιονδήποτε αξιωματικό υπηρετεί στο εξωτερικό, αν προηγουμένως δεν έχει εκδοθεί ανάλογη διαταγή από τον Υπουργό για την επιστροφή του, η δε οποιαδήποτε αυτόβουλη επιστροφή, με τη συμπλήρωση της διετίας και χωρίς διαταγή, αποτελεί σοβαρό στρατιωτικό πειθαρχικό και ποινικό αδίκημα, το οποίο επισύρει πειθαρχικές και ποινικές κυρώσεις.

Ας σημειωθεί, επίσης, συνεχίζει το εφετείο, ότι καθοριστικό στοιχείο εν προκειμένω αποτελεί και το γεγονός πότε ο εκάστοτε υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας αποφασίζει να εκδώσει και να υλοποιήσει τη διαταγή μετάθεσης ενός αξιωματικού στο εξωτερικό. Από την επικαλούμενη και νομίμως προσαγόμενη από τον αναιρεσίβλητο σχετική σειρά διαταγών του εκάστοτε ΥΕΝ προκύπτει ότι οι διαταγές αυτές έχουν εκδοθεί σε ημερομηνία μετά τη συμπλήρωση της διετίας ή ορίζουν σαφή ημερομηνία εκτέλεσης της διαταγής επιστροφής από το εξωτερικό πέραν της διετίας.

Πλέον τούτου, οι υπουργικές αποφάσεις περί ανακοινώσεως-διαπιστεύσεως των Ναυτιλιακών Ακολούθων προς τις αντίστοιχες πρεσβευτικές ή προξενικές Αρχές διαλάμβαναν και διαλαμβάνουν, ότι οι αξιωματικοί Λ.Σ. θα υπηρετήσουν για χρονικό διάστημα περίπου δύο ετών ή ακόμη και μέχρι τριάντα μήνες. Κατόπιν τούτων, η ολιγόμηνη, πέραν των δύο ετών, παραμονή οποιουδήποτε αξιωματικού Λ.Σ.

στις έδρες των Ναυτιλιακών Ακολούθων οφείλεται σε εσωτερικούς περί την Υπηρεσία λόγους και κυρίως σε γραφειοκρατικούς λόγους και όχι σε παρανομία των ιδίων. Κατ' αυτόν τον τρόπο και ο ενάγων παρέμεινε για χρονικό διάστημα περίπου 3,5 μηνών πέραν της διετίας στη θέση του βοηθού Ναυτιλιακού Ακολούθου, στην Αμβέρσα, όπου υπηρέτησε από τις 4-5-2003 έως και της 31-8-2005, μόλις δε έλαβε τη διαταγή για την αποχώρησή του από την Αμβέρσα, που εκδόθηκε, στις 22-8-2005, προέβη σε άμεση εκτέλεση αυτής εντός δέκα ημερών δηλαδή στις 31-8-2005 (και όχι Μαΐου όπως από παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλόμενη).

Ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι ο ενάγων παρέμεινε στην ως άνω θέση στην Αμβέρσα, ενώ αυτή είχε καταργηθεί, στις 19-5-2005, μετά την από 19-5-2005 συνέντευξη του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, που προανήγγειλε την κατάργηση κάποιων εδρών ναυτιλιακών ακολούθων, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν και εντεύθεν και ο σχετικός (τρίτος) λόγος έφεσης του, καθόσον ο εν λόγω Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας στην ως άνω από 19-5-2005 συνέντευξή του, ανακοίνωσε γεγονός μελλοντικό, ήτοι ότι επρόκειτο να προχωρήσει στη συγκεκριμένη ενέργεια, χωρίς όμως να κατονομάζει συγκεκριμένες υπηρεσίες και τον χρόνο υλοποίησης της κατάργησης της θέσης, η οποία (κατάργηση καθόσον αφορά τη θέση του Βοηθού Ναυτιλιακού Ακόλουθου Αμβέρσας) εν τέλει έλαβε χώρα με την υπ' αριθμ. 1144/02/2006 απόφαση του ΥΕΝ και με τη γενική ανακοίνωση-διαταγή, η οποία εκδόθηκε, στις 20-2-2006, ήτοι πολύ μεταγενέστερα (περίπου επτά μήνες) από την αποχώρηση του ενάγοντος από τη θέση της Αμβέρσας.

Περαιτέρω, ο ενάγων μετά την επιστροφή του από την Αμβέρσα, τοποθετήθηκε στη θέση του Διευθυντή Προσωπικού Λιμενικού Σώματος, σύμφωνα με το άρθρο 95 του ΠΔ 242/1999, στο οποίο προβλέπεται ρητώς, ότι στη Διεύθυνση Προσωπικού Λ.Σ προΐσταται Ανώτερος Αξιωματικός Λ.Σ ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 49 του ίδιου ΠΔ, μπορεί να είναι Πλωτάρχης ή Αντιπλοίαρχος ή Πλοίαρχος.

Επομένως, η τοποθέτηση του ενάγοντος στη θέση του Διευθυντή Προσωπικού του Λιμενικού Σώματος δεν αντίκειται στον νόμο, καθόσον αυτός κατείχε το βαθμό του Αντιπλοιάρχου και άρα είχε τα τυπικά προσόντα να διορισθεί στη συγκεκριμένη θέση, λαμβανομένου επιπλέον υπόψη ότι δεν αποδείχθηκε ότι υποσκελίστηκαν και παρεκάμφθησαν άλλοι αξιωματικοί, που διέθεταν περισσότερα προσόντα απ' αυτόν και οι οποίοι θα έπρεπε να τοποθετηθούν στη θέση αυτή αντί του αναιρεσιβλήτου.

Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνάγεται, καταλήγει το Εφετείο, ότι τα περιλαμβανόμενα στην από 9-12-2005 αναφορά του εναγομένου, σχετικά με την παραμονή του ενάγοντος στην Αμβέρσα παρανόμως για χρονικό διάστημα πέραν των δύο ετών και σχετικά με την παράνομη τοποθέτηση του στη θέση του Διευθυντή Προσωπικού, συνιστούν συκοφαντική δυσφήμηση του ενάγοντος, αφού δεν είναι αληθινά, ο δε εναγόμενος τελούσε σε γνώση της αναλήθειάς τους, λόγω της ιδιότητας του ως ανωτέρου αξιωματικού του Λ.Σ και ενδιαφερόμενου να καταλάβει θέση Ναυτιλιακού Ακολούθου, ενώ ο ισχυρισμός του ότι προέβη στην αναφορά των ως άνω γεγονότων, προκειμένου να διαφυλάξει τα νόμιμα δικαιώματά του, δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση και είναι απορριπτέος.

Με τους παραπάνω ισχυρισμούς, οι οποίοι είναι ιδιαίτερα καταφρονητικοί, ενόψει της επαγγελματικής ιδιότητας του ενάγοντος, και συνιστούν προσωπική επίθεση και εκτίμησή του, ο εναγόμενος είχε πρόθεση να αμφισβητήσει την ηθική, κοινωνική και επαγγελματική αξία αυτού, να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του και να τον συκοφαντήσει δημοσίως, εκφράζοντας την καταφρόνηση του προς το πρόσωπο του ενάγοντος.

Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος υπέστη ηθική βλάβη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και του επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 8.000 ευρώ, εξαφανίζοντας κατά τούτο και μόνο την πρωτόδικη απόφαση που είχε επιδικάσει μεγαλύτερο ποσό. Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαλαμβανόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ελαττώματος σ' αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση, με πληρότητα και σαφήνεια, το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο κατέληξε.

Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν περιέχει μόνο τις παραδοχές που εκτίθενται αποσπασματικά, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, στον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, αλλά και όλες τις αναλυτικά αναφερόμενες πιο πάνω παραδοχές, από τις οποίες προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει, πληρότητα (επάρκεια) και σαφήνεια αιτιολογιών, που στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των εφαρμοσθεισών εν προκειμένω διατάξεων για τις αδικοπραξίες.

Ειδικότερα, σαφώς αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα ψευδή γεγονότα που διέλαβε ο αναιρεσείων στην αναφορά του, ενώ η παραδοχή του Εφετείου, ότι αποτελεί πάγια και ομοιόμορφη διοικητική πρακτική, τουλάχιστον κατά την τελευταία δεκαετία, η παράταση παραμονής των Ναυτιλιακών Ακολούθων στο εξωτερικό από περίπου δύο έως έξι μήνες πέραν της διετίας, δεν συνιστά εσφαλμένη εφαρμογή της προαναφερθείσης διατάξεως του άρθρου 120 παρ. 4 του ν. 3079/2002, η οποία αφορά την περίπτωση χορηγήσεως παρατάσεως της ισχύος της μεταθέσεως για ένα ακόμη έτος πέραν της αρχικής διετίας και όχι την εφαρμοζόμενη εν προκειμένω ολιγόμηνη παράταση παραμονής του μετατεθέντος αξιωματικού μετά τη λήξη της διετίας, οφειλόμενη, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, στην καθυστέρηση έκδοσης διαταγής περί αποχωρήσεως.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 1 και 19 (όχι και 8) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Ο καθιερούμενος με το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ'ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς στην απόφασή του να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.

Εν προκειμένω, το εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι την αποδεικτική του κρίση, αναφορικά με το ότι η ολιγόμηνη παραμονή του αναιρεσιβλήτου στην Αμβέρσα πέραν της διετίας δεν ήταν παράνομη και ότι η τοποθέτησή του στη θέση του Διευθυντή Προσωπικού ήταν σύννομη, σχημάτισε από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την ανωμοτί εξέταση του αναιρεσείοντος και από τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, ενώ εξάλλου στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του μνημονεύει ρητά το περιεχόμενο της από 9-2-2005 αναφοράς του αναιρεσείοντος ενώπιον του Συμβουλίου εξέτασης Προσφυγών και Μεταθέσεων του Λ.Σ.

Από τη βεβαίωση αυτή και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το εφετείο, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, έλαβε υπόψη και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί ο αναιρεσείων, ήτοι την προαναφερθείσα αναφορά και τριανταμία διοικητικές πράξεις της Διοίκησης του ΥΕΝ περί παρατάσεως μεταθέσεων.

Η έλλειψη δε ειδικής μνείας και χωριστής αξιολογήσεως των τελευταίων δεν δημιουργεί αμφιβολία για τη συνεκτίμησή τους, ενόψει μάλιστα και της παραδοχής του εφετείου ότι δεν επρόκειτο περί παρατάσεως της μεταθέσεως αλλά περί παρατάσεως της παραμονής του αναιρεσιβλήτου μέχρι την έκδοση της αναγκαίας για την αναχώρησή του διαταγής.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο εφετείο η προβλεπόμενη στο άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη των ανωτέρω αναφερόμενων εγγράφων, είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, συνάγεται ότι για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει η αντίφαση να εντοπίζεται στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, έτσι ώστε να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και, κατ` επέκταση, να είναι αδύνατη η εκτέλεσή της.

Επομένως, δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν η αντίφαση υπάρχει ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από την ανωτέρω διάταξη, χωρίς όμως να επικαλείται αντίφαση μεταξύ διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης, υπάρχουσα στο διατακτικό της.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Ο καθιερούμενος με το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, ήτοι προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του, αποδίδοντας σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, δεν περιλαμβάνει δε και την περίπτωση, κατά την οποία το ως άνω δικαστήριο από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο εκείνου το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, μη υποκείμενη κατά το άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Εξάλλου, "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., η μη λήψη υπόψη του οποίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι περιέχει αυτοτελή ισχυρισμό. Κατόπιν τούτων, ο τέταρτος, κατά ένα μέρος, λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 9-12-2005 αναφοράς του, με το να δεχθεί ότι διελάμβανε σ' αυτή ότι "είναι παράνομη η τοποθέτηση του αναιρεσιβλήτου στη θέση του Διευθυντή Προσωπικού του Λιμενικού Σώματος", ενώ, κατά τον αναιρεσείοντα, στη σχετική περικοπή της αναφοράς του "επίσης σύμφωνα με τη σημερινή πολιτική ηγεσία του ΥΕΝ ο συγκεκριμένος αξιωματικός έπρεπε να επιστρέψει στην ίδια διεύθυνση του ΥΕΝ όπου υπηρέτησε για τουλάχιστον δεκαπέντε συνεχώς έτη και να τον ορίσουν ως διευθυντή προσωπικού ΛΔ απαξιώνοντας, υποβαθμίζοντας και υποσκελίζοντας προκλητικότατα και προσβλητικότητατα δεκάδες Πλοιάρχων Λ.Σ., διαταράσσοντας έτσι τον ιστό της ιεραρχίας του Σώματος, ώστε να συνεχίσει να διαφεντεύει τις τύχες των στελεχών του Λ.Σ. (ενίοτε και ανωτέρων του) και των οικογενειών τους εισηγούμενος και ψηφίζοντας παράνομες μεταθέσεις (όπως η δική του)", δεν ανέφερε περί παρανόμου τοποθετήσεως του αναιρεσιβλήτου στην άνω θέση, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει το διαφορετικό συμπέρασμα του Εφετείου από την εκτίμηση του ανωτέρω εγγράφου.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό του, που αποτελούσε περιεχόμενο του σχετικού λόγου της εφέσεώς του και του προσθέτου λόγου αυτής, είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός ενέχει άρνηση της αγωγής και, άρα, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της άνω διατάξεως.

Τέλος, αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος ως προς την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αποδιδόμενη αιτίαση, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ενώ καθίσταται πλέον άνευ αντικειμένου η υποβαλλόμενη με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 414/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Σεπτεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ