Legislator Case Law & Legislation
227/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against inconsistent lower court reasoning on business transfer in dental practice sale case.

Case Number 227/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court of Thessaloniki's decision regarding a dispute over the sale of a dental practice. The lower court had provided contradictory reasoning on whether a significant portion of the workforce and clientele had been transferred, making the legal assessment impossible to review. Consequently, the court found the lower court's reasoning flawed under Article 559(19) of the Code of Civil Procedure and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a judgment if the lower court's reasoning is contradictory, rendering the review of substantive law application impossible, thereby necessitating a retrial by a different judge.

Keywords

AI generated
contradictory reasoning business transfer dental practice sale workforce transfer clientele transfer retrial remand Article 559 KPolD

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 6(1) of Law 2112/1920
Article 2(1), Article 3(1), Article 4(1) and (2) of Presidential Decree 178/2002

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 345/2015
Supreme Court Case 201/1999
Supreme Court Case 756/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 227 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 227/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 25 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μονοπρόσωπης Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρίας με την επωνυμία "... ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΠΟΛΥΟΔΟΝΤΙΑΤΡΕΙΟ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Παπανικολάου, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Β., κατοίκου ..., 2) Χ. Α. του Ι., κατοίκου … και 3) Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Τζιαφέττα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-03-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13290/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1601/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 07-09-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας εταιρίας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Ι].- Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αναιρέσως πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 201/1999, ΑΠ 756/1996). Στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο ορισμένο, σαφή και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 566 παρ.1, 577 παρ.3, 495 παρ.1, 562 ΚΠολΔ) ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο από όσους αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται. Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, ως απαράδεκτος ενώ, η αοριστία του δεν δύναται να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 27/1998).

Επίσης, αν ο λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε ισχυρισμό, που πρέπει για το παραδεκτό του λόγου να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), τότε για να είναι ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, πρέπει να αναφέρεται ότι νομίμως προτάθηκε ο ισχυρισμός αυτός στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 194/1998).

Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε, εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών δηλ. αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκα καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΟλΑΠ 3/2020).

Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία. Για να είναι, τότε, ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. η πλημμέλεια, που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια, που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε να γίνει ή να μη γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ή η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΑΠ 2/2013).

Επίσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλ. στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ. ποια στοιχεία αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 30/1997, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 114/2007).

Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αυτός ο λόγος έχει στόχο τη διασφάλιση της αρχής, που καθιερώνει το άρθρο 106 ΚΠολΔ. 'Πράγματα' είναι οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται.

Αποτελούν 'πράγματα' και οι λόγοι (κύριοι και τυχόν πρόσθετοι) εφέσεως, που αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας δηλ. οι λόγοι, των οποίων η λήψη και η παραδοχή θα είχε, ως συνέπεια, την κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως.

Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει να γίνεται προσδιορισμός των 'πραγμάτων' (ΟλΑΠ 25/2003).

[ΙΙ].- Από τα άρθρα 1, 3, 5 και 6 ν. 2112/1920 (ΦΕΚ Α. 67), 1, 2, 5 και 7 ν. 3198/1955 (ΦΕΚ Α. 98), 1, 3, 5 και 6 β.δ. της 16.7.1920 / 18.7.1920, 70, 68, 69 ΚΠολΔ, 361, 648, 649, 654, 655, 653, 652, 656, 669, 672, 180, 174, 349, 350, 306 ΑΚ -και όπως το άρθρο 656 ΑΚ ισχύει από 20.3.2013, μετά το άρθρο 61 ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α. 74 / 20.3.2013)- 1, 2, 3, 4, 5, 8, 10 π.δ. 178/2002 (ΦΕΚ Α. 162 / 12.7.2002), το οποίο ίσχυσε από 17.7.2001 [άρθρο 11 π.δ. 178/2002], προκύπτουν (και) τα εξής:

Η καταγγελία, ρητή ή σιωπηρή, με την οποία λύεται η σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είναι μονομερής, απευθυντέα και, κατά κανόνα, αναιτιώδης δικαιοπραξία, συνεπώς, δεν απαιτείται να αιτιολογείται από τον καταγγέλοντα εργοδότη και το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας επίσης, έχει άμεση διαπλαστική ενέργεια, ήτοι μόλις παρέλθει η σχετική δήλωση βουλήσεως στον αντισυμβαλλόμενο εργαζόμενο, αδιακρίτως του τρόπου ανακοινώσεώς της σε αυτόν (προφορικώς, εγγράφως ή δι' αγγέλου), λύεται, για το μέλλον, η έννομη σχέση είτε αμέσως (απρόθεσμη καταγγελία) είτε με την πάροδο ορισμένης προθεσμίας.

Επί ακυρότητας της καταγγελίας, η διαπλαστική της ενέργεια δεν επέρχεται, η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται και η δικαστική απόφαση, που αναγνωρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας, απλώς επιβεβαιώνει την έκτοτε ανυπαρξία του ως άνω αποτελέσματός της. Η μη καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως από τον εργοδότη, που κατήγγειλε τη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας.

Η νόμιμη αποζημίωση πρέπει να καταβάλλεται, άσχετα από το λόγο, που προκάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις περιπτώσεις, που αναγράφονται, περιοριστικώς, στο νόμο, όπως υποβολή μηνύσεως για αξιόποινη πράξη. Η άρνηση του εργοδότη, ύστερα από άκυρη εκ μέρους του (εργοδότη) καταγγελία, να δεχθεί την εργασία του εργαζομένου, τον καθιστά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του εργαζομένου.

Υποχρεούται τότε, να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του - μισθούς υπερημερίας δηλ. το νόμιμο ή συμφωνημένο μισθό του και ό,τι άλλο ο εργαζόμενος θα εισέπραττε, ως η προσφορά της εργασίας του να συνεχιζόταν κανονικά, ακόμη και για χρόνο μετά την άσκηση της αγωγής του εργαζομένου μέχρι την άρση της υπερημερίας.

Εν όψει του ότι η ακυρότητα της καταγγελίας τάσσεται υπέρ του εργαζομένου και είναι, συνεπώς, σχετική, ο εργαζόμενος δικαιούται είτε να θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία είτε να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας και, ειδικότερα:

(1).- Αν ο εργαζόμενος θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία, δικαιούται να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση.

(2).- Αν ο εργαζόμενος εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας, δικαιούται να ζητήσει τους μισθούς υπερημερίας [άρθρο 656 ΑΚ], ενώ δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του ή να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο.

Δημιουργείται, ακόμη, υποχρέωση του εργοδότη, με αντίστοιχο δικαίωμα του εργαζομένου, αν κριθεί άκυρη η καταγγελία, με δικαστική, έστω και οριστική, απόφαση, να απασχολεί, πραγματικά, τον εργαζόμενο. Το δικαστήριο, εφ' όσον υποβληθεί σχετικό αίτημα, διατάσσει την πραγματική απασχόληση του εργαζομένου και δεν έχει την ευχέρεια να απορρίψει ή να αξιώσει περισσότερα στοιχεία, που να θεμελιώνουν τέτοιο αίτημα (ΑΠ 1323/2017).

Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, με οποιονδήποτε τρόπο και αν επέλθει, δεν επηρεάζει την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου, υπέρ του εργαζομένου, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου [άρθρο 6 παρ.1 ν. 2112/1920].

Το π.δ. 178/2002 εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98 / 50 / ΕΚ του Συμβουλίου και προβλέπει μέτρα για τη διατήρηση των δικαιωμάτων του εργαζομένου, "σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (Ε.Ε.L. 201 / 17.7.1998)" [άρθρο 1].

Ειδικότερα, το π.δ. 178/2002 εφαρμόζεται (και) επί κάθε συμβατικής ή από το νόμο μεταβιβάσεως επιχειρήσεως ή των εγκαταστάσεών της, όλων ή τμήματος [άρθρο 2 παρ.1].

Η μεταβίβαση αποτελεί μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, φυσικού ή νομικού προσώπου και μπορεί να αφορά και σε ιδιωτικούς φορείς, που ασκούν οικονομικές, κερδοσκοπικές (ή μη) δραστηριότητες [άρθρα 3 παρ.1 και 4 παράγραφοι 1, 2]. Για να υπάρξει μεταβίβαση επιχειρήσεως πρέπει να πρόκειται για "οικονομική οντότητα", δηλ.

να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση. Συγκεκριμένα, πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχειρήσεως ώστε τα στοιχεία, που μεταβιβάζονται να έχουν οργανική ενότητα και να την διατηρούν και υπό το νέο φορέα ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, όπως τον επεδίωκε ο προηγούμενος φορέας.

Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει, δηλ. μεταβολή του προσώπου του εργοδότη επέρχεται, αυτοδικαίως, με τη μεταβίβαση, ανεξάρτητα από την ύπαρξη και το κύρος της νομικής αιτίας για τη μεταβίβαση, αρκεί να διατηρείται η ταυτότητα της επιχειρήσεως και η οικονομική της δραστηριότητα, με τον ίδιο ή διάφορο τύπο ή μορφή.

Η ταυτότητα της επιχειρήσεως δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε και νέα στοιχεία σε όσα μεταβιβάζονται (νέα μηχανήματα ή νέες εγκαταστάσεις, πρόσληψη και νέου προσωπικού ή τροποποίηση μερικώς του σκοπού, με την επέκταση εργασιών ή με την παραγωγή και νέων προϊόντων). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, συνεπώς, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχειρήσεως ή τμημάτων της, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

Στο πλαίσιο της συνολικής εκτιμήσεως, κρίσιμα - καθοριστικά στοιχεία είναι:

(1).- η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων, όπως κτιρίων, μηχανημάτων ή εξοπλισμού,

(2).- η μεταβίβαση ή μη αϋλων αγαθών, όπως διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, σημάτων, διακριτικών τίτλων καθώς και η αξία τους,

(3).- η απασχόληση - πρόσληψη ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της επιχειρήσεως, που μεταβιβάζεται από το νέο επιχειρηματία,

(4).- ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων, που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση,

(5).- η μεταβίβαση ή μη της πελατείας και

(6).- η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών.

Η βαρύτητα, που θα αποδοθεί σε καθένα από τα κρίσιμα στοιχεία, στο πλαίσιο της συνολικής εκτιμήσεως και αξιολογήσεως, εξαρτάται και από το είδος της επιχειρήσεως και από τη μορφή των μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών, που εφαρμόζονται. Εν τούτοις, η συνδρομή όλων ή ορισμένων από τα κρίσιμα στοιχεία δεν αποκλείει, στο πλαίσιο της συνολικής εκτιμήσεως και αξιολογήσεως, τη λήψη υπ' όψη και άλλων στοιχείων, όπως είναι και η διατήρηση της αυτής οργανωτικής δομής της επιχειρήσεως από το νέο εργοδότη και η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων της επιχειρήσεως, με τις εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως, που μεταβιβάζεται.

Τούτο διότι τέτοια στοιχεία, αν και μη κρίσιμα, συνιστούν επί πλέον ενδείξεις της διατηρήσεως της ταυτότητας της επιχειρήσεως, που μεταβιβάζεται. Σε περίπτωση μεταβιβάσεως, ως άνω, επιχειρήσεως, η εργασιακή σχέση συνεχίζεται, χωρίς διακοπή, υπό τους ίδιους όρους και συνθήκες, μετά του νέου εργοδότη, ο οποίος υποκαθίσταται στη σχέση εργασίας, ενώ ο αρχικός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέως της επιχειρήσεως.

Ο εργαζόμενος, αν και πρέπει να ενημερωθεί έγκαιρα και να κληθεί σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσει στη μεταβίβαση, με οποιονδήποτε τρόπο. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από τη σχέση εργασίας ή τη σύμβαση (ατομική σύμβαση εργασίας, Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, Διαιτητική Απόφαση, Κανονισμό ή Οργανισμό Εργασίας, επιχειρησιακή πρακτική ή συνήθεια) μεταβιβάζονται, αυτοδικαίως, στον διάδοχο της επιχειρήσεως.

Έτσι, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται, αυτοδικαίως και στις υποχρεώσεις από την υπερημερία του αρχικού εργοδότη, στην περίπτωση τυχόν άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του εργαζομένου, ενώ δεν απαιτείται, επί πλέον, ο εργαζόμενος να υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του στο νέο εργοδότη.

Επομένως, ο νέος εργοδότης ενέχεται για την καταβολή των αποδοχών - μισθών υπερημερίας, αφού το προσωπικό της επιχειρήσεως, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο απολυθείς ακύρως από τον παλαιό εργοδότη εργαζόμενος, εντάσσεται, ως σύνολο, στην ενότητα, που σχηματίζει η μεταβιβασθείσα επιχείρηση. Ο αρχικός εργοδότης και μετά τη μεταβίβαση, ευθύνεται, αλληλεγγύως και σε ολόκληρο, με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, μέχρι το χρόνο, που ο διάδοχος αναλαμβάνει, με εξαίρεση τη συνέχιση της ασφαλίσεως.

Με μόνη την πλήρωση της προϋποθέσεως συνεχίσεως της λειτουργίας της ίδιας επιχειρήσεως, ο νέος εργοδότης ευθύνεται, απεριόριστα και σε ολόκληρο, για τις υποχρεώσεις, που είχαν γεννηθεί πριν από τη μεταβίβαση. Για τις υποχρεώσεις, που γεννήθηκαν μετά τη μεταβίβαση, ευθύνεται αποκλειστικά και μόνο ο νέος εργοδότης.

Ο αρχικός εργοδότης και μετά τη μεταβίβαση συνεχίζει να ευθύνεται για τις υποχρεώσεις, που είχαν γεννηθεί πριν από τη μεταβίβαση. Τα προηγούμενα ισχύουν, εφ' όσον η εργασιακή σχέση δεν είχε λυθεί νομίμως, πριν από τη μεταβολή του εργοδότη (ΑΠ 444/2019).

Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 07-09-2018 [Γ.Α.Κ. 2875 / Ε.Α.Κ. 246 / 14.9.2018 - Εφετείο Θεσσαλονίκης] αίτηση για αναίρεση της 1601/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης φέρεται δε, νομίμως προς συζήτηση, με την από 23-07-2019 κλήση της αναιρεσείουσας, μετά από ματαίωση στη νόμιμη δικάσιμο της 26-05-2019 [άρθρα 260, 230 παρ.2, 573 παρ.1, 568 παρ.4 εδ. (α) ΚΠολΔ].

Η 1601/2018 απόφαση, που προσβάλλεται, εκδόθηκε, την 20-06-2018, αντιμωλία των (εδώ) διαδίκων, επί της από 24-10-2017 εφέσεως των (ήδη) αναιρεσίβλητων. Εκκαλούμενη ήταν η 13290/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, την 14-08-2017, αντιμωλία των (εδώ) διαδίκων, επί της από 29-03-2017 αγωγής των αναιρεσίβλητων. Η αγωγή αφορά απαιτήσεις των αναιρεσίβλητων έναντι της (ήδη) αναιρεσείουσας από σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και με μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη.

Με την 13290/2017 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή απορρίφθηκε στην ουσία, ως προς την αναιρεσείουσα.

Με την 1601/2018 απόφαση, που προσβάλλεται, η έφεση, ως προς την αναιρεσείουσα, έγινε δεκτή, τυπικά και στην ουσία, εξαφανίσθηκε η 13290/2017 απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση και η αγωγή ως προς την αναιρεσείουσα έγινε δεκτή, ως βάσιμη στην ουσία.

Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01-01-2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015 και ήδη ισχύοντα άρθρα 614 παρ.3, 621, 591 ΚΠολΔ].

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 14-08-2018, νομίμως και εμπροθέσμως, δηλ. στη νόμιμη προθεσμία των δύο (2) ετών από την 20-06-2018, δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της 1601/2018 αποφάσεως, που προσβάλλεται ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της. Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1, 144, 145 παρ.1, 147 παρ.2, 577 παράγραφοι1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].

Οι λόγοι αναιρέσεως, τρεις (3) συνολικά, περιέχουν τις παρακάτω αιτιάσεις:

Ο π ρ ώ τ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο, το οποίο έκρινε στην 1601/2018 απόφασή του πως επήλθε μεταβίβαση επιχειρήσεως και υπάρχει μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη και υπερημερία της αναιρεσείουσας, ως 'νέου εργοδότη', ευθέως παραβίασε τα άρθρα 656 εδ. (α), 349 και 350 ΑΚ, τα οποία εσφαλμένως εφήρμοσε και, έτσι, δέχθηκε την αγωγή στην ουσία, κατά τα κεφάλαια, που αφορούν μισθούς υπερημερίας και πραγματική απασχόληση των αναιρεσιβλήτων.

Επίσης, ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπ' όψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το εφετείο, που έκρινε στην 1601/2018 απόφασή του πως επήλθε μεταβίβαση επιχειρήσεως και υπάρχει μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη και υπερημερία της ιδίας (αναιρεσείουσας), ως 'νέου εργοδότη', με αρχική εργοδότρια την εταιρία ... ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΠΟΛΥΟΔΟΝΤΡΙΑΤΡΕΙΟ - ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ', μη διάδικο στην αναιρετική δίκη, έλαβε υπ' όψη 'πράγμα' (υπερημερία), ενώ οι αναιρεσίβλητες - εργαζόμενες υπάλληλοι δεν ισχυρίσθηκαν στην αγωγή τους προσφορά των υπηρεσιών τους στην ίδια έτσι, δέχθηκε την αγωγή στην ουσία, κατά τα κεφάλαια, που αφορούν μισθούς υπερημερίας και πραγματική απασχόληση των αναιρεσιβλήτων.

Ο τ ρ ί τ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι η 1601/2018 απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ήτοι υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση των άρθρων 6 παρ.1 ν. 2112/1920, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 4 παράγραφοι 1 και 2 π.δ. 178/2002, εφ' όσον, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της, έχει αντιφατικές αιτιολογίες, κατά τη συνολική εκτίμηση των στοιχείων, που είναι κρίσιμα για να κριθεί πως υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως.

Κατά τα εκτεθέντα στην (Ι) μείζονα σκέψη και οι τρεις λόγοι αναιρέσεως είναι παραδεκτοί (ορισμένοι).

Συνεπώς, η ένσταση περί 'απαραδέκτου' της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, την οποία οι αναιρεσίβλητες προβάλλουν, με τις από 20-01-2020 εμπρόθεσμες έγγραφες προτάσεις τους, νομίμως κατατεθείσες, την 30-01-2020 [άρθρο 570 παρ.1 ΚΠολΔ], είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της προκειμένης δίκης και, συγκεκριμένα, από την με ημερομηνία 29-03-2017 αγωγή, από την 13290/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και από την 1601/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τις οποίες ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί, χάριν της εξετάσεως του βασίμου αυτών των λόγων [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα ακόλουθα:

-Στην από 29-03-2017 ένδικη αγωγή, οι ενάγουσες (ήδη αναιρεσίβλητες) ισχυρίσθηκαν ότι με ατομικές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, απασχολήθηκαν, ως υπάλληλοι, αντί μηνιαίου μισθού, στην πρώτη εναγομένη εταιρία υπό την επωνυμία ... ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΠΟΛΥΟΔΟΝΤΡΙΑΤΡΕΙΟ - ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ' και τον διακριτικό τίτλο ... A.E.' (μη διάδικο στην αναιρετική δίκη), από τους χρόνους, που αναφέρουν, μέχρι την 05-01-2017 ότι η πρώτη εναγομένη, την 05-01-2017, κατήγγειλε, εγγράφως, τις ατομικές συμβάσεις εργασίας, χωρίς να τους καταβάλει ολόκληρη τη νόμιμη αποζημίωση και κατέστη έκτοτε υπερήμερη περί την αποδοχή της εργασίας τους ότι έγινε μεταβίβαση επιχειρήσεως από την πρώτη εναγομένη στη δεύτερη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) εταιρία υπό την επωνυμία '... ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΠΟΛΥΟΔΟΝΤΙΑΤΡΕΙΟ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ' και τον διακριτικό τίτλο '... Ι.Κ.Ε.'.

Ακολούθως, ζήτησαν:

(α).- Να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας, την 05-01-2007, των ατομικών τους συμβάσεων εργασίας.

(β).- Να υποχρεωθούν οι εναγόμενες σε πραγματική απασχόλησή τους, όπως πριν από την 5.1.2017.

(γ).- Να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, "ευθυνόμενες, αλληλεγγύως και σε ολόκληρο", να τους καταβάλουν, ως μισθούς υπερημερίας, τα χρηματικά ποσά, που αναφέρουν και με το νόμιμο τόκο, που προσδιορίζουν.

-Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την 13290/2017 απόφαση, δέχθηκε την αγωγή, ως βάσιμη στην ουσία, καθ' όσον αφορά την πρώτη εναγομένη ... A.E.', ενώ απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη στην ουσία, καθ' όσον αφορά τη δεύτερη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) '... Ι.Κ.Ε.', με την παραδοχή ότι "δεν επήλθε μεταβίβαση της επιχειρήσεως της πρώτης εναγομένης στην δεύτερη εναγομένη".

-Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την 1601/2018 απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα παρακάτω ουσιώδη (σελίδες 8 - 12):

«| Η εταιρία με την επωνυμία ... ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΠΟΛΥΟΔΟΝΤΙΑΤΡΕΙΟ - ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ' και με τον διακριτικό τίτλο ... A.E.' (μη διάδικο στην προκειμένη αναιρετική δίκη) συστήθηκε, με την 1813/19.6.2007 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Ζαφειρίου - Γκιουλέκα, η οποία, μαζί με την ... / 4.10.2007 εγκριτική απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, καταχωρήθηκε νομίμως στο Μ.Α.Ε.

και περίληψη αυτής δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. / τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, αριθμός φύλλου ... / 23.10.2007 και απογράφηκε στο ΓΕΜΗ με αριθμό .... Το μετοχικό κεφάλαιο ορίστηκε σε (220.000) ευρώ, στο οποίο μετείχαν, κατά ποσοστό (49%), ο Β. Κ., καλλιτέχνης και, κατά ποσοστό (51%), ο Α. Γ., οδοντίατρος. Σκοπός της ως άνω εταιρίας, που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του π.δ. 84/2001 ήταν η παροχή υπηρεσιών φροντίδας οδοντικής υγείας, σύμφωνα με τους κανόνες της οδοντιατρικής επιστήμης και δεοντολογίας.

Η ανώνυμη εταιρία διατηρούσε οργανωμένο πολυοδοντιατρείο, στη συμβολή των οδών ..., στην ..., σε μισθωμένο χώρο εμβαδού 450 τ.μ., στην οποία παρείχε οδοντιατρικές υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας προς το κοινό, έναντι αμοιβής, έχουσα τον απαραίτητο τεχνολογικό οδοντιατρικό και υποστηρικτικό εξοπλισμό, βοηθητικό παραϊατρικό προσωπικό, γραμματειακή και λογιστική υποστήριξη, υπηρεσία ενημέρωσης των ασθενών.

Κυρίως, η οικονομική δραστηριότητά της στηρίζονταν στην επαγγελματική παρουσία του οδοντίατρου - βασικού μετόχου της Α. Γ., ο οποίος ορίσθηκε, ως επιστημονικός Διευθυντής, για τον οποίο (επιστημονικά υπεύθυνο), σύμφωνα με το άρθρο 38 του Καταστατικού σύστασής της, απαγορεύονταν να παρέχει υπηρεσίες, σε περισσότερους από έναν φορείς παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (Π.Φ.Υ.).

Ακόμη, με τον όρο 8 του ιδίου Καταστατικού, ορίσθηκε ότι 'εάν η συμμετοχή του οδοντιάτρου μετόχου υπολογίζεται στο (51%) του μετοχικού κεφαλαίου, απαγορεύεται αυτός να ασκεί, ατομικά, επάγγελμα'. Ο ίδιος άσκησε τα καθήκοντα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου, από την ίδρυσή της μέχρι την 30-06-2014 [...].

Οι ενάγουσες (ήδη αναιρεσίβλητες) παρείχαν στην ... A.E.' τις υπηρεσίες τους, ως υπαλληλικό προσωπικό, με διάφορες ειδικότητες, δυνάμει συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατά το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, από Δευτέρα έως Παρασκευή, με οκτάωρο ημερήσιο ωράριο, από 09.00 έως 13.30 και από 17.00 έως 20.30 και, από το Μάϊο 2015, ειδικά, για την Παρασκευή, από 09.00 έως 17.00.

Πιο συγκεκριμένα, η πρώτη ενάγουσα Ε. Κ. (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) προσελήφθη, την 2.6.2008 και παρείχε τις υπηρεσίες της, ως βοηθός οδοντιάτρου, έναντι μικτού μηνιαίου μισθού (1.304,25) ευρώ και καθαρών αποδοχών, αφαιρουμένων των ασφαλιστικών εισφορών (1.147,74) ευρώ. Η δεύτερη ενάγουσα Χ. Α. (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) προσελήφθη, την 2.6.2008, ως υπάλληλος γραφείου, έναντι μικτού μηνιαίου μισθού (1.151,22) ευρώ και καθαρών αποδοχών, αφαιρουμένων των ασφαλιστικών εισφορών (900) ευρώ.

Η τρίτη ενάγουσα Α. Μ. (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) προσελήφθη την 2.6.2008 και παρείχε τις υπηρεσίες της, ως βοηθός οδοντιάτρου, έναντι μικτού μηνιαίου μισθού (909,89) ευρώ και καθαρών αποδοχών, αφαιρουμένων των ασφαλιστικών εισφορών (750) ευρώ. Σε όλη τη διάρκεια της παραπάνω εργασιακής τους σχέσης, ο Α. Γ. χρησιμοποιούσε, καταχρηστικά, τη νομική προσωπικότητα της ...

A.E.' Αυτός ενεργούσε απολύτως συγκεντρωτικά και ασκούσε ουσιαστικά ο ίδιος τη διοίκηση της ... A.E.', της οποίας, όπως προεκτέθηκε, υπήρξε ο κυρίαρχος μέτοχος και επιστημονικός διευθυντής (μοναδικός οδοντίατρος). Ταυτόχρονα, με το κύρος της εκπροσώπησης της ... A.E.', είχε αποκτήσει την πλήρη (προσωπική) αποδοχή των πελατών - ασθενών, αφού ήταν ο μοναδικός οδοντίατρος και ασκούσε όλες τις οδοντιατρικές υπηρεσίες.

Πλην όμως, οι διαχειριστικές αυτές ενέργειές του δεν αρκούν, κατά νόμο, για τη θέση, κατά μέρος (άρση της νομικής αυτοτέλειας) της νομικής προσωπικότητας της οδοντιατρικής εταιρίας ... A.E.' Βέβαια αυτές (ενέργειες) δημιούργησαν προβλήματα, μεταξύ των μετόχων της ... A.E.' Έτσι, επί της από 18-09-2014 αιτήσεως του μετόχου της Α.

Γ. εκδόθηκε, κατά την εκουσία δικαιοδοσία, η 1538 Ε/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η αίτησή του και διορίσθηκε πενταμελές Διοικητικό Συμβούλιο, απαρτιζόμενο από τον Ε. Μ., ως Πρόεδρο, τον Α. Γ., Αντιπρόεδρο και συνδιευθύνοντα Σύμβουλο, την Ά. Τ. (σύζυγο του Α. Γ.), Γραμματέα και συνδιευθύνοντα Σύμβουλο και μέλη τη Χ.

Κ. και τον Χ. Χ., ορίσθηκε δε ότι οι δύο συνδιευθύνοντες Σύμβουλοι ασκούν, ενεργώντας είτε χωριστά είτε από κοινού, όλες τις αρμοδιότητες του άρθρου 28 του Καταστατικού (για τη διοίκηση της ... A.E.', τη διαχείριση της περιουσίας της και επιδίωξη του σκοπού της). Επίσης, κατά τη συνεδρίαση της 09-03-2016 της Γ.Σ. της ...

A.E.', κατήρτισαν απόφαση περί συγκρότησης νέου Δ.Σ., με πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο την Ε. Π. του Ι. καθώς και για τη δυνατότητα του οδοντίατρου να ασκεί, ατομικά, το επάγγελμα, για την οποία το περιεχόμενό της είναι αντίθετο με τις διατάξεις του άρθρου 8 του 1813/19.6.2007 Καταστατικού της. Έτσι, ο έτερος εκ των μετόχων, εκτός του χώρου της υγείας, Β.

Κ. ζήτησε έκτακτο οικονομικό (διαχειριστικό) έλεγχο αυτής (βλ. 13229/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) και, ακολούθως, άσκησε την με αριθμό καταθέσεως 7627/2017 αγωγή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των προαναφερομένων αποφάσεων της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων.

Όμως ο Α. Γ., ενεργώντας συστηματικά και βάσει σχεδίου, με σκοπό αποδιοργάνωσης της επιχείρησης ... A.E.', παραγκωνισμού αυτής από την αγορά και αθέτηση βασικής συμβατικής του υποχρέωσης (άρθρο 8 Καταστατικού) συνέστησε, την 22-11-2016, την (ήδη αναιρεσείουσα) '... ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΠΟΛΥΟΔΟΝΤΡΙΑΤΡΕΙΟ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ', με έδρα επί της οδού ..., στον Δήμο ..., ευθέως έχουσα (όπως θα εκτεθεί, ειδικότερα, παρακάτω) ταυτότητα οικονομικής μονάδας προς την μεταβιβάζουσα εταιρία ...

A.E.', μεταφέροντας τα κινητά περιουσιακά της στοιχεία στη νέα έδρα και αναλαμβάνοντας μέρος του προσωπικού και πελατεία της, τη φήμη, οργάνωση και τεχνογνωσία της. Η (ήδη αναιρεσείουσα) εταιρία καταχωρήθηκε με αριθμό ΓΕΜΗ ....

Η ... A.E.', στα πλαίσια της σχεδιαζόμενης μεταβίβασης, έκλεισε το πολυοδοντριατρείο της, στο οποίο αυτή στεγαζόταν, λόγω απόδοσης μισθίου, από την καταγγελία της εκμισθώτριας Ιωάννας Τ. του Α., για μη καταβολή, από δυστροπία, των μηνιαίων μισθωμάτων και έπαυσε, από τότε, η παροχή προς τρίτους υπηρεσιών (παραγωγική δραστηριότητα). Μεταξύ άλλων, εξέλιπε και η απαιτούμενη για τη χορήγηση βεβαίωσης λειτουργίας πολυοδοντριατρείου, προϋπόθεση της παρουσίας, κατά τη διάρκεια του ωραρίου λειτουργίας, του επιστημονικά υπεύθυνου οδοντίατρου ή του αναπληρωτή του, που συνιστά παράβαση του άρθρου 11 παρ.1 περιπτώσεις (γ) και (ι) του π.δ. 84/2001. Αποτέλεσμα, επίσης, των ενεργειών πλήξης της εσωτερικής δομής και λειτουργίας της εταιρίας ήταν και η έγγραφη καταγγελία, την 05-01-2017 των συμβάσεων εργασίας των ως άνω εναγουσών (ήδη αναιρεσιβλήτων) και, μάλιστα, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της πρώτης και της τρίτης από αυτές και χωρίς να τους καταβάλει ολόκληρη τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, με αποτέλεσμα η καταγγελία να είναι άκυρη και η ... A.E.' να οφείλει μισθούς υπερημερίας, όπως ήδη κρίθηκε, τελεσίδικα, με την 13290/2017 εκκαλούμενη απόφαση.

Η νέα εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα) συγκροτήθηκε με τον εξοπλισμό της παλαιάς εταιρίας ... A.E.' και ανέλαβε το υπόλοιπο προσωπικό και την πελατεία της. Κατόπιν αυτών, ο εκ των μετόχων Β. Κ., επικαλούμενος ότι συντρέχει σπουδαίος λόγος, ζήτησε, με την από 06-02-2017 αίτησή του προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, τη λύση της ...

A.E.', η συζήτηση της οποίας ακόμη εκκρεμεί. Από τα παραπάνω στοιχεία, εκτιμώμενα στο πλαίσιο μιας συνολικής αξιολόγησης, συνάγεται ότι συντρέχουν, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων περί μεταβίβασης επιχείρησης. Η ... AE' πρόκειται για μία οδοντιατρική επιχείρηση, για τη λειτουργία της οποίας απαιτούνταν σημαντικά ενσώματα αντικείμενα, όμως, η κρίση για τη διατήρηση της ταυτότητάς της δεν μπορεί να εξαρτηθεί, μόνο, από τη μεταβίβαση τέτοιων στοιχείων (κινητών και αϋλων), που, πράγματι, έγινε.

Εφ' όσον η δραστηριότητά της στηριζόταν στο επαγγελματικό δυναμικό παρουσίας (φυσικού προσώπου) του βασικού μετόχου της, ως μοναδικού της οδοντιάτρου (ποσοτικό και ποιοτικό στοιχείο), η 'ανάληψη' στην δεύτερη εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα) οδοντιατρικών υπηρεσιών, ως μία οικονομική μονάδα, ελλείψει άλλων συντελεστών παραγωγής οδοντιατρικών πράξεων, συνηγορεί υπέρ της διατήρησης της οικονομικής - οδοντιατρικής της ταυτότητας και αποτελεί στοιχείο, με ιδιαίτερη βαρύτητα, στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης της μεταβίβασης της επιχείρησης ...

Από την εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, η έξοδος του βασικού αυτού μετόχου, ως στοιχείο, που συνέθετε την οδοντιατρική εταιρία ... A.E.' ήταν οικονομικά ουσιώδης γιατί χάνει την ενότητά της αυτή (μεταβιβάζουσα εταιρία ... A.E.'). Γι' αυτό, άλλωστε και υπήρχε η προαναφερόμενη καταστατική δέσμευση, αλλά και το ως άνω π.δ. 84/2001 (που εισήγαγε νέες μορφές εμπορικών εταιρικών) πρόβλεψε περιορισμούς από την άποψη των αξιουμένων επαγγελματικών ιδιοτήτων για τη συμμετοχή σε τέτοια εταιρία.

Η δεύτερη εταιρία (αναιρεσείουσα), ως νέος φορέας, ανέλαβε μία ήδη υφισταμένη οργάνωση εργασίας. Επομένως, η δεύτερη εταιρία (αναιρεσείουσα) ευθύνεται για τις απαιτήσεις των εναγουσών (αναιρεσιβλήτων), που γεννήθηκαν μετά τη διαδοχή, λαμβανομένου υπ' όψη ότι η υπερημερία της ... A.E.' από την προαναφερόμενη άκυρη, λόγω μη καταβολής της σχετικής αποζημίωσης απολύσεως, καταγγελία των εργασιακών συμβάσεων των εναγουσών (αναιρεσιβλήτων), συνεχίσθηκε στο πρόσωπο της δεύτερης εταιρίας (αναιρεσείουσας).

Από τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά δύναται να συναχθεί και γι' αυτήν (αναιρεσείουσα) ανάλογο τεκμήριο για πραγματική και προσήκουσα προσφορά εργασίας σ' αυτήν (αναιρεσείουσα), με εκείνο, που αντλήθηκε για την πραγματική εργοδότρια από την άκυρη καταγγελία, αφού έχει εκδηλώσει, δια του μοναδικού μετόχου της, με την ενότητα της συμπεριφοράς του, αντίθετη βούληση, να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες των απολυθέντων.

Συναφώς και αναφορικά με τους λόγους της δικής της ατομικής υπερημερίας προέκυψε γνώση της δεύτερης εταιρίας (αναιρεσείουσας) των κρισίμων γεγονότων (καταγγελίας της συμβάσεως), εξ αιτίας των οποίων άρχισαν να τρέχουν οι αξιώσεις επί των μισθών των εναγουσών (αναιρεσιβλήτων), σε βάρος της προκατόχου της (...

A.E'), που αποτελεί ... ικανό δικαιολογητικό λόγο της ευθύνης της, έναντι των εργαζομένων, για μισθούς υπερημερίας, από τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως και μετέπειτα. Επομένως, με τη διατήρηση της οικονομικής ταυτότητας, δικαιολογείται η νέα οδοντιατρική εταιρία (αναιρεσείουσα) να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις, που συνδέονται με αυτήν.

Συνακόλουθα, από τα παραπάνω στοιχεία, εκτιμώμενα στο πλαίσιο μίας συνολικής αξιολόγησης, συνάγεται ότι επήλθε μεταβίβαση της επιχείρησης της ... A.E.' στη δεύτερη εταιρία (αναιρεσείουσα), με την έννοια των άρθρων 1, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 4 παράγραφοι 1 και 2 π.δ. 178/2002.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την 13290/2017 απόφασή του, κατέληξε σε αντίθετη κρίση και απέρριψε την αγωγή, ως κατ' ουσία αβάσιμη καθ' όσον αφορά τη δεύτερη εταιρία (αναιρεσείουσα) έσφαλε […]|».

Στη συνέχεια, η αγωγή, καθ' όσον αφορά την αναιρεσείουσα, έγινε δεκτή στην ουσία, ήτοι (α).- αναγνωρίσθηκε ότι "είναι άκυρη η από 05-01-2017 καταγγελία των συμβάσεων εργασίας" των αναιρεσιβλήτων, (β).- υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα "να απασχολεί" τις αναιρεσίβλητες, όπως πριν από την 05-01-2017, (γ).- υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει, ως μισθούς υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα "από 05-01-2017 (ημερομηνία καταγγελίας) μέχρι την 02-06-2017 (ημερομηνία συζητήσεως της αγωγής),

1.- στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των (2.695,44) ευρώ,

2.- στη δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των (1.813,82) ευρώ και

3.- στην τρίτη αναιρεσίβλητη το ποσό των (1.626,92) ευρώ, με το νόμιμο τόκο, όπως αναφέρεται.

Με την κρίση αυτή και εν όψει των εκτεθέντων στις νομικές σκέψεις, το εφετείο διέλαβε στην 1601/2018 απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή (ή μη) εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 ν. 2112/1920, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 4 παράγραφοι 1 και 2 π.δ. 178/2002, αναφορικά με τη συνδρομή (ή μη) περιπτώσεως μεταβιβάσεως επιχειρήσεως από τη (μη διάδικο) εταιρία ...

A.E.' στην ήδη αναιρεσείουσα εταιρία '... ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΠΟΛΥΟΔΟΝΤΙΑΤΡΕΙΟ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ'. Ειδικότερα, ως προς τα στοιχεία της απασχολήσεως ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού (προσωπικού) της ... A.E.' από την αναιρεσείουσα καθώς και της μεταβιβάσεως ή μη της πελατείας της ... A.E. στην αναιρεσείουσα, που είναι καθοριστικές ενδείξεις μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, το εφετείο, ενώ, στην αρχή, δέχεται ότι η αναιρεσείουσα "ανέλαβε μέρος του προσωπικού και πελατεία της", στη συνέχεια, δέχεται ότι η αναιρεσείουσα "ανέλαβε το υπόλοιπο προσωπικό και την πελατεία της".

Έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αναιρετικώς, εάν τα στοιχεία, που μεταβιβάσθηκαν στην αναιρεσείουσα ήταν ικανά (ή όχι) για την πραγματοποίηση του ίδιου σκοπού, όπως δηλ. τον επεδίωκε η εταιρία ... A.E.', η οποία, κατά τις παραδοχές, "διατηρούσε οργανωμένο πολυοδοντιατρείο" και "παρείχε οδοντιατρικές υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας προς το κοινό, έναντι αμοιβής, έχουσα ...

βοηθητικό παραϊατρικό προσωπικό, γραμματειακή και λογιστική υποστήριξη και υπηρεσία ενημέρωσης των ασθενών (πελατών)".

Επομένως, το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο τ ρ ί τ ο ς λόγος αναιρέσεως ενώ, συνεπεία της αναιρετικής εμβέλειας αυτού του λόγου παρέλκει η έρευνα των πρώτου και δευτέρου λόγων αναιρέσεως. Στη συνέχεια, πρέπει να αναιρεθεί η 1601/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή [άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ].

Οι αναιρεσίβλητες, ως ηττηθείσες, πρέπει να καταδικασθούν, κατ' ίσο μέρος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζεται στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ [άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ.2, 180 παρ.1 ΚΠολΔ, 480 ΑΚ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 1601/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης στο σύνολό της.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης), που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσίβλητες, κατ' ίσο μέρος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 26η Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23η Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ