Legislator Case Law & Legislation
227/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's assessment of documentary evidence regarding a party's legal capacity.

Case Number 227/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding the legal capacity of a third party. The appellant argued that the lower court failed to consider specific documents proving the third party's independent business activities and financial standing. The court ruled that the lower court had duly considered all submitted evidence and that the appellant's claims regarding the assessment of proof were inadmissible as they violated the principle of finality on evidence evaluation.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 CPolD; Art. 561 para. 1 CPolD: An appeal based on the non-consideration of evidence is inadmissible if the lower court has duly taken all submitted documents into account and evaluated them, as the appellate court cannot re-evaluate the evidence assessment.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence assessment legal capacity documentary proof finality of judgment

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 CPolD
Art. 561 para. 1 CPolD
Art. 176 CPolD
Art. 183 CPolD
Art. 495 para. 4 CPolD

Cited Case Law

AI generated
OLAP 14/2015
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 227 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 227/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Χ. του Δ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μαραζιώτη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζύγου Ν. Ε., το γένος Ι. Λ., κατοίκου ... και 2) Ν. Μ. του Ν., κατοίκου .... Η 1η αναιρεσίβλητη παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Χαραλαμπόπουλο και ο 2ος αναιρεσίβλητος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αδαμαντία Αναγνώστου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-03-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4980/2011 μη οριστική και 364/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2992/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-07-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 131 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 16 του Ν. 2447/1996, "Η δήλωση βούλησης είναι άκυρη αν κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πραττομένων του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική ταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του.

Οι κληρονόμοι μπορούν, μέσα σε μια πενταετία από την επαγωγή, να προσβάλλουν για έναν από τους λόγους της προηγούμενης παραγράφου τις μη χαριστικές δικαιοπραξίες που έγιναν από τον κληρονομούμενο ή προς αυτόν τότε μόνο: 1. αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας εκκρεμούσε διαδικασία για την υποβολή του κληρονομουμένου σε δικαστική συμπαράσταση λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί ή αν μετά την κατάρτιση ο κληρονομούμενος υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί ή αν μετά την κατάρτιση ο κληρονομούμενος υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση για την παραπάνω αιτία 2.

αν η δικαιοπραξία καταρτίστηκε ενόσω αυτός βρισκόταν έγκλειστος σε ειδική για την κατάστασή του μονάδα ψυχικής υγείας 3. αν η κατάσταση που επικαλούνται οι κληρονόμοι προκύπτει από την ίδια τη δικαιοπραξία που προσβάλλεται". Από τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του άνω άρθρου συνάγεται ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, ο δηλών, από τις παραπάνω αιτίες δεν είχε συνείδηση των πράξεων ή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που είναι δυνατόν να συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο, εφόσον ο νόμος δεν το αποκλείει, δεν είχε έλλογη κρίση, που να του επιτρέπει να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς και βρισκόταν σε αδυναμία να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτήν.

Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του δηλούντος νοείται, ειδικότερα, κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται, κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του δηλούντος με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων.

Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως λ.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως λ.χ. η γεροντική άνοια, όταν απ' αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, η ολιγοφρένεια κ.α.

Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών του κατά τα παραπάνω ανικάνου λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής είναι απόλυτη, ώστε οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να την προσβάλλει (ΑΠ 553/2016, ΑΠ 645/2015, ΑΠ 1413/2014). Εξάλλου, η εφαρμογή του δεύτερου εδαφίου του ίδιου άρθρου με την οποία τίθενται περιορισμοί στο δικαίωμα των κληρονόμων, να επικαλεσθούν την ακυρότητα των δικαιοπραξιών που κατήρτισε ο κληρονομούμενος από αυτούς, ενώ βρισκόταν σε μια από τις προαναφερόμενες καταστάσεις ανικανότητας, προϋποθέτει δικαιοπραξίες επαχθείς (μη χαριστικές) δηλαδή δικαιοπραξίες με τις οποίες η προσπόριση περιουσιακού οφέλους (επίδοση) έγινε έναντι ανταλλάγματος.

Οι χαριστικές δικαιοπραξίες του κληρονομουμένου, δηλαδή εκείνες με τις οποίες η επίδοση έγινε χωρίς αντάλλαγμα δεν εμπίπτουν στη ρύθμιση αυτή, αλλά αρκεί για την προσβολή τους η συνδρομή των όρων του πρώτου εδαφίου του ίδιου άρθρου (ΑΠ 372/2015, ΑΠ 8/2013, ΑΠ 888/2010). Τέλος, η άκυρη για την παραπάνω αιτία δικαιοπραξία μπορεί να έχει καταρτισθεί και από αντιπρόσωπο του ανίκανου κληρονομούμενου, εφόσον αυτός χορήγησε τη σχετική πληρεξουσιότητα στον αντιπρόσωπό του, ενώ βρισκόταν σε κατάσταση ανικανότητας, οπότε ναι μεν η πληρεξουσιότητα δεν συνιστά καθ` εαυτήν χαριστική δικαιοπραξία, αλλά ούτε και επαχθή, εφόσον όμως αφορά στην τέλεση από τον αντιπρόσωπο του ανίκανου χαριστικής δικαιοπραξίας, εμπίπτει τελικά στη ρύθμιση του πρώτου εδαφίου του άρθρου 131 ΑΚ και τόσον η ίδια όσον και η μετέπειτα δικαιοπραξία του αντιπροσώπου μπορεί να προσβληθεί ως άκυρη από τους κληρονόμους σύμφωνα με τους ορισμούς του πρώτου εδαφίου του άρθρου 131 ΑΚ (ΑΠ 372/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "Στις 10-1-2015 απεβίωσε η Ε. Λ., στο ... και συγκεκριμένα, στο "... Διαγνωστικό και Θεραπευτικό Κέντρο", στο οποίο νοσηλευόταν, ήδη, από τις 18-10-2004, πάσχουσα από υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη και καρδιακή ανεπάρκεια, ενώ είχε υποστεί στις 18-11-2004 και οξύ εγκεφαλικό επεισόδιο-παραπληγία.

Κατά το χρόνο του θανάτου της κατέλιπε πλησιέστερους συγγενείς: α) τα δύο τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού της Ι. Λ. και συγκεκριμένα, την Α. συζ. Ν. Ε., το γένος Ι. Λ., ήδη, πρώτη ενάγουσα και το Γ. Λ. του Ι. και β) τον εγγονό της προαποβιώσασας αδελφής της Δ. χήρας Ν. Μ., το γένος Γ. Λ. και συγκεκριμένα, Ν. Μ., ήδη, δεύτερο ενάγοντα.

Η Ε. Λ., κατά τα τελευταία έτη, διέμενε στη ..., στην οδό ... αριθ. …, μαζί με την αδελφή της Κ. Χ. και το σύζυγο της τελευταίας, ήδη, εναγόμενο. Μετά, δε, το θάνατο της εν λόγω αδελφής της, στις 24-6-2004, η Ε. Λ. κατέστη κληρονόμος κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε όλη την κληρονομιαία περιουσία αυτής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, η Ε.

Λ., λίγους μήνες πριν το θάνατό της, με το υπ' αριθ. .../30-7-2004 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αιγάλεω Αμαλίας Κυριακάκη-Καρπαθάκη χορήγησε στον εναγόμενο την πληρεξουσιότητα, αφενός, μεν, να αποδεχθεί για λογαριασμό της την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομία της αδελφής της, Β. Λ., που, επίσης, είχε αποβιώσει, αφετέρου, δε, να συστήσει δωρεές εν ζωή ή αιτία θανάτου προς τον εαυτό του ενεργώντας με αυτοσύμβαση, για τα εξ αδιαθέτου κληρονομικά μερίδια αυτής από τις κληρονομίες των, ως άνω, αδελφών της, ενώ με το υπ' αριθ. 2449/17-8-2004 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Τρωγάδα χορήγησε, επίσης, στον εναγόμενο την πληρεξουσιότητα να προβεί στην προς τρίτους και προς τον εαυτό του πώληση των ακινήτων της.

Ακολούθως, ο εναγόμενος, με την υπ' αριθ. 2447/12-8-2004 πράξη αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Τρωγάδα, νομίμως μεταγεγραμμένη, αποδέχθηκε για τον εαυτό του και για λογαριασμό της Ε. Λ. ένα από τα κληρονομιαία ακίνητα της Κ. Χ. και συγκεκριμένα, ένα οικόπεδο, επιφανείας 681,72 τ.μ., μετά της επ' αυτού οικίας, εμβαδού 101 τ.μ., κείμενο στη ...

και στην οδό ... αριθ. 25, το οποίο περιήλθε κατ' αυτόν τον τρόπο στην Ε. Λ. κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου. Επίσης, ο εναγόμενος, με την υπ' αριθ. 65331/8-10-2004 πράξη αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Αιγάλεω Αμαλίας Κυριακάκη-Καρπαθάκη αποδέχθηκε για λογαριασμό του και για λογαριασμό της Ε. Λ. τα υπόλοιπα κληρονομιαία ακίνητα της Κ.

Χ. και συγκεκριμένα, για λογαριασμό της Ε. Λ. τα εξής ακίνητα: 1) το 50% εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, επιφανείας 901,64 τ.μ. μετά της επ' αυτού οικίας... στη ... επί των οδών ... αριθ. … και ..., 2) το 50% εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, επιφάνειας 710,75 τ.μ. μετά της επ' αυτού διώροφης οικοδομής... στη ... επί των οδών ..., ... αριθ.

…και ..., 3) το 50% εξ αδιαιρέτου ενός εκτός σχεδίου αγροτεμαχίου, επιφάνειας 504,31 τ.μ. στο Δήμο ...... 4) το 50% εξ αδιαιρέτου ενός εκτός σχεδίου αγροτεμαχίου, επιφάνειας 315 τ.μ. στη Σκάλα ...... 5) το 50% εξ αδιαιρέτου ενός εκτός σχεδίου οικοπέδου επιφάνειας 459,80 τ.μ., μετά της επ' αυτού οικίας, επιφάνειας 459,80 τ.μ. στο Δήμο ......

Εκτός των ανωτέρω ακινήτων, που κληρονόμησε από την αδελφή της Κ. Χ., η Ε. Λ. είχε στην πλήρη κυριότητά της ένα οικόπεδο, επιφάνειας 499,15 τ.μ., μετά της επ' αυτού οικίας, εμβαδού 130,90 τ.μ., στο Δήμο ..., επί των οδών ... και .... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, ο εναγόμενος, κάνοντας χρήση του, ως άνω, υπ' αριθ. 2449/17-8-2004 πληρεξουσίου, προέβη...

Ακολούθως, ο εναγόμενος, κάνοντας χρήση του, ως άνω, υπ' αριθ. .../30-7-2004 πληρεξουσίου, μεταβίβασε με αυτοσύμβαση, λόγω δωρεάς εν ζωή προς τον εαυτό του: Α) δυνάμει του υπ' αριθ. .../15-10-2004 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της Συμβολαιογράφου Αιγάλεω Αμαλίας Κυριακάκη-Καρπαθάκη: α) το 50% εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου μετά της επ' αυτού οικίας, κειμένου στη ...

και επί των οδών ... αριθ. 9 και ..., και β) το 50% εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, μετά της επ' αυτού διόροφης οικίας, κειμένου στη ... επί των οδών ..., ... αριθ. 61 και ..., που περιγράφονται, ανωτέρω, υπό τους αριθμούς 1 και 2 στην υπ' αριθ. 65331/8-10-2004 πράξη αποδοχής κληρονομίας, Β) δυνάμει του υπ' αριθ. .../15-10-2004 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της ιδίας, ως άνω, Συμβολαιογράφου:

α) το 50% εξ αδιαιρέτου του κειμένου στον ...... ακινήτου, επιφάνειας 504,31 τ.μ. και β) το 50% εξ αδιαιρέτου του κειμένου στη Σκάλα ......, επιφάνειας 315 τ.μ., που ομοίως αναφέρονται ανωτέρω, υπό τους αριθμούς 3 και 4 στην ιδία πράξη αποδοχής κληρονομίας... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η Ε. Λ., τουλάχιστον από το έτος 1956, δηλαδή από την ηλικία των 32 ετών (γεννήθηκε το έτος 1924), έπασχε από σοβαρή ψυχική-πνευματική νόσο και συγκεκριμένα, από σχιζοφρένεια παρανοϊκού τύπου-ψυχωσική συνδρομή.

Εξαιτίας της νόσου αυτής, με τις υπ' αριθ. 124/9-1-1956, 11153/24-10-1956, 13776/25-10-1957, 10915/14-10-1958, 11668/25-9-1959, 14229/6-11-1961, 14225/9-10-1964 και 18662/29-6-1967 αποφάσεις του Διευθυντή του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), στο οποίο ήταν ασφαλισμένη, κρίθηκε ανάπηρη σε ποσοστό 67% και ανίκανη να εργασθεί, κατά τα αναφερόμενα σε κάθε απόφαση χρονικά διαστήματα.

Με την τελευταία, δε, από τις ανωτέρω αποφάσεις, κατόπιν της συνεχούς συνταξιοδότησής της, λόγω της εν λόγω ασθενείας της, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δώδεκα (12) ετών, αποφασίσθηκε η παράταση του χρόνου συνταξιοδότησής της επ' αόριστον. Τη σχετική δε, σύνταξη ελάμβανε, έκτοτε, αυτή συνεχώς μέχρι το θάνατό της.

Πριν τη λήψη των ανωτέρω αποφάσεων (πλην της τελευταίας, που ελήφθη, κατ' εφαρμογή των οικείων νομικών διατάξεων) η Ε. Λ. εξεταζόταν από τις αρμόδιες Υγειονομικές επιτροπές του ΙΚΑ, οι οποίες διαπίστωναν κάθε φορά, ότι έπασχε από σχιζοφρένεια και ότι συνεπεία αυτής ήταν ανίκανη προς εργασία, τελικώς, δε, της χορηγήθηκε, ισοβίως, αναπηρική σύνταξη, μετά από αξιολόγηση της βαρύτητας και της μονιμότητας της ασθένειάς της.

Εξάλλου, με την υπ' αριθ. 11014/1957 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ουδέποτε ανακλήθηκε, η Ε. Λ. τέθηκε υπό δικαστική αντίληψη, καθόσον έγινε δεκτό ότι λόγω της πνευματικής νόσου της σχιζοφρένειας, από την οποία έπασχε, βρισκόταν σε κατάσταση "διφορουμένων φρενών". Από τη θέση της Ε. Λ. σε δικαστική αντίληψη, η οποία, ως γεγονός, συνεκτιμάται με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δεν τεκμαίρεται η ψυχική και διανοητική διαταραχή της, ούτε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τη συνδρομή τέτοιου τεκμηρίου...

Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η τελευταία είχε νοσηλευθεί στη νευρολογική-ψυχιατρική κλινική "...", λόγω ψυχικής συνδρομής κατά τα χρονικά διαστήματα: 1) από 13-2-1975 έως 17-6-1975, 2) από 3-7-1976 έως 2-2-1977, 3) από 5-12-1978 έως 29-6-1979, 4) από 3-7-1979 έως 12-1-1980 και 5) από 22-4-1981 έως 12-6-1981. Τα χρονικά, δε, διαστήματα, που δεν νοσηλευόταν, την φρόντιζαν οι αδελφές της, κατά τα τελευταία, δε, έτη τη φρόντιζε μέχρι το έτος 2004, οπότε απεβίωσε, η αδελφή της Κ.

Χ., μαζί με τον εναγόμενο σύζυγό της. Περαιτέρω, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η σχιζοφρένεια, από την οποία έπασχε η Ε. Λ., ήταν σοβαρή, μη ιάσιμη και μόνιμη ψυχική-πνευματική νόσος, συνεπεία της οποίας βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της και την καθιστούσε εξαρτημένη από τρίτους, υπό την επιρροή των οποίων ενεργούσε.

Στην κατάσταση, δε, αυτή, της ψυχικής και διανοητικής διαταραχής, συνεπεία της εν λόγω σοβαρής και μόνιμης νόσου, βρισκόταν η Ε. Λ. και στις 30-7-2004, οπότε καταρτίσθηκε το προσβαλλόμενο με την υπό κρίση αγωγή, ως άκυρο, υπ' αριθ. .../30-7-2004 πληρεξούσιο. Η διαταραχή, δε, αυτή περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προσδιορίσει αυτήν με λογικούς υπολογισμούς, σε σχέση με την διάθεση της περιουσίας της και να μην είναι σε θέση να διαγνώσει την ουσία, το περιεχόμενο και τις συνέπειες της πράξης (χορήγηση πληρεξουσιότητας για χαριστικές δικαιοπραξίες), που επιχειρούσε.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου περί της ψυχικής και διανοητικής διαταραχής της Ε. Λ., κατά το χρόνο κατάρτισης του προσβαλλομένου πληρεξουσίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η τελευταία νοσηλεία της σε ψυχιατρική κλινική φέρεται να έλαβε χώρα το έτος 1981, ούτε από το επικαλούμενο από τον εναγόμενο-εκκαλούντα γεγονός ότι τα τελευταία 23 έτη δεν ελάμβανε αυτή ψυχοφάρμακα, ούτε υποβαλλόταν σε ιατροφαρμακευτική αγωγή, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι, σύμφωνα και με την από 20-12-2013 έκθεση ψυχιατρικής γνωμάτευσης του νευρολόγου-ψυχίατρου Γ.

Π., που προσκομίζει και επικαλείται ο εκκαλών, η κατάλληλη θεραπευτική και φαρμακευτική αγωγή αποτελεί προϋπόθεση, ώστε άτομα, όπως η Ε. Λ., να είναι σε θέση, αναλόγως και με τη βαρύτητα των συμπτωμάτων, να γνωρίζουν τις συνέπειες των πράξεών τους... Ομοίως, δεν αναιρείται η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου από το επικαλούμενο από τον ενάγοντα γεγονός ότι η Ε.

Λ. υπέγραψε, μαζί με τις αδελφές της, τις υπ' αριθ. .../1964 και .../1964 συμβολαιογραφικές πράξεις (αποδοχής κληρονομίας και διανομής, αντίστοιχα), καθώς και από το γεγονός ότι η Συμβολαιογράφος, που συνέταξε το προσβαλλόμενο πληρεξούσιο δεν αναφέρει σ' αυτό ότι διαπίστωσε τη διαταραχή της ανωτέρω. Τούτο, δε, διότι η υποκειμενική κρίση και αντίληψη του Συμβολαιογράφου για την ικανότητα του καταρτίζοντος δικαιοπραξία μπορεί να ανατραπεί με απλή απόδειξη για το αντίθετο..., στην προκειμένη, δε, περίπτωση αποδείχθηκε το αντίθετο, ότι, δηλαδή, η Ε.

Λ., κατά το χρόνο κατάρτισης του προσβαλλομένου πληρεξουσίου βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της... Κατόπιν όλων των ανωτέρω, εφόσον αποδείχθηκε, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 131 εδ. α' του ΑΚ, το, ως άνω προσβαλλόμενο πληρεξούσιο, όσο και οι μετέπειτα, δυνάμει αυτού, καταρτισθείσες επίδικες δικαιοπραξίες είναι άκυρες... " .

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 364/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη από 17-3-2009 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνωρίσθηκε ως άκυρο το υπ' αριθ. .../30-7-2004 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αιγάλεω Αμαλίας Κυριακάκη-Καρπαθάκη και, συνακόλουθα, αναγνωρίσθηκαν ως άκυρα και τα δυνάμει αυτού καταρτισθέντα υπ' αριθ. .../15-10-2004 και .../15-10-2004 συμβόλαια δωρεάς εν ζωή της ιδίας συμβολαιογράφου.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 131 και 180 του ΑΚ, καθόσον, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία η Ε. Λ., τουλάχιστον από το έτος 1956, ειδικότερα δε στις 30-7-2004, οπότε καταρτίσθηκε το υπ' αριθ. .../30-7-2004 πληρεξούσιο, έπασχε από σχιζοφρένεια παρανοϊκού τύπου-ψυχωσική συνδρομή, ήτοι σοβαρή, μη ιάσιμη και μόνιμη ψυχική-πνευματική νόσο, συνεπεία της οποίας βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της και την καθιστούσε εξαρτημένη από τρίτους, υπό την επιρροή των οποίων ενεργούσε, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προσδιορίσει τη λειτουργία της βούλησής της με λογικούς υπολογισμούς, σε σχέση με τη διάθεση της περιουσίας της και να μην είναι σε θέση να διαγνώσει την ουσία, το περιεχόμενο και τις συνέπειες της πράξης που επιχειρούσε (χορήγηση πληρεξουσιότητας για χαριστικές δικαιοπραξίες), συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, με περαιτέρω έννομη συνέπεια την ακυρότητα τόσο του ως άνω πληρεξουσίου όσο και των μετέπειτα, δυνάμει αυτού, καταρτισθεισών επίδικων δικαιοπραξιών.

Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ` αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του περί εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 131 και 180 ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή η Ε. Λ. στις 30-7-2004, οπότε καταρτίσθηκε το υπ' αριθ. .../30-7-2004 πληρεξούσιο, βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της και την καθιστούσε εξαρτημένη από τρίτους, υπό την επιρροή των οποίων ενεργούσε, με τις επιστηρίζουσες την κρίση αυτή ανέλεγκτες παραδοχές α) ότι η Ε.

Λ., τουλάχιστον από το έτος 1956, έπασχε από σοβαρή ψυχική - πνευματική νόσο και συγκεκριμένα από σχιζοφρένεια παρανοϊκού τύπου-ψυχωσική συνδρομή, εξαιτίας της οποίας κρίθηκε ανάπηρη σε ποσοστό 67% και ανίκανη να εργασθεί, λαμβάνοντας έκτοτε συνεχώς μέχρι και το θάνατό της σύνταξη, β) ότι η σχιζοφρένεια, από την οποία έπασχε η Ε.

Λ., ήταν σοβαρή, μη ιάσιμη και μόνιμη ψυχική-πνευματική νόσος, συνεπεία της οποίας βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της και την καθιστούσε εξαρτημένη από τρίτους, υπό την επιρροή των οποίων ενεργούσε, γ) ότι στην κατάσταση αυτή της ψυχικής και διανοητικής διαταραχής, συνεπεία της εν λόγω σοβαρής και μόνιμης νόσου, βρισκόταν και στις 30-7-2004, οπότε καταρτίσθηκε το υπ' αριθ. .../30-7-2004 πληρεξούσιο, και δ) ότι η διαταραχή αυτή περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προσδιορίσει αυτήν με λογικούς υπολογισμούς, σε σχέση με την διάθεση της περιουσίας της και να μην είναι σε θέση να διαγνώσει την ουσία, το περιεχόμενο και τις συνέπειες της πράξης (χορήγηση πληρεξουσιότητας για χαριστικές δικαιοπραξίες), που επιχειρούσε.

Ρητά μάλιστα διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η κρίση του δικαστηρίου περί της ψυχικής και διανοητικής διαταραχής της Ε. Λ., κατά το χρόνο κατάρτισης του προσβαλλομένου πληρεξουσίου, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η τελευταία νοσηλεία της σε ψυχιατρική κλινική φέρεται να έλαβε χώρα το έτος 1981, ούτε από το επικαλούμενο από τον εναγόμενο γεγονός ότι τα τελευταία 23 έτη δεν ελάμβανε αυτή ψυχοφάρμακα, ούτε υποβαλλόταν σε ιατροφαρμακευτική αγωγή, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι η κατάλληλη θεραπευτική και φαρμακευτική αγωγή αποτελεί προϋπόθεση, ώστε άτομα, όπως η Ε.

Λ., να είναι σε θέση, αναλόγως και με τη βαρύτητα των συμπτωμάτων, να γνωρίζουν τις συνέπειες των πράξεών τους, σε τρόπο ώστε να μη μπορεί να γίνει λόγος για ανεπαρκή αιτιολογία της πραγματικής ψυχοπνευματικής κατάστασης της θανούσας κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, καθώς και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων προσκόμισε νόμιμα με επίκληση, και δη έγγραφα μεταγενέστερα, από τα οποία αποδεικνύονταν έντονη προσωπική, ανεξάρτητη, δικαιοπρακτική και εν γένει δραστηριότητα της Ε.

Λ., και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του: α) την επ' ονόματί της και κατόπιν αιτήσεώς της έκδοση της .../1977 άδειας οικοδομής, β) το βιβλιάριο ενσήμων και κατάσταση μισθοδοσίας οικοδομικών και τεχνικών εργασιών εργοδότη (εργοδότης η Ε. Λ.), γ) την 1891/1982 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, στη συζήτηση της οποίας παρέστη και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο, δ) το από 20.12.1988 συμφωνητικό, με το οποίο εξεμίσθωσε ακίνητό της, ε) τις κατ' έτος φορολογικές δηλώσεις της, στ) την από 9.12.1999 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου ...

και την ανάμιξή της στη σχετική διαδικασία και ζ) έγγραφη δήλωση του Γ. Λ., ανεψιού της, που αναφέρεται στην καλή υγεία της Ε. Λ., βάσει των οποίων άλλη θα πρέπει να ήταν η έκβαση της δίκης. Ωστόσο, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα, ανεξαιρέτως, τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων.

Επομένως, ο ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος. Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς τη δικαιοπρακτική ικανότητα της Ε.

Λ., κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκλησή τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Ιουλίου 2019 αίτηση του Σ. Χ. για αναίρεση της με αριθ. 2992/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ