Legislator Case Law & Legislation
227/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against doctors' contract dispute, ruling they were legally transferred to permanent positions.

Case Number 227/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Attica Health Administration against a group of doctors and dentists. The court found that the doctors had already been legally transferred to permanent positions under specific laws effective from 2014, making the alleged violation of their contract status inadmissible. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the Health Administration was ordered to pay the legal costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 16 and 17 of Law 4238/2014; Articles 21 of Law 4238/2014; The court ruled that medical professionals working under dependent contracts were legally transferred to permanent organizational positions, thereby rendering claims regarding their contractual status inadmissible.

Keywords

AI generated
dependent employment contracts permanent position transfer healthcare professionals administrative appeal legal costs allocation medical staff status civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 16 paragraph 1 of Law 4238/2014
Article 17 paragraph 1 of Law 4238/2014
Article 21 paragraph 2 of Law 4238/2014
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 94 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 227 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 227/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.ΠΕ Αττικής),που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Μουζουράκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Ι. του Κ., κατοίκου ...,κλπ. 296, που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου-Ελευθερίου Τάγαρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ./-2020 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 626/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4001/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από …/-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση (ΑΠ 1642/2023, 1026/2022, 1179/2018).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ιδίου κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και ειδικά, για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Επίσης κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΑΠ 885/2023, 152/2023, 1298/2022, 318/2022, 220/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι, κατά τη συζήτηση της, από 19.10.2023 και με αριθμό κατάθεσης 8309/834/23.10.2023, ένδικης αίτησης αναίρεσης στην ορισθείσα δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (06.02.2024) και κατά την εκφώνησή της με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, άπαντες οι αναιρεσίβλητοι, φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο-Ελευθέριο Τάγαρη.

Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ανωτέρω δικηγόρος, είχε πληρεξουσιότητα να παραστεί, κατά τη συζήτηση της άνω αίτησης αναίρεσης από τους 24ο, 110ο, 141ο, 150η, 163ο, 179ο, 197ο, 219ο, 234η, 242ο, 246ο και 284ο αναιρεσίβλητους, ήτοι Ν. Β., Γ. Κ., Ε. Λ. ως κληρονόμο του αρχικώς ενάγοντος Π. Λ., Ε. Μ., Σ. Μ., Χ. Ν., Λ.

Π., Γ. Π., Χ. Ρ., Γ. Σ., Δ. Σ. και Χ. Χ. αντιστοίχως, αφού δεν προσκόμισε (ούτε επικαλέστηκε) έγγραφη περί τούτου εξουσιοδότηση των εν λόγω διαδίκων προς τον δικηγόρο αυτό, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του κάθε εντολέως από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο.

Επομένως, εφόσον δεν έχει χορηγηθεί πληρεξουσιότητα από τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους στον ως άνω Δικηγόρο, προηγούμενη της συζήτησης, γεγονός που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 104 ΚΠολΔ), αυτοί δεν παρίσταται προσηκόντως κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην αναιρετική δίκη και θεωρούνται δικονομικά απόντες.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν …/…..2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Π., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση του αναιρεσείοντος προς τους ανωτέρω (μεταξύ των άλλων), 24ο, 110ο, 141ο, 150η, 163ο, 179ο, 197ο, 219ο, 234η, 242ο, 246ο και 284ο, αναιρεσίβλητους για να παρασταθούν στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος νομίμως και εμπροθέσμως στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των άνω αναιρεσιβλήτων (που παρέστη γι' αυτούς στην εκκλητή δίκη) Δημήτριο-Ελευθέριο Τάγαρη, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, παρά την, κατά τα ανωτέρω, δικονομική απουσία των παραπάνω αναιρεσιβλήτων, εφόσον αυτοί κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 62 εδ. α του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, όπως είναι η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης, ενώ δεν υφίσταται στάδιο συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος (ΑΠ 1003/2023, 1298/2022, 1446/2019, 1487/2019, 533/2018, 1611/2011).

Αντιθέτως, η αίτηση αναίρεσης που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή αυτοβούλως εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή, κατ' εφαρμογή των άρθρων 291 και 290 του ΚΠολΔ, και δηλώνουν ότι συνεχίζουν τη δίκη (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 1003/2023, 306/2020, 533/2018, 433/2017, 86/2016).

Περαιτέρω, ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βιαία διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση (ή κατά τους αναφερόμενους στο άρθρο 287 παρ. 1 ΚΠολΔ τρόπους) και, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επανάληψης και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 906/2020, 335/2018, 21/2017, 807/2017).

Αν αντίθετα ο αντίδικος προβάλλει αντιρρήσεις, η κληρονομική ιδιότητα εξετάζεται από το Δικαστήριο παρεμπιπτόντως, με ελεύθερη απόδειξη (ΑΠ 2014/2009, 1550/2008). Σε περίπτωση δε απλής ομοδικίας, ο θάνατος του απλού ομοδίκου, επιφέρει βιαία διακοπή της δίκης μόνον ως προς τον θανόντα διάδικο, ενώ ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 193/2018, 382/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσίβλητων, με δήλωση του προφορικά στο ακροατήριο που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, αλλά και με τις προτάσεις του, γνωστοποίησε ότι: 1) ο 107ος αναιρεσίβλητος Κ. Κ. απεβίωσε στις 24.02.2023 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από το τέκνο του (θυγατέρα του) Α.

Κ. Μ., ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο του, προσκομίζοντας, μεταξύ των άλλων, α) την (αριθμός/τόμος/ έτος). 23/1/2023 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου Π….Αττικής, β) το υπ' αριθμ. πρωτ. …/2023 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του δήμου ….., εκ του οποίου προκύπτει ότι ο ανωτέρω κατέλειπε, κατά το χρόνο του θανάτου του, μοναδικό εγγύτερο συγγενή του το ανωτέρω τέκνο του Α.

Κ. Μ., γ) το με αριθμό …/2023 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Κρωπίας περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του ανωτέρω αποβιώσαντος και δ) τη …/2023 διάταξη περί εκδόσεως κληρονομητηρίου της Ειρηνοδίκη Κρωπίας, όπου πιστοποιείται ότι μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του ανωτέρω είναι το παραπάνω τέκνο του Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι ο θάνατος του ανωτέρω 107ου αναιρεσιβλήτου έλαβε χώρα πριν από την άσκηση της ένδικης, από 19.10.2023 με αριθμό κατάθεσης …/…/….2023, αίτησης αναίρεσης.

Από κανένα, όμως, αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον ν.π.δ.δ., κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, γνώριζε τον θάνατο αυτού. Επομένως, και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του ως άνω αναιρεσιβλήτου που είχε αποβιώσει πριν την άσκησή της.

Δεδομένου δε ότι το παριστάμενο αναιρεσείον ν.π.δ.δ. δεν αμφισβητεί την κληρονομική ιδιότητα της ανωτέρω παρισταμένης κληρονόμου του άνω αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου, η διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από την προαναφερόμενη κληρονόμο αυτού. 2) Ο 128ος αναιρεσίβλητος Γ. Κ. απεβίωσε στις 18.12.2023 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη σύζυγό τους Τ.

Μ. και τα τέκνα τους Μ… και Δ. Κ., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, προσκομίζοντας, μεταξύ των άλλων, α) την …/6/2023 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου …., β) το υπ' αριθμ. πρωτ. …/2024 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του δήμου ….., εκ του οποίου προκύπτει ότι ο ανωτέρω κατέλειπε, κατά το θάνατό του, μοναδικούς εγγύτερους συγγενείς του τους ανωτέρω σύζυγο και δύο τέκνα του και γ) τα με αριθμό …/….2024 και …/….2024 πιστοποιητικά του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του ανωτέρω αποβιώσαντος και μη αποποίησης της κληρονομίας αυτού από τους άνω κληρονόμους του αντιστοίχως.

Ενόψει δε του ότι ο θάνατος αυτού επήλθε μετά την άσκηση της ένδικης, από 19.10.2023 με αριθμό κατάθεσης …./…/….2023, αίτησης αναίρεσης, το δε παριστάμενο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. δεν αμφισβητεί την κληρονομική ιδιότητα των ανωτέρω παρισταμένων κληρονόμων του ως άνω αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου, η διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από τους προαναφερόμενους κληρονόμους αυτού (κατά τον λόγο της κληρονομικής μερίδος εκάστου).

Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη, από 19.10.2023 με αριθμό κατάθεσης …/…/...2023, αίτηση αναίρεσης κατά, της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, 4001/24.08.2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την, από 22.09.2022 και με αριθμό κατάθεσης …./…/2022, έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.Πε Αττικής) κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων [ενώ δέχτηκε κατ' ουσίαν την, ασκηθείσα με το, από 23.01.2023 και με αριθμό κατάθεσης …/…/2023, ιδιαίτερο δικόγραφο, αντέφεση των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά το μέρος που αφορούσε το νομιμότοκο των επιδικασθέντων ποσών] και κατά της 606/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη (ως προς τους εν προκειμένω διαδίκους) την, από 22.09.2020 και με αριθμό κατάθεσης …/…/2020, αγωγή (μεταξύ των άλλων) των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του ήδη αναιρεσείοντος περί επιδίκασης στους ενάγοντες, ιατρούς και οδοντιάτρους, απασχολούμενους, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σε πρωτοβάθμιες μονάδες υγείας του εναγομένου, όπου είχαν μεταταχθεί/μεταφερθεί σε οργανικές θέσεις αυτού και εντάχθηκαν σε οργανικές θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών/οδοντιάτρων Ε.Σ.Υ., με βάση τις διατάξεις του ν. 4238/2014, διαφορών αποδοχών, του χρονικού διαστήματος, από 01.01.2017 έως και 31.08.2020, μεταξύ αυτών που έλαβαν το ως άνω διάστημα με τις περικοπές των διατάξεων των νόμων 4093/2012 και 4472/2017, που αντίκεινται όμως σε διατάξεις του Συντάγματος, και των αποδοχών που το εναγόμενο υποχρεούτο να τους καταβάλει, χωρίς τις περικοπές των αντισυνταγματικών διατάξεων των νόμων αυτών, νομιμοτόκως, εξαφάνισε την άνω εκκαλούμενη απόφαση (κατ' αποδοχήν της αντέφεσης) ως προς το κεφάλαιο αναφορικά με το νομιμότοκο των επιδικασθέντων πρωτοδίκως απαιτήσεων, και ακολούθως, αφού κράτησε και δίκασε την ουσία της υπόθεσης ως προς αυτό, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος να καταβάλει τα ποσά που επιδικάστηκαν πρωτοδίκως σε κάθε ένα των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, με επιτόκιο 3% ετησίως, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμό των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθμός 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθεται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, 20/2005, ΑΠ 575/2021, 182/2020). ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, καθόσον η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 575/2021, 182/2020.

Επίσης, για να είναι ορισμένος ο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, έστω και συνοπτικά, οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 1056/2022, 575/2021, 988/2021, 799/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον μοναδικό, εκ του επικαλούμενου αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ανεπαρκείς αιτιολογίες), αληθώς όμως εκ του αριθμού 1 του ιδίου άρθρου, ως εκ του αποδιδόμενου στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση νομικού σφάλματος, λόγο αναίρεσης την αναιρετική πλημμέλεια:

α) κατά το πρώτο σκέλος του, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138 - 140 του ν. 4472/2017, κρίνοντας ότι αυτές είναι αντίθετες με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 3 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών του Ε.Σ.Υ., καθώς και προς τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, ενώ όφειλε να κρίνει ότι δεν αντίκεινται στις προρρηθείσες συνταγματικές διατάξεις κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα, και β) κατά το δεύτερο σκέλος του, ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 1 και 2 του ν. 4238/2014 και του ν. 4472/2017, διότι "η κρίση περί αντισυνταγματικότητας των σχετικών διατάξεων του ν. 4472/2017 δεν έχει εφαρμογή στους ιατρούς που, προήλθαν από ΙΚΑ ως ΙΔΑΧ (κατά τις διατάξεις ν. 4238/2014, όπως οι αναιρεσίβλητοι), εργαζόμενοι εκεί χωρίς κρίσεις, χωρίς ιδιαίτερες προϋποθέσεις και χωρίς τις ίδιες συνθήκες εργασίας των ιατρών του ΕΣΥ.

Οι αναιρεσίβλητοι ουδέποτε ελάμβαναν τις αποδοχές του ν. 3205/2013 καθώς δεν ανήκαν στο Ε.Σ.Υ. και δεν υπέστησαν τις περικοπές του ν. 4093/2012, αντίθετα από την ένταξή τους σε θέσεις κλάδου ιατρών του Ε.Σ.Υ. έλαβαν τις αποδοχές των ιατρών του Ε.Σ.Υ. και δεν εκρίθησαν ποτέ παρά μόνο έλαβαν βαθμό με βάση τα έτη προϋπηρεσίας τους".

Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας και συγκεκριμένα διότι, αν και το Εφετείο ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, έστω και συνοπτικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέσθηκε, κατά το αναιρεσείον, η προσβαλλόμενη παραβίαση του αναφερόμενου κανόνος ουσιαστικού δικαίου.

Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός ως προς το παραπάνω σκέλος του (πρώτο) είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι οι διατάξεις των άρθρων 138-140 του ν. 4472/2017 [με τις οποίες καθορίστηκε (αναδρομικά από 01.01.2017 -άρθρο 162) ο βασικός μισθός, τα επιδόματα και τα ωρομίσθια εφημεριών των ιατρών του Ε.Σ.Υ. (στους οποίους περιλαμβάνονται και οι αναιρεσίβλητοι), στο πλαίσιο θεσμοθέτησης εξ υπαρχής νέου ειδικού μισθολογίου για τους ανωτέρω, και των οποίων διατάξεων η εφαρμογή εξειδικεύεται στα άρθρα 154 και 155 του ως άνω νόμου, σε συνδυασμό με τα άρθρα 136 και 137 αυτού], όπως κρίθηκαν με την 2/2024 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του παρόντος Δικαστηρίου (αλλά και με την 1408/2022 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας), αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 3 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών του Ε.Σ.Υ., καθώς και προς τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) και της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος).

Επίσης ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος (ακόμη και υπό την εκδοχή της εκ πλαγίου παράβασης των ανωτέρω διατάξεων, δια ανεπαρκών αιτιολογιών) λόγω αοριστίας και συγκεκριμένα διότι, αν και το Εφετείο ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, έστω και συνοπτικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέσθηκε, κατά το αναιρεσείον, η προσβαλλόμενη παραβίαση του αναφερόμενου κανόνος ουσιαστικού δικαίου.

Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός ως προς το παραπάνω σκέλος του (δεύτερο) είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, ενόψει του ότι οι αναιρεσίβλητοι ιατροί και οδοντίατροι που, κατά τα εκτιθέμενα στην αναίρεση, απασχολούνταν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και, από το έτος 2014, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του ν. 4238/2014, είχαν ήδη μεταταχθεί/μεταφερθεί σε οργανικές θέσεις της αναιρεσείουσας 1ης Δ.Υ.Πε.

Αττικής εντάχθηκαν δε σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων Ε.Σ.Υ., σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 του άνω ν. 4238/2014, λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις, δηλαδή, οι αποδοχές αυτών καθορίζονται από το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) που προβλέπει η ισχύουσα εκάστοτε νομοθεσία (ΟλΑΠ 2/2024, 3-4/2022), το δε επίδικο διάστημα (01.01.2017 έως 31.08.2020) αφορά μεταγενέστερο χρόνο της έναρξης ισχύος των σχετικών διατάξεων του ν. 4472/2017 (που ισχύουν αναδρομικά από 01.01.2017 - άρθρο 162 του ν. 4472/2017) και συνεπώς οι διατάξεις του νόμου αυτού αφορούν και τους αναιρεσίβλητους.

Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναρεσείον ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.Πε Αττικής), το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε μέσω του νομικού συμβουλίου του Κράτους, ώστε να συντρέχει περίπτωση επιβολής μειωμένων εις βάρος του δικαστικών εξόδων (ΑΠ 885/2023, 18/2020, 1072/2020), λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (1ο έως και 23ο, 25η έως και 109ο, 111ο έως και 140η, 142ο έως και 149ες, 151ο έως και 162η, 164η έως και 178ο, 180ο έως και 196ο, 198ο έως και 218η, 220η έως και 233ο, 235ο έως και 241η, 243η, 244η, 245ο, 247ο έως και 283η, 285η έως και 296η), που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ενώ διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα τεθεί ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, ήτοι τους 24ο, 110ο, 141ο, 150η, 163ο, 179ο, 197ο, 219ο, 234η, 242ο, 246ο και 284ο, ελλείψει αιτήματός τους (άρθρο 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), καθώς, όπως προαναφέρθηκε, δεν παρίσταται προσηκόντως κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην αναιρετική δίκη και θεωρούνται δικονομικά απόντες.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 19.10.2023 με αριθμό κατάθεσης …/…/2023, αίτηση για αναίρεση της 4001/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των 1ου έως και 23ου, 25ης έως και 109ου, 111ου έως και 140ης, 142ου έως και 149ων, 151ου έως και 162ης, 164ης έως και 178ου, 180ου έως και 196ου, 198ου έως και 218ης, 220ης έως και 233ου, 235ου έως και 241ης, 243ης, 244ης, 245ου, 247ου έως και 283ης, 285ης έως και 296ης αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ