Legislator Case Law & Legislation
227/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision regarding property boundaries and tree ownership evidence.

Case Number 227/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the appellate court's ruling on property boundaries and tree ownership. The appellant argued the appellate court failed to properly evaluate specific documentary evidence submitted regarding the tree's origin and the extent of the disputed land. The court held that the appellate court had considered all documents and that the lack of detailed analysis for each item did not constitute a legal error warranting reversal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 19 KPolD; Art. 559 no. 11 KPolD: An appeal based on insufficient or contradictory reasoning is inadmissible when the lower court has considered all evidence and the reasoning, while not exhaustive for every document, remains clear, complete, and free of contradictions regarding the application of substantive law.

Keywords

AI generated
cassation appeal insufficient reasoning appellate review property boundaries evidence evaluation legal error contradictory grounds

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 19 KPolD
Art. 559 no. 11 KPolD
Art. 495 para. 4 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 para. 2 KPolD

Cited Case Law

AI generated
OLAP 911/2002

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 227 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 227/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ. συζ. Ι. Λ., το γένος Γ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ευγενία Μαζαράκη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1)Α. Β. του Σ., κατοίκου ..., 2)Η. Β. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θαλή Πολυχρονάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 323/2008 του ιδίου Δικαστηρίου, 153/2014 του Εφετείου Ναυπλίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-9-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 9-2-2016 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ό λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την αναγνωριστική κυριότητας του επιδίκου ακινήτου αγωγή της αναιρεσείουσας: "Η εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) δυνάμει του υπ’ αριθ. .../22-7-1969 διανεμητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ...

Πέτρου Αλικάκου που μεταγράφηκε νόμιμα... κατέστη αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος δια παραγώγου τρόπου, ενός αγρού κείμενου στη θέση "..." ..., της Κοινότητας ... του τέως Δήμου ..., εκτάσεως κατά τον τίτλο έξι (6) στρεμμάτων ή όσης έκτασης και αν είναι, που συνορεύει γύρωθεν με αγρούς Σ. Β., Π. Π. και Κ. Σ., μετά του εντός αυτού ελαιόδενδρου, κατόπιν εξώδικης διανομής μείζονος κληρονομιαίας περιουσίας που κατέλειπε κατ’ ισομοιρίαν στην ίδια και τις αδελφές της Δ.

συζ. Α. Γ. το γένος Γ. Π., Β. συζ. Ν. Π. το γένος Γ. Π. και Χ. θυγ. Γ. Π. ο κατά το έτος 1950 αποβιώσας, παππούς τους Κ. Π. του Γ., δυνάμει της με αριθμό .../9.5.1949 δημόσιας διαθήκης του ενώπιον του Συμβολαιογράφου ... Θεόδωρου Λιακάκου, νομίμως δημοσιευθείσης με το υπ’ αριθ. 12/22.3.1950 πρακτικό του Πρωτοδικείου ..., την οποία κληρονομία είχαν αποδεχθεί νόμιμα οι ανωτέρω, δυνάμει της υπ’ αριθ. .../22.7.1969 πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του ως άνω Συμβολαιογράφου ...

Πέτρου Αλικάκου, η οποία έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...... Το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχο - παππού της εκκαλούσης και σε ολόκληρη την έκταση αυτού κατόπιν κληρονομικής διαδοχής του στην κληρονομιά του πατέρα του Γ. Π. που είχε προαποβιώσει περί το έτος 1900 και έκτοτε αυτός (Κ.

Π.) ασκούσε επ’ αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι τον θάνατο του, ήτοι για χρονικό διάστημα άνω της 30ετίας. Ειδικότερα, προέβαινε στην συστηματική καλλιέργεια του με όργωμα και καθάρισμα του εδάφους, σπορά σιτηρών, συλλογή των καρπών και περιφρούρηση των ορίων του, χωρίς να ενοχληθεί από τρίτους μέχρι τον χρόνο του θανάτου του, γενόμενος με τον τρόπο αυτό κύριος του ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτη χρησικτησίας.

Αμέσως μετά τον θάνατό του και μέχρι το έτος 1969 που οι ανωτέρω κληρονόμοι του προέβησαν σε διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του, αντίστοιχες διακατοχικές πράξεις και ιδίως καλλιέργεια ντομάτας ασκούσαν επ’ αυτού οι κληρονόμοι του με διάνοια κυρίου, ενώ από το έτος 1969 και επέκεινα στην νομή του ακινήτου υπεισήλθε η εκκαλούσα, η οποία συνέχισε ν’ ασκεί, κυρίως δια της μητέρας της Μ.

Π., διακατοχικές πράξεις, ήτοι καλλιέργεια ντομάτας, διάνοιξη πηγαδιού στο δυτικό τμήμα του και ανέγερση οικοδομήματος στο ανατολικό τμήμα του, με καλή πίστη και διάνοια κυρίας, καταστάσα δια του τρόπου αυτού αποκλειστική κυρία του ακινήτου και με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας - έχοντας νόμιμο τίτλο ήτοι το άνω συμβόλαιο διανομής- αλλά και της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον από της υπεισελεύσεώς της στην νομή του ακινήτου και μέχρι τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής της το έτος 2007, παρήλθε χρονικό διάστημα άνω της εικοσαετίας, ενώ πρέπει να προσμετρηθεί στον χρόνο νομής της και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων της.

Το ακίνητο αυτό που σήμερα μετά την διάνοιξη της εκεί υπάρχουσας δημοτικής οδού, στο σημείο όπου προϋπήρχε παλαιό μικρό ρέμα, έχει χωριστεί σε δύο άνισα τμήματα -το δυτικά της οδού που είναι πολύ μεγαλύτερης έκτασης και το ανατολικά της ιδίας οδού- μέχρι περίπου το έτος 1965 ήταν ενιαίο, όπως ενιαία ήταν και όλα τα κείμενα στην ίδια τοποθεσία αγροτικά ακίνητα των όμορων ιδιοκτητών (και των εφεσίβλητων), τα οποία επίσης διαιρέθηκαν σε δύο τμήματα μετά την διάνοιξη της οδού.

Η εκκαλούσα δεν αρνείται την ύπαρξη ενιαίου αγρού προ της ανωτέρω ημερομηνίας (1965), ισχυρίζεται ωστόσο ότι ο παππούς της Κ. Π. κληρονόμησε από τον πατέρα του Γ. Π. μόνον το δυτικά της οδού ευρισκόμενο τμήμα του αγρού εμβαδού 5.284 τ.μ., ενώ το ανατολικά της οδού μικρότερο τμήμα, του οποίου την έκταση προσδιορίζει σε 643,46 τ.μ., ισχυρίζεται ότι το αγόρασε άτυπα από την μέχρι τότε κυρία αυτού Ε.

συζ. Π. Π.. Προς επίρρωση του ισχυρισμού της επικαλείται και προσκομίζει αντίγραφο του υπ’ αριθ. .../6.2.1917 συμβολαίου του άλλοτε Συμβολαιογράφου ... Παναγιώτη Μαντζάκου που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... ... από το οποίο προκύπτει ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός της είχε αγοράσει από την προαναφερόμενη Ε.

Π., μεταξύ άλλων και ένα βελανιδόδενδρο μεγάλο, καρποφόρο. ευρισκόμενο στον αγρό της που κείται στη θέση "...". Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι έκτοτε ο δικαιοπάροχός της χρησιδέσποζε το κείμενο υπό του δένδρου τμήμα του ακινήτου της ανωτέρω πωλήτριας, εκτάσεως περίπου 800 τμ, εντοπίζει δε την βελανιδιά εντός του επιδίκου τμήματος ακινήτου και ειδικότερα στο νοτιοανατολικό τμήμα αυτού.

Ο ισχυρισμός της αυτός ωστόσο δεν κρίνεται βάσιμος, καθώς στην περίπτωση αυτή εφόσον κατά τα αναγραφόμενα στον άνω τίτλο αγοράς, στις προθέσεις αμφοτέρων των συναλλασσομένων (πωλήτριας και αγοραστή) ήταν η αγορά αποκλειστικά του δένδρου και όχι του υποκείμενου εδαφικού τμήματος -αφού σ’ αυτήν την περίπτωση θα αναφερόταν σε πώληση ολοκλήρου του ακινήτου όπως έπραξαν για τα λοιπά ακίνητα που πωλήθηκαν με το ίδιο συμβόλαιο οπωσδήποτε η πωλήτρια του ακινήτου θα είχε εξ αρχής εναντιωθεί στην κατάληψη του ακινήτου της, που για συγκεκριμένο λόγο δεν επιθυμούσε να μεταβιβάσει.

Εξάλλου, ουδόλως προσδιορίζεται στο άνω συμβόλαιο η ακριβής θέση του ακινήτου όπου ευρίσκετο το βελανινόδενδρο καθόσον η περιοχή με την ονομασία "..." είναι ευρεία και δεν υφίσταται οποιοδήποτε ειδικότερο προσδιοριστικό στοιχείο στο συμβόλαιο, ούτως ώστε με βεβαιότητα να διαπιστώνεται τόσο η ακριβής θέση όσο και το εμβαδόν του ακινήτου επί του οποίου βρισκόταν το βελανιδόδενδρο.

Επιπροσθέτως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι προ της διανοίξεως της δημοτικής οδού δεν υφίστατο ενιαίο ακίνητο αλλά δύο διαφορετικά εδαφικά τμήματα, δοθέντος και του ότι αυτά εν τοις πράγμασι δημιουργήθηκαν το πρώτον από της δημιουργίας του δρόμου. Ως εκ τούτου, είναι απίθανο το γεγονός στη συγκεκριμένη περίπτωση η διάνοιξη της οδού, να έγινε συγκυριακά ακριβώς στα όρια δύο όμορων εδαφικών τμημάτων, εν αντιθέσει με όλα τα υπόλοιπα ακίνητα απ’ τα οποία διήλθε ο δρόμος, τα οποία κατατμήθηκαν σε δύο τμήματα.

Πρέπει να επισημανθεί επιπλέον ότι και η ίδια η εκκαλούσα, στην υπ’ αριθ. .../1969 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, αναφέρεται στην εκ μέρους της αποδεχθείσα κληρονομιά του παππού της, ως να πρόκειται περί ενιαίου ακινήτου. Ειδικότερα αυτό περιγράφεται ως αγρός κείμενος στη θέση "..." ... εκτάσεως έξι περίπου στρεμμάτων, μεθ’ ενός ελαιόδενδρου, συνορευόμενος γύρωθεν με Σ.

Β., Π. Π. και Κ. Σ.. Εξάλλου, πλην της αδελφής της εκκαλούσης και μάρτυρός της στο πρωτόδικο Δικαστήριο Β. Π., που αναφέρεται στην πώληση του ανατολικώς του δρόμου, τμήματος του ακινήτου της εκκαλούσης, στον άνω δικαιοπάροχό της από την Ε. Π., της οποίας η κατάθεση ενόψει της στενής συγγενικής σχέσης της με την εκκαλούσα δεν δύναται να θεωρηθεί αυξημένης αξιοπιστίας σε σχέση με τις λοιπές μαρτυρικές καταθέσεις, ουδείς άλλος μάρτυρας (ούτε οι ενόρκως βεβαιώσαντες μάρτυρες της εκκαλούσης) επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος δεν εδραιώνεται βάσιμα από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων.

Ήδη τα δύο τμήματα του αρχικώς ενιαίου ακινήτου της εκκαλούσης κατά την διαδικασία της κτηματογράφησης στο κατά τόπον αρμόδιο Κτηματολογικό Εραφείο ... έλαβαν: α) Το μεν δυτικό ως γεωτεμάχιο, το ΚΑΕΚ ... εμβαδού 5.284 τ.μ., το οποίο σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από 14.9.2004 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος συνορεύει Βόρεια με ακίνητο με ΚΑΕΚ..., Ανατολικά με δημοτικό δρόμο (την προαναφερόμενη διανοιχθείσα κατά το έτος 1965 δημοτική οδό), Νότια με ακίνητο με ΚΑΕΚ...

συνιδιοκτησίας των εφεσίβλητων και Δυτικά με ακίνητα με ΚΑΕΚ ..., β) το δε ανατολικό ως γεωτεμάχιο, το ΚΑΕΚ..., εμβαδού 444 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται στο από 18.5.2007 οικείο απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος, καθώς και στο επισυναπτόμενο στην αγωγή της εκκαλούσης, από 14.7.2006 τοπογραφικό διάγραμμα της Πολιτικής Μηχανικού Ε.

Α. με τους αριθμούς... και συνορεύει Βόρεια και Ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. Π. με ΚΑΕΚ..., Νότια με ιδιοκτησία των εφεσίβλητων με ΚΑΕΚ... και Δυτικά με την διανοιχθείσα δημοτική οδό. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, ουδόλως αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της εκκαλούσης, ότι το επίδικο τμήμα εμβαδού 199,69 τμ που είναι όμορο του ως άνω, με ΚΑΕΚ... (ανατολικά της δημοτικής οδού κειμένου) ακινήτου της- ήτοι η βόρεια πλευρά του επιδίκου, συνορεύει με την νότια πλευρά του ακινήτου της εκκαλούσης και το οποίο (επίδικο) αποτελεί το βόρειο τμήμα του ακινήτου των εφεσίβλητων με ΚΑΕΚ...- αποτελεί τμήμα του δικού της ακινήτου, το οποίο είχε αγοράσει άτυπα ο δικαιοπάροχός της από την προαναφερόμενη πωλήτρια και ασκούσε έκτοτε εντός αυτού διακατοχικές πράξεις, μεταξύ των οποίων και η συλλογή των καρπών του βελανιδόδενδρου που βρισκόταν εντός αυτού.

Ειδικότερα, η εκκαλούσα επιχειρεί να συνδέσει το επίδικο ακίνητο με αυτό, εντός του οποίου υπήρχε το αγορασθέν υπό του παππού της βελανιδόδενδρο και υποστηρίζει ότι ο κομμένος καρπός δένδρου που υφίσταται ακόμη εντός αυτού, αποτελεί το υπόλειμμα της μεγάλης βελανιδιάς. Αναφορικά με τον αμφισβητούμενο αυτό κορμό δένδρου από το σύνολο του ανωτέρω αποδεικτικού υλικού, δεν προέκυψε ότι πρόκειται για δένδρο βελανιδιάς.

Ειδικότερα, προσκομίζονται εκατέρωθεν αντικρουόμενες τεχνικές εκθέσεις περί της φύσεως του δένδρου, άλλες εκ των οποίων καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για δένδρο βελανιδιάς και άλλες ότι πρόκειται για ξυλοκερατέα. Μάλιστα είναι αξιοσημείωτο ότι το ... κατόπιν δύο εργαστηριακών ελέγχων που πραγματοποίησε σε αποσταλέντα δείγματα του εναπομείναντος κορμού κατέληξε σε δύο διαφορετικά συμπεράσματα (βλ.

τα προσκομιζόμενα εκατέρωθεν υπ’ αριθμ, .../26.11.2007 και .../26.2.2009 έγγραφα του σχετικά με τον προσδιορισμό του ξύλου που καταλήγουν το μεν πρώτο ότι πρόκειται για δένδρο ξυλοκερατέας και το δεύτερο ότι πρόκειται για δένδρο βελανιδιάς). Εξάλλου μετά από έλεγχο του Δασαρχείου …(ύστερα από μακροσκοπικό έλεγχο), συντάσσεται το υπ’ αριθμ. .../20.7.2006 έγγραφό του στο οποίο συμπεραίνεται ότι πρόκειται για βελανιδιά.

Αντίθετα, κατόπιν αυτοψίας που πραγματοποιήθηκε από τον Γεωπόνο Π. Φ., υπάλληλο της Γενικής Διεύθυνσης Γεωργίας Νομού Λακωνίας, ο τελευταίος έχοντας μεταβεί επί τόπου και εξετάζοντας επισταμένως τον κορμό του δένδρου (που σημειωτέον έχει περίμετρο 2,80 μ. και ύψος 1,50 μ.) καταλήγει ότι πρόκειται για δένδρο ξυλοκερατέας.

Στο ίδιο έγγραφο ο άνω ειδικός συμπεραίνει ότι η νεότερη κερατέα που έχει φυτρώσει στο ίδιο σημείο και σε επαφή με τον αποξηραμένο κορμό της παλαιάς, έχει προέλθει από παραφυάδα της προϋπάρχουσας παλαιάς ξυλοκερατέας και βρίσκεται σχεδόν σε επαφή με τον αποξηραμένο κομμένο κορμό της παλαιάς. Το στοιχείο βέβαια αυτό, που είναι σημαντικό για τον προσδιορισμό του παλαιού κορμού, αμφισβητείται από την έρευνα του προαναφερόμενου ιδρύματος (βλ.

το υπ’ αριθ. .../26.2.2009 έγγραφο του ..., στο οποίο αναφέρεται ότι τα δύο δείγματα ξύλου που προσκομίστηκαν προς έλεγχο δεν ταυτίζονται). Η εκκαλούσα προσκομίζει επιπλέον και δύο γνωματεύσεις που λήφθηκαν με πρωτοβουλία της, αφενός την από 5.6.2009 του καθηγητή του Α.Π.Θ. Η. Β. και αφετέρου την από 1.2.2008 του Καθηγητή του τμήματος Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Ε.

Β. που καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για δένδρο βελανιδιάς. Ωστόσο, οι αντικρουόμενες απόψεις των ειδικών στις ανωτέρω γνωματεύσεις, καθιστούν επισφαλή τα αντίστοιχα αποδεικτικά μέσα, ιδίως ενόψει των ρητών και κατηγορηματικών καταθέσεων των μαρτύρων Κ. Κ. του Ι., Ι. Π. του Γ. και Α. Α. του Χ., που ζούσαν στην περιοχή επί πολλά χρόνια και πρόλαβαν το δένδρο προ της αποκοπής του, έχουν δε ιδία γνώση των συλλεγέντων καρπών και με βεβαιότητα καταθέτουν, ότι ήταν δένδρο χαρουπιάς.

Επιπλέον οι μάρτυρες, αναφέρουν ότι στο δένδρο αυτό κρεμούσε ο Σ. Β. μία "κόφα" με τροφή των ζώων του, ουδέποτε δε για τη χρήση του επιδίκου εκ μέρους του δικαιοπαρόχου των εφεσίβλητων, διαμαρτυρήθηκε η μητέρα της εκκαλούσης Μ. Π.. Το γεγονός δε, ότι η νέα κερατέα βρίσκεται σε επαφή με τον εναπομείναντα κορμό της παλαιάς (όπως προκύπτει και από την επισκόπηση των φωτογραφιών), άγει στο συμπέρασμα ότι όντως αποτελεί παραφυάδα αυτής και δεν πρόκειται για αυτοφυές δένδρο που συγκυριακά ανεφύη στο σημείο εκείνο.

Αναφορικά με τον εν λόγω κορμό δένδρου η εκκαλούσα προβάλλει τον επιπλέον ισχυρισμό (προς επίρρωση του ότι πρόκειται για την βελανιδιά που είχε αγοράσει ο παππούς της από την Ε. Π. και έκτοτε χρησιδέσποζε το υποκείμενο αυτής, έδαφος), ότι αυτό κόπηκε από τους Ιταλούς το έτος 1942, την μνήμη δε αυτή μεταφέρει στην κατάθεσή της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η μάρτυρας αδελφή της Β.

Π.. Αντίθετα οι μάρτυρες του εφεσίβλητου καταθέτουν ότι το δένδρο αυτό είχε αποκοπεί μετά το 1990 από ισχυρότατο άνεμο και ότι μέχρι τότε υφίστατο. Περί αυτών των καταθέσεων λεκτέα είναι τα εξής: Ο μεν ισχυρισμός της εκκαλούσης ελέγχεται ως αβάσιμος, ενόψει των αντιφατικών στοιχείων που σχετικά η ίδια επικαλείται.

Ειδικότερα, η ίδια ισχυρίζεται ότι ο παππούς της στην υπ’ αριθ. .../9.5.1949 δημόσια διαθήκη του που συνέταξε ο άλλοτε Συμβολαιογράφος ... Κων. Λιακάκος κατέλειπε στην ίδια και τις αδελφές της μεταξύ άλλων "6) έτερον αγρόν μετά της εν αυτώ μιάς (1) ελαίας και μιάς (1) βελανιδέας εις την θέσιν ... του ...". Εντός δε του ανατολικά της δημοτικής οδού ακινήτου της υφίσταται όντως ένα ελαιόδενδρο, για τον λόγο δε αυτό στο υπ’ αριθμ. .../22.7.1969 διανεμητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου ...

Δημ. Αλικάκου, αναφέρεται το συγκεκριμένο ακίνητο, που λαμβάνει η εκκαλούσα στην κυριότητα, νομή και κατοχή της, ως αγρός κείμενος στη θέση "..." ..., εκτάσεως (6) στρεμμάτων ή όσης και εάν είναι μεθ’ ενός ελαιοδένδρου. Δημιουργείται δε το εύλογο ερώτημα, εάν όντως είναι βάσιμος ο ισχυρισμός περί αποκοπής του δένδρου -τμήμα του κορμού του οποίου υφίσταται στο επίδικο - το έτος 1942 από τους Ιταλούς, για ποιόν λόγο αναφέρεται στη δημόσια διαθήκη του παππού της εκκαλούσης (αφού κατά την σύνταξη της δεν υπήρχε πλέον).

Το Δικαστήριο άγεται ενόψει αυτών στην κρίση, ότι το αναφερόμενο στη διαθήκη δένδρο είναι έτερο δένδρο βελανιδιάς που τότε (κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης) υπήρχε εντός του ακινήτου της εκκαλούσης (και όχι στο όμορο επίδικο), το οποίο εν συνεχεία αποκόπηκε ολοσχερώς και παρέμεινε μόνον το ελαιόδενδρο.

Εξάλλου από την προσκομιζόμενη εκατέρωθεν έκθεση του Κ. Χ. -Δασοπόνου (κατόπιν της με αρ. ... παραγγελίας του Εισαγγελέα ...) συνάγεται ότι ο υφιστάμενος στο επίδικο, κορμός δένδρου, δεν έχει αποκοπεί με τεχνικά μέσα (χειροπρίονο), γεγονός που συνάδει με τις καταθέσεις των μαρτύρων των εφεσιβλήτων, ότι αποκόπηκε όχι από ανθρώπους αλλά από δυνατό άνεμο.

Υπό τις άνω συνθήκες, οι ισχυρισμοί της εκκαλούσης σχετικά με τις διακατοχικές πράξεις που ασκούσε στο επίδικο ο παππούς της και εν συνεχεία η ίδια, ελέγχονται ως αβάσιμοι. Αντιθέτως αποδεικνύεται ότι επί του επιδίκου, ασκούσαν για χρονικό διάστημα άνω των είκοσι ετών διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου οι εφεσίβλητοι και προ αυτών οι δικαιοπάροχοί τους.

Ειδικότερα οι τελευταίοι τυγχάνουν συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός οικοπέδου μετά της εντός αυτού παλαιάς ισόγειας οικίας και της παρακείμενης αυτής παλαιάς ισόγειας αποθήκης, εμβαδού κτισμάτων 97,10 τμ και 11,55 τμ αντίστοιχα, που βρίσκεται στην περιφέρεια ...

και στην τοποθεσία "...", εμβαδού 1.239 τ.μ., το οποίο συνορεύει γύρωθεν Δυτικά με Δημοτική οδό, Ανατολικά με ακίνητο Π. Π., Νότια με ακίνητο κληρονόμων Π. Σ. και Βόρεια με ακίνητο Μ. Π. (μητέρας της εκκαλούσης, ήτοι με το ανατολικά της δημοτικής οδού. προπεριγραφομένου εδαφικού τμήματος της κυριότητάς της). Επίσης κατά το ίδιο εξ αδιαιρέτου ποσοστό είναι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι ετέρου ακινήτου και συγκεκριμένα ενός οικοπέδου στην ίδια περιφέρεια και θέση, που βρίσκεται δυτικά του προαναφερομένου ακινήτου και της δημοτικής οδού, το οποίο σήμερα περιέχει ελαιόδενδρα και πορτοκαλεόδενδρα, εμβαδού 3.038 τ.μ, και συνορεύει γύρωθεν, Ανατολικά με την δημοτική, ως άνω, οδό, Δυτικά με ιδιοκτησία Γ.

Κ., Νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Σ. και Βόρεια με το δυτικά της ίδιας οδού, ακίνητο της Μ. Π. (μητέρας της εκκαλούσης). Αμφότερα τα άνω ακίνητα των εφεσίβλητων, επίσης αποτελούσαν προ της διανοίξεως του δρόμου ένα ενιαίο ακίνητο (αγροτεμάχιο) το οποίο διαχωρίστηκε όπως και τα υπόλοιπα από την διέλευση του δρόμου το έτος 1965.

Συγκεκριμένα η διανοιχθείσα οδός ξεκινά από την Επαρχιακή Οδό ... και με κατεύθυνση από Νότο προς Βορρά οδηγεί στην περιοχή του Άνω .... Το ενιαίο - προ της διανοίξεως της δημοτικής οδού- ακίνητο ανήκε αρχικά στον παππού των εφεσίβλητων Η. Β., το οποίο είχε περιέλθει σ’ αυτόν από κληρονομιά του, κατά το έτος 1900, αποβιώσαντος πατέρα του, Σ.

Β. και της εξώδικης διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας του που επακολούθησε δυνάμει της από 9.3.1922 διαιτητικής απόφασης, των διορισθέντων διαιτητών με το υπ’ αριθ. .../1922 διαιτητικό συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου ... Παναγιώτη Μαντζάκου. Ο Η. Β. έκτοτε ασκούσε επ’ αυτού διανοία κυρίου και με καλή πίστη, για χρονικό διάστημα άνω της τριακονταετίας, τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, ήτοι το καθάριζε, το όργωνε και το καλλιεργούσε με σιτηρά, γενόμενος κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Το έτος 1960 ο ανωτέρω απώτερος δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων παραχώρησε άτυπα το όλο ακίνητο στον πατέρα των εφεσίβλητων και υιό του Σ. Β., ενώ στη συνέχεια και μετά το θάνατο του Η. Β.υ το έτος 1967, περιήλθε στον τελευταίο (πατέρα των εφεσιβλήτων) και ως κληρονομιαία περιουσία που του κατέλειπε ο πατέρας του δυνάμει της υπ’ αριθ. .../24.5.1963 δημόσιας διαθήκης του, συνταχθείσης ενώπιον του Συμβολαιογράφου ...

Κων/νου Λιακάκου και δημοσιευθείσης νομίμως δυνάμει του υπ’ αριθ. 29/4.10.1967 πρακτικού του Πρωτοδικείου ..., την οποία και αποδέχθηκε ο ίδιος (πατέρας των εφεσίβλητων) με την υπ’ αριθ. .../ 6.9.1976 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου ... Θ. Λ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος 132 και αρ. 1).

Στην συμβολαιογραφική ως άνω πράξη ο αγρός αυτός περιγράφεται ως κείμενος στη θέση "..." εκτάσεως τριών (3) περίπου στρεμμάτων, συνορευόμενος γύρωθεν Ανατολικά με ιδιοκτησία Κ. Λ., Δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Κ., Βόρεια με ιδιοκτησία Μ. Π. και Νότια με δημόσια οδό .... Και είναι μεν αληθές ότι το εμβαδόν του ακινήτου δεν ανταποκρίνεται στο σημερινό συνολικό εμβαδόν του όπως αυτό εμφαίνεται στις εγγραφές στο Κτηματολόγιο που αναφέρονται παρακάτω, αφού σύμφωνα μ’ αυτές το συνολικό εμβαδόν των ήδη δύο εδαφικών κεχωρισμένων τμημάτων των εφεσίβλητων ανέρχεται σε 4.277 τ.μ. (ήτοι 3.038 τ.μ.

το δυτικά της δημοτικής οδού ακίνητο + 1.239 τ.μ. το ανατολικά της δημοτικής οδού ακίνητο, όπου και το επίδικο), πλην όμως το στοιχείο αυτό δεν δύναται να οδηγήσει σε διαφορετικά συμπεράσματα, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι σύνηθες φαινόμενο να υφίσταται μεγάλη απόκλιση του εμβαδού των ακινήτων που αναγραφόταν στα συμβόλαια από αυτό που προέκυπτε τελικώς μετά από ακριβή καταμέτρησή τους, για τον λόγο δε αυτό είναι σύνηθες στα παλαιά συμβόλαια, κατά την αναφορά της έκτασης των ακινήτων ν’ αναγράφεται η φράση "ή όση και εάν είναι" (το ίδιο ακριβώς συναντούμε και στα συμβόλαια της εκκαλούσης, όπου αναφορικά με το δικό της ενιαίο ακίνητο αναγράφεται ότι είναι έξι (6) στρεμμάτων "ή όσης και εάν είναι).

Ως εκ τούτου οι σχετικές με την έκταση των ακινήτων καταγραφές, στα παλαιά συμβόλαια δεν δύνανται να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο για την πραγματική έκταση και τα όριά τους. Εξάλλου στην υπ’ αριθ. .../1.10.1999 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου ... Ελένης Γεωργάκου, των μαρτύρων Δ. Κ. και Κ. Π., οι τελευταίοι σε ανύποπτο χρόνο καταθέτουν ότι οι εφεσίβλητοι από του έτους 1978 νέμονται και κατέχουν συνεχώς, αδιαταράκτως και αδιαλείπτως μεταξύ άλλων και α) ένα οικόπεδο μετά του ισογείου σπιτιού και της ισογείου αποθήκης εντός αυτού, κείμενο στην θέση "..." της περιφέρειας ... (το ανατολικά της δημοτικής οδού) εμβαδού 1.450 τμ (προσδιορίζοντας και τα σύνορα του) και β) έτερο οικόπεδο στην αυτή περιοχή και θέση (το δυτικά της άνω οδού) που εμπεριέχει ελαιόδενδρα και πορτοκαλεόδενδρα, εμβαδού 3.010 τμ (προσδιορίζοντας τα σύνορά του).

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι, ο ανωτέρω πατέρας των εφεσίβλητων, όπως αναφέρουν μετά λόγου γνώσεως όλοι οι μάρτυρες τους, από της παραχωρήσεως του όλου ακινήτου στον ίδιο το έτος 1960 και έκτοτε, μέχρι την εκ μέρους του άτυπη παραχώρησή του (ήδη διαχωρισμένου σε δύο ανεξάρτητα τμήματα) στους υιούς του - εφεσίβλητους, ήτοι μέχρι περίπου τον χρόνο του θανάτου του το 1981 (ορισμένοι μάρτυρες τοποθετούν τον χρόνο παραχώρησης στο έτος 1978, πλην όμως δεν προέκυψε ότι τις διακατοχικές πράξεις που διενεργούσε αυτός μέχρι το έτος 1981, τις ασκούσε για λογαριασμό των υιών του και όχι για ίδιο λογαριασμό), ασκούσε επ’ αυτού για διάστημα είκοσι ετών, αδιαλείπτως και αδιατάρακτα, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο (την προαναφερθείσα δήλωση αποδοχής κληρονομιάς), όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση του, γενόμενος έτσι κύριος του ακινήτου με παράγωγο τρόπο αλλά επίσης και με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας.

Ειδικότερα, όπως καταθέτουν οι μάρτυρες των εφεσίβλητων (αναιρεσιβλήτων), κατά το έτος 1960 ο Σ. Β. μετεγκαταστάθηκε με την οικογένεια του από το Λ. όπου ζούσε στη θέση "..." και χρησιμοποιούσε ως κατοικία του ένα πρόχειρα κατασκευασμένο κτίσμα στο νοτιοδυτικό τμήμα του ακινήτου. Επίσης εντός του δυτικού τμήματος κατασκεύασε πηγάδι και καλλιέργησε ντομάτες, ενώ ταυτόχρονα διατηρούσε ζώα (άλογα, γίδες, κουνέλια, κότες και σκυλιά) τα οποία σταύλιζε στην βορειοανατολική άκρη του κτήματός του -προκειμένου να αποφεύγει την πρόκληση ζημιών στις καλλιέργειες που βρισκόταν στο δυτικό τμήμα - και ειδικότερα τα σταύλιζε στο επίδικο τμήμα, κάτω από ένα μεγάλο δέντρο κερασιάς (πρόκειται για το προαναφερόμενο αμφισβητούμενο κατά το είδος του δένδρο) που βρισκόταν στην βορειοανατολική άκρη του κτήματος και τα τάϊζε από τους καρπούς του δένδρου.

Νότια δε από το δένδρο διατηρούσε κλουβί με κουνέλια καθώς και κοτέτσι, ακόμη δε αποθήκευε τα ξύλα του, ενώ τα πρόχειρα αυτά παραπήγματα που υφίσταντο επί του επιδίκου διαπιστώθηκαν και από τον διορισθέντα από τον εισαγγελέα ... δασοπόνο Χ. Κ. με εφαρμογή αεροφωτογραφιών και ειδικά του έτους 1972 (ενώ στις προηγούμενες των ετών 1945 και 1960 και στις επόμενες του έτους 1998 δεν παρατηρούνται) και αναφέρονται στην οικεία τεχνική έκθεση που συνέταξε, καταρρίπτοντας τους ισχυρισμούς της εκκαλούσης, ότι στο επίδικο ουδέποτε υφίσταντο πρόχειρες κατασκευές.

Οι μάρτυρες των εφεσιβλήτων, έχουν ιδία γνώση των γεγονότων, δοθέντος ότι εργαζόταν στα κτήματα τόσο των εφεσιβλήτων όσο και της εκκαλούσης και ζούσαν στην περιοχή, χωρίς να έχουν αναπτύξει ιδιαίτερες φιλικές σχέσεις με οποιονδήποτε εξ αυτών. Οι μαρτυρίες τους είναι λεπτομερείς, συγκεκριμένες και πειστικές, αναφορικά με τις διακατοχικές πράξεις του δικαιοπαρόχου των εφεσιβλήτων στο όλο ακίνητο, που κατά τις σαφείς καταθέσεις τους, στην βορειοανατολική πλευρά του εκτείνονταν μέχρι και πέρα από το δένδρο της κερατέας (χαρουπιάς), ήτοι στο επίδικο, τα βόρεια όρια του οποίου αποτελούσαν τα νότια σύνορά του - ανατολικά της οδού - ευρισκομένου, ακινήτου της εκκαλούσης.

Όπως επίσης καταθέτουν, τόσο ο Σ. Β. όσο και η Μ. Π. είχαν περιφράξει μόνον τα δυτικά τμήματα των ακινήτων τους, μετά την διάνοιξη της δημοτικής οδού που τα διαίρεσε σε δύο ανεξάρτητα τμήματα το καθένα, η δε περίφραξη που είχε τοποθετηθεί στο όριο του βόρειου τμήματος του εν λόγω δυτικού ακινήτου του Σ. Β., καταδεικνύει στη νοητή της ευθεία από δυσμάς προς ανατολάς, τα σύνορα των ανατολικών τμημάτων των διαδίκων και δη το βόρειο σύνορο του ακινήτου των εφεσιβλήτων και το νότιο σύνορο του ακινήτου της εκκαλούσης.

Το στοιχείο δε αυτό είναι καθοριστικό για να γίνει αντιληπτή η οριοθέτηση των ακινήτων των διαδίκων προ της κατάτμησής τους, όπως συμβαίνει και με τα υπόλοιπα ακίνητα των ιδιοκτητών της περιοχής που επίσης κατατμήθηκαν λόγω της διάνοιξης της δημοτικής οδού και αναφέρονται από τους μάρτυρες (ακίνητα Π.

Λ., Γ. Σ., Ε. Τ. κ.ά.). Είναι δε εμφανές από την επισκόπηση του, από Δεκεμβρίου του 2007 τοπογραφικού διαγράμματος των ακινήτων της περιοχής, του Η. Β., όπως και των αεροφωτογραφιών που είναι συνημμένες στην τεχνική έκθεση του δασοπόνου Χ. Κ. που συντάχθηκε κατόπιν της υπ’ αριθ. ... παραγγελίας του Εισαγγελέα ... στα πλαίσια ποινικής δίκης των διαδίκων, ότι τα όρια των ανατολικών τμημάτων των ακινήτων των διαδίκων, αποτελούν προέκταση σε ευθεία γραμμή και με λοξή κατεύθυνση, των ορίων των δυτικών τμημάτων τους.

Αυτή ακριβώς η λοξή κατεύθυνση της ευθείας νοητής γραμμής, δημιουργεί άνισες πλευρές των τμημάτων και ειδικότερα η επί της δημοτικής οδού δυτική πλευρά του ανατολικού τμήματος του ακινήτου των εφεσιβλήτων έχει διαστάσεις 48 μ, ενώ η αντίστοιχη ανατολική πλευρά του δυτικού τμήματος έναντι της δημοτικής οδού είναι 46 μ.

Η ανισότητα αυτή των πλευρών που επικαλείται η εκκαλούσα προκειμένου να καταρρίψει τον ουσιώδη ως άνω ισχυρισμό των εφεσιβλήτων περί της νοητής επέκτασης των συνόρων των δυτικών τμημάτων τους σε ευθεία γραμμή προς ανατολάς, προκειμένου να εξευρεθεί το, βόρειο για τους εφεσιβλήτους και νότιο για την εκκαλούσα, όριο των δύο όμορων ακινήτων τους που ήδη έχουν λάβει αριθμούς ΚΑΕΚ... (όπου και το επίδικο) και...

αντίστοιχα, ουδόλως αναιρεί τον άνω ισχυρισμό των εφεσιβλήτων, αφού επεξηγείται πλήρως, λόγω της λοξής κατεύθυνσης της νοητής ευθείας, καθώς ουδείς ισχυρίζεται ότι προ της κατάτμησής τους, τα ακίνητα των διαδίκων είχαν τετραγωνισμένο σχήμα. Είναι συνεπώς προφανές ότι οι συγκεκριμένες περί των ανωτέρω μαρτυρίες των μαρτύρων των εφεσιβλήτων επιβεβαιώνονται και από τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας, ενώ αντιθέτως διαψεύδονται οι καταθέσεις των μαρτύρων της εκκαλούσης.

Ειδικότερα, στην ένορκη βεβαίωση του Δ. Λ. που προσκομίζει η εκκαλούσα στα πλαίσια της παρούσης έκκλητης δίκης, ως διακατοχικές πράξεις της Μ. Π., μητέρας της εκκαλούσης στο επίδικο, αναφέρονται οι εκφορτώσεις και φορτώσεις τελάρων ενός φορτηγού με τον οδηγό του οποίου συνεργαζόταν η Μ. Π. και η τοποθέτηση αμμοχάλικου για την τσιμεντόστρωση της οδού, για την οποία η Μ.

Π. αναφέρεται ότι χορήγησε την άδεια. Ως προς το δεύτερο αυτό πραγματικό γεγονός, ουδόλως προσδιορίζεται από πού προέρχεται η γνώση του μάρτυρα (ήτοι για το ποιός επέτρεψε την τοποθέτησή του αμμοχάλικου στο επίδικο), ενώ σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μεμονωμένες ενέργειες που ευχερώς θα μπορούσαν να είχαν λάβει χώρα με ανοχή των εφεσιβλήτων που ήδη την δεκαετία του 1990 είχαν διαδεχθεί τον πατέρα τους στη νομή του ακινήτου και είχαν παύσει να διατηρούν ζώα στο επίδικο, χρησιμοποιώντας το, τόσο ως χώρο στάθμευσης, όσο και ως χώρο αποθήκευσης.

Εξάλλου και ο έτερος μάρτυρας Α. Κ. στην ένορκη βεβαίωση του που επίσης δόθηκε στα πλαίσια της παρούσης δίκης καταθέτει ότι κάτω από τον ίσκιο της χαρουπιάς (εννοεί το αυτοφυές δένδρο που φύτρωσε δίπλα στο εναπομείναν τμήμα του κορμού του πρώτου δένδρου που υπήρχε εκεί και του οποίου αποτελούσε παραφυάδα) έτρωγε με την Μ.

Π. τον Αύγουστο του 1980. Ωστόσο και το γεγονός αυτό δεν δύναται επαρκώς να στηρίξει ισχυρισμό περί ασκήσεως διακατοχικών πράξεων στο επίδικο, εκ μέρους της εκκαλούσης και των δικαιοπαρόχων της. Εξάλλου μόνη η μαρτυρία της αδελφής της εκκαλούσης στο ακροατήριο που αναφέρει διακατοχικές πράξεις επ’ αυτού, τόσο εκ μέρους του παππού της όσο και εν συνεχεία της αδελφής της, δεν κρίνεται πειστική και δεν δύναται να αναιρέσει τις περί του αντιθέτου μαρτυρίες των προαναφερομένων μαρτύρων των εφεσιβλήτων.

Περαιτέρω προέκυψε ότι ο πατέρας των εφεσιβλήτων την δεκαετία του 1970 στο νοτιοανατολικό τμήμα του ανατολικού ακινήτου ανήγειρε ισόγεια υπερυψωμένη οικία, που υφίσταται μέχρι σήμερα, διαμορφώνοντας τον έμπροσθεν χώρο σε αυλή, εξακολουθώντας να χρησιμοποιεί την βορειανατολική πλευρά του ακινήτου για σταυλισμό των ζώων του και αποθηκευτικό χώρο ζωοτροφών και καυσόξυλων, μέχρι τον θάνατό το" το έτος 1981 (βλ.

και φωτογραφίες που εικονίζουν τον επίδικο χώρο όπου βρίσκεται ο κομμένος κορμός δένδρου και η εκεί υπάρχουσα νεώτερη χαρουπιά- παραφυάδα της παλαιάς, σε μία εκ των οποίων, εικονίζεται και πρόχειρο παράπηγμα με συγγενή των εφεσιβλήτων, δύο δεμένα σκυλιά και διάφορα εναποτεθειμένα παλαιά αντικείμενα).

Ήδη, όπως προαναφέρθηκε, λίγο προ του θανάτου του το έτος 1981, παραχώρησε άτυπα τα ανωτέρω ακίνητα στους υιούς του - εφεσίβλητους, οι οποίοι τα έλαβαν στην εξ αδιαιρέτου συννομή τους - και εξακολούθησαν να ασκούν επ’ αυτών από κοινού, αντίστοιχες διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο των είκοσι ετών μέχρι της ασκήσεως της αγωγής (το έτος 2007), έχοντας καταστεί κύριοι αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους.

Ήδη όπως προαναφέρθηκε, χρησιμοποιούν το επίδικο τμήμα του ανατολικού ακινήτου, αφού καθαίρεσαν τους χώρους σταυλισμού και απομάκρυναν τα ζώα, ως χώρο στάθμευσης των οχημάτων τους και χώρο αποθήκευσης κλαδιών προς καύση, επιτηρώντας το και καθαρίζοντάς το συστηματικά. Αμφότερα δε τα αυτοτελή ως άνω τμήματα του αρχικώς ενιαίου ακινήτου, κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης έλαβαν:

α) το μεν δυτικό ως γεωτεμάχιο το ΚΑΕΚ.... εμβαδού 3.038 τ.μ. το οποίο σύμφωνα με το προσκομιζόμενο απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος συνορεύει Βόρεια με ακίνητο με ΚΑΕΚ... ιδιοκτησίας της εκκαλούσης, Ανατολικά με δημοτική οδό, Νότια με ακίνητο με ΚΑΕΚ... και Δυτικά με ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., β) το δε ανατολικό ως γεωτεμάχιο το ΚΑΕΚ...

εμβαδού 1.239 τ.μ., το οποίο σύμφωνα με το σχετικό κτηματογραφικό διάγραμμα συνορεύει Βόρεια με ακίνητο με ΚΑΕΚ... ιδιοκτησίας της εκκαλούσης και ακίνητο με ΚΑΕΚ..., Ανατολικά με ακίνητο με ΚΑΕΚ..., Νότια με ακίνητο με ΚΑΕΚ... και δυτικά με δημοτική οδό. Στο δεύτερο αυτό ανατολικό τμήμα ακινήτου συμπεριλαμβάνεται (στη βόρεια πλευρά του) το επίδικο τμήμα εμβαδού 199,69 τ.μ., το οποίο κατά τους μη αποδειχθέντες ισχυρισμούς της ενάγουσας κείται στο νότιο τμήμα του δικού της ακινήτου, η δυτική πλευρά του έχει μήκος 12,62 μ., η ανατολική πλευρά 11,20 μ., η βόρεια πλευρά 15,46 μ.

και η νότια πλευρά 16,90 μ. Η εκκαλούσα προς επίρρωση των ισχυρισμών της επικαλείται ότι το φυσικό όριο του ακινήτου της ιδίας και του όμορου ακινήτου των εφεσιβλήτων (ανατολικά της δημοτικής οδού) καθορίζεται από βράχια σε λοξή κατεύθυνση προς το βουνό (ανατολική κατεύθυνση). Πλην όμως η ύπαρξη βραχισμών, αφενός μεν δεν προκύπτει από τις φωτογραφίες ότι επεκτείνεται σε όλο το πλάτος του επιδίκου ούτως ώστε να εκληφθεί ως φυσικό όριο (αλλά προς ανατολάς που αρχίζουν οι πρόποδες ταυ βουνού), ενώ σε κάθε περίπτωση αυτό το χαρακτηριστικό από μόνο του δεν επαρκεί για να θεωρηθεί ότι οριοθετεί τα δύο ακίνητα.

Ο έτερος δε ισχυρισμός της εκκαλούσης περί της ύπαρξης τσιμεντένιου στηθαίου, το πέρας του οποίου οριοθετεί το ακίνητό τους, το οποίο κατασκεύασαν οι εφεσίβλητοι στη δυτική πλευρά και μέχρι του σημείου που φτάνει το βόρειο όριο του ανατολικού τμήματος του ακινήτου τους, κατά μήκος της οδού, ουδόλως αποδεικνύει τους ισχυρισμούς της, δοθέντος ότι το στηθαίο αυτό - όπως πειστικά καταθέτουν οι μάρτυρες των εφεσιβλήτων - έχει κατασκευαστεί το έτος 1993 μετά τις καταστροφικές πλημμύρες των ετών 1992-1993 που προκάλεσαν ζημίες στην ιδιοκτησία των εφεσιβλήτων και προκειμένου να προστατευτεί η οικία τους από τα όμβρια ύδατα.

Εξάλλου, η σημερινή εκ μέρους τους χρήση του επιδίκου, ως χώρου στάθμευσης, δεν τους επέτρεψε να επεκτείνουν το στηθαίο μέχρι το πραγματικό όριο της δυτικής πλευράς του εν λόγω ακινήτου, αφού η ενέργεια αυτή θα εμπόδιζε την είσοδο των οχημάτων τους εντός αυτού. Οι ανωτέρω παραδοχές ενισχύονται και από το γεγονός, ότι ενώ κατά την Α’ φάση κτηματογράφησης το ανατολικό τμήμα του ακινήτου της εκκαλούσης με ΚΑΕΚ...

είχε κριθεί ως ανεντόπιστο, η τελευταία κατέθεσε την υπ’ αριθ. ...14.12.2000 ένστασή της προς τον Ο.Κ.Χ.Ε με την οποία ζήτησε να καταχωρηθεί το εν λόγω ακίνητο στο δικό της όνομα, χωρίς να διαλάβει σ’ αυτήν οποιοδήποτε αίτημα διόρθωσης του εμβαδού του, με αποτέλεσμα κατά την Β’ Ανάρτηση, γενομένης δεκτής της ενστάσεώς της, να καταχωρηθεί το άνω ακίνητο στο όνομα της με εμβαδόν 444 τ.μ..

Στη συνέχεια η εκκαλούσα ανέθεσε οικοδομικής άδειας προκειμένου στη θέση της παλαιάς οικίας που βρισκόταν εντός του ιδίου ακινήτου, να ανεγείρει νέα. Πράγματι ο εφεσίβλητος συνέταξε προς τούτο το από Οκτώβριο του 2004 τοπογραφικό διάγραμμα, όπου το ανατολικό ακίνητο της εκκαλούσης εμφαίνεται με τις διαστάσεις, τα όρια και το εμβαδόν που καταχωρήθηκαν στο Κτηματολόγιο.

Το τοπογραφικό αυτό διάγραμμα χρησιμοποιήθηκε τόσο για την έκδοση της υπ’ αριθ. .../2.12.2004 άδειας εκσκαφής θεμελίων της Ε’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, όσο και για την έκδοση της υπ’ αριθ. …2005 άδειας οικοδομής της Πολεοδομίας ..., χωρίς ποτέ η εκκαλούσα να διαμαρτυρηθεί και να αμφισβητήσει το αναφερόμενο εμβαδόν του άνω ακινήτου της, παρά μόνον αφού ολοκληρώθηκαν και οι εργασίες ηλεκτροδότησης της ανεγερθείσης οικίας της.

Πρέπει δε να επισημανθεί ότι από το υπ’ αριθ. πρωτ. .../12.12.2004 έγγραφο της Ε’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων που απευθύνεται, στην εκκαλούσα, και έχει θέμα την άδεια εκσκαφής θεμελίων για την προσθήκη κατ’ επέκταση ισογείου σε υπάρχουσα οικοδομή αυτής, προκύπτει ότι τις εργασίες εκσκαφής παρακολούθησε ειδικευμένος υπάλληλος της εν λόγω Υπηρεσίας και οπωσδήποτε σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την τοποθέτηση του κτιρίου επί του εδάφους ελέγχθησαν τα όρια του οικοπέδου, τα οποία προφανώς υπέδειξε η ίδια η εκκαλούσα, ή άτομο της οικογένειας της και πάντως ήδη κατά τον χρόνο εκείνο προσδιορίστηκαν κατά σαφή και αδιαμφισβήτητο τρόπο, ούτως ώστε να μην δύναται βάσιμα να υποστηριχθεί εκ μέρους της, ότι μετά από όλες τις προαναφερόμενες ενέργειες, η ίδια εξακολουθούσε να αγνοεί το καταγεγραμμένο στο κτηματολόγιο εμβαδόν του εν λόγω ακινήτου και τα φερόμενα όρια αυτού, λόγω του ότι το σχήμα του (τραπέζιο) παρέμεινε αναλλοίωτο παρά την μειωμένη έκτασή του.

Υπό τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν αποδεικνύεται ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα εμβαδού 199,69 τμ αποτελεί εν τοις πράγμασι τμήμα του με ΚΑΕΚ... ακινήτου της κυριότητας της εκκαλούσης, αντίθετα αποδεικνύεται ο βάσιμος ισχυρισμός των εφεσιβλήτων, ότι αυτό ανέκαθεν αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα του με ΚΑΕΚ...

ακινήτου, της εξ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρία συγκυριότητάς τους, επί του οποίου οι ίδιοι είχαν με τον προαναφερόμενο τρόπο καταστεί από κοινού και εξ αδιαιρέτου συγκύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Μετά ταύτα οι στην αγωγή της εκκαλούσης αναφερόμενες κτηματολογικές εγγραφές, που αφορούν στα ακίνητα των διαδίκων, είναι ακριβείς και δεν χρήζουν διόρθωσης".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η σχετική αγωγή της αναιρεσείουσας, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την επί του επιδίκου ακινήτου άσκηση διακατοχικών πράξεων επιδηλωτικών της νομής τόσο από τον απώτερο και τον άμεσο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, όσο και από τους τελευταίους, οι οποίες θεμελιώνουν τον προαναφερόμενο πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας τούτων επ’ αυτού, όχι δε και από την Ε.

Π. και από τον φερόμενο ως δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας, προκειμένου να θεμελιωθεί η με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) κτήση της κυριότητας του επιδίκου. Επομένως η περί του αντιθέτου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση που περιέχεται στον πρώτο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμη.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, ήτοι: α) την από 20-1-2008 αναφορά με φωτογραφικό υλικό και ανάλυση μικροσκοπικής έρευνας της καθηγήτριας των ΤΕΙ στο τμήμα συντήρησης ξύλου Α.

Π., β) τα αποτελέσματα ειδικής εξέτασης που έγινε στο Πολυτεχνείο του Μονάχου Γερμανίας, στο τμήμα ανατομίας και παθολογίας του ξύλου, στο οποίο απέστειλε τομές με επεξηγηματική αλληλογραφία, γ) την από 23-1-2008 γνωμάτευση του Ν. Χ., καθηγητή στο τμήμα Βοτανικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ειδικού στην ανατομία φυτών, δ) αντίγραφο του υπ’ αριθ. .../1976 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ...

Θ. Λ., ε) αντίγραφο της υπ’ αριθ. .../1980 οικοδομικής αδείας της διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Λακωνίας, στ) το από Αυγούστου 1980 τοπογραφικό διάγραμμα του οικοπέδου, συντάκτης του οποίου είναι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος και ζ) το με αριθ. πρωτ. ...8-1-2010 έγγραφο της Δ/νσης Πολεοδομίας της Ν. Αυτοδιοίκησης Λακωνίας, που με επίκληση προσκομίσθηκαν εκ μέρους της αναιρεσείουσας ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, προκειμένου να υποστηριχθεί ο ισχυρισμός της αφενός ως προς το είδος του δένδρου, υπόλειμμα του οποίου υπάρχει στο επίδικο, προκειμένου να αποδειχθεί η δια της καλλιέργειας και συλλογής των καρπών του άσκηση διακατοχικών πράξεων επιδηλωτικών της νομής της επ’ αυτού (επιδίκου) και αφετέρου ως προς την έκταση των ομόρων ακινήτων των αντιδίκων, εντός των οποίων υφίσταται, κατά τους ισχυρισμούς εκατέρου τούτων, το επίδικο.

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά μέσα τα ανωτέρω έγγραφα, εφόσον μάλιστα σ’ αυτήν (απόφαση) αναφέρεται αυτολεξεί: "... από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται ειδικώς κατωτέρω, χωρίς ωστόσο να παραλειφθεί κάποιο κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς...", χωρίς να υφίσταται ανάγκη ειδικότερης μνείας και αξιολόγησης ενός εκάστου τούτων.

Συνεπώς, ο σχετικός δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-9-2014 αίτηση της Γ. συζ. Ι. Λ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 153/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ