Legislator Case Law & Legislation
227/2014 AI generated

227/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 227/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/12/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1906/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3795/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/7/2013 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

227/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνης που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Keywords

AI generated
mobile antenna permit managerial position in double taxation temporary work incapacity derogatory permit weekly commuter allowance leave for political activities
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 227 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 227/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε." (Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε." η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Λουβερδή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/12/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1906/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3795/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/7/2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Παπασταματίου ανέγνωσε την από 2/12/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αναίρεση.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η αρχή της ίσης μεταχείρισης που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ και στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 119 της συνθήκης της ΕΟΚ, επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή παροχή προς ορισμένους εργαζόμενους, να μην εξαιρεί από αυτή άλλους μισθωτούς του που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση είναι, κατά την καλή πίστη, λαμβανομένη υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, δίκαιη και εύκολη. Βάσει της αρχής αυτής ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζομένους που παρέχουν ουσιωδώς όμοια εργασία, κάτω από τις ίδιες συνθήκες και έχουν τα ίδια προσόντα, τις μισθολογικές και άλλες παροχές, είτε πρόκειται για μονομερείς οικειοθελείς παροχές, είτε για παροχές που έχει αναλάβει συμβατικώς έναντι ορισμένων μόνο εργαζομένων. Εξάλλου αναγκαία στοιχεία της αγωγής με τα οποία ζητείται η επιδίκαση μισθολογικών διαφορών βάσει της αρχής της ίσης μεταχείρισης αποτελούν ο προσδιορισμός των συγκεκριμένων μισθωτών προς τους οποίους εκδηλώθηκε η ευνοϊκή μεταχείριση, τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αυτών και του ενάγοντος, η εργασία που παρείχαν, τόσον αυτοί, όσον και ο ενάγων, και οι συνθήκες υπό τις οποίες παρείχετο, ώστε να καταστεί δυνατή η σύγκριση και ακολούθως η κρίση, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάσθηκε ή μη η προαναφερόμενη αρχή.

Εξάλλου η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνης που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από το άρθρο 559 αρ 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Από το άρθρο 559 αρ 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου, κατά της αντιδίκου του εναγομένης, ανώνυμης εταιρείας με τη επωνυμία Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ ΑΕ), της οποίας καθολική διάδοχος σύμφωνα με το άρθρο 123 παρ 1,2 του ν. 4001/2011 είναι η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ (ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ)", ο ενάγων ανέφερε σ' αυτήν, μεταξύ των άλλων, τα εξής: "Με την αντίδικο Δ.Ε.Η.

συνδεόμουν από του χρόνου προσλήψεώς μου, ήτοι την 13.1.1976, με Σύμβαση Εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, διεπόμενη από τον ισχύοντα, από 3.12.1972 Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ που έχει ισχύ νόμου. Με βάση τον Κανονισμό αυτό, που ρυθμίζει τους όρους εργασίας, υπηρεσιακής και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού, σε συνδυασμό πάντοτε με τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ ή ΔΑ ή αποφάσεις του Δ.Σ.

της ΔΕΗ και μετά από τριετή δοκιμαστική υπηρεσία που ακολούθησε την πρόσληψή μου, εντάχθηκα στο τακτικό προσωπικό αυτής και δη στην κατηγορία Τ1-Α (Διπλωματούχοι Μηχανικοί) και Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της εναγομένης. Αφού υπηρέτησα από τον χρόνο της ως άνω ένταξής μου σε διάφορες θέσεις της Γενικής Διεύθυνσης Διανομής (ΓΔΔ) της εναγομένης, μετά την με αριθμό ΓΔ/Δ/3663/7.9.2001 προκήρυξη για την πλήρωση θέσεων Βοηθών Διευθυντών Βασικών Οργανωτικών Κλιμακίων (Β.Ο.Κ.), διεκδίκησα και τελικώς κατέλαβα, από 19.11.2001 (υπ' αριθμ. 169/2001 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της ΔΕΗ), την μία εκ των δύο ως άνω θέσεων, ήτοι του Βοηθού Διευθυντή της Διεύθυνσης Περιφέρειας Αττικής (Δ.Π.Α.).

Την ως άνω θέση κατείχα ανελλιπώς μέχρι και του χρόνου συνταξιοδοτήσεώς μου (1.12.2006). Σύμφωνα με την με αριθμό ΓΔ/Δ/3663/7.9.2001 προκήρυξη για την πλήρωση θέσεων Βοηθών Διευθυντών Βασικών Οργανωτικών Κλιμακίων, οι βοηθοί Διευθυντές ασκούν καθήκοντα και αρμοδιότητες που καθορίζονται από τον Διευθυντή της Διεύθυνσης.

Σε εκτέλεση των ανωτέρω, τα ειδικότερα καθήκοντά μου, προσδιορίστηκαν δυνάμει της με αριθμό ΑΡ/ΗΜ.ΔΠΑ/961507/4.12.2001 εγγράφου του τότε Διευθυντή Περιφέρειας Αττικής. Συγκεκριμένα μου ανατέθηκε, πρωτίστως η εποπτεία της λειτουργίας του Τομέα Ανάπτυξης και Λειτουργίας Δικτύου (ΤΑΛΔ) καθώς και του Τομέα Τεχνικών Εργασιών Δικτύου (Τ.Τ.Ε.Δ.), τμήματος του Τομέα Υποστήριξης και των τεχνικών δραστηριοτήτων των περιοχών, που έχουν αποκλειστικό αντικείμενο την υλοποίηση εντολών χειρισμών λειτουργίας και προστασίας του Δικτύου Διανομής, δηλαδή την ασφαλή παραλαβή στις εγκαταστάσεις της Δ.Π.Α του φορτίου που διοχετεύεται από τις Μονάδες Παραγωγής του Συστήματος, σύμφωνα με την εκάστοτε ζήτηση, την κατανομή της στο Δίκτυο και στις εγκαταστάσεις Διανομής Αττικής, καθώς και την τελική Διανομή στους καταναλωτές.

Ειδικότερα, για να γίνει κατανοητό το αντικείμενο εργασίας μου ως Βοηθός Διευθυντής της Γ.Π.Α. προσθέτω τα εξής: Η εργασία μου αφορούσε αποκλειστικά την εποπτεία του συνόλου των Τεχνικών Υπηρεσιών της Διεύθυνσης Περιφέρειας Αττικής (Δ.Π.Α.) και πρωτίστως του Τομέα Ανάπτυξης και Λειτουργίας Δικτύου (ΤΑΛΔ), του οποίου οι εργαζόμενοι, σε πλήρη και άμεση συνεργασία και αλληλοϋποστήριξη με τους εργαζόμενους των άλλων Τομέων, αλλά και περιοχών - των οποίων επίσης είχα την εποπτεία λειτουργίας - εκτελούσαν και εκτελούν τις απαραίτητες εργασίες με αποκλειστικό σκοπό τον συντονισμό και έλεγχο της παραγόμενης ενέργειας, την κατανομή φορτίου και την εκμετάλλευση και λειτουργία του διασυνδεδεμένου Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς.

Συγκεκριμένα, και όσον αφορά την ανατεθείσα σε εμένα εποπτεία Λειτουργίας του ΤΑΛΔ, πρέπει να αναφέρω το αντικείμενο αυτού του Τομέα, λόγω της εξαιρετικής σπουδαιότητας που εμφανίζει αυτός στην όλη ανάπτυξη και λειτουργία Διανομής ηλεκτρικής ενέργειας του Νομού Αττικής ... Τα Κέντρα Ελέγχου Δικτύων Μεταφοράς του Τομέα Εκμετάλλευσης Συστημάτων Διανομής της Δ.Π.Α.

αποτελούν εξέλιξη και επέκταση του Κέντρου Κατανομής Φορτίου της Αττικής. Στη σημερινή τους μορφή τα ως άνω Κ.Ε.Δ.Δ. (Κέντρα Ελέγχου Δικτύων Διανομής) έχουν την ευθύνη Διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας από τα Κ.Υ.Υ.Τ. (Κέντρα Υψηλής και Υπερυψηλής Τάσης) της Αττικής προς την κατανάλωση ...Από τα άνω αναλυτικά περιγραφόμενα προκύπτει, ότι το αντικείμενο της εργασίας μου ως Βοηθού Διεύθυνσης Περιφέρειας Αττικής (Δ.Π.Α.) μέχρι και του χρόνου συνταξιοδοτήσεώς μου ήταν κατά κύριο λόγο η εποπτεία του Τομέα Ανάπτυξης και Λειτουργίας Δικτύου (Τ.Α.Λ.Δ.), έτσι ώστε σε συνεργασία με τους άλλους Τομείς της Διεύθυνσης που επίσης επόπτευα (Τεχνικές Υπηρεσίες), να λειτουργεί εύρυθμα και να εκτελεί απρόσκοπτα και χωρίς προβλήματα την αποστολή του, δηλαδή τον συντονισμό και έλεγχο της παραγόμενης ενέργειας, την κατανομή φορτίου και την εκμετάλλευση και λειτουργία του διασυνδεδεμένου Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς.

Με την υπ' αριθμ. 207/5.6.1991 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΔΕΗ, εγκρίθηκε "η χορήγηση Ειδικού Επιδόματος Συντονισμού Παραγωγής και Κατανομής Φορτίου σε ποσοστό 20% επί του βασικού μισθού στο προσωπικό της Διεύθυνσης Εκμετάλλευσης Μεταφοράς των Κατηγοριών Τ1,Τ2,Τ3 και Τ4 που εδρεύει στο ΡΟΥΦ, Θεσσαλονίκη και Κρήτη και έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο τον συντονισμό και Έλεγχο της Παραγόμενης Ενέργειας, την Κατανομή Φορτίου και την Εκμετάλλευση και λειτουργία του Διασυνδεδεμένου Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς, καθώς και του Συστήματος Μεταφοράς Κρήτης".

Επειδή καίτοι άνηκα στην ίδια κατηγορία (Τ1) με τις αντίστοιχες των συναδέλφων μου που εργάζονται στην άνω Διεύθυνση Εκμετάλλευσης Μεταφοράς που εδρεύει στο Ρουφ, στη Θεσσαλονίκη και στην Κρήτη, εκτελούσα, μέχρι και του χρόνου της συνταξιοδοτήσεώς μου, της ίδιας σημασίας και σπουδαιότητας με αυτούς εργασίες υπό τις αυτές συνθήκες και ακόμη σημαντικότερες και πολυπλοκότερες λόγω της θέσεως μου και της ευθύνης μου, ενόψει μάλιστα και της ευθύνης μου, ενόψει μάλιστα και της ιδιαιτερότητας της περιοχής που κάλυπτα και της βαρύτητας των καθηκόντων μου για την κατά το δυνατό άψογη λειτουργία του Δικτύου, παρά ταύτα δεν εφαρμόστηκε για μένα η άνω απόφαση του Δ.Σ.

της ΔΕΗ". Ακολούθως ζήτησε κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 288 ΑΚ και 22 παρ.1 Συντ. να επεκταθεί και σ' αυτόν η χορήγηση της ανωτέρω οικειοθελούς παροχής από την εναγομένη και να του καταβληθούν οι αιτούμενες μισθολογικές διαφορές. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι ορισμένη περιλαμβάνοντας τα απαραίτητα πραγματικά περιστατικά για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 288 ΑΚ, 22 παρ. 1 Συντ και 119 Συνθήκη της ΕΟΚ, καθόσον αφ' ενός αναφέρονται τα τυπικά προσόντα και το αντικείμενο εργασίας του ενάγοντος, που, κατά την αγωγή, είναι ουσιωδώς όμοιο με αυτό που παρέχει το προσωπικό της εναγομένης για την παραγωγή συγκεκριμένου έργου και στο οποίο χορηγήθηκε η οικειοθελής παροχή, χωρίς να είναι απαραίτητο να κατονομάζονται άτομα από το προσωπικό αυτό, αφού καθίσταται δυνατή η σύγκριση της παρεχόμενης εργασίας από τον ενάγοντα με αυτή του προσωπικού της εναγομένης για την παραγωγή συγκεκριμένου έργου και συνακόλουθα αν παραβιάσθηκε ή μη η ανωτέρω αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Είναι, συνεπώς, απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του από των αριθμ 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών 173 και 200 του Α.Κ.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες, αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη, αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια αιτιολογίας, ως λόγος αναίρεσης κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως υπάρχει όταν δεν προκύπτουν καθόλου ή εκτίθενται στην απόφαση αντιφατικώς ή ανεπαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμου αναγκαία για τη θεμελίωση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή εκείνης που αποκλείστηκε η εφαρμογή της.

Εξάλλου η από την αρχή της ίσης μεταχείρισης, απορρέουσα υποχρέωση του εργοδότη να επεκτείνει την μονομερή οικειοθελή ή συμβατική παροχή προς ορισμένους εργαζομένους και σε άλλους που παρέχουν την ίδια εργασία, υπό τις ίδιες συνθήκες και ίδια προσόντα, προϋποθέτει ότι ο εργοδότης προέβη στη μονομερή ή συμβατική παροχή με ελεύθερη βούληση.

Και δεν εφαρμόζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης, όταν ο εργοδότης εξαναγκάζεται να προβεί στην παροχή προς ένα ή πλείονες μισθωτούς της ίδιας κατηγορίας από το νόμο ή δικαστική απόφαση (ΑΠ 1554/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, και ήδη αναιρεσίβλητος, προσλήφθηκε από την εναγομένη, και ήδη αναιρεσείουσα, στις 13.1.1976 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως έκτακτος υπάλληλός της και στη συνέχεια εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της και στην κατηγορία ΤΓ4 (διπλωματούχοι μηχανικοί) του άρθρου 4 του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού (ΚΚΠ/ΔΕΗ) που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 210/1974 και έχει ισχύ νόμου και υπηρέτησε σε διαφορετικές θέσεις της Γενικής Διεύθυνσης Αττικής.

Από τις 19.11.2001 και έκτοτε μέχρι τις 31.11.2006 που συνταξιοδοτήθηκε σύμφωνα με το αρ. ΑΡ/ΗΜ ΔΠΑ/961507/4.12.2001 έγγραφο του Διευθυντή Περιφέρειας Αττικής, ανατέθηκαν στον ενάγοντα τα καθήκοντα του Βοηθού Διευθυντή ΔΠΑ με την άσκηση της εποπτείας όσον αφορά τη λειτουργία του Τομέα Ανάπτυξης Λειτουργίας Δικτύου (ΤΑΛΔ), επίσης του Τομέα Τεχνικών εργασιών δικτύου (ΤΤΕΔ), του τμήματος του Τομέα Υποστήριξης και των τεχνικών δραστηριοτήτων των περιοχών.

Ειδικότερα όμως στον πρώτο παραπάνω τομέα (ΤΑΛΔ) όπως μετονομάστηκε ο τομέας εκμετάλλευσης συστημάτων διανομής (ΤΕΣΔ) με την αρ. 133/2001 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης (ΑΡ/ΗΜ ΔΟ/160/6.9.2001) εντάσσονται σύμφωνα με την ίδια απόφαση " ο σχεδιασμός της ανάπτυξης των δικτύων μέσης τάσης (Μ.Τ.) με τεχνικοοικονομικά κριτήρια αξιόπιστης ηλεκτροδότησης των καταναλωτών, η κατάρτιση και έλεγχος υλοποίησης του προγράμματος ανάπτυξης σύμφωνα με τον προϋπολογισμό επενδύσεων, η διατύπωση προτάσεων για τη Μελέτη Ανάπτυξης Συστήματος Μεταφοράς και για επώνυμα έργα υποδομής του Δικτύου και εκπόνηση ειδικών μελετών που το αφορούν, η εφαρμογή του Κώδικα Διαχείρισης Δικτύου και των τιμολογίων χρέωσης για τη χρήση του, η διαχείριση θεμάτων σύνδεσης στο Δίκτυο νέων φορτίων (Ν/Σ Διανομής και επιλέγοντες πελάτες και παραγωγοί προς σύνδεση στο Δίκτυο Διανομής), η λειτουργία του δικτύου Μ.Τ.

των Κέντρων Ελέγχου Δικτύων Διανομής, παρακολούθηση των φορτίων και πρόβλεψη της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, η υποστήριξη των συστημάτων τηλεποπτείας και τηλεχειρισμού, η παρακολούθηση των βλαβών των δικτύων Μ.Τ. και προτάσεις σε συνεργασία με τον Τομέα Τεχνικών Εργασιών Δικτύου για τις αναγκαίες ανακαινίσεις των δικτύων και η διαχείριση θεμάτων ζημιών τρίτων σε εγκαταστάσεις της ΔΕΗ, επιβαρύνσεων σε περιπτώσεις παραλλαγών και υποστήριξη των περιοχών για τα θέματα αυτά.".

Πρέπει να αναφερθεί ότι στον ΤΑΛΔ περιλαμβάνονται τα Κέντρα Ελέγχου Δικτύου Διανομής (ΚΕΔΔ) που αποτελούν εξέλιξη και επέκταση του Κέντρου Κατανομής Φορτίου της Αττικής και έχουν την ευθύνη Διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας από τα Κέντρα Υψηλής και Υπερυψηλής Τάσης (Κ.Υ.Υ.Τ.) της Αττικής προς την κατανάλωση.

Τα παραπάνω Κέντρα Ελέγχου Δικτύου Διανομής (ΚΕΔΔ) του ΤΑΛΔ ελέγχουν αδιαλείπτως, μέσω ενός σύγχρονου συστήματος τηλεποπτείας, το σύνολο των εγκαταστάσεων Υψηλής και Μέσης Τάσης (Υ.Τ. και Μ.Τ.) της Αττικής, οι οποίες επιτηρούνται από τους χειριστές - επιτηρητές του Κέντρου Κατανομής Φορτίου. Η ειδικότερη δε αποστολή των Κέντρων του πρώην Τομέα Εκμετάλλευσης Συστημάτων Διανομής της ΔΠΑ και νυν Τομέα Ανάπτυξης και Λειτουργίας Δικτύου (ΤΑΛΔ), είναι η συνεχής και με απόλυτα ικανοποιητική τάση, τροφοδότηση των καταναλωτών με την πλέον οικονομική και αξιόπιστη λειτουργία του Συστήματος και την ελαχιστοποίηση του χρόνου διακοπής λόγω βλαβών.

Σε αυτή εντάσσεται και η μέριμνα για τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια των εργαζομένων, των εγκαταστάσεων της επιχείρησης και των τρίτων. Ιδιαίτερης όμως σημασίας είναι η αποστολή του ΤΑΛΔ σε περιπτώσεις ανωμαλιών του Εθνικού Συστήματος (όπως σε black - out, εκτεταμένες βλάβες στο Σύστημα Παραγωγής και Μεταφοράς, έλλειψης ή ανεπάρκειας ενέργειας κ.λ.π.), οπότε τα ΚΕΔΔ, κατά κύριο λόγο, αναλαμβάνουν την ευθύνη για την αποκατάσταση και της ισορροπίας του Συστήματος και για την επιλεκτική τροφοδοσία σημαντικών καταναλωτών, με σκοπό την εξασφάλιση της λειτουργίας της κρατικής μηχανής.

Ακόμη ελέγχεται ουσιαστικά από τον ΤΑΛΔ (στον οποίο υπηρέτησε ο ενάγων όπως προαναφέρθηκε) και το φορτίο της Διασύνδεσης με το Ευρωπαϊκό Σύστημα, ενώ η συμβολή αυτού σε περιπτώσεις ασταθούς λειτουργίας του Εθνικού Συστήματος, αλλά και της διατήρησης σε λειτουργία του Εθνικού Διασυνδεδεμένου Συστήματος.

Αν ληφθεί δε υπόψη και το γεγονός ότι το μέγεθος του φορτίου της Αττικής είναι 45% περίπου του συνόλου του φορτίου διανομής του Ειδικού Συστήματος, γίνεται φανερό ότι ο παραπάνω τομέας (ΤΑΛΔ) συμβάλλει στην κατανομή σχεδόν του ημίσεως του φορτίου Διανομής του Εθνικού Συστήματος, δεχόμενος το ανωτέρω φορτίου (45%) της συνολικά παραγόμενης ενέργειας.

Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι αντικείμενο εργασίας των απασχολουμένων στον παραπάνω τομέα, είναι ο συντονισμός και ο έλεγχος της παραγόμενης ενέργειας, η κατανομή του φορτίου, το μέγεθος που προαναφέρθηκε και η εκμετάλλευση και λειτουργία του διασυνδεδεμένου Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς. Λόγω μάλιστα της σπουδαιότητας του παραπάνω τομέα (ΤΑΛΔ) στη λειτουργία του άλλου δικτύου, με την ίδια παραπάνω απόφαση (με αρ. 133/2001) του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης και για λόγους συστηματικούς ο ΤΑΛΔ έχει διαχωριστεί οργανωτικά σε 4 υποτομείς και συγκεκριμένα 1)στον Υποτομέα Μελετών Λειτουργίας 2)στον Υποτομέα Προστασίας και Μετρήσεων 3)στον Υποτομέα Λειτουργίας Συστήματος και 4) στον Υποτομέα Τηλελέγχου Συστήματος.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την αριθμ. 207/5.6.1991 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, που άρχισε να ισχύει από 1.1.1992. εγκρίθηκε η χορήγηση ειδικού επιδόματος Συντονισμού Παραγωγής και Κατανομής Φορτίου σε ποσοστό 20% επί του βασικού μισθού στο προσωπικό της Διεύθυνσης Εκμετάλλευσης Μεταφοράς των κατηγοριών Τ1, Τ2, Τ3, και Τ4 που εδρεύει στο Ρουφ, στη Θεσσαλονίκη και στη Κρήτη και έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο το συντονισμό και έλεγχο της Παραγόμενης Ενέργειας, την Κατανομή Φορτίου και την Εκμετάλλευση και Λειτουργία του Διασυνδεδεμένου Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς, καθώς και του Συστήματος Μεταφοράς Κρήτης.

Στην απόφαση αυτή ορίζεται ρητά ότι το παραπάνω ειδικό επίδομα θα χορηγείται στους δικαιούχους κατά το χρόνο απασχόλησής τους στις πιο πάνω θέσεις και θα εξακολουθεί να καταβάλλεται σ' αυτούς και κατά τη διάρκεια της κανονικής ετήσιας αδείας τους, της συνεχούς απουσίας τους για λόγους υγείας ή εργατικού ατυχήματος, με ανώτατο όριο τους δύο (2) μήνες, των υπηρεσιακών μετακινήσεων και εκπαιδευτικής άδειας έως και ένα μήνα.

Η ρύθμιση αυτή σύμφωνα με την παράγραφο 4 της ίδιας ως άνω απόφασης έγινε από ελευθεριότητα της Επιχείρησης, η οποία επεφύλαξε στον εαυτό της το δικαίωμα ανάκλησης ή τροποποίησης της ρύθμισης κατά την απόλυτη κρίση της, από τη σαφή δε διατύπωση της συγκεκριμένης ρύθμισης προκύπτει ο χαρακτήρας του πιο πάνω επιδόματος ως οικειοθελούς παροχής της εναγομένης προς συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων στην επιχείρησή της, τις οποίες δικαιούνταν να ανακαλέσει ή τροποποιήσει κατά την απόλυτη κρίση της ενώ ο χαρακτήρας αυτός της εν λόγω παροχής δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το συγκεκριμένο επίδομα χορηγήθηκε και σε άλλους υπαλλήλους της εναγομένης εκτός από ρητής σχετικής απόφασης της διοίκησης αυτής και σε εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων που έκριναν ότι το δικαιούνται αυτό βάσει της αρχής της ίσης μεταχείρισης όπως θα αναφερθεί ειδικότερα παρακάτω.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η με αρ. 9/17.1.1995 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης με την οποία επεκτάθηκε η χορήγηση του ιδίου παραπάνω ειδικού επιδόματος, με του ίδιους όρους και προϋποθέσεις στο προσωπικό της Διεύθυνσης Εκμετάλλευσης των Κατηγοριών Τ1, Τ2, Τ3 και Τ4 που εδρεύει στην Πτολεμαϊδα, στον Άγιο Στέφανο Αττικής και στη Ρόδο, που έχει το ίδιο αντικείμενο εργασίας, όπως αυτό της πρώτης παραπάνω απόφασης με αρ. 207/1991.

Επίσης, το ως άνω ειδικό επίδομα χορηγήθηκε και σε εργαζόμενους του Υποτομέα Λειτουργίας Συστήματος του ΤΑΛΔ της Διεύθυνσης Περιφέρειας Αττικής (Δ.Π.Α.), σε εκτέλεση αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων (ΑΠ 510/2003, 1105/2003 και 1106/2003) που εκδόθηκαν επί αγωγών εξήντα δύο (62) εργαζομένων στον παραπάνω Υποτομέα του ΤΑΛΔ, με τις οποίες κρίθηκε (αμετάκλητα) ότι όλοι οι εργαζόμενοι του ΤΑΛΔ (και όχι μόνον οι εργαζόμενοι στον Υποτομέα Λειτουργίας Συστήματος αυτού) εκτελούν τις ίδιες ακριβώς εργασίες μ' εκείνους στους οποίους είχε χορηγηθεί το επίδομα, ενώ μετά την έκδοση των αποφάσεων αυτών, τα αρμόδια όργανα της εναγομένης ενέκριναν τη χορήγηση του ίδιου ειδικού επιδόματος και σε άλλους εννέα (9) εργαζομένους στον ίδιο παραπάνω Υποτομέα της Διεύθυνσης Περιφέρειας Αττικής και σε δεκαοκτώ (18) εργαζομένους στη Διεύθυνσης Περιφέρειας Μακεδονίας - Θράκης, κρίνοντας ότι είχαν το ίδιο αντικείμενο εργασίας με τους συναδέλφους τους, που είχαν λάβει το επίδομα, δυνάμει των παραπάνω αμετάκλητων αποφάσεων, καθώς και σε τέσσερις (4) εργαζόμενους του Υποτομέα Τηλελέγχου Συστήματος και σε δύο (2) εργαζομένους των Υποτομέων Προστασίας και Μετρήσεων και Μελετών Λειτουργίας, μετά την έκδοση οριστικών αποφάσεων επί αγωγών που οι συγκεκριμένοι είχαν ασκήσει, στην άμεση εκτέλεση των οποίων προέβη η εναγομένη, χωρίς καν να ασκήσει έφεση, αποδεχόμενη προφανώς, ότι όλοι οι ως άνω εργαζόμενοι δικαιούνταν να λάβουν το παραπάνω ειδικό επίδομα.

Παρόλα όμως αυτά η εναγόμενη αρνήθηκε να καταβάλλει το ειδικό αυτό επίδομα στον ενάγοντα εξαιρώντας τον από την κατηγορία των δικαιούχων υπαλλήλων της, μολονότι και αυτός ανήκοντας στην κατηγορία Τ1,δηλαδή την ίδια με τους συναδέλφους του που εργάζονται στις Διευθύνσεις Εκμετάλλευσης και Μεταφοράς που εδρεύουν στο Ρουφ, στη Θεσσαλονίκη, στην Κρήτη, στη Πτολεμαϊδα, στον Άγιο Στέφανο Αττικής και στη Ρόδο, καθώς και σε εργαζόμενους του ΤΑΛΔ της Διεύθυνσης Εκμετάλλευσης Μεταφοράς Περιφέρειας Αττικής (ΔΑΠ) και μάλιστα στους τέσσερις (4) Υποτομείς αυτού ( όπου εργάζεται και ο ενάγων ) κατά τα προαναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, αφού εκτελεί τις ίδιες εργασίες μ' εκείνους, κάτω από τις ίδιες εργασιακές συνθήκες, τους όρους και τις προϋποθέσεις που έχουν το ίδιο αντικείμενο εργασιών, δηλαδή τον συντονισμό και τον έλεγχο της παραγόμενης ενέργειας, την κατανομή φορτίου και εκμετάλλευση και Λειτουργία του Διασυνδεδεμένου Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς, λαμβανομένου επιπροσθέτως υπόψη, ότι το μέγεθος του φορτίου της Αττικής είναι περίπου το 45% του συνόλου του φορτίου διανομής του διασυνδεδεμένου Εθνικού Συστήματος.

Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από το με αρ. πρωτ. 58442/19.4.1991 έγγραφο του Διευθυντή της Περιφέρειας Αττικής (ΔΑΠ) της εναγομένης που απευθύνεται προς το Γραφείο Βοηθού Γενικού Διευθυντή Διανομής, με το οποίο ο ως άνω αρμόδιος Διευθυντής εισηγήθηκε προς το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης την επέκταση του συγκεκριμένου επιδόματος και στο προσωπικό του Τομέα Εκμετάλλευσης Συστημάτων Διανομής της Διεύθυνσης Περιφέρειας Αττικής, τότε ΤΕΣΔ/ΔΠΑ και ήδη μετά τη μετονομασία ΤΑΛΔ/ΔΠΑ (στον οποίο υπάγεται και ο Υποτομέας στον οποίο εργάζεται και ο ενάγων), χωρίς μάλιστα να προβαίνει σε οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των εργαζομένων στους Υποτομείς του ΤΑΛΔ.

Κατ' ακολουθίαν, η άρνηση της εναγομένης στην καταβολή του επιδίκου επιδόματος και στον ενάγοντα συνιστά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, κατά τα προεκτεθέντα, αφού η εξαίρεσή του από το επίδομα αυτό για το λόγο, ότι απασχολείται με το συντονισμό και έλεγχο της παραγόμενης ενέργειας στην κατανομή φορτίου "κατά κύριο λόγο και όχι αποκλειστικά", είναι αδικαιολόγητη από λόγους αντικειμενικούς ή λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, ενόψει της ιδιαιτερότητας της περιοχής αυτής (Αττικής) και της αυξημένης ευθύνης και βαρύτητας των σχετικών καθηκόντων του ενάγοντος για την κατά το δυνατόν άψογη λειτουργία του δικτύου.

Ο ισχυρισμός της εναγομένης που επαναφέρει με τον τρίτο λόγο της έφεσής της σύμφωνα με τον οποίο επίδικο ειδικό επίδομα χορηγείται μόνο στους υπαλλήλους της που απασχολούνται αποκλειστικά με το αντικείμενο του συντονισμού και ελέγχου της παραγόμενης ενέργειας και την κατανομή του φορτίου και οι οποίοι υπάλληλοί της - εργαζόμενοι - λαμβάνουν σε πρώτο και άμεσο βαθμό τις σχετικές αποφάσεις και ως εκ τούτων δε δικαιούται ο ενάγων να λαμβάνει το εν λόγω επίδομα, ο οποίος έχει ρόλο επιτελικό, ως επιβλέπων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει, ότι ο ενάγων είχε το μεν ως κύριο καθήκον την ενασχόλησή του με την κατανομή φορτίου λαμβάνοντας σημαντικές αποφάσεις για τη λειτουργία των δικτύων και τη μεταφορά φορτίων, ιδίως σε περιπτώσεις έκτακτες που ανέκυπτε κάποιο πρόβλημα και το δε και σε κάθε άλλη περίπτωση, ο ενάγων ήταν υπεύθυνος για τη λειτουργία των δικτύων και τη μεταφορά των φορτίων, καθώς και για την εφαρμογή των αποφάσεων των υφισταμένων του, τις οποίες ήλεγχε στα πλαίσια της εποπτείας του.

Κατά συνέπεια, ο ενάγων δικαιούται να αξιώσει τη χορήγηση του επιδίκου επιδόματος που συνιστά οικειοθελή παροχή της εναγομένης επιχείρησης, ποσοστού 20% επί του βασικού μηνιαίου μισθού και επί 14 μήνες ετησίως και οφείλει η εναγομένη προς αποκατάσταση της προαναφερόμενης αρχής και με σκοπό την άρση της δημιουργηθείσης ανισότητας, να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα το αιτούμενο χρηματικό ποσό για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 μέχρι 31.11.2006 από 25.265,50 ευρώ".

Ακολούθως η προσβαλλόμενη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που επεδίκασε στον αναιρεσίβλητο το ως άνω χρηματικό ποσό, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας.

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο παρεβίασε, τόσο ευθέως, όσο και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 22 παρ.1 Συντ και 119 Συνθ. της ΕΟΚ. Ειδικότερα δεχθέν ότι η χορήγηση του επιδίκου επιδόματος και στους εργαζόμενους του ΤΑΛΔ κατόπιν δικαστικών αποφάσεων αποτελεί οικειοθελή παροχή και συγκρίνοντας το είδος της εργασίας αυτών με αυτό του ενάγοντος, αποφάνθηκε ότι ο τελευταίος με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης δικαιούται το επίδομα αυτό, εσφαλμένα εφήρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού η κατόπιν δικαστικών αποφάσεων χορήγηση του επιδόματος στους ανωτέρω εργαζομένους δεν αποτελεί οικειοθελή παροχή ώστε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης να επεκταθεί η χορήγηση και στον αναιρεσίβλητο.

Εκ πλαγίου δε παρεβίασε τις ανωτέρω διατάξεις με αιτιολογίες ανεπαρκείς και αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα η με την υπ' αριθμ 207/1991 απόφαση του Δ.Σ. της ΔΕΗ, χορήγηση του ειδικού επιδόματος συντονισμού παραγωγής και κατανομής φορτίου, σε ποσοστό 20% επί του βασικού μισθού, στο προσωπικό της Διεύθυνσης Εκμετάλλευσης Μεταφοράς κατηγοριών Τ1, Τ2, Τ3 και Τ4 που εδρεύει στο Ρουφ, στη Θεσσαλονίκη και στην Κρήτη, δόθηκε με τον όρο το εν λόγω προσωπικό να έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο το συντονισμό και έλεγχο της παραγόμενης ενέργειας στην κατανομή φορτίου, την εκμετάλλευση και λειτουργία του Διασυνδεδεμένου Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς καθώς και του Συστήματος Μεταφοράς Κρήτης.

Ακολούθως για το αντικείμενο εργασίας του αναιρεσιβλήτου δέχθηκε ότι από τις 19.11.2001 μέχρι 30.11.2006 ως Βοηθός Διευθυντής ΔΠΑ είχε τα καθήκοντα εποπτείας για τη λειτουργία του Τομέα Ανάπτυξης Λειτουργίας Δικτύου (ΤΑΛΔ), του Τομέα Τεχνικών Εργασιών Δικτύου (ΤΤΕΔ) του τμήματος του Τομέα Υποστήριξης και των τεχνικών δραστηριοτήτων των περιοχών, και ταυτόχρονα δέχθηκε ότι, λόγω του αντικειμένου της εργασίας των απασχολουμένων στον Τομέα Ανάπτυξης Λειτουργίας Δικτύου (ΤΑΛΔ), που είναι ο συντονισμός και ο έλεγχος της παραγόμενης ενέργειας, η κατανομή του φορτίου και η εκμετάλλευση και λειτουργία του διασυνδεδεμένου Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς, εκτελεί τις ίδιες εργασίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες, τους όρους και τις προϋποθέσεις των εργαζομένων της Διεύθυνσης Εκμετάλλευσης Μεταφοράς των κατηγοριών Τ1, Τ2, Τ3 και Τ4 που εδρεύει στο Ρουφ, στη Θεσσαλονίκη και στην Κρήτη, οι οποίοι όμως αποκλειστικά απασχολούνται στο συντονισμό και ο έλεγχο της παραγόμενης ενέργειας, και στην κατανομή του φορτίου, ενώ ο αναιρεσίβλητος είχε υπό την εποπτεία του, εκτός του Τομέα Ανάπτυξης Λειτουργίας Δικτύου (ΤΑΛΔ), και τον Τομέα Τεχνικών Εργασιών Δικτύου (ΤΤΕΔ) του τμήματος του Τομέα Υποστήριξης και των Τεχνικών δραστηριοτήτων των περιοχών.

Ακόμη ενώ δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος είχε το μεν ως κύριο καθήκον την ενασχόλησή του με την κατανομή φορτίου, λαμβάνοντας σημαντικές αποφάσεις για τη λειτουργία των δικτύων και τη μεταφορά φορτίων, ιδίως σε περιπτώσεις έκτακτες που ανέκυπτε κάποιο πρόβλημα και το δε και σε κάθε άλλη περίπτωση ήταν υπεύθυνος για τη λειτουργία των δικτύων και τη μεταφορά των φορτίων, καθώς και για την εφαρμογή των αποφάσεων των υφισταμένων του, τις οποίες ήλεγχε στα πλαίσια της εποπτείας του, δεν προσδιορίζει το χρόνο απασχόλησής του στους ανωτέρω τομείς που είχε υπό την εποπτεία του κατά τομέα, ώστε να θεωρείται το κύριο καθήκον του στην εποπτεία του στον Τομέα Ανάπτυξης Λειτουργίας Δικτύου (ΤΑΛΔ).

Συνεπώς, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, παρελκούσης εντεύθεν κατά τα λοιπά της έρευνας του έτερου μέρους του πρώτου λόγου αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 9 του ίδιου Κώδικα.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που την εξέδωσαν, σύμφωνα με την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4056/2012.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3795/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2014 .

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ