Supreme Court partially allows appeal against second-instance judgment in construction accident case involving supervising engineer liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the second-instance judgment regarding a construction accident where a worker died due to a press failure. The court found that the supervising engineer, despite holding the building permit, was not automatically exempt from liability for failing to inspect the press's safety support. Consequently, the judgment was annulled in part concerning the engineer, and the case was remitted to the Court of Appeal for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914 of the Civil Code; Article 2, paragraph 7, paragraph 4, paragraph 1, and Article 7 of Law 1396/83: A supervising engineer holding a building permit is not automatically exempt from liability for failing to inspect the safety of equipment used by a subcontractor, and may be held responsible for such omissions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2282 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2282/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στεφανάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ..., 3. Ψ3, κατοίκου ... και 4. Ψ4, κατοίκου ... Οι μεν 1η, 2ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Φέτσα, η δε 3η παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9323/1999 μη οριστική, 1206/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8397/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 26-11-2007 αίτησή του και τους από 15-1-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 24-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, που περατώνει οριστικά την όλη δίκη, τούτο δε διότι, αν η έφεση γίνει τυπικά δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, κατά τα μεταβιβασθέντα με την έφεση στο Εφετείο κεφάλαιά της, ενώ αν αυτή απορριφθεί η πρωτόδικη ενσωματώνεται στη εφετειακή, σφάλματα δε της πρωτόδικης θεωρούνται ως σφάλματα και της εφετειακής.
Αν όμως η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται τόσο η εφετειακή, σχετικά με το κεφάλαιό της απόρριψης της έφεσης, όσο και η πρωτόδικη ως προς την ουσία της υπόθεσης. Από αυτά συνάγεται περαιτέρω ότι, σε αναίρεση υπόκειται και η εν μέρει οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως προς τις οριστικές της διατάξεις (κεφάλαια) που δεν προσβλήθηκαν με έφεση ή προσβλήθηκαν απαράδεκτα, για το παραδεκτό όμως της αναίρεσης αυτής και κατά της πρωτόδικης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.2 και 495 παρ.1 ΚΠολΔ, η κατάθεση του αναιρετηρίου και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την συμπροσβαλλόμενη εν μέρει οριστική απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 26.11.2007 αίτηση, η οποία, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, έχει κατατεθεί νομίμως την 28.11.2007 μόνο στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη 8.397/2006 απόφαση, όχι όμως και στη Γραμματεία του εκδόσαντος την συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1206/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζητείται, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, η αναίρεση αμφοτέρων των άνω αποφάσεων.
Ως εκ τούτου, μη αποδεικνυομένου ότι η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε νομίμως, με κατάθεσή της και στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον ζητείται η αναίρεση της άνω απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Aπό τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση ευθύνης προς αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση του αμέσως ζημιωθέντος λόγω αδικοπραξίας, απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, πρόκληση εξ αυτής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης σε άλλον και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά όταν αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, που απονέμει δικαίωμα, ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη ορισμένης ενέργειες, όταν στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο υπαίτιος είναι υποχρεωμένος, είτε από διάταξη νόμου είτε από τους κανόνες της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, να μην παραλείπει.
Ο αιτιώδης σύνδεσμος, κατά την κρατούσα θεωρία της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας (causa adaequata), υπάρχει, όταν το επιζήμιο γεγονός, κατά το χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανό κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 7, 3, 5 και 7 του ν. 1396/1983 "Μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα", οι διατάξεις του οποίου αφορούν αποκλειστικά στη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων και τρίτων κατά την εκτέλεση ιδιωτικών οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων, προκύπτει ότι ο εργολάβος και ο υπεργολάβος, ολόκληρου ή τμήματος του οικοδομικού έργου, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν την εκτέλεση του έργου το οποίο ανέλαβαν να εκτελέσουν, έστω και αν ο εργολάβος, που ανέθεσε την εκτέλεση του έργου ή τμήματος αυτού σε υπεργολάβο, δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη του ανατεθέντος στον υπεργολάβο έργου ή και αν συμφώνησαν ότι ο εργολάβος δεν θα έχει τη διεύθυνση και επίβλεψη του ανατεθέντος στον υπεργολάβο έργου, σε αντίθεση με τον κύριο του έργου, ο οποίος δεν ευθύνεται ως προστήσας για τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις αυτών, εκτός αν επιφύλαξε για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου.
Περαιτέρω, ως προς τις υποχρεώσεις του επιβλέποντος την εκτέλεση του οικοδομικού έργου, με τις διατάξεις του άνω ν. 1396/1983 ορίζονται τα εξής: α) "επιβλέπων είναι το πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματός του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης" (άρθρο 2 παρ. 7), β) "σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν να εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι" (άρθρο 4) και γ) "Ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις, έχει και τις ακόλουθες: 1.
Να δίνει οδηγίες κατασκευής σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους 2. Να δίνει οδηγίες σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της ΔΕΗ και να επιβλέπει την τήρησή τους 3.
Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει σχετικές οδηγίες 4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και αν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται 5.
Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου". (άρθρο 7). Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι, με τη σύμβαση, που καταρτίζεται, μεταξύ του κυρίου του οικοδομικού έργου και του επιβλέποντος και με την οποία ο πρώτος αναθέτει στο δεύτερο την επίβλεψη του έργου, ο επιβλέπων, εκτός αντίθετης συμφωνίας των συμβαλλομένων και εφόσον δεν υπάρχει σχετική μελέτη για τη λήψη μέτρων ασφαλείας, υποχρεούται να επιβλέπει, ώστε η εκτέλεση του έργου να γίνεται σύμφωνα με τη μελέτη κατασκευής αυτού και τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, καθώς επίσης να δίνει οδηγίες και να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών, σχετικά με τις εργασίες αντιστηρίξεων, κατασκευής ικριωμάτων, πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος και την αντιμετώπιση κινδύνων από υπόγειους ή εναέριους αγωγούς ηλεκτρικού ρεύματος.
Δεν υποχρεούται όμως ο επιβλέπων στη λήψη και τήρηση των από τις διατάξεις των άρθρων 46 και 72 του άνω ΠΔ 1073/81, και 9 περ.1.11 του Π.Δ. 395/94 προβλεπόμενων μέτρων ασφαλείας, σχετικά με τη στήριξη και τον χειρισμό των χρησιμοποιούμενων από τον εργολάβο ή υπεργολάβο μηχανημάτων ή του εξοπλισμού εργασίας, όπως είναι και τα αυτοκίνητα εγχύσεως ετοίμου σκυροδέματος (πρέσες), τα οποία, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, πρέπει να τοποθετούνται σε θέση κατά το δυνατό επίπεδη και οριζόντια και να εξομαλύνονται προς τούτο τυχόν υπάρχουσες ανωμαλίες του εδάφους, σε περίπτωση δε που η αντοχή του εδάφους επί του οποίου αυτά στηρίζονται δεν είναι επαρκής να τοποθετείται κατάλληλο προς τούτο υπόβαθρο, ο δε χειρισμός αυτών να γίνεται από πρόσωπα ηλικίας άνω των 18 ετών, τα οποία, πρέπει να είναι εφοδιασμένα με την προβλεπόμενη από τις κείμενες διατάξεις άδεια χειριστή.
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό δέχτηκε ως αποδειχθέντα τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο ..., ως συγκύριος εξ αδιαιρέτου με την ... οικοπέδου, που βρίσκεται στον οικισμό "..." ή "..." του Δήμου ..., με σύμβαση έργου που καταρτίστηκε με τον ήδη αναιρεσείοντα πολιτικό μηχανικό, ανέθεσε σ' αυτόν την εκπόνηση μελέτης και τη έκδοση οικοδομικής αδείας, για την ανέγερση μικρής διώροφης οικοδομής, καθώς και την επίβλεψη των οικοδομικών εργασιών.
Ο εν λόγω πολιτικός μηχανικός προέβη στην εκπόνηση της σχετικής μελέτης, την οποία, αφού υπέβαλε, με τα λοιπά απαιτούμενα δικαιολογητικά, στην αρμοδία πολεοδομική υπηρεσία, εκδόθηκε η ... οικοδομική άδεια, στην οποία ορίστηκε, ότι ο αναιρεσείων είναι υπεύθυνος πολιτικός μηχανικός τόσο για τη γενική επίβλεψη της οικοδομής, όσο και για την κατασκευή του φέροντος οργανισμού της.
Μετά την έκδοση της άνω οικοδομικής αδείας, ο άνω συγκύριος του οικοπέδου ..., με άλλη σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του ΑΑ, συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων, ανέθεσε στον τελευταίο και τον συνεργάτη του, ΒΒ, να κατασκευάσουν, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής, τον σκελετό της οικοδομής.
Στις 30.09.1995, επρόκειτο να κατασκευασθεί από τους άνω εργολάβους η πλάκα της οροφής του ισογείου, για τον σκοπό δε αυτό, οι προαναφερόμενοι εργολάβοι έκριναν, ότι απαιτείτο η χρήση πρέσας έκχυσης ετοίμου σκυροδέματος, ανέθεσαν δε την εργασία αυτή, στους ΓΓ και ΔΔ, βοηθό χειριστή και χειριστή, αντιστοίχως, του με αριθμό κυκλοφορίας ...
οχήματος- πρέσας, ιδιοκτησίας της ..., η οποία είχε προστήσει αυτούς στην άνω εργασία. Την ίδια ημερομηνία (30.9.1995) και περί ώρα 8.30, το μηχάνημα αυτό (πρέσα) οδηγήθηκε από τους άνω ΓΓ και ΔΔ στο τόπο κατασκευής του έργου, όπου ήσαν και οι παραπάνω εργολάβοι ΑΑ και ΒΒ, προκειμένου να προβούν στη διάστρωση του σκυροδέματος.
Η πρέσα, την οποία χειρίζονταν οι παραπάνω αναφερόμενοι, είχε ιπποδύναμη 125 ΗΡ και για τη συντήρηση, την επίβλεψη και λειτουργία της απαιτείτο άδεια μηχανικού χειριστή Γ τάξεως, την οποία όμως άδεια δεν διέθεταν οι εν λόγω χειριστές της, γεγονός που φανερώνει ότι δεν είχαν επαρκή εμπειρία για το χειρισμό και κανονική στήριξή της.
Περί ώρα 08.30 της 30.9.1995, παρουσία και των εργολάβων ΒΒ και ΑΑ, που θα εργάζονταν για τη διάστρωση του σκυροδέματος, οι άνω χειριστές της πρέσας τοποθέτησαν αυτή, προκειμένου να είναι σε θέση, λαμβάνοντας το μπετόν από την μπετονιέρα, να διοχετεύει αυτό στον χώρο κατασκευής της πλάκας. Κατά τη στήριξη της πρέσας από τους άνω χειριστές της, τα δύο οπίσθια πόδια αυτής στηρίχθηκαν στο έδαφος, το οποίο στο σημείο εκείνο ήταν αμμώδες (ψιλή άμμος θαλάσσης), το εμπρόσθιο αριστερό της πόδι στηρίχθηκε πάνω σε υπόβαθρο, που τοποθετήθηκε πάνω στο έδαφος και αποτελείτο από τέσσαρα ξύλινα δοκάρια (λατάκια) διατομής 10Χ10 εκατοστών και μήκους 1,20 μέτρων, κάθετα ανά δύο μεταξύ τους.
Το δεξιό εμπρόσθιο πόδι της πρέσας στηρίχθηκε πάνω σε ξύλινο δοκάρι, διατομής 9,5 εκατοστών και μήκους 1,50 μ., το οποίο τοποθετήθηκε πάνω σε δάπεδο βεράντας ισόγειας κατοικίας, κατασκευασμένο από άοπλο σκυρόδεμα, πάχους πέντε εκατοστών. Αφού δε τοποθετήθηκε στην πρέσα και ο βραχίονας, προς την πλευρά του δεξιού ποδιού, άρχισε η ρίψη του σκυροδέματος.
Περί ώρα 13.45, αφού επέστρεψε και η μπετονιέρα, και είχε προσέλθει στο έργο και ο αναιρεσείων επιβλέπων μηχανικός, ήσαν δε παρόντες και οι εργολάβοι κατασκευής της πλάκας ΑΑ και ΒΒ, οι οποίοι εργάζονταν για την επίστρωση του σκυροδέματος, καθώς και ο ΓΓ, τη δε πρέσα εχειρίζετο ο ΔΔ, εξ αιτίας του μεγάλου βάρους του βραχίονα, που ήταν γεμάτος με σκυρόδεμα και της μεγάλης ροπής στρέψεως, που δημιούργησε ο μήκους 25 μέτρων βραχίονας, έσπασε το ξύλινο δοκάρι επί του οποίου είχε στηριχθεί το εμπρόσθιο δεξιό πόδι της πρέσας, υποχώρησε το κάτω από αυτό άοπλο σκυρόδεμα και το πόδι αυτό του μηχανήματος βυθίσθηκε στο έδαφος, που ήταν σχεδόν κούφιο, σε βάθος 80 εκατοστών.
Λόγω τη απώλειας αυτής στήριξης του μηχανήματος, ο βραχίονας έπεσε αιφνιδίως και χτύπησε με σφοδρότητα τον εργολάβο ΑΑ, ο οποίος εργάζετο για την επίστρωση του σκυροδέματος, στο κεφάλι, στη συνέχεια δε καταπλάκωσε τα πόδια του και από τον βαρύ τραυματισμό του αυτός απεβίωσε περί ώρα 14.30. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω, ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του προαναφερομένου εργολάβου, οφείλεται αποκλειστικά στην παράνομη και υπαίτια (από αμέλεια) συμπεριφορά του χειριστή της πρέσας ΔΔ, του βοηθού χειριστή ΓΓ και του επιβλέποντος μηχανικού (ήδη αναιρεσείοντος) Χ.
Το Εφετείο δέχθηκε επίσης ότι η αμελής συμπεριφορά του αναιρεσείοντος συνίσταται στο ότι αυτός, ως επιβλέπων μηχανικός του έργου, την επίβλεψη του οποίου ανέθεσε σ' αυτόν ο οικοπεδούχος ..., χωρίς να διαφυλάξει για τον εαυτό του το δικαίωμα διεύθυνσης και επίβλεψης, δεν τήρησε τις υποχρεώσεις του, που επιβάλλονται από τα άρθρα 46, 72 και 111 του ΠΔ 1073/82 και το άρθρο 7 ν.1396/1983, και ειδικότερα παρέλειψε να παρευρίσκεται στο έργο καθ' όλη τη διάρκεια των οικοδομικών εργασιών, ώστε να επιβλέπει την τήρηση των μέτρων ασφαλείας και να δίδει συμβολές, λόγω της επικινδυνότητας και σοβαρότητας του έργου.
Συγκεκριμένα δε, ότι αυτός όφειλε να είναι παρών κατά τον χρόνο στήριξης της πρέσας από το χειριστή της και τον βοηθό του, ιδιαίτερα επειδή γνώριζε τη σοβαρότητα και επικινδυνότητα του έργου στήριξης της πρέσας, που οφείλετο στο αμμώδες του εδάφους. Αν ο ίδιος ήταν παρών κατά τη στήριξη της πρέσας, λόγω των γνώσεων μηχανικής που διέθετε, θα διαπίστωνε ότι η στήριξη του δεξιού ποδιού της πρέσας, πάνω σε μικρή επιφάνεια και φθαρμένο ξύλινο δοκάρι, το οποίο τοποθετήθηκε ως άνω σε άοπλο σκυρόδεμα, κάτω από το οποίο υπήρχε αμμώδες έδαφος, δεν ήταν ασφαλής, οπότε μπορούσε να δώσει οδηγίες για την ασφαλή στήριξη.
Αλλά και όταν προσήλθε καθυστερημένα στο έργο, ενώ όφειλε και μπορούσε να εξετάσει αν η πρέσα είχε στηριχθεί καλώς, δεν προέβη στον εν λόγο έλεγχο, η υπαίτια δε αυτή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος επιβλέποντος μηχανικού, σε συνδυασμό και με τις υπαίτιες παραλείψεις του χειριστή και βοηθού χειριστή, όσον αφορά την ασφαλή στήριξη της πρέσας, συνετέλεσε αιτιωδώς στην επέλευση του εν λόγω εργατικού ατυχήματος, εξ αιτίας του οποίου επήλθε ο θάνατος του εργαζομένου στην επίστρωση του σκυροδέματος εργολάβου ΑΑ.
Με τις αιτιολογίες αυτές, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε εν μέρει την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά παραδοχή της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου, δέχθηκε την εναντίον του αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε αυτόν να καταβάλει στους ενάγοντες, μέλη της οικογενείας του θανόντος, χρηματική ικανοποίηση για αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν οι ενάγοντες και με προσωπική κράτηση του εν λόγω εναγομένου. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ, 2 παρ. 7, 4 παρ. 1 και 7 του ν. 1396/83.
Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, ο αναιρεσείων, εκ μόνης της ιδιότητάς του ως επιμεληθέντος την έκδοση της οικοδομικής αδείας για την κατασκευή του έργου και εκ του γεγονότος ότι αναφέρεται στην εν λόγω άδεια ως επιβλέπων μηχανικός, δεν ήταν υποχρεωμένος, κατά τις άνω διατάξεις του ν. 1396/83, να μη παραλείψει να παρίσταται και να προβεί σε έλεγχο της ασφαλούς τοποθέτησης και στήριξης της πρέσας, που χρησιμοποίησε ο υπεργολάβος για την έκχυση του σκυροδέματος.
Επομένως, ο πρώτος λόγος του κύριου δικογράφου και ο συναφής πρώτος λόγος του πρόσθετου δικογράφου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που αφορά τον ήδη αναιρεσείοντα και εναγόμενο Χ, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, ακολούθως δε πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, για περαιτέρω εκδίκαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη (άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.11.2007 αίτηση του Χ καθόσον με αυτή ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 1206/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 8397/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Σεπτεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ