2283/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2283/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και β) δεν έλαβε υπόψη τον νομοτύπως προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί της ασκήσεως από 13-1-2009 της ως άνω μηνύσεως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν γίνεται μνεία για προβολή του περί αναστολής της τριετούς προθεσμίας ισχυρισμού στην πρωτοβάθμια και για επαναφορά του στην έκκλητη δίκη (άρθρο 562 §2 Κ.Πολ.Δ.).
Full text
Απόφαση 2283 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2283/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αντωνόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Χ1 και 2. Χ2, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 851/1999 του ίδιου δικαστηρίου και η 763/2001 του Εφετείο Πατρών. Κατόπιν αίτησης αναψηλάφησης κατά της τελευταίας απόφασης εκδόθηκε η 1444/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποία ζητά ο αναιρεσείων με την από 5-6-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 28-1-2008 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Ελένης Σπίτσα, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για τους πρώτο και δεύτερο κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, λόγους αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 498 παρ.1 568 παρ.1 και 4 και 576 παρ.1, 2 και 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά την συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Εξ άλλου κατά την γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. 1, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη νέα αυτή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν, ο απολιπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση, ή είχε παραστεί νομίμως κατά την δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά την δικάσιμο εκείνη (αρχική).
Αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση από το οικείο πινάκιο και τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι Χ1 και Χ2 κατά την αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως δικάσιμο της 9-2-2009 παρέστησαν δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ενώ κατά την προκείμενη νέα, μετ' αναβολή από εκείνη, δικάσιμο της 28-9-2009, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο.
Από τα στοιχεία δε της δικογραφίας προκύπτει ότι την αρχική συζήτηση είχε επισπεύσει ο αναιρεσείων και ότι οι ως άνω αναιρεσίβλητοι είχαν κλητευθεί κατά την δικάσιμο εκείνη (9-2-2009) νόμιμα και εμπρόθεσμα. Συγκεκριμένα από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθ. ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών ..., προκύπτει ότι με επιμέλεια του αναιρεσείοντος επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα της 9-2-2009 και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο εκείνη, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο της 28-9-2009.
Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο (της 28-9-2009), όταν η υπόθεση συζητήθηκε κατά την εκ του οικείου πινακίου σειρά της, πρέπει να δικασθούν σαν να ήταν παρόντες (άρθρο 576 §2 Κ.Πολ.Δ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 538 και 539 παρ.1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., με την πρώτη των οποίων ορίζεται ότι "με αναψηλάφηση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, των εφετείων και του Αρείου Πάγου, εφόσον δικάζει κατ' ουσίαν" και με τη δεύτερη ότι "αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", προκύπτει ότι με το ένδικο μέσο της αναψηλάφησης, μπορούν να προσβληθούν οι τελειωτικές αποφάσεις των ως άνω δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, σκοπό δε έχει, την ανατροπή του δεδικασμένου σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου η διατήρησή του, είτε προσκρούει σε θεμελιώδεις οικονομικές αρχές αναγόμενες ιδίως στην εκπροσώπηση και παράσταση των διαδίκων, είτε εκ των υστέρων αποδεικνύεται κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι η ελάσσων πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης είναι εσφαλμένη, οφειλόμενη μάλιστα σε αξιόποινες πράξεις παραγόντων της δίκης.
Η απόφαση πρέπει να είναι οριστική και τελεσίδικη κατά τον χρόνο άσκησης της αναψηλάφησης, ανεξάρτητα από το πώς και πότε προέκυψε η τελεσιδικία, ενώ η άσκησή της τελειούται, κατά τη διάταξη του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ., με τη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Το ανωτέρω, όμως, ένδικο μέσο, όπως προκύπτει από το άρθρο 544 Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται όχι απεριορίστως, αλλά μόνο για τις περιπτώσεις που απαριθμούνται στο άρθρο αυτό, μία των οποίων είναι και η με αριθμό 6, όταν δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται, πλην των άλλων, σε πλαστά έγγραφα και η πλαστότητα αναγνωρίσθηκε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 545 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., "αν εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναψηλάφησης είναι εξήντα ημέρες", η οποία, σύμφωνα με την παρ.3 περιπτ.δ' του ίδιου άρθρου, αρχίζει "στην περίπτωση του άρθρου 544 αρ.6 από το αμετάκλητο της απόφασης με την οποία αναγνωρίζεται η πλαστότητα...", ενώ κατά την παρ.4 του ίδιου άρθρου "στις περιπτώσεις της παραγράφου 3 εδάφ.
δ', ε' και στ', η προθεσμία δεν αρχίζει αν δεν επιδοθεί προηγουμένως η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλιώς αρχίζει από την επίδοση μετά το αμετάκλητο.... Τα γεγονότα που αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας των εδαφίων αυτών πρέπει να αποδεικνύονται με έγγραφο ή με δικαστική ομολογία". Τέλος, κατά την παρ.5 του ίδιου άρθρου "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναψηλάφησης είναι τρία χρόνια από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον είναι τελεσίδικη ή ανέκκλητη, αλλιώς από την ημέρα που έγινε τελεσίδικη.
Στις περιπτώσεις όμως του άρθρου 544 αρ.6, η αναψηλάφηση είναι απαράδεκτη μετά την παρέλευση ενός έτους από τη δημοσίευση της αμετάκλητης απόφασης του ποινικού δικαστηρίου. Η προθεσμία αυτή δεν αρχίζει πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως δέχθηκε το Εφετείο, αλλά και προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, στις 29-6-2001 δημοσιεύθηκε η 763/2001 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 851/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Κατά της απόφασης αυτής, που δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε, ο αναιρεσείων άσκησε την από 6-3-2005 αίτηση αναψηλάφησης, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών στις 7-3-2005, με μοναδικό λόγο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε σε πλαστό έγγραφο και συγκεκριμένα στην από 22-9-1997 νοθευμένη, κατά το περιεχόμενό της, εξοφλητική απόδειξη, η πλαστότητα της οποίας αναγνωρίσθηκε αμετάκλητα, κατόπιν υποβολής μηνύσεώς του, με την υπ' αριθ. 1833/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών, που δημοσιεύθηκε στις 8-11-2004 και κατέστη αμετάκλητη στις 27-1-2005.
Με βάση αυτά, έκρινε το Εφετείο ότι, εφ' όσον από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης απόφασης, που έλαβε χώρα την 29-6-2001, μέχρι την άσκηση της ένδικης αναψηλάφησης (την 7-3-2005) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριετίας, η αίτηση ήταν εκπρόθεσμη και ως εκ τούτου απαράδεκτη και ότι δεν ασκεί επιρροή (ως προς την προθεσμία της αναψηλάφησης) η υπ' αριθ.1833/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών, που δημοσιεύθηκε στις 8-11-2004 και κατέστη αμετάκλητη στις 27-1-2005 και με την οποία αναγνωρίσθηκε αμετάκλητα η πλαστότητα της προαναφερθείσας αποδείξεως πληρωμής, στην οποία φέρεται ότι στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη (με την αναψηλάφηση) απόφαση, αφού η ειρημένη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δημοσιεύθηκε την 8-11-2004, ήτοι μετά τη συμπλήρωση της προβλεπόμενης στο άρθρο 545 §5 εδ.
α' Κ.Πολ.Δ. τριετούς προθεσμίας, η οποία και δεν αναβιώνει. Ακολούθως απέρριψε την αίτηση αναψηλάφησης ως απαράδεκτη. Με αμφότερους τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, με το να απορρίψει την αίτηση αναψηλάφησης ως εκπρόθεσμη και εντεύθεν απαράδεκτη, παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, επειδή στην περίπτωση του από το άρθρο 544 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ.
λόγου αναψηλάφησης, όταν δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται, πλην άλλων, σε πλαστά έγγραφα και η πλαστότητα αναγνωρίσθηκε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, α) δεν εφαρμόζεται η γενική ρύθμιση του άρθρου 545 §5 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., περί τριετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης ή ανέκκλητης απόφασης, αλλά ισχύει η ειδική για την περίπτωση αυτή προθεσμία του ενός έτους από τη δημοσίευση της αμετάκλητης απόφασης του ποινικού δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίσθηκε η πλαστότητα (του εγγράφου) και, η οποία (προθεσμία) δεν είχε παρέλθει στην προκειμένη περίπτωση, αφού η μεν απόφαση (1833/2004) του ποινικού δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίσθηκε η πλαστότητα της εξοφλητικής απόδειξης, κατέστη αμετάκλητη στις 27-1-2005, η δε αίτηση αναψηλάφησης ασκήθηκε στις 7-3-2005 και β) η οριζόμενη από το ανωτέρω άρθρο 545 §5 εδ.α' Κ.Πολ.Δ.
προθεσμία των τριών ετών είναι αντίθετη στο άρθρο 20 του Συντάγματος που εξασφαλίζει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, καθώς και στο άρθρο 6 §1 της ΕΣΔΑ που κατοχυρώνει το δικαίωμα του ατόμου για δίκαιη δίκη. Με τους λόγους αυτούς τίθεται το ζήτημα, αν η προθεσμία της αναψηλάφησης, στην περίπτωση που δεν επιδόθηκε η προσβαλλόμενη με αυτή και στηριζόμενη σε πλαστό έγγραφο απόφαση, είναι ένα έτος από τη δημοσίευση της αμετάκλητης απόφασης του ποινικού δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίσθηκε η πλαστότητα του εγγράφου, ή αν έχει εφαρμογή η γενική διάταξη του άρθρου 545 §5 εδ.α' Κ.Πολ.Δ., με την οποία ορίζεται συναφώς τριετής (καταχρηστική) προθεσμία από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης ή ανέκκλητης απόφασης.
Ο Άρειος Πάγος, με τις υπ' αριθ. 746/2008 και 564/2006 αποφάσεις του, έχει δεχθεί την πρώτη άποψη, με την αιτιολογία ότι στην περίπτωση του εκ του άρθρου 544 αριθ.6 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναψηλάφησης πρόκειται για ειδική ρύθμιση της ενάρξεως της σχετικής προθεσμίας και δεν ισχύει η γενική ρύθμιση του άρθρου 545 παρ.5 εδ. α' Κ.Πολ.Δ..
Αντίθετα, με την υπ' αριθ. 78/2007 απόφασή του, έχει δεχθεί τη δεύτερη άποψη, κρίνοντας ότι η διάταξη του άρθρου 545 §5 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., με την οποία καθιερώνεται καταχρηστική προθεσμία τριών ετών αντίστοιχη προς εκείνη των διατάξεων των άρθρων 518 (για την έφεση) και 564 παρ.3 (για την αναίρεση) και στην οποία ουδεμία διάκριση γίνεται ως προς την έναρξη της προθεσμίας ανάλογα με τους λόγους αναψηλάφησης, έχει εφαρμογή σε κάθε περίπτωση αναψηλάφησης και συνεπώς και στην περίπτωση του από το άρθρο 544 αριθ.6 Κ.Πολ.Δ.
λόγου, καθώς και ότι ναι μεν στην περίπτωση του άρθρου 544 αριθ.6 η προθεσμία της αναψηλάφησης αρχίζει, σύμφωνα με το άρθρο 545 παρ.3 εδ.δ' Κ.Πολ.Δ., από το αμετάκλητο της απόφασης του ποινικού δικαστηρίου με την οποία αναγνωρίσθηκε η πλαστότητα, πλην όμως ο χρόνος αυτός έναρξης της προθεσμίας στην περίπτωση αυτή αφορά τη διαφοροποίηση της έναρξης της προθεσμίας στην περίπτωση που αυτή έχει αρχίσει με την επίδοση της απόφασης και όχι επί συμπληρώσεως τριετίας από την έκδοση αυτής, ο σκοπός δε της θέσπισης, με την ως άνω διάταξη, ανωτάτου ορίου προς άσκηση αναψηλάφησης, όπως ισχύει και στα άλλα ένδικα μέσα, αποβλέπει στην ασφάλεια των συναλλαγών με τον περιορισμό χρονικώς της δυνατότητας άσκησης αναψηλάφησης, και επομένως, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, καταλαμβάνει και την περίπτωση του άρθρου 545 αριθ.6 Κ.Πολ.Δ. (βλ.
ανάλογη κρίση και στις ΑΠ 101/2005 και 858/1998 σχετικώς με τον προβλεπόμενο στο άρθρο 544 αρ.7 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναψηλαφήσεως). Κατόπιν τούτου, είναι αναγκαίο, για την ενότητα της νομολογίας και ενόψει του ότι πρόκειται για ζήτημα που είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου γενικότερου ενδιαφέροντος, να παραπεμφθούν, κατ' άρθρο 563 παρ.2 εδ.β' Κ.Πολ.Δ., αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (άρθρο 23 παρ.2 Ν.1756/1988 Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων κλπ).
Όμως, σε σχέση με τις εκ του άρθρου 559 αρ.14 και 8 Κ.Πολ.Δ. απορρέουσες αιτιάσεις, ότι δηλαδή το Εφετείο παρά το νόμο α) απέρριψε ως εκπρόθεσμη την κρίσιμη αίτηση αναψηλαφήσεως, αφού από την εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατάθεση στις 13-1-2000 της σχετικής κατά των αναιρεσιβλήτων μηνύσεως για πλαστογραφία έως τις 27-1-2005, που η ως άνω 1833/2004 απόφαση του ποινικού δικαστηρίου κατέστη αμετάκλητη, ήταν αδύνατη κατά νόμο (Κ.Πολ.Δ. 544 αρ.6 και 545 §3 περ.δ' Κ.Πολ.Δ.) η άσκηση αιτήσεως αναψηλαφήσεως και ως εκ τούτου συνέτρεχε λόγος ανώτερης βίας για την αναστολή της τριετούς προθεσμίας του άρθρου 545 §5 εδ.α' Κ.Πολ.Δ.
και β) δεν έλαβε υπόψη τον νομοτύπως προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί της ασκήσεως από 13-1-2009 της ως άνω μηνύσεως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν γίνεται μνεία για προβολή του περί αναστολής της τριετούς προθεσμίας ισχυρισμού στην πρωτοβάθμια και για επαναφορά του στην έκκλητη δίκη (άρθρο 562 §2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους πρώτο και δεύτερο (κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος) λόγους της από 28-1-2008 αίτησης του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 1444/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ