Legislator Case Law & Legislation
227/2016 AI generated

227/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 227/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 227 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

227/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 227 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
discontinuation of benefits revocation of disability benefits limitation of disability pension denial of ongoing benefits termination of disability benefits cessation of disability pension
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 227 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 227/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανή Γιαννούκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Α. Α., κατοίκου ..., 2) Β. Γ. Β., κατοίκου ..., 3) Χ. Ι. Γ., κατοίκου ..., 4) Κ. Χ. Γ., κατοίκου ..., 5.α) Χ. Γ. του Σ., β) Μ. Γ. του Σ., ως νόμιμοι κληρονόμοι του αποβιώσαντος Σ. Χ. Γ., (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. .../26-4-2010 ληξιαρχική πράξη Δήμου … και το υπ’ αριθ..../7-5-2010 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών), 6) Μ. Κ., κατοίκου ..., 7) Δ. Ν. Κ., κατοίκου ..., 8) Σ. Σ. Κ., κατοίκου ..., 9) Χ. Ο. Κ., κατοίκου ..., 10) Ν. Α. Κ., κατοίκου ... 11)Σ. Γ. Λ., κατοίκου ..., 12) Ε. Β. Μ., κατοίκου ..., 13) Σ. Ν. Μ., κατοίκου ..., 14) Σ. Ε. Μ., κατοίκου ... 15) Α. Ν. χήρα Α. Ν., ως νόμιμος κληρονόμος του αποβιώσαντος Α. Ν. Ν., (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. .../16-10-2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Δήμου Κηφισιάς και το υπ’ αριθ. .../25-9-2015 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του ως άνω Δήμου), κατοίκου ..., 16) Μ. Ι. Ο., κατοίκου ..., 17) Γ. Γ. Π., κατοίκου ..., 18) Ε. Β. Π., κατοίκου ..., 19) Γ. Ι. Π., κατοίκου ..., 20) Σ. Α. Π., κατοίκου ..., 21.α) Φ. Π. του Χ., χήρας Ν., ως νόμιμη κληρονόμος του αποβιώσαντος Ν. Σ. Π., (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. .../22-7-2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου … το υπ’ αριθ. .../24-9-2013 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών), κατοίκων ..., 22. α) Α. Π. χήρας Ι., το γένος Π. Μ., β) Χ. Π. θυγατέρας Ι., ως νόμιμοι κληρονόμοι του αποβιώσαντος Ι. Ι. Π., (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. ...14-2-2014 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου του ... και το υπ’ αριθ. .../17-2-2014 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Ληξιαρχείου του Δήμου Αθηναίων), κατοίκων ... 23) Γ. Α. Π., κατοίκου ..., 24) Σ. Γ. Π., κατοίκου ..., 25) Ν. Χ. Χ., κατοίκου ..., 26) Δ. Χ., κατοίκου ..., 27) Ι. Χ., κατοίκου ... Αττικής, 28) Β. Ξ., κατοίκου ..., 29) Ζ. Π., κατοίκου ..., 30.α) Σ. Κ. του Η., χήρα Β., β) Ε. Κ. του Η., ως νόμιμοι κληρονόμοι του αποβιώσαντος Β. Ν. Κ., (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. .../28-8-2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου του Δήμου …και το υπ’ αριθ. .../8-10-2012 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών), κατοίκων ..., 31) Χ. Ν. Υ., κατοίκου ..., 32) Α. Δ. Π., κατοίκου ..., άπαντες οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Καρατζά, ο οποίος παραστάθηκε και αφού ζήτησε και έλαβε τον λόγο δήλωσε ότι οι με α/α 5ος, 15ος, 21ος, 22ος και 30ος των αρχικών αναιρεσειόντων, απεβίωσαν επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης και την δίκη συνεχίζουν οι ως άνω αναιρεσείοντες, ως νόμιμοι κληρονόμοι τους, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος Α.Ε. (ΟΤΕ)", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2224/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 960/2008 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-2-2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 9-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Από τον συνδυασμό των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1 104, 105 και 576 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια, περιλαμβανομένου και του Αρείου Πάγου, με πληρεξούσιο δικηγόρο διοριζόμενο είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρίζεται στα πρακτικά, εάν δε εκπροσωπούνται στην συζήτηση από δικηγόρο χωρίς αυτός να αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του θεωρούνται δικονομικώς απόντες. Σε τέτοια περίπτωση, αν δικονομικώς απόντες είναι οι φερόμενοι ως ασκήσαντες την αναίρεση διάδικοι χωρίς να αποδεικνύεται πληρεξουσιότης για την άσκησή της αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, υπό την προϋπόθεση πως οι εν λόγω διάδικοι έχουν κλητευθεί νομίμως ώστε να είναι έγκυρη η συζήτηση της αναιρέσεως. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και το οικείο πινάκιο του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες. Κατ’ αυτήν οι αναιρεσείοντες φέρονται ως εκπροσωπούμενοι από τον παραστάντα δικηγόρο Αθηνών Σταύρο Καρατζά. Προς απόδειξη της πληρεξουσιότητός του ο δικηγόρος αυτός προσκομίζει και επικαλείται εξουσιοδοτήσεις όλων των αναιρεσειόντων, νομίμως θεωρημένες για το γνήσιο της υπογραφής τους από τα ΚΕΠ, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτοί παρέχουν ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα για την κατάθεση, συζήτησης και λοιπές δικαστικές ενέργειες που αφορούν την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πλην του πρώτου αναιρεσείοντος Θ. Α., του δωδέκατου, Ε. Μ. και της Σ. Κ., η οποία υπεισέρχεται ως κληρονόμος του αποβιώσαντος τριακοστού αναιρεσείοντος Β. Κ., ως προς τους οποίους ουδέν νομιμοποιητικό έγγραφο προσκομίζεται. Επομένως δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότης του παραστάντος δικηγόρου ως προς τους ως άνω τρεις αναιρεσείοντες, οι οποίοι πρέπει να θεωρηθούν ως δικονομικώς απόντες, από δε την προσκομιζόμενη νομίμως .../24-6-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών Α. Π., προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες επισπεύδουν την συζήτηση, με επίδοση στην αναιρεσίβλητη αντιγράφου της κλήσεως με τις επισυναπτόμενες σ’ αυτήν πράξεις καταθέσεως και προσδιορισμού δικασίμου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης και πρόσκληση προς παράσταση κατ’ αυτήν.

Συνεπώς νομίμως χωρεί η προκειμένη συζήτηση παρά την δικονομική απουσία τους και μη αποδεικνυομένης πληρεξουσιότητος για την άσκηση της αναιρέσεως, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς αυτούς( ΑΠ 1402/2003). 2. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005).

3. Κατά το άρθρο 2 παρ.2 του α.ν. 173/1967 περί "Αποζημίωση απολυομένων δημοσίου κλπ - εφάπαξ κλπ διατάξεις", "Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζαι ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρεία Υδάτων κ.λπ.) ή επιχειρήσεις επιχορηγούμενοι υπό του Κράτους, η υπό του ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνη εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργούμενης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου". Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε διαδοχικά μεταγενεστέρως και προσδιορίσθηκε τελικώς με το άρθρο 21 παρ. 13 του ν. 3144/ 2003 στο ποσό των 15.000 ευρώ. Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν.δ. 618/1970 "περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967 επί αποζημιώσεων κ.λπ." ορίστηκαν τα εξής: "Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του α.ν. 99/1967 περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κ.λπ." τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημίωσης ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυόμενους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων κοινής ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ’ οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ’ αυτών συνδεόμενους, καταργούμενης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή εθίμου". Οι ως άνω διατάξεις ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των άνω μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους και στις περιπτώσεις των μη επιχορηγουμένων από το Κράτος επιχειρήσεων κοινής ωφελείας το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών τους (Ολ ΑΠ 10/1998, 33-34/1997), αποτελούν κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών. Οι επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων που ελέγχονται από το Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα. Αποφασιστικό όμως στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχείρησης ως κοινής ωφελείας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της που πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (Ολ ΑΠ 20/2006). Τέλος, κατά το άρθρο 19 παρ.1 του Γενικού Κανονισμού προσωπικού του ΟΤΕ (ΓΚΠ-ΟΤΕ), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του ν.δ. 165/1973 και επέχει ισχύ νόμου και το άρθρο 17 παρ.3 του νέου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού αυτού (ΓΚΠ-ΟΤΕ) που τέθηκε σε ισχύ με την από 10.6.1998 ΣΣΕ, διατηρήθηκε με το άρθρο 38 παρ.3 ν. 3522/2006 και έχει ισχύ νόμου το μόνιμο προσωπικό του ΟΤΕ όταν απολύεται (αποχωρεί) με αίτησή του, λόγω 30ετούς πραγματικής υπηρεσίας ή, προκειμένου περί γυναικών που είναι έγγαμες ή έχουν ανήλικα τέκνα τα οποία συνοικούν με αυτές, 15ετούς πραγματικής υπηρεσίας "λαμβάνει την υπό της κειμένης νομοθεσίας περί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικών υπαλλήλων, ως εκάστοτε ισχύει αύτη, οριζόμενη αποζημίωση". Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων, ενόψει και του σκοπού που υπαγόρευσε το νομοθετικό περιορισμό της εν λόγω αποζημιώσεως στα άνω ανώτατα όρια, συνάγεται ότι η οφειλόμενη αποζημίωση υπολογίζεται μεν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2112/1920, πλην όμως υπόκειται ως προς το ανώτατο όριο στους περιορισμούς που τίθενται από τις προμνημονευόμενες διατάξεις του νόμου, δεδομένου ότι ο αναιρεσίβλητος ΟΤΕ, κατά τις διατάξεις που διέπουν την ίδρυση, οργάνωση και λειτουργία του (ν.δ. 1049/1949, αν. ν. 301/1968, άρθρο 54 παρ. 1 ν.δ. 165/1973, ν. 2167/1993, ν. 2257/1994) ήταν εξαρχής και εξακολούθησε να είναι και κατά τον κρίσιμο χρόνο επιχείρηση κοινής ωφελείας, ειδικά, άλλωστε, μνημονεύεται τούτο στο άρθρο 2 παρ. 2 του αν. ν. 173/1967. Τον χαρακτήρα του αυτόν, ως επιχείρησης κοινής ωφελείας, δεν απέβαλε το αναιρεσίβλητο από το γεγονός της εξόδου του από το δημόσιο τομέα, δυνάμει του π.δ. 361/1991, όπως ρητά αναφέρεται στο άρθρο πρώτο του ν. 2257/1994 σύμφωνα με το οποίο ο ΟΤΕ, ο οποίος ιδρύθηκε με το ν.δ. 1049/1949 και του οποίου το καταστατικό αναμορφώθηκε με το νόμο 2167/1993, όπως ισχύει σήμερα, διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του παρόντος καταστατικού και του κωδ. Ν. 2190/1920, όπως εκάστοτε ισχύει χωρίς να μεταβάλλεται η νομική προσωπικότητα του και χωρίς να αλλοιώνεται ο χαρακτήρας του, ως ανώνυμης εταιρίας που ασκεί επιχείρηση δημόσιας ωφέλειας. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2257/1994 "περί οργανώσεως και λειτουργίας του ΟΤΕ", στο οποίο περιγράφεται αναλυτικά ο σκοπός της εταιρίας, μεταξύ άλλων δε αναφερομένων δραστηριοτήτων είναι και η εγκατάσταση, λειτουργία, εκμετάλλευση, διαχείριση και ανάπτυξη κάθε είδους τηλεπικοινωνιακής υποδομής σε τοπικό εθνικό, διακρατικό και διεθνές επίπεδο. Το ότι το ανώτατο όριο αποζημιώσεως αυξήθηκε ακολούθως με ειδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, δεν επέφερε κατάργηση του νομοθετικώς θεσπισμένου ορίου, ώστε η οφειλόμενη από τον ΟΤΕ αποζημίωση να έχει πλέον εξομοιωθεί με τη γενικώς προβλεπόμενη στο ν. 2112/1920 (Ολ. ΑΠ 10/1998). Τέλος, με την παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 2374/1996 (Εισαγωγή μετοχών του ΟΤΕ στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών...), ορίζεται ότι: "οι διατάξεις της παραγράφου 2 του α.ν. 173/1967 που αφορούν το ύψος της οφειλομένης στο απολυόμενο προσωπικό του ΟΤΕ αποζημίωσης του ν. 2112/1920, όπως ισχύουν, μετά τις υπογραφείσες μεταξύ του ΟΤΕ και της Ομοσπονδίας Εργαζομένων ΟΤΕ (ΟΜΕ-ΟΤΕ) Ειδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου ΟΤΕ εξακολουθούν να ισχύουν (ΑΠ 551/2008, ΑΠ 282/2004). Επίσης, αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από το άρθρο πρώτο (προοίμιο) του ν. 3676/2008, σύμφωνα με το οποίο "Η εταιρεία με την επωνυμία Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ ΟΤΕ είναι επιχείρηση ηλεκτρονικών επικοινωνιών νομίμως συσταθείσα και λειτουργούσα ως ανώνυμη εταιρεία κατά το δίκαιο της Ελληνικής Δημοκρατίας με έδρα το Αμαρούσιο Αττικής"(ΑΠ 1621/2011), αφού ομοίως δεν αλλοιώνεται ο χαρακτήρας τους, ως ανώνυμης εταιρίας που ασκεί επιχείρηση δημόσια ωφέλειας, με την προεκτεθείσα έννοια. 4. Στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την αγωγή επί της οποίας η προσβαλλόμενη επικαλούμενοι λύση της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου με την εναγομένη λόγω ορίου ηλικίας, ζήτησαν την καταβολή ολοκλήρου του ποσού της αποζημίωσης λόγω λύσεως της συμβάσεως τους και όχι το ήμισυ που τους καταβλήθηκε, κατ’ επιταγή του άρθρου 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/67, όπως ειδικότερα τα ποσά εξέθεταν λεπτομερώς για τον καθένα σ’ αυτήν. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2224/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν έφεσή, επί της οποίας το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού παρέθεσε όλες τις σχετικές νομικές διατάξεις, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη, αναφορικά με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: "Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων, ενόψει και του σκοπού που υπαγόρευσε το νομοθετικό περιορισμό της εν λόγω αποζημιώσεως στα άνω ανώτατα όρια, συνάγεται ότι η οφειλόμενη αποζημίωση υπολογίζεται μεν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2112/1920, πλην όμως υπόκειται ως προς το ανώτατο όριο στους περιορισμούς που τίθενται από τις προμνημονευόμενες διατάξεις του νόμου, δεδομένου ότι ο εναγόμενος ΟΤΕ, κατά τις διατάξεις που διέπουν την ίδρυση, οργάνωση και λειτουργία του (ν.δ. 1049/1949. α.ν. 301/1968, άρθρο 54 τταρ.1 ν.δ. 165/1973, ν. 2167/1993, ν. 2257/1994) ήταν εξαρχής και εξακολούθησε να είναι και κατά τον κρίσιμο χρόνο (1992-2000) επιχείρηση κοινής ωφελείας. ειδικά, άλλωστε, μνημονεύεται στο άρθρο 2 παρ.2 του α.ν. 173/1967. Τον χαρακτήρα του αυτόν, ως επιχείρησης κοινής ωφελείας, δεν απέβαλε ο εναγόμενος, από το γεγονός της εξόδου του από το δημόσιο τομέα, δυνάμει του π.δ. 361/1991 (Ολ. ΑΠ 10/1998, ΑΠ 248/2001) ... Εκ των παραπάνω προκύπτει ότι οι λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας απολυθέντες κατά τα έτη 1997, 1998, 1999 και 2000 τακτικοί υπάλληλοι του ΟΤΕ δικαιούνται μόνον της μειωμένης αποζημίωσης απολύσεως (Oλ ΑΠ 10/1998).

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε με την εκκαλουμένη απόφασή του την ένδικη αγωγή των εναγόντων, με την οποία ζητούσαν ... τη διαφορά μεταξύ της κατά το νόμο 2112/1920 όπως ισχύει, οφειλομένης αποζημιώσεως και της καταβληθείσης, αφού δέχτηκε ότι οι ενάγοντες-εκκαλούντες ήταν τακτικοί υπάλληλοι του εναγομένου-εφεσιβλήτου και απολύθηκαν κατά τα έτη 1997 μέχρι 2000, λόγω συμπληρώσεώς του υπό του κανονισμού προσωπικού ΟΤΕ προβλεπομένου ορίου ηλικίας ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της κρινομένης έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω η θέσπιση με το άρθρο 2 παρ.2 του ΑΝ 173/1967 κατωτάτου ορίου αποζημιώσεως, η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 3 του Ν. 2374/1996, δεν αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος που εισάγει την αρχή της ίσης μεταχείρισης των ομοίων καταστάσεων, προσώπων και κατηγοριών, λόγω της μη εφαρμογής της παραπάνω διάταξης στους απολυομένους ή αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης άλλων κατηγοριών εργαζομένων-μισθωτών που δεν κατονομάζει. Πρέπει να αναφερθεί για τον εναγόμενο Οργανισμό ότι η διάφορη ρύθμιση των μισθωτών του σε σχέση με ό,τι ισχύει στον ιδιωτικό τομέα, για το επίδικο θέμα, παρά το γεγονός της εξόδου του ΟΤΕ από τον δημόσιο τομέα επιβάλλεται από λόγους γενικότερου δημόσιου και κοινωνικού συμφέροντος. Αλλά και επί πλέον η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως καταβάλλεται αποκλειστικά από τον εργοδότη, δεν έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού δεν αποτελεί κεφάλαιο που δημιουργείται από κρατήσεις και εισφορές των εργαζομένων και δεν αποτελεί μισθό που έχει αποταμιευθεί και πρέπει να επιστραφεί κατά τη λύση της συμβάσεως, ώστε με την κατά τα παραπάνω περιστολή και τον περιορισμό της αποζημιώσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανεπίτρεπτη η επέμβαση στα περιουσιακά δίκαια των εργαζομένων (ΑΠ 33/1997)". 5. Με την κρίση του αυτή το εφετείο ορθά εφάρμοσε το νόμο διότι, σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις που αναφέρονται στον αριθμό 3 της απόφασης αυτής, ο ΟΤΕ εξακολουθεί να είναι επιχείρηση δημόσιας ωφέλειας και, συνεπώς, ο περιορισμός του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 για τα όρια της οφειλόμενης αποζημίωσης στους εργαζόμενους που αποχωρούν λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, δεν αντιβαίνει στις πιο πάνω διατάξεις, αφού ο εν λόγω περιορισμός έχει θεσπιστεί και επιβάλλεται εκ λόγων δημόσιας ωφέλειας. Τέλος οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια ότι οι διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. 2 και παρ. 3 του ν. 435/1976, αποτελούν γενικότερου περιεχομένου νεότερες διατάξεις και συνεπώς έχουν τροποποιήσει τον ν. 173/1967, είναι αβάσιμοι. Τούτο διότι οι διατάξεις του ν. 435/76 αντικαθιστούν το άρ. 8 εδ. β του ν. 3198/1955, ο οποίος συμπληρώνει και τροποποιεί τον ν. 2112/1920, στις διατάξεις του οποίου, περί αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας, αποβλέπει να θέσει όριο με ειδικές διατάξεις ο ν. 173/1967. Άλλωστε η ισχύς του νόμου αυτού και μετά το ν. 435/76, σαφώς προκύπτει και από τα οριζόμενα στη προαναφερθείσα διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 2374/1996, όπου γίνεται ρητή αναφορά της ισχύος των διατάξεων της παραγράφου 2 του α.ν. 173/1967 που αφορούν το ύψος της οφειλομένης στο απολυόμενο προσωπικό του ΟΤΕ αποζημίωσης του ν. 2112/1920. Επομένως, οι τρεις λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, αιτιώμενοι την προσβαλλόμενη για την εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

6. Μετά από αυτά, πρέπει, κατά το μέρος που αφορά τους λοιπούς αναιρεσείοντες, (πλην αυτών για τους οποίους απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση), να απορριφθεί η ένδικη αίτηση στο σύνολό της. και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες αυτοί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αίτηση αναιρέσεως ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Θ. Α., του δωδέκατο, Ε. Μ. και της Σ. Κ., η οποία υπεισείλθε ως κληρονόμος του αποβιώσαντος τριακοστού αναιρεσείοντος Β. Κ.,

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ για τους λοιπούς αναιρεσείοντες την από 9-2-2010 αίτηση για αναίρεση της 960/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες αυτούς στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.100) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2016.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ