Legislator Case Law & Legislation
227/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on unfair competition case, ruling trial court correctly assessed evidence.

Case Number 227/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for leave to appeal against the Third Instance Court's final judgment. The appellant argued that the lower court failed to properly weigh sworn testimony and electronic correspondence regarding alleged unfair competition and breach of fiduciary duty. The court held that the trial court's evaluation of evidence falls within its exclusive discretion and is not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 of Law 146/1914; Art. 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure: The appellate court cannot re-evaluate the trial court's assessment of evidence or the weighing of facts, as this constitutes a matter of fact evaluation excluded from appellate review.

Keywords

AI generated
unfair competition appellate review evaluation of evidence Code of Civil Procedure trial court discretion sworn testimony fiduciary duty

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 of Law 146/1914
Art. 552 of the Code of Civil Procedure
Art. 553 of the Code of Civil Procedure
Art. 556 of the Code of Civil Procedure
Art. 558 of the Code of Civil Procedure
Art. 564 of the Code of Civil Procedure
Art. 566 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 189 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 227 / 2026 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 227 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΩΜΕΓΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΟΡΥΖΟΜΥΛΟΙ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΏΜΕΓΑ'", που εδρεύει στο Δήμο Καλαμάτας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Μουντζουρώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Φ. Κ. του Κ. , κατοίκου ... , 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΑΝΚΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ", με το διακριτικό τίτλο "TANKO PETFOOD A.E.", η οποία εδρεύει στο Δήμο Τενέας Κορινθίας και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Κ. Π. του Χ. , κατοίκου ... και 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... ΑΕΒΕ", η οποία εδρεύει στο Δήμο Σπάρτης και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πρώτος και η δεύτερη εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελευθερία Τσίτα. Ο τρίτος και η τέταρτη εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θαλή Πολυχρονάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 01-08-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 20/2022 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 24-11-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 24.11.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, με αριθμό 20/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού, "απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γενομένη πράξις αντικείμενη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την εφαρμογή της απαιτείται η πράξη, αφενός να έγινε προς τον σκοπό ανταγωνισμού, αφετέρου να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, που κατά τη γενική αντίληψη σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση, μέσα στο συναλλακτικό κύκλο στον οποίο γίνεται η πράξη ή η χρησιμοποίηση μεθόδων και μέσων αντίθετων προς την ομαλή ηθική των συναλλαγών (ΑΠ 419/2018, ΑΠ 1123/2002, ΑΠ 79/2001, ΑΠ 1780/1999). Με το άρθρο αυτό καθιερώνεται ειδικό αστικό αδίκημα με βασικό σκοπό την προστασία των ανταγωνιστών του δρώντος εναντίον των χρηστών ηθών στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές. Υπό διαφορετική διατύπωση, ο ν. 146/1914 είναι σύνολο εξειδικευμένων κανόνων δικαίου, οι οποίοι απαγορεύουν την καταχρηστική άσκηση της ελευθερίας του ανταγωνισμού.

Ενόψει, περαιτέρω, της ανάγκης εξειδίκευσης των περιπτώσεων, κατά τις οποίες πλήττεται η ως άνω γενική ρήτρα των χρηστών ηθών στα πλαίσια του εμπορικού ανταγωνισμού, προς τον σκοπό να επιτευχθεί ομοιόμορφη κατά το δυνατόν επίλυση των κατ` ιδίαν περιπτώσεων και εντεύθεν ασφάλεια δικαίου, προκρίνεται η κατηγοριοποίηση (με άλλα λόγια η συστηματική ταξινόμηση) των περιπτώσεων αθέμιτου ανταγωνισμού που υπάγονται στη γενική αυτή ρήτρα, στις ακόλουθες μορφές: 1) πράξεις προσέλκυσης πελατείας με αθέμιτες μεθόδους, 2) πράξεις αθέμιτης εκμετάλλευσης ξένης φήμης και οργάνωσης, 3) πράξεις αθέμιτης παρεμπόδισης, 4) πράξεις εκμετάλλευσης ξένης παροχής, 5) παραβάσεις νομικών δεσμεύσεων και 6) διακινδύνευσης της αγοράς. Ειδικότερα, οι πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού που υπάγονται στην κατηγορία της αθέμιτης εκμετάλλευσης ξένης οργάνωσης (οι οποίες συνθέτουν τον αποκαλούμενο "παρασιτικό ανταγωνισμό", υποκατηγοριοποιούνται στις περιπτώσεις (α) της (αθέμιτης) απόσπασης εργατικού δυναμικού και (β) της (αθέμιτης) απόσπασης πελατείας.

Και αυτό διότι ένα από τα πολύτιμα οικονομικά αγαθά μιας επιχείρησης με δυναμικό χαρακτήρα αποτελεί και η πελατεία, η επιδίωξη απόσπασης της οποίας από τον ανταγωνιστή απορρέει από την ουσία και τη λειτουργία του οικονομικού ανταγωνισμού, και μόνο αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις μπορεί η εν λόγω απόσπαση να προσλάβει αθέμιτο χαρακτήρα, όπως συμβαίνει, όταν γίνεται με σκοπό εκτόπισης ορισμένου ή ορισμένων ανταγωνιστών από την αγορά και στη συνέχεια την ανενόχλητη ανάπτυξη της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, ή όταν η απόσπαση γίνεται με παραπλάνηση του πελάτη, μείωση του ανταγωνιστή, με δωροδοκία, με μποϋκοτάζ ή γενικότερα με δόλιες μεθοδεύσεις.

Περίπτωση απαγόρευσης αθέμιτου ανταγωνισμού είναι αυτή που επιβάλλεται στα όργανα της διοίκησης εμπορικών εταιρειών, δηλαδή στους διαχειριστές προσωπικών εταιρειών και εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, αλλά και στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας. Ειδικότερα το διαχειριστικό όργανο έχει τόσο εσωτερική διαχειριστική εξουσία, όσο και εξωτερική εκπροσωπευτική εξουσία, με σκοπό την προώθηση των συμφερόντων της επιχείρησης και του εταιρικού σκοπού.

Οι εταιρικοί διαχειριστές γνωρίζουν τους πελάτες της εταιρείας και έχουν πρόσβαση σε εμπιστευτικές πληροφορίες της. Απόρροια της εξουσίας αυτής των διοικητικών οργάνων είναι η υποχρέωση πίστης, παρεπόμενη έκφανση της οποίας αποτελεί η υποχρέωση εχεμύθειας, η οποία είναι δεδομένη ακόμα και χωρίς την ύπαρξη ρητής αναφοράς στο καταστατικό της εταιρείας.

Από την υποχρέωση πίστης των διαχειριστικών οργάνων πηγάζει και η υποχρέωσή τους για αποχή από πράξεις ανταγωνισμού, η υποχρέωση μη οικειοποίησης επιχειρηματικών ευκαιριών (corporate opportunities), που ανήκουν στην επιχείρηση της οποίας αποτελούν διαχειριστικά όργανα, για δικό τους λογαριασμό, τούτων νοουμένων, των ευκαιριών ανάπτυξης της επιχειρηματικής δραστηριότητος και της πελατείας μίας επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένης και της κτήσης ή χρήσης κάθε δικαιώματος από σύμβαση ή άλλου άυλου αγαθού που ανήκει στην εταιρεία, η υποχρέωση τήρησης του επιχειρηματικού απορρήτου, το οποίο εντάσσεται στην κατηγορία των αΰλων αγαθών της επιχείρησης, και είναι κάθε πληροφοριακό αγαθό με πυρήνα κάποια μορφή γνώσης, συνδεδεμένο με την λειτουργία της επιχείρησης, η οικονομική αξία του οποίου εξαρτάται από τη μυστικότητα που περιβάλλεται, απαραίτητη προκειμένου να αποκτήσει η επιχείρηση το ανταγωνιστικό προβάδισμα στην αγορά, καθώς και η υποχρέωση μη απόσπασης προσωπικού (ΑΚ 288,652 ) της επιχείρησης στην οποία μέχρι προ τινος εργαζόταν.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18, 22α και 22β του κωδικοποιημένου Νόμου "περί ανωνύμων εταιρειών", 31 και 32 του Εμπορικού Νόμου, 68, 714, 297 και 298 του ΑΚ προκύπτει, ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας ευθύνονται έναντι του νομικού προσώπου της εταιρείας, για την ζημία που προξενείται στην εταιρεία συνεπεία πταίσματος τους από δόλο ή από αμέλεια κατά την παραβίαση των υποχρεώσεων τους που επιβάλλονται από τη σύμβαση μεταξύ αυτών και της εταιρείας, τη νομοθεσία και το καταστατικό της εταιρείας, αλλά και την αυτοτελή υποχρέωση τους πίστης, και ότι η ευθύνη τους αυτή υπάρχει και κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών του Αστικού Κώδικα (αρθ. 914 και 919), όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψή τους αποτελεί και αδικοπραξία, που θεμελιώνει άμεση και αυτοτελή υποχρέωση προς αποζημίωση.

Στις περιπτώσεις αυτές της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης, που στρέφεται κατά του νομικού προσώπου της εταιρείας, την προς αποζημίωση αξίωση έχει το αμέσως ζημιωθέν νομικό πρόσωπο της εταιρείας, το οποίο νομιμοποιείται να ασκήσει την σχετική αγωγή κατά των μελών της διοικήσεως κατά τους όρους του άρθρου 22β του ιδίου νόμου 2190/20 (ΑΠ 1483/2010, ΑΠ 1298/2000).

Ειδικότερα δε, κατά το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2190/1920 , όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 32 του ν. 3604/2007 "Απαγορεύεται στους συμβούλους που συμμετέχουν με οποιοδήποτε τρόπο στη διεύθυνση της εταιρείας, καθώς και στους διευθυντές αυτής, να ενεργούν, χωρίς άδεια της γενικής συνελεύσεως, για δικό τους λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, πράξεις που υπάγονται σε κάποιον από τους σκοπούς που επιδιώκει η εταιρεία και να μετέχουν ως ομόρρυθμοι εταίροι σε εταιρείες που επιδιώκουν τέτοιους σκοπούς".

Η διάταξη αυτή, η οποία, αφορά στους συμμετέχοντες στην διεύθυνση της ανώνυμης εταιρείας, είναι επίσης απόρροια της υποχρέωσης πίστης αυτών και έχει διττό περιεχόμενο. Με την θετική της όψη θεσπίζει, ότι υποχρεούνται έναντι του νομικού προσώπου να πράττουν ο,τιδήποτε συντελεί στην πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού, ενώ με την αρνητική όψη απαγορεύει να πράττουν ό,τι παρεμποδίζει την υλοποίησή του.

Κυριότερη περίπτωση αποτελεί η εκ του νόμου υποχρέωση παράλειψης ανταγωνισμού υπό την έννοια ότι, στα ως άνω πρόσωπα απαγορεύεται από το νόμο, εφόσον δεν υπάρχει σχετική άδεια της Γ.Σ. , να ενεργούν κατ' επάγγελμα πράξεις που ανάγονται στον εταιρικό σκοπό ή να συμμετέχουν ως ομόρρυθμα μέλη εταιρείας που επιδιώκει τον ίδιο σκοπό με αυτόν της Α.Ε.

Έτσι, στην ανταγωνιστική δραστηριότητα περιλαμβάνεται ο άμεσος ανταγωνισμός με την ίδρυση ανταγωνιστικής επιχείρησης, αλλά και ο έμμεσος, με τη συμμετοχή σε ανταγωνιστική επιχείρηση (ΑΠ 596/2022, AΠ 797/2010).

Απαιτείται λοιπόν, όχι μόνον τα πρόσωπα αυτά να προέβησαν σε πράξη ανταγωνισμού, αλλά να στόχευαν στο κέρδος, καθώς επίσης και να προέβησαν σε πράξεις, τις οποίες η Α.Ε. ήταν σε θέση να τις επιχειρήσει η ίδια και εξαιτίας της ανταγωνιστικής συμπεριφοράς των συμβούλων ή των διευθυντών, η εταιρεία να στερείται του κέρδους που θα της απέφεραν οι αντίστοιχες συναλλαγές.

Η παραβίαση της υποχρέωσης προς παράλειψη του ανταγωνισμού, από τα ως άνω πρόσωπα αποτελεί αδικοπραξία, ως παραβίαση υποχρέωσής τους, που προβλέπεται από το νόμο και συνεπώς γεννά υπέρ της εταιρείας αξιώσεις αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης. Ειδικότερα, ως προς τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας, η υποχρέωση πίστης και εχεμύθειας προβλέπεται πλέον ρητά και στο νέο άρθρο 97 του Ν. 4548/2018 περί αναμόρφωσης του δικαίου των ανωνύμων εταιρειών, σύμφωνα με το οποίο "1.

Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και κάθε τρίτο πρόσωπο στο οποίο έχουν ανατεθεί από αυτό αρμοδιότητές του έχουν υποχρέωση πίστεως απέναντι στην εταιρεία. Οφείλουν ιδίως: α) Να μην επιδιώκουν ίδια συμφέροντα που αντιβαίνουν στα συμφέροντα της εταιρείας, β) Να αποκαλύπτουν έγκαιρα και με επάρκεια στα υπόλοιπα μέλη του διοικητικού συμβουλίου τα ίδια συμφέροντά τους, που ενδέχεται να ανακύψουν από συναλλαγές της εταιρείας, οι οποίες εμπίπτουν στα καθήκοντά τους, καθώς και κάθε σύγκρουση των συμφερόντων τους με εκείνα της εταιρείας ή συνδεδεμένων με αυτήν επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 32 του ν. 4308/2014, η οποία ανακύπτει κατά την άσκηση των καθηκόντων τους...

γ) Να τηρούν αυστηρή εχεμύθεια για τις εταιρικές υποθέσεις και τα απόρρητα της εταιρείας, τα οποία κατέστησαν γνωστά σ` αυτούς λόγω της ιδιότητάς τους ως συμβούλων 2. Το καταστατικό της εταιρείας μπορεί να εξειδικεύει περαιτέρω τις υποχρεώσεις της προηγούμενης παραγράφου". Έκφανση της υποχρέωσης πίστης και επιμέλειας που υπέχουν τα μέλη του ΔΣ, ως διαχειριστές ξένης περιουσίας, είναι λοιπόν η υποχρέωση αυστηρής εχεμύθειας, η υποχρέωση δηλαδή να μην γνωστοποιούν τις εταιρικές υποθέσεις και τα απόρρητα της εταιρείας, τα οποία κατέστησαν γνωστά σε αυτούς λόγω της ιδιότητά τους ως συμβούλων.

Στην υποχρέωση πίστης των μελών του Δ.Σ. περιλαμβάνεται και η απαγόρευση εκμετάλλευσης επιχειρηματικών ευκαιριών για ίδιον όφελος. Με το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου γίνεται ρητή απαγόρευση των πράξεων ανταγωνισμού από μέλη του διοικητικού συμβουλίου των ανωνύμων εταιρειών και συγκεκριμένα "απαγορεύεται στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου που συμμετέχουν με οποιονδήποτε τρόπο στη διεύθυνση της εταιρείας, καθώς και στους διευθυντές αυτής, να ενεργούν, χωρίς άδεια της γενικής συνέλευσης ή σχετική πρόβλεψη του καταστατικού, για δικό τους λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, πράξεις που υπάγονται στους σκοπούς της εταιρείας, καθώς και να μετέχουν ως ομόρρυθμοι εταίροι ή ως μόνοι μέτοχοι ή εταίροι σε εταιρείες που επιδιώκουν τέτοιους σκοπούς".

Μέλη του Δ.Σ., αλλά και διευθυντές, δηλαδή μη μέλη του Δ.Σ. μόνο με προηγούμενη άδεια της Γ.Σ. ή με καταστατική πρόβλεψη μπορούν να ενεργούν για δικό τους λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων πράξεις που υπάγονται στο σκοπό της εταιρείας ή να συμμετέχουν ως ομόρρυθμοι εταίροι σε εταιρείες που επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό.

Σε περίπτωση συνομολόγησης ρητρών μη ανταγωνισμού, η παράβαση τους μπορεί με τη συνδρομή ειδικών συνθηκών να είναι αθέμιτη, όταν επιχειρείται κατά τρόπον αντίθετο προς τα χρηστά ήθη. Όταν δε η παράβαση ρητρών ανταγωνισμού στοχεύει στην απόσπαση πελατείας τότε συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, εφόσον γίνεται με δόλιες μεθοδεύσεις και πράξεις αθέμιτες και αντίθετες προς τα χρηστά ήθη, με σκοπό τον σφετερισμό της ξένης πελατείας και εκμετάλλευσης της ξένης φήμης, του μόχθου και των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε για την καθιέρωση των προϊόντων και υπηρεσιών του στη συγκεκριμένη αγορά η βλαβείσα επιχείρηση (ΑΠ 704/2007).

Εφόσον δε, η συμπεριφορά του παραβαίνοντος την ρήτρα ανταγωνισμού είναι αθέμιτη, ο βλαπτόμενος έχει κατ` αυτού αξίωση, για άρση της προσβολής, παράλειψη αυτής στο μέλλον και αποζημίωση, ενώ δεν αποκλείεται και η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκείνου, σε βάρος του οποίου έγινε η προσβολή, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις.

Τούτο συμβαίνει όταν η αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη μπορεί παράλληλα να είναι και αδικοπραξία, εφόσον όμως συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ ήτοι αυτός που προσβάλλει, ενεργεί με υπαιτιότητα και ιδίως με πρόθεση (ΑΠ 483/2021, ΑΠ 339/2010, ΑΠ 683/2010). Πρόθεση με αποκλειστικό σκοπό τη βλάβη του ανταγωνιστή, δεν απαιτείται να συντρέχει στο πρόσωπο που ενήργησε τη ζημιογόνα πράξη ή παράλειψη, αλλά αρκεί το ότι τελούσε σε γνώση ότι η εκδηλωθείσα συμπεριφορά του είναι δυνατόν να προκαλέσει ζημία και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή παράλειψη από την οποία επήλθε (ΑΠ 1652/2006, ΑΠ 55/2003) και ούτε είναι αναγκαίο ο σκοπός ανταγωνισμού να αποτελεί το μόνο σκοπό της πράξης.

Η ύπαρξη σκοπού ανταγωνισμού είναι ζήτημα πραγματικό που δεν ελέγχεται αναιρετικά, ενώ αόριστη νομική έννοια, δηλαδή έννοια που ο νομοθέτης απέφυγε να ρυθμίσει ως προς το αναγκαίο πλάτος και βάθος της, αποτελούν τα χρηστά ήθη, ως προς τα οποία, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία αυτά εξειδικεύονται, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 483/2021, ΑΠ 419/2018, ΑΠ 533/2016).

Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/91, AΠ 55/2003, ΑΠ 1615/99).

Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.

Προκειμένου να κριθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας) συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής (ΟλΑΠ 398/75, ΑΠ 1346/2000, ΑΠ 925/91).

Τέλος, κατά το άρθρο 71 του ΑΚ, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν , εφόσον η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, που τους είχαν ανατεθεί (ΑΠ 1185/2021, ΑΠ 1177/2018). Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα, από την εκτίμηση αυτή, εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1464/2022, ΑΠ 1283/2021, ΑΠ 74/2016).

Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΟλΑΠ 2/2022, 2/2019, ΑΠ 1283/2021). Η ύπαρξη τέλος, νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναίρεσης, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σε αντίθεση με την έρευνα άλλων αναιρετικών λόγων, ελέγχοντας την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και το αιτιολογικό της (ΑΠ 1053/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλομένη απόφαση είναι η κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης: Με την από 1.8.2017 αγωγή της η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, ισχυρίστηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων), υπό τις ιδιότητες του μετόχου κατά 50% αυτής, του μέλους του διοικητικού της συμβουλίου και του διευθυντή πωλήσεων αυτής, ενεργώντας κατά κατάχρηση της υποχρέωσης πίστης του προς αυτή, με κακόβουλη, αθέμιτη και εναντίον των χρηστών ηθών συμπεριφορά και σε συνεννόηση με τους λοιπούς εναγομένους (ήδη λοιπούς αναιρεσιβλήτους), και έχοντας ως πρόθεση την μείωση των κερδών της με αντίστοιχο όφελος της δεύτερης εναγομένης (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης) ανώνυμης εταιρείας, προκάλεσε σ'αυτή (αναιρεσείουσα) ζημία, για την αποκατάσταση της οποίας ζήτησε, μετά περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματός της, με την μετατροπή του σε εν όλω αναγνωριστικό: (α) από τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 546.913,48 ευρώ, ως αξίωση υποκατάστασής της στα ωφελήματα που αυτός αποκόμισε κατά τα έτη 2014 και 2015, εξ αιτίας της οικειοποίησης επιχειρηματικής ευκαιρίας απόκτησης εργοστασίου παραγωγής ζωοτροφών και της ίδρυσης και λειτουργίας της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης εταιρείας, κατά παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 23 παρ. 2 ν. 2190/1920, (β) από τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 297.985,86 ευρώ ως διαφυγόντα κέρδη αυτής, εξ αιτίας της κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων του ν. 146/14 και αυτής του άρθρου 919 του ΑΚ, κατάχρησης της σχέσης εμπιστοσύνης, που απέρρεε από την ιδιότητα του τελευταίου ως μέλους του διοικητικού της συμβουλίου και διευθυντή των πωλήσεών της, (γ) από τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων (νόμιμο εκπρόσωπο της τετάρτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης εταιρείας) το ποσό των διαφυγόντων κερδών της (297.985,86 ευρώ) εις ολόκληρον με τον πρώτο εναγόμενο, εξ αιτίας της τεκμαιρόμενης γνώσης του, της αντισυμβατικής, παράνομης και υπαίτιας οικειοποίησης της παραπάνω επιχειρηματικής ευκαιρίας, (δ) από άπαντες τους αναιρεσιβλήτους το ποσό των 387.958 ευρώ, εξ αιτίας της ισόποσης απώλειας εσόδων της του χρονικού διαστήματος των ετών 2015 και 2016 εξ αιτίας του μεθοδευμένου εκτοπισμού της από την αγορά ζωοτροφών, και (ε) από άπαντες τους αναιρεσιβλήτους τα ποσά των 546.913,48 ευρώ και 387.958 ευρώ, ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης εξ αιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους, του υπό στοιχείο (α) ποσού, νομιμοτόκως από της επομένης της ίδρυσης της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 72/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που απέρριψε αυτήν ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης ως προς τα υπό στοιχεία (α), (β), (γ) και (δ) κονδύλια αυτής, ως μη νόμιμη ως προς το υπό στοιχείο (ε) αυτής, ήτοι κατά το μέρος που η αγωγή, ως προς την αναγνώριση υποχρέωσης καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στρεφόταν κατά του τρίτου των εναγομένων, και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη ως προς το υπό στοιχείο (ε) αυτής κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των πρώτου, δεύτερης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων.

Κατά της παραπάνω απόφασης ασκήθηκε από την ηττηθείσα ενάγουσα -αναιρεσείουσα- η από 31.8.2020 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 20/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας (αναιρεσιβαλλομένη) που απέρριψε την έφεση στο σύνολό της κατ' ουσίαν, με τις ακόλουθες, κατά το ενδιαφέρον τους αναιρετικούς λόγους, παραδοχές: "...Με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της, η ενάγουσα διατείνεται ότι εσφαλμένα με την εκκαλουμένη απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, όσον αφορά τον τρίτο των εναγομένων, η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την ίδρυση και λειτουργία της δεύτερης των εναγομένων και τη στέρηση απόκτησης του εργοστασίου στο Σπαθοβούνι, ύψους 546.913,48 ευρώ.

Στη προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή η ενάγουσα ως προς τον τρίτο των εναγομένων αποδίδει τεκμαιρόμενη γνώση, άλλως οφειλή γνώσης της παραβίασης υποχρέωσης πίστης του πρώτου προς την ίδια, μέσω της οικειοποίησης της επιχειρηματικής ευκαιρίας και της υφαρπαγής της πελατείας της από τον τελευταίο, λόγω του ότι ήταν ο μοναδικός συνεταίρος του πρώτου κατά την ίδρυση και λειτουργία της δεύτερης εναγομένης. Δεν επικαλείται όμως, συγκεκριμένη προσβολή των χρηστών ηθών σε βάρος της από παράνομη συμπεριφορά του ιδίου, ο οποίος σημειωτέον, ως ανεξάρτητος επιχειρηματίας ασφαλώς δεν είχε υποχρέωση πίστης προς αυτή. Κατά συνέπεια η σχετική αξίωση για ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ως προς αυτόν είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη...".

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη κατά το μέρος που αυτή στρεφόταν κατά του τρίτου αναιρεσιβλήτου, διαλαμβάνουσα (η αγωγή) ειδικότερα ότι: " Εξ αιτίας και μόνον του γεγονότος ότι η δεύτερη των εναγομένων-διά της οποίας αποκτήθηκε και αξιοποιήθηκε το εργοστάσιο στο Σπαθοβούνι , ιδρύθηκε και λειτουργεί με μοναδικούς εταίρους τους πρώτο και τρίτο των εναγομένων, τεκμαίρεται επίσης, ότι η παράνομη, αθέμιτη και αντισυμβατική οικειοποίηση της εν λόγω επιχειρηματικής ευκαιρίας από τον πρώτο των εναγομένων τελούσε σε πλήρη επίγνωση του τρίτου των εναγομένων, ο οποίος και λόγω της ιδιότητός του ως τοπικού επιχειρηματία του λιανικού εμπορίου-super market γνώριζε ακόμη και προσωπικά τους εταίρους μου (τον Γ.

Κ. και τον πρώτο των εναγομένων) και άρα γνώριζε, άλλως όφειλε να γνωρίζει, τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης επιχειρηματικής κίνησης και εντεύθεν τα νομικά ελαττώματα που την συνόδευαν..", δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή τις διατάξεις των άρθρων 919 του ΑΚ και 1 του ν. 146/1914, καθόσον με την επίκληση των ανωτέρω περιστατικών στο αγωγικό δικόγραφο, δεν συγκροτείται το πραγματικό των διατάξεων των πιο πάνω άρθρων, ούτε συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και ως εκ τούτου η αγωγή κατά τούτο ήταν νομικά αβάσιμη.

Ειδικότερα, όπως αναλυτικά στη μείζονα σκέψη προεκτέθηκε, δεν παρέχεται στον βλαπτόμενο, εν προκειμένω στην αναιρεσείουσα, αιτιώμενη προσβολή της φήμης και της εμπορικής της πίστης και εντεύθεν ηθική της βλάβη, αξίωση χρηματικής ικανοποίησης με μόνη την γνώση (τεκμαιρόμενη ή διαπιστούμενη αποδεικτικώς) ή την οφειλή γνώσης της επιλήψιμης και εναντίον των χρηστών ηθών και εν ταυτώ αθεμίτως ανταγωνιστικής συμπεριφοράς άλλου προσώπου, αλλά απαιτείται ιδία (ατομική) συμπεριφορά, εκδηλούμενη με περιστατικά αντιτιθέμενα προς τις κρατούσες στην υπόψη κατηγορία συναλλασσομένων, και μη συμβιβαζόμενη προς την κοινωνική ηθική, ο δε σκοπός (πρόθεση) βλάβης του φορέα της αξίωσης, ελέγχεται στο πρόσωπο του υποκειμένου της συμπεριφοράς και όχι τρίτου, και εν προκειμένω του τρίτου των αναιρεσιβλήτων, όπως εσφαλμένως ισχυρίστηκε η αναιρεσείουσα με το αγωγικό της δικόγραφο.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η τελευταία αιτιάται ευθεία παραβίαση των παραπάνω διατάξεων για το λόγο ότι η τεκμαιρόμενη γνώση του τρίτου των αναιρεσιβλήτων συναφώς προς την ισχυριζόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου αυτών, θεμελίωνε και κατ' αυτού (τρίτου αναιρεσιβλήτων) αξίωση της αναιρεσείουσας σε χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, και ως προς την ουσία της υπόθεσης, η προσβαλλομένη απόφαση αναιρετικώς ανελέγκτως δέχθηκε ότι : " Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα εταιρεία "ΩΜΕΓΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΡΙΖΟΜΥΛΟΙ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΩΜΕΓΑ" συστάθηκε τον Σεπτέμβριο του έτους 2012 από μετατροπή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...

ΟΕΒΕ" που είχε συσταθεί το έτος 1995 και αποτελεί οικογενειακή επιχείρηση. Σκοπός της εταιρείας είναι η επεξεργασία και μεταποίηση καθώς και τυποποίηση και εμπορία ορύζης, οσπρίων και κάθε είδους αγροτικών προϊόντων, τροφίμων και ποτών, καθώς και η παραγωγή, τυποποίηση και εμπορία παρασκευασμένων ζωοτροφών...

Μοναδικοί της μέτοχοι, κατά ποσοστό 50% έκαστος, είναι ο Γ. Κ. του Κ. , ο οποίος είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ΔΣ αυτής και έχει το δικαίωμα πλήρους εκπροσώπησης της εταιρείας (...) και ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος εφεσίβλητος, Φ. Κ. , του Κ. , ο οποίος είναι αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου.

Κύριος τομέας δραστηριότητάς της είναι η επεξεργασία, συσκευασία και εμπορία ρυζιού, οσπρίων και ζάχαρης, καθώς και η συσκευασία και εμπορία δημητριακών και προϊόντων δημητριακών, για τα οποία κατέχει πιστοποίηση για το σύστημα διαχείρισης, σύμφωνα με το πρότυπο EN ISO 22000: 2005. Η ενάγουσα μέχρι σήμερα δεν έχει επεκταθεί στον τομέα παραγωγής ζωοτροφών για κατοικίδια, μέσω δικού της συστήματος παραγωγής, αλλά από το 2006 περίπου, εισάγει από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και προμηθεύεται από εργοστάσια παραγωγής στην Ελλάδα (STRONG HELLAS, LAKY, NUTRIPET κ.λ.π.) έτοιμες ζωοτροφές σε χύμα μορφή, τις οποίες συσκευάζει σε μικρές συσκευασίες 2-4 και 10 κιλών, και τις διανέμει στην αγορά με την διαδικασία "φασόν".

Ωστόσο, πριν την μετατροπή της σε ΑΕ η ενάγουσα, που ενδιαφερόταν για την ίδρυση εργοστασίου παραγωγής ζωοτροφών για κατοικίδια ζώα, ώστε να μειώσει το κόστος προμήθειάς τους και να γίνει πιο ανταγωνιστική στην αγορά, είχε υποβάλει αίτηση για υπαγωγή της στον αναπτυξιακό νόμο 3299/2004. Ειδικότερα, είχε συντάξει πλήρη οικονομοτεχνική μελέτη για την ίδρυση μονάδας παραγωγής ειδικών τροφών για όλες τις κατηγορίες μικρών ζώων σε ιδιόκτητο οικόπεδο στην θέση "Κολοκασιά" του Δ.Δ.

Σπερχογείας του Δήμου Καλαμάτας, με συνολικό κόστος επένδυσης 7.611.233 ευρώ, η οποία θα καλυπτόταν με επιχορήγηση του Δημοσίου, ύψους 3.805.611,50 ευρώ , με τραπεζικό δανεισμό 1.902.805,75 ευρώ και με ίδια συμετοχή 1.902.805,75 ευρώ. Στην ως άνω μελέτη, που υποβλήθηκε στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, αναφέρεται ότι η ενάγουσα δραστηριοποιείται από το έτος 2006 στην εισαγωγή και εμπορία τροφών και αξεσουάρ για κατοικίδια και όχι στην παραγωγή.

Ακολούθως με την με αριθμό .../ 2010 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, εγκρίθηκε μεν η υπαγωγή της εταιρείας "... ΟΕΒΕ" στις διατάξεις του ν. 3299/2004, με σημαντική όμως περικοπή, για συνολική ενισχυόμενη δαπάνη 5.000.000 ευρώ, και με κρατική επιχορήγηση 2.500.000 ευρώ. Το έκτακτο όμως αποθεματικό της εταιρείας για την πραγματοποίηση της επένδυσης ανερχόταν στο ποσό του 1.962.409,02 ευρώ (από κέρδη χρήσης τα έτη 2008 και 2011) και για την υπόλοιπη αναγκαία δαπάνη (ύψους 3.037.590,98 ευρώ) θα έπρεπε να προσφύγει σε τραπεζικό δανεισμό, που όμως συνέπεσε χρονικά με την οικονομική κρίση, την γενικότερη ανασφάλεια στις συναλλαγές και την αλλαγή πολιτικής των πιστωτικών ιδρυμάτων, ως προς την χορήγηση δανείων.

Επομένως, η επένδυση αυτή εγκαταλείφθηκε για οικονομικούς λόγους και το μεγαλύτερο μέρος του εκτάκτου αποθεματικού διανεμήθηκε μετέπειτα στους μετόχους... Η πραγματοποιηθείσα διανομή του εκτάκτου αποθεματικού διενεργήθηκε κατόπιν συμφωνίας αμφοτέρων των μετόχων της ενάγουσας, ο δε Γ. Κ. , θα μπορούσε να μην συναινέσει σ'αυτήν, εάν πράγματι ενδιαφερόταν να προβεί η ενάγουσα στην επένδυση ίδρυσης μονάδας παραγωγής ζωοτροφών.

Άλλωστε, δεν προσκομίζεται από την ενάγουσα αίτημα χρηματοδότησης προς οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα για την προώθηση της επένδυσης. Ακολούθως, το έτος 2012 ο πρώτος εναγόμενος ενδιαφέρθηκε για την προοπτική απόκτησης ενός πρώην εργοστασίου ιχθυοτροφών της εταιρείας "ΑΣΤΡΑΙΑ ΑΒΕΕ" στην θέση "Ξουράφι-Καμίνια" στη περιοχή " Σπαθοβούνι" του Δήμου Τενέας Κορινθίας, το οποίο είχε κατασχεθεί από την Alpha Τράπεζα, ώστε να μετατρεπόταν σε εργοστάσιο παραγωγής ζωοτροφών για κατοικίδια με μικρότερο κόστος.

Για το λόγο αυτό, ο τελευταίος ενημέρωνε άμεσα τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της ενάγουσας Γ. Κ. , αρχικά για τις άδειες οικοδομής του εργοστασίου και την άδεια βιομηχανικής και μηχανολογικής εγκατάστασης, αλλά και για τις επαφές του με τον Διευθυντή της Αlpha Bank, Θ. Α. , για την απόκτηση του ακινήτου...

Από το περιεχόμενο των ως άνω προωθημένων μηνυμάτων συνάγεται, ότι επρόκειτο για πρώτες διερευνητικές επαφές με τους εκπροσώπους της τράπεζας, χωρίς ακόμη να έχουν ξεκινήσει ουσιαστικά οι διαπραγματεύσεις των όρων. Ωστόσο, ουδόλως αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα διά του νομίμου εκπροσώπου της Γ. Κ. είχε πραγματικό ενδιαφέρον για την απόκτηση αυτού του εργοστασίου, αλλά και γενικά οποιουδήποτε εργοστασίου παραγωγής ζωοτροφών, καθώς μέχρι σήμερα δεν επεκτάθηκε στο συγκεκριμένο τομέα δραστηριότητας.

Αυτός, παρότι είχε, όπως προεκτέθηκε, την αποκλειστική διαχείριση και εκπροσώπηση της ενάγουσας, δεν προέβη σε καμία προπαρασκευαστική ενέργεια για την αγορά του εργοστασίου στο Σπαθοβούνι, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι υπέβαλε επίσημο αίτημα ενδιαφέροντος ή χρηματοδότησης από πλευράς της " ΩΜΕΓΑ ΑΒΕΕ", ότι απάντησε στην Alpha Bank θετικά για την επίτευξη της συμφωνίας, ή ότι συνετάγη σχετικό συμφωνητικό δέσμευσης των μερών για τους όρους της μεταβίβασης.

Το γεγονός δε, ότι στις 31.10.2011 ο Α. Φ. απέστειλε στην εταιρική ηλεκτρονική διεύθυνση του πρώτου εναγομένου, νέα βελτιωμένη προσφορά κόστους μετασκευής του εργοστασίου στο Σπαθοβούνι, δεν αναιρεί το ανωτέρω συμπέρασμα περί εγκατάλειψης της επένδυσης για την ίδρυση μονάδας παραγωγής ζωοτροφών για οικονομικούς λόγους.

Αντίθετα, ενισχύει την πεποίθηση του Δικαστηρίου τούτου, περί μη ύπαρξης ενδιαφέροντος εκ μέρους της ενάγουσας για την απόκτηση του εργοστασίου στο Σπαθοβούνι, αλλά και οποιουδήποτε άλλου εργοστασίου παραγωγής ζωοτροφών, αφού ούτε για την εν λόγω προσφορά αποδείχθηκε ότι ενδιαφέρθηκε η ενάγουσα, διά του νομίμου εκπροσώπου της Γ.

Κ. , παρότι της την προώθησε αμέσως ο πρώτος εναγόμενος. Μετά την παρέλευση σχεδόν ενός έτους, ιδρύθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΑΝΚΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΤΑΝΚΟ PETFOOD AE" (δεύτερη εναγομένη) με έδρα το συγκεκριμένο εργοστάσιο στην Δήμο Τενέας Κορινθίας και σκοπό την παραγωγή, εμπορία, διανομή και αντιπροσώπευση παρασκευασμένων ζωοτροφών για ζώα συντροφιάς.

Πρόεδρος της εν λόγω εταιρείας είναι ο τρίτος εναγόμενος, Κ. Π. του Χ. και διευθύνων σύμβουλος ο πρώτος εναγόμενος. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας, ότι ο πρώτος εναγόμενος, με την ως άνω ιδιότητά του, δήλωσε αιφνιδιαστικά στον Γ. Κ. την πρόθεσή του να αποκτήσει το εν λόγω ακίνητο, μέσω μίας νέας εταιρείας, που θα ιδρύσει από κοινού με άλλο επενδυτή και ότι αυτός κατέβαλε προσπάθειες να ματαιώσει την ανωτέρω ανταγωνιστική ενέργεια, αντιλέγοντας τόσο προς τον πρώτο εναγόμενο, όσο και προς την Alpha Leasing, μέσω της οποίας αποκτήθηκε το εργοστάσιο δεν αποδεικνύεται βάσιμος.

Και τούτο διότι δεν προσκομίστηκε ούτε σχετική εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία προς τον πρώτο εναγόμενο, ούτε σύγκληση ΔΣ ή έκτακτης ΓΣ της ενάγουσας, ως προς το σοβαρό αυτό ζήτημα ή σχετική αναφορά προς την διοίκηση της Alpha Leasing. Μόνη δε, η με αριθμό ... ένορκη κατάθεση της Π. Μ. , συζύγου του Γ. Κ. περί των ανωτέρω, με την οποία μεταφέρει ουσιαστικά όσα γνωρίζει από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας δεν αρκεί για να στηρίξει τον ανωτέρω ισχυρισμό της ενάγουσας.

Άλλωστε, αν ήταν αληθής ο ισχυρισμός της ενάγουσας και ο Γ. Κ. πράγματι είχε αιφνιδιαστεί και είχε προβάλλει αντιρρήσεις στην ανωτέρω ενέργεια του πρώτου εναγομένου, (α) μετά την ίδρυση της "ΤΑΝΚΟ PETFOOD AE" ο πρώτος εναγόμενος δεν θα συνέχιζε να κατέχει την θέση του Γενικού Διευθυντή Πωλήσεων της ενάγουσας μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2015, οπότε παραιτήθηκε και (β) η ενάγουσα δεν θα γινόταν μία από τους σημαντικότερους πελάτες της "ΤΑΝΚΟ PETFOOD AE" από την οποία προμηθεύεται ζωοτροφές για κατοικίδια μειώνοντας το κόστος μεταφοράς των εμπορευμάτων από άλλους προμηθευτές της στην Άρτα και στην Χαλκιδική...πραγματοποιώντας μόνον για το έτος 2016, αγορές ύψους 1.203.141,55 ευρώ.

Ενδεικτικό δε, της μη ύπαρξης ενδιαφέροντος για την απόκτηση του εργοστασίου στο Σπαθοβούνι από πλευράς της ενάγουσας, είναι το από 10.10.2013 ηλεκτρονικό μήνυμα του πρώτου εναγομένου προς τον Γ. Κ. , που εστάλη σε ανύποπτο χρόνο και στο οποίο αναφέρεται : "... σε έκανα χρυσό και έπεσα στα πόδια σου να πάρουμε την Κόρινθο μαζί και δεν ήθελες.

Σου το είχα πει, ότι εγώ είτε έρθεις, είτε όχι, θα προχωρήσω. Μου λες προχώρα με τον Π. και όταν σου είπα προχώρησα, μου κήρυξες τον πόλεμο...". Ακόμη δε, και από το προσκομισθέν από 2.5.2013 (ώρα 5.24 μμ) ηλεκτρονικό μήνυμα που επικαλείται η ενάγουσα, προκύπτει ότι μέχρι και λίγες ημέρες πριν την ίδρυση της δεύτερης εναγομένης, ο πρώτος εναγόμενος προσπαθούσε να πείσει τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της ενάγουσας Γ.

Κ. , να συμμετέχει και αυτός στην μετοχική σύνθεση της υπό ίδρυση ΤΑΝΚΟ με το ίδιο ποσοστό συμμετοχής με αυτόν (25%) αντικρούοντας τον σχετικό ισχυρισμό της ενάγουσας περί ανταγωνιστικής ενέργειας του πρώτου εναγομένου. Κατόπιν των ανωτέρω, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι ο πρώτος των εναγομένων οικειοποιήθηκε την επιχειρηματική ευκαιρία απόκτησης του εργοστασίου στο Σπαθοβούνι, μέσω της ίδρυσης και λειτουργίας της ανώνυμης εταιρείας "ΤΑΝΚΟ PETFOOD AE" συμπεριφορά που είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη.

Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίστηκε, ότι ο πρώτος εναγόμενος προέβη σε συστηματική υφαρπαγή της πελατείας της, με ρύθμιση της εμπορικής πολιτικής της ΤΑΝΚΟ, ώστε να πωλεί σε χαμηλότερες τιμές από την ίδια, στο πεδίο των ζωοτροφών για κατοικίδια, ότι μετέφερε παράνομα τα ηλεκτρονικά δεδομένα του εμπορικού τμήματός της σε προσωπικό του υπολογιστή, και ότι προσέλαβε στην ΤΑΝΚΟ στελέχη που κατείχαν θέσεις ευθύνης στην ίδια, παραβιάζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο, την υποχρέωση πίστης που όφειλε προς αυτή, συμπεριφορά που είναι ομοίως αντίθετη στα χρηστά ήθη.

Οι ισχυρισμοί αυτοί ελέγχονται ομοίως ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, πρωτίστως πρέπει να λεχθεί ότι οι δύο εταιρείες "ΩΜΕΓΑ ΑΒΕΕ" και "ΤΑΝΚΟ PETFOOD AE" εμπορεύονται προϊόντα ζωοτροφών για κατοικίδια με διαφορετικές διαδικασίες, που διαμορφώνουν κατ' ανάγκη και την τιμή πώλησης, η μεν πρώτη (ενάγουσα) με την διαδικασία "φασόν", όπως προαναφέρθηκε, επιβαρυνόμενη με το κόστος αγοράς του προϊόντος από παραγωγούς αλλά και της μεταφοράς του, διανέμοντας μετέπειτα τις συσκευασμένες, υπό την ετικέτα της, ζωοτροφές σε σούπερ μάρκετ και λοιπά καταστήματα λιανικής πώλησης, η δε δεύτερη, ως παραγωγός ζωοτροφών για ζώα συντροφιάς.

Επί πλέον δε, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος προέβαινε σε συστηματική υποτίμηση των προϊόντων της ΤΑΝΚΟ, με πρόθεση εξόντωσης της ενάγουσας ή ότι πωλούσε σε τιμές κάτω του κόστους, ούτε επίσης αποδείχθηκε, ότι ο πρώτος εναγόμενος μετήλθε αθέμιτες μεθόδους και δόλιες μεθοδεύσεις για προσέλκυση πελατείας, όπως με παραπλάνηση ή εξαγορά του πελάτη ή με πράξεις παρεμπόδισής του.

Επίσης, δεν προέκυψε παράνομη μεταφορά των ηλεκτρονικών δεδομένων του εμπορικού τμήματος της ενάγουσας από τον πρώτο εναγόμενο, αφού αυτός, λόγω της θέση του ως διευθυντή πωλήσεων της "ΩΜΕΓΑ ΑΒΕΕ" νόμιμα κατείχε στοιχεία σε προσωπικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή. Σε κάθε, δε, περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ποιά ήταν αυτά τα δεδομένα και οι εμπορικές συμφωνίες της ενάγουσας και πως αξιοποιήθηκαν σε βάρος της με ανήθικο τρόπο από τον τελευταίο.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η υπάλληλος γραφείου Α. Ν. και οι υπάλληλοι πωλητές, Σ. Κ. , Λ. Π. και Ι. Μ. απολύθηκαν από την ενάγουσα στις 31.7.2014, 29.10.2015 και 29.11.2016 αντίστοιχα και προσλήφθηκαν από την "ΤΑΝΚΟ PETFOOD AE" στις 1.9.2014, 14.1.2016 και 4.5.2017 αντίστοιχα, ενώ οι υπάλληλοι πωλητές, Χ. Κ. και Ε. Α. , απολύθηκαν στις 15.10.2015 και στις 5.8.2016 αντίστοιχα, και δεν απασχολήθηκαν στην "ΤΑΝΚΟ PETFOOD AE".

Ο δε, Β. Σ. , λογιστής-φοροτεχνικός, που υπογράφει και τους ισολογισμούς της ενάγουσας μέχρι το έτος 2014, δεν απασχολούνταν με σύμβαση εργασίας στην τελευταία, αλλά ως εξωτερικός συνεργάτης. Από κανένα αποδεικτικό μέσο, όμως, δεν αποδείχθηκε, ότι έλαβε χώρα αθέμιτη απόσπαση των ανωτέρω υπαλλήλων, οι οποίοι ενεργώντας στα πλαίσια του δικαιώματός τους για ελεύθερη επιλογή του εργοδότη τους και για αναζήτηση των καλύτερων δυνατών εργασιακών όρων, απευθύνθηκαν στην ΤΑΝΚΟ, η οποία τους προσέλαβε, χωρίς όμως να προκύψει υπάρχουσα προσυνεννόηση μεταξύ τους ή αθέμιτη παρότρυνσή τους από τον πρώτο εναγόμενο, αφού δεν αποχώρησαν οικειοθελώς από την ενάγουσα, αλλά καταγγέλθηκαν οι συμβάσεις τους, ούτε ότι οι μετέπειτα προσλήψεις τους έγιναν βάσει σχεδίου, με αποκλειστικό σκοπό όχι την αξιοποίηση των προσόντων τους, αλλά την αποδιοργάνωση της επιχείρησης της ενάγουσας.

Άλλωστε, την εργασία των ανωτέρω υπαλλήλων την γνώριζαν και ήταν σε θέση να την εκτελέσουν και οι λοιποί εργαζόμενοι του ιδίου τμήματος της ενάγουσας. Κατόπιν τούτων, δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος ενήργησε κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, ούτε ότι είχε πρόθεση επαγωγής ζημίας της ενάγουσας.

Εξ άλλου, το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα προμηθευόταν ζωοτροφές για κατοικίδια από την δεύτερη των εναγομένων ΤΑΝΚΟ, συνηγορεί στο συμπέρασμα ότι η τελευταία δεν ήταν ανταγωνιστική, δεδομένου ότι αυτή δραστηριοποιείτο σε άλλο αντικείμενο. Κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αν η ΤΑΝΚΟ ήταν πράγματι ανταγωνιστική ή της πωλούσε τα προϊόντα της, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας σε ακριβότερες τιμές από άλλες εταιρείες παραγωγής ζωοτροφών, η ενάγουσα δεν θα συνέχιζε να πραγματοποιεί αγορές τέτοιου μεγέθους από αυτήν.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το από 17.1.2014 ηλεκτρονικό μήνυμα του διευθύνοντος συμβούλου της ενάγουσας, Γ. Κ. προς τον πρώτο εναγόμενο, στο οποίο επισύναψε προσχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης μετοχών και δη εξαγοράς 78.140 ονομαστικών μετοχών του πρώτου εναγομένου, που αντιστοιχούν στο 20% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, από τον Γ. Κ. , στον 8ο όρο αυτού ο πρώτος εναγόμενος (πωλητής) διαβεβαιώνει τον αγοραστή ότι καθόλη τη διάρκεια των δώδεκα ετών της αποπληρωμής του τιμήματος, θα προσφέρει τις υπηρεσίες του με το ίδιο ενδιαφέρον και ζήλο, όπως κάνει και μέχρι σήμερα, για το κοινό όφελος και την καλή λειτουργία και ανάπτυξη της ενάγουσας. Σε αντιστάθμισμα δε, της καλής συνεργασίας τους, ο Γ. Κ. υπόσχεται και δεσμεύεται καθόλη τη διάρκεια της δωδεκαετίας να έχει άριστη συνεργασία με την ΤΑΝΚΟ, τόσο ο ίδιος προσωπικά, όσο και για λογαριασμό της εταιρείας τους ΩΜΕΓΑ. Όλα τα ανωτέρω, περιεχόμενα σε πρόταση εξαγοράς μέρους του μεριδίου του πρώτου εναγομένου στην ενάγουσα, έρχονται σε αντίθεση με τους αγωγικούς ισχυρισμούς περί παραβίασης της υποχρέωσης πίστης του πρώτου εναγομένου προς την ενάγουσα, μέσω της οικειοποίησης της επιχειρηματικής ευκαιρίας απόκτησης εργοστασίου παραγωγής ζωοτροφών καθώς και από την ίδρυση της ΤΑΝΚΟ, ενέργειες που είχαν προηγηθεί.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο Γ. Κ. αναγνώριζε ότι ο πρώτος εναγόμενος εργαζόταν με ζήλο για την ενάγουσα και αποδεχόταν την λειτουργία της ΤΑΝΚΟ στο, κατά τα ανωτέρω, αποκτηθέν εργοστάσιο στο Σπαθοβούνι, με την οποία μάλιστα επιθυμούσε να συνεργάζεται η ενάγουσα τουλάχιστον για τα επόμενα δώδεκα (12) έτη.

Σημειωτέον δε, ότι η υποβληθείσα ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού, με αριθμό ....2017 καταγγελία της ενάγουσας εις βάρος των εναγομένων και των εταιρειών "ΕΛΟΜΑΣ" και "ΑΣΤΕΡΑΣ" (α) περί σύμπραξης σε "οριζόντιο" επίπεδο μεταξύ επιχειρήσεων παραγωγής ζωοτροφών για την παραγωγή μόνον ξηράς τροφής από την ΤΑΝΚΟ και μόνον υγρής από την ΑΣΤΕΡΑΣ και την ΕΛΟΜΑΣ, ως ένα είδος αμοιβαίας εξειδίκευσης, κατά παράβαση του άρθρου 1 ν. 3959/2011 και του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ και (β) περί σύμπραξης σε "κάθετο" επίπεδο μεταξύ αφενός της ΤΑΝΚΟ και αφετέρου αλυσίδων σούπερ μάρκετ για την αποκλειστική διανομή των προϊόντων της πρώτης, τέθηκε στο αρχείο με τη με αριθμό ....2021 πράξη της Αντιπροέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

Σύμφωνα με την ανωτέρω πράξη, αφενός προηγήθηκε η με αριθμό πρωτοκόλλου ...2021 επιστολή -δήλωση παραίτησης της ενάγουσας από την ως άνω καταγγελία, αφετέρου, από την αξιολόγηση των στοιχείων δεν επιβεβαιώθηκαν τα καταγγελλόμενα περιστατικά. Επομένως, εφόσον δεν θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη του πρώτου εναγομένου, κατ' άρθρο 919 του ΑΚ, δεν γεννάται αξίωση της ενάγουσας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης σε βάρος του και η από 1.8.2017 αγωγή της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε η προσβαλλομένη δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή (αρ. 1 άρθ. 559 ΚΠολΔ) τις διατάξεις των άρθρων 23 ν. 2190/1920, 914 και 919 του ΑΚ, καθόσον αναιρετικώς ανελέγκτως δέχθηκε ειδικότερα, ότι το ενδιαφέρον της αναιρεσείουσας εταιρείας για την ίδρυση εργοστασίου παραγωγής ζωοτροφών για κατοικίδια ζώα εξέλιπε ήδη από του έτους 2011, εξ αιτίας οικονομικών λόγων και ιδίως της χρονικής συγκυρίας της επισυμβάσας οικονομικής κρίσης, το δε έκτακτο αποθεματικό αυτής, το οποίο αρχικά προοριζόταν για την πραγματοποίηση της επένδυσης, τελικώς διανεμήθηκε στους μετόχους αυτής, κατόπιν συμφωνίας αμφοτέρων, δηλαδή, του νομίμου εκπροσώπου της, προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της αναιρεσείουσας Γ.

Κ. και του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, αδελφού του, Φ. Κ. , ο οποίος ενημέρωνε άμεσα τον παραπάνω αδελφό του (νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας) για άπασες τις αναγκαίες διαδικασίες απόκτησης ενός παλαιού εργοστασίου παραγωγής ιχθυοτροφών, που βρήκε το επόμενο έτος (2012) στο Σπαθοβούνι του νομού Κορινθίας, για την απόκτηση όμως του οποίου ουδόλως ενδιαφέρθηκε η ενάγουσα διά του άνω νομίμου εκπροσώπου της, παρά τις προσπάθειες του πρώτου των αναιρεσιβλήτων να πείσει τον αδελφό του, να συμμετάσχει στην μετοχική σύνθεση, της, για τον σκοπό αυτό, ιδρυθείσας τον μήνα Μάϊο 2013 εταιρείας παραγωγής, εμπορίας, διανομής και αντιπροσώπευσης παρασκευασμένων ζωοτροφών με την επωνυμία "ΤΑΝΚΟ ΑΕ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ" και διακριτικό τίτλο "ΤΑΝΚΟ PETFOOD AE", μη αποδεικνυομένης συνεπώς της ισχυριζομένης από την αναιρεσείουσα παραβίασης της υποχρέωσης πίστης του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ως διαχειριστικού οργάνου της, με την οικειοποίηση της επιχειρηματικής ευκαιρίας απόκτησης του εν λόγω εργοστασίου για δικό του λογαριασμό, μέσω της ίδρυσης και λειτουργίας νέας εταιρείας και δη της ΑΕ ΤΑΝΚΟ.

Περαιτέρω, δέχθηκε η προσβαλλομένη ότι ουδόλως αποδείχθηκαν αθέμιτες μέθοδοι και δόλιες μεθοδεύσεις του πρώτου των αναιρεσιβλήτων με σκοπό ανταγωνισμού και πρόθεση βλάβης της αναιρεσείουσας, συνιστώσες εις βάρος της ανταγωνιστική, αδικοπρακτική και εναντίον των χρηστών ηθών συμπεριφορά, επισύρουσα αξίωση προς χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ειδικότερα, ότι ουδόλως αποδείχθηκε συστηματική υποτίμηση των προϊόντων της νέας εταιρείας "ΤΑΝΚΟ ΑΕ" και πωλήσεις των προϊόντων της κάτω του κόστους, με σκοπό την αθέμιτη προσέλκυση πελατείας εις βάρος της αναιρεσείουσας, παράνομη μεταφορά των ηλεκτρονικών δεδομένων του εμπορικού τμήματος της τελευταίας στη νέα εταιρεία, προς υφαρπαγή πελατολογίου και εμπορικών συμφωνιών της αναιρεσείουσας, ούτε αθέμιτη απόσπαση υπαλλήλων και στελεχών της τελευταίας και πρόσληψη αυτών στη νέα εταιρεία με σκοπό την αποδιοργάνωση της επιχείρησης της ενάγουσας. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Εξ άλλου, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά και ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, προδιαληφθέντα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συναφώς προς την μη αποδειχθείσα πταισματική εναντίον των χρηστών ηθών συμπεριφορά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και δη, την μη παραβίαση των υποχρεώσεων που του επιβάλλονταν από την σύμβαση μεταξύ του ιδίου και της εταιρείας, το καταστατικό της και την νομοθεσία, αλλά και την μη παράνομη και υπαίτια παραβίαση της υποχρέωσης πίστης και επιμελούς διαχείρισης των συμφερόντων της αναιρεσείουσας, και την εντεύθεν απόρριψη ως αβάσιμης της αγωγής ως προς το αίτημα αυτής επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Ειδικότερα, με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες το Εφετείο δέχθηκε, ότι η αναιρεσείουσα εγκατέλειψε για οικονομικούς λόγους, πλήρως, την ιδέα της ίδρυσης εργοστασίου παραγωγής ζωοτροφών για κατοικίδια ζώα, απόφαση που πρακτικώς επαληθεύθηκε με την διανομή του εκτάκτου αποθεματικού της, στους δύο μετόχους της (αδελφούς ...) το οποίο θα χρησίμευε για τη πραγματοποίηση της επένδυσης, ότι ο πρώτος εναγόμενος ενημέρωνε διαρκώς τον νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας, αδελφό του, συναφώς προς τις ενέργειές του να πραγματοποιήσει ο ίδιος την σχετική επένδυση με την αγορά παλαιού εργοστασίου παραγωγής ιχθυοτροφών στο Σπαθοβούνι Κορινθίας, όπως και για την ίδρυση της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης εταιρείας "ΤΑΝΚΟ PETFOOD ΑΕ" με πρόεδρο τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων και διευθύνοντα σύμβουλο τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, και τούτο παρά την συνεχιζόμενη ανυπαρξία σχετικού ενδιαφέροντος του αδελφού του, νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, να συμμετάσχει στη μετοχική σύνθεση της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, μη αποδεικνυομένης συνεπώς, της επικληθείσας με το αγωγικό δικόγραφο οικειοποίησης και εκμετάλλευσης εκ μέρους του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, για ίδιο αυτού όφελος, επιχειρηματικής ευκαιρίας που υπέδειξε ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας, ούτε εξ άλλου, παραβίασης της υποχρέωσης πίστης και αθεμίτως ανταγωνιστικής και εναντίον των χρηστών ηθών συμπεριφοράς εκ μέρους του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, εξ αιτίας συστηματικής και μεθοδευμένης μέσω της τιμολογιακής της πολιτικής, δόλιας υφαρπαγής της πελατείας της αναιρεσείουσας, ή παράνομης μεταφοράς των ηλεκτρονικών δεδομένων και αθέμιτης απόσπασης στελεχών (προσωπικού) της αναιρεσείουσας στην δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ή τέλος, οριζόντιας ή κάθετης σύμπραξης της τελευταίας με τις ανταγωνιστικές εταιρείες "ΕΛΟΜΑΣ ΑΕ" και "ΑΣΤΕΡΑΣ ΑΕ" για την αποκλειστική διανομή των προϊόντων τους από αυτή, πολύ περισσότερο αφού, η αναιρεσείουσα κατέστη "πελάτης" της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων προμηθευόμενη από αυτή προϊόντα παραγωγής της προς μεταπώληση, ο δε νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας, στα πλαίσια σχεδιασμού εξαγοράς μετοχών του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, διαβεβαιώνει ρητώς τον τελευταίο, ότι δεσμεύεται καθόλη τη διάρκεια των 12 ετών που προσυμφωνείται για την αποπληρωμή του τιμήματος εξαγοράς των μετοχών, να έχει άριστη συνεργασία με την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων , τόσο ο ίδιος προσωπικά, όσο και για λογαριασμό της αναιρεσείουσας εταιρείας.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται εκ πλαγίου παράβαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι αβάσιμος. Σημειώνεται, ότι τυχόν αντιγραφή έστω και επί λέξει περικοπών ή ολοκλήρου της αιτιολογίας της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από το επιληφθέν της υπόθεσης δικαστήριο του δευτέρου βαθμού, δεν καθιδρύει αυτή καθ' εαυτή λόγο αναίρεσης, όπως εσφαλμένως αιτιάται η αναιρεσείουσα (ΑΠ 481/2016).

Μετά δε την απόρριψη των παραπάνω λόγων αναίρεσης ως αβασίμων, καθίσταται αλυσιτελής ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αιτιάται παραβίαση συλλήβδην των αριθμών 1,8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς την απόρριψη ως αορίστων των κονδυλίων της αγωγής συναφώς προς τον αριθμητικό προσδιορισμό των ωφελημάτων που αποκόμισε ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων από τη λειτουργία της δεύτερης εναγομένης, στο ποσό των 546.913,48 ευρώ, των διαφυγόντων κερδών της στο ποσό των 297.985, 86 ευρώ και της απώλειας εσόδων εξ αιτίας περιορισμού και τελικώς αποκλεισμού της αναιρεσείουσας από τις πωλήσεις της στα δίκτυα καταστημάτων των εταιρειών "ΕΛΟΜΑΣ" και "ΑΣΤΕΡΑΣ" , στο ποσό των 387.958 ευρώ, καθόσον το δεδικασμένο που απορρέει μετά την απόρριψη των άνω λόγων, ως προς την ένδικη έννομη σχέση, αποκλείει την έρευνα του ορισμένου των κατ' ιδίαν κονδυλίων που την αφορούν.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 14/2005 και 2/2008).

Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα, ισχυρίζεται ότι καταλείπονται αμφιβολίες ως προς την συνεκτίμηση από το Εφετείο της από 27.12.2017 ένορκης βεβαίωσης του Κ. Μ. , προϊσταμένου του λογιστηρίου της και της διαδοχικής ηλεκτρονικής αλληλογραφίας της, κατά τη διάρκεια των ετών 2011 έως 2014, μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της και του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, από το περιεχόμενο των οποίων προέκυπτε αβίαστα, ότι υπήρχε ήδη από του έτους 2010 ενδιαφέρον του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας για επένδυση στον κλάδο της παραγωγής ζωοτροφών για κατοικίδια, πλην ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων και έτερος μέτοχος αυτής, προχώρησε αυτοβούλως στη πραγματοποίηση της επένδυσης (με την αγορά του εργοστασίου στο Σπαθοβούνι και την ίδρυση της ανταγωνιστικής εταιρείας ΤΑΝΚΟ) χωρίς την συναίνεση της αναιρεσείουσας, αφού προηγουμένως παραπλανητικά φερόμενος, πρότεινε στον νόμιμο εκπρόσωπο της τελευταίας να συμμετέχει στην υπό ίδρυση εταιρεία, και τον διαβεβαίωνε ότι η τελευταία δεν θα είχε ανταγωνιστικό χαρακτήρα, καθώς και ότι στη πραγματικότητα η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, προμηθεύτρια της αναιρεσείουσας, της πωλούσε προϊόντα σκοπίμως ακριβότερα, σε σχέση με την τιμολόγηση λοιπών προμηθευτών, στην αντίδραση δε της αναιρεσείουσας για το γεγονός, η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων την απείλησε με οικονομικές κυρώσεις "μέσω δολιοφθοράς" σε πελάτες της.

Τέλος, διότι από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, προέκυπτε με σαφήνεια, αντίθετα προς τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, η παράνομη μεταφορά εμπορικών εταιρικών μυστικών αρχείων σε προσωπικό υπολογιστή του πρώτου των εναγομένων, καθώς και η άμεση πρόσληψη στελεχών της αναιρεσείουσας από την νεοιδρυθείσα δεύτερη των αναιρεσιβλήτων.

Οι παραπάνω αιτιάσεις δεν συγκροτούν την επικαλούμενη πλημμέλεια, και καθιστούν τον υπόψη λόγο αναίρεσης απαράδεκτο, καθόσον δεν γίνεται επίκληση μη λήψης υπόψη της ένορκης βεβαίωσης του Κ. Μ. (της οποίας η λήψη υπόψη, σε κάθε περίπτωση, ρητώς βεβαιώνεται στην αναιρεσιβαλλομένη) και της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας των αδελφών ... , αλλά πλήττεται ευθέως η ανάλυση, στάθμιση , αξιολόγηση και εκτίμησή τους ως αποδεικτικών μέσων, ζήτημα το οποίο εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υφισταμένου ετέρου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) , και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (αρθ. 176,183,189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό της παρούσας οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.11.2022 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 20/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ