2280/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/7/2005 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, την από 21/10/2005 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 15/11/2005 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 876/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 308/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αρχική αναιρεσείουσα με την από 24/11/2008 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated2280/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πλήν, όμως το Εφετείο, τον πιο πάνω αυτοτελή ισχυρισμό, τον απέρριψε με ειδική αιτιολογία ως αβάσιμο, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό, δηλαδή ότι "η προαναφερθείσα καταγγελία της αναιρεσείουσας δεν αποδείχθηκε ότι περιήλθε στα χέρια του αναιρεσιβλήτου ασφαλισμένου από μόνο το υπ' αριθμ. ...
Full text
Απόφαση 2280 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2280/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της αρχικά αναιρεσείουσας Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GENERAL UNION-ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΕΓΑ" της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Καμβύση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Μήτση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/7/2005 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, την από 21/10/2005 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 15/11/2005 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 876/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 308/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αρχική αναιρεσείουσα με την από 24/11/2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 29/10/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 24/11/2008 αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜO
I. O λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Στή συγκεκριμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι "η ένδικη σύμβαση ασφαλίσεως της αναιρεσείουσας, ότι "η ένδικη σύμβαση ασφαλίσεως λύθηκε με καταγγελία της έγγραφη που κοινοποιήθηκε εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ασφαλισμένο μέσω των ΕΛΤΑ και παράδοσή της στον ίδιο λόγω της μη εμπρόθεσμης καταβολής των οφειλομένων ασφαλίστρων".
Πλήν, όμως το Εφετείο, τον πιο πάνω αυτοτελή ισχυρισμό, τον απέρριψε με ειδική αιτιολογία ως αβάσιμο, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό, δηλαδή ότι "η προαναφερθείσα καταγγελία της αναιρεσείουσας δεν αποδείχθηκε ότι περιήλθε στα χέρια του αναιρεσιβλήτου ασφαλισμένου από μόνο το υπ' αριθμ. ...
έγγραφο των ΕΛΤΑ και την απόδειξη κατάθεσης της συστημένης επιστολής από τα οποία επί πλέον δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος ασφαλισμένος είχε τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου της καταγγελίας", και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας, να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι λύθηκε η σύμβαση με καταγγελία της λόγω της μη καταβολής των οφειλομένων ασφαλίστρων τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία: 1) την υπ' αριθμ. ...πρόσθετη πράξη, 2) την από ...επιστολή και 3) το υπ' αριθμ. ...
έγγραφο των ΕΛΤΑ και τη σχετική προς τούτο υπ' αριθ. ... GR απόδειξη κατάθεσης, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Από την περιλαμβανόμενη, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για το ότι λύθηκε η σύμβαση ασφαλίσεως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω έγγραφα, για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, τα οποία μάλιστα ρητά και μνημόνευσε, ο δε σχετικό λόγος, αναίρεσης κρίνεται βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται, αν παραβιάστηκαν ορισμοί του νόμου, που καθιερώνουν κατ' εξαίρεση ορισμένη αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Όλα τα αποδεικτικά αυτά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο κατά τον κανόνα που θέτει το άρθρο 340 του Κ.Πολ.Δ., οπότε δεν ελέγχεται αναιρετικά τέτοια εκτίμηση (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 12 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. για το λόγο ότι δεν απέδωσε την πρέπουσα βαρύτητα στο προσαχθέν και επικληθέν υπ' αριθ. ... έγγραφο του ΕΛΤΑ με το να δεχθεί ότι από το συγκεκριμένο έγγραφο δεν αποδεικνυόταν η παραλαβή του εγγράφου της καταγγελίας εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου ασφαλισμένου παραλήπτη, εφ' όσον για το συγκεκριμένο έγγραφο από καμμία διάταξη δεν προκύπτει ότι προσδίδεται σ' αυτό ορισμένη δεσμευτική αποδεικτική δύναμη για την αναγκαία γνώση εκ μέρους του παραλήπτη του περιεχομένου του παραδοθέντος σ' αυτόν εγγράφου από τα ΕΛΤΑ.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφο νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ του ΚΠολΔ, και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όπως η αγωγή.
Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).
Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση, ότι δεν έλαβε χώρα καταγγελία της ένδικης σύμβασης ασφαλίσεως γιατί δεν αποδείχθηκε ότι η συστημένη επιστολή παραδόθηκε στα χέρια του αναιρεσιβλήτου που είχε και τη δυνατότητα γνώσεως του περιεχομένου της και να απορρίψει τον σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και την έφεση της, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και το υπ' αριθ. ... (αντί του ορθού ...
έγγραφο των ΕΛΤΑ και την υπ' αριθ. ... απόδειξη κατάθεσης συστημένης επιστολής. Προβάλλει ειδικά δε, ως προς τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, η αναιρεσείουσα, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους με το να κρίνει ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αποσταλείσα προς τον αναιρεσίβλητο με συστημένη επιστολή της αναιρεσείουσας καταγγελία της σύμβασης ασφαλίσεως περιήλθε στα χέρια του αναιρεσιβλήτου ασφαλισμένου που έλαβε και γνώση του περιεχομένου της επιστολής.
Υπ' αυτά, όμως τα δεδομένα, και καθ' όσον αφορά τα πιο πάνω φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα ούτε η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορεί στην αίτησή της ή και κυρίως από αυτήν την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά της, ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων, ότι δηλαδή: "από το κείμενο της υπ' αριθ. ...
εγγράφου σας γνωρίζουμε ότι όπως μας πληροφόρησε το αρμόδιο γραφείο το εν λόγω αντικείμενο επιδόθηκε της 19-5-2004, δεν αποδείχθηκε και η παραλαβή της συστημένης επιστολής από τον αναιρεσίβλητο ασφαλισμένο παραλήπτη αυτοπροσώπως, ώστε να είναι εξασφαλισμένη η δυνατότητα γνώσεως εκ μέρους του περιεχομένου της".
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του είναι από την αιτία αυτή προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά τα λοιπά δε, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 20 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ότι πράγματι ο αναιρεσίβλητος ασφαλισμένος έλαβε γνώση με την αυτοπρόσωπη παραλαβή της επιστολής και του περιεχομένου της πλήττοντας πλέον την αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
V. Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (Κ.Πολ.Δ. 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Κ.Πολ.Δ. 559 αριθ. 1) (Ολ.
Α.Π. 8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης που για να είναι ορισμένος θα πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας πού παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το τρίτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 β' του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 6 αριθ. 2 του ν. 2496/97, με την μη υπαγωγή σ' αυτό του διδάγματος της κοινής πείρας ότι "η παράδοση συστημένης επιστολής των ΕΛΤΑ γίνεται προσωπικά στον παραλήπτη".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί η αναιρεσείουσα, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του πιο πάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου μέσω της χρησιμοποίησης του πιο πάνω διδάγματος της κοινής πείρας για τη διαπίστωση της βασιμότητας, πραγματικών περιστατικών, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, συνακόλουθα δε απορριπτέα είναι και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
Ως προς τη δικαστική, τέλος, δαπάνη, αυτή, λόγω της ήττας της, βαρύνει την αναιρεσείουσα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-11-2008 αίτηση της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "GENERAL UNION - ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΕΓΑ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 308/2008 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ