Legislator Case Law & Legislation
227/2011 AI generated

227/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 227/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφη της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου. Η ισότητα της αμοιβής των εργαζομένων, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν την ίδια εργασία, όταν πρόκειται για οικειοθελή παροχή του εργοδότη, επιβάλλεται από την αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία απορρέει τόσον από το άρθρο 288 ΑΚ, όσο και από τα άρθρα 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και 22 παρ. 1 β΄ του Συντάγματος και επιβάλλει την ισότητα της αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Η, κατά παραβίαση της αρχής αυτής, εξαίρεση από την οικειοθελή παροχή, συνιστά παράβαση των εκ της εργασιακής συμβάσεως υποχρεώσεων του εργοδότη και όχι αδικοπραξία. Στοιχεία αγωγής. Η απαγόρευση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, εφαρμόζεται και επί της αξιώσεως του δικηγόρου προς πληρωμή της αμοιβής του από σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου.

Legislator headnote

AI generated

227/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 ν.δ/τος 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στο δικηγόρο: α) η επί παγία, ετήσια ή μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών εργασιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου.

Keywords

AI generated
adjustment of remuneration termination of benefits reduction of statutory salary increase protection against dismissal adjustment of deductions right to disconnect
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 227 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφη της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου. Η ισότητα της αμοιβής των εργαζομένων, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν την ίδια εργασία, όταν πρόκειται για οικειοθελή παροχή του εργοδότη, επιβάλλεται από την αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία απορρέει τόσον από το άρθρο 288 ΑΚ, όσο και από τα άρθρα 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και 22 παρ. 1 β΄ του Συντάγματος και επιβάλλει την ισότητα της αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Η, κατά παραβίαση της αρχής αυτής, εξαίρεση από την οικειοθελή παροχή, συνιστά παράβαση των εκ της εργασιακής συμβάσεως υποχρεώσεων του εργοδότη και όχι αδικοπραξία. Στοιχεία αγωγής. Η απαγόρευση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, εφαρμόζεται και επί της αξιώσεως του δικηγόρου προς πληρωμή της αμοιβής του από σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου.

Αριθμός 227/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, τελούσας υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 14α ν. 3429/2005, που προστέθηκε με το άρθρο 40 του Ν. 3710/2008, νομίμως εκπροσωπουμένης από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΕ - Ανώνυμη Εταιρεία Διαχειρίσεως Ενεργητικού και Παθητικού", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πίκουλα.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βλαστό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 825/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-7-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 11-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 ν.δ/τος 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στο δικηγόρο: α) η επί παγία, ετήσια ή μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών εργασιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου.

β) απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή υπό προθεσμία. Τοιαύτη υπό προθεσμία σύμβαση και προ του κώδικος γενομένη θεωρείται ως αορίστου χρόνου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι: 1) η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου.

Εξάλλου, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (άρθρα 288 Α.Κ., 22 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος, 119 της ιδρυτικής Συνθ. ΕΟΚ), σε ενεργό σχέση εξαρτημένης εργασίας, επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή μισθολογική ή άλλη εργασιακή παροχή, μονομερή ή συμβατική, προς ορισμένους εργαζομένους του, να μην εξαιρεί από αυτή άλλους εργαζομένους του, ανεξαρτήτως του χρόνου προσλήψεώς τους και του ύψους του μισθού τους, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες, υπό την έννοια της οµοιότητος των συνθηκών απασχολήσεως και των προσόντων, εκτός αν εξαίρεση ή απόκλιση δικαιολογείται από επαρκή αντικειμενικό λόγο.

Η αρχή αυτή ανάγεται σε κανόνα Δηµοσίας τάξεως, που παρέχει απ' ευθείας στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αξιώσει, µε αγωγή, από τον εργοδότη την οικειοθελή παροχή. Πρόκειται για αξίωση του ενάγοντος - εργαζομένου εκπληρώσεως της παροχής και όχι για αξίωση αποζημιώσεως. Έτσι, δεν απαιτείται πταίσμα του εναγομένου - εργοδότη και δεν τίθεται ζήτημα αιτιώδους συνάφειας.

Την ύπαρξη ειδικού και σοβαρού λόγου, που να δικαιολογεί, αντικειμενικά, τη διαφορετική μεταχείριση, ο (εναγόμενος) εργοδότης πρέπει να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση και να αποδείξει. Μισθολογική παροχή είναι και η αύξηση του βασικού μισθού του εργαζομένου. Προϋπόθεση για την εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως είναι παροχή του εργοδότη οικειοθελής, ήτοι από πρωτοβουλία του, χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωσή του από διάταξη νόμου ή από όρο Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας ή Διαιτητικής Αποφάσεως ή από δικαστική απόφαση και να χορηγείται νομίμως, δεδομένου ότι η παρά το νόμο χορήγηση οικειοθελούς παροχής σε ορισμένους εργαζομένους, δεν δικαιολογεί ανάλογη αξίωση των εργαζομένων, στους οποίους δεν χορηγήθηκε, αφού η αξίωση από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν μπορεί να θεμελιωθεί - στην εργοδοτική παρανομία.

Περαιτέρω, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφό της αγωγής γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου.

Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής και ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Εξάλλου για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ο μισθωτός διώκει μισθολογική ή άλλη υπηρεσιακή παροχή, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, πρέπει να εκθέτει σ' αυτήν:

α) Την οικειοθελή παροχή στην οποία προέβη ο εργοδότης σε άλλους μισθωτούς, β) τα ονοματεπώνυμα αυτών, γ) το είδος της εργασίας που παρέχουν αυτοί και τις συνθήκες υπό τις οποίες την παρέχουν δ) τα προσόντα αυτών και ε) τα προσόντα του ενάγοντος, το είδος της εργασίας του και τις συνθήκες υπό τις οποίες την προσφέρει, ώστε να μπορεί να κριθεί εάν ο εργοδότης, προσφέροντας οικειοθελώς μισθολογικές ή άλλες υπηρεσιακές παροχές προς ορισμένους μισθωτούς του και εξαιρώντας από αυτές τον ενάγοντα, παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Τα παραπάνω ισχύουν και για το δικηγόρο, που παρέχει τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες του με έμμισθη εντολή και πάγια περιοδική αμοιβή, έστω και αν αυτός, ως άμισθος δημόσιος υπάλληλος - λειτουργός (άρθρα 1 εδ.α, 38 ν.δ. 3026/1954), δεν παρέχει εξαρτημένη εργασία. Στην προκειμένη περίπτωση από τα παρακάτω αναφερόμενα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής:

Στην από 27-12-2005 αγωγή του ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος, εκθέτει ότι στην εναγομένη Ανώνυμη εταιρεία προσλήφθηκε στις 8-9-1971, αρχικά ως διοικητικός υπάλληλος αυτής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Το ίδιο έτος 1971 και συγκεκριμένα στις 19.5.1971 προσλήφθηκε στην ίδια εταιρεία η Α.-Σ. Φ.-Ν., ως συνοδός εδάφους, μεταταγείσα σε διοικητικό υπάλληλο το έτος 1973 (11-2-1973).

Στις 24.11.1982 η μέχρι τότε σχέση των με την εταιρεία μετατράπηκε, σε σχέση έμμισθης εντολής δικηγόρου αορίστου χρόνου, αμειβόμενοι έκτοτε με πάγια μηνιαία αντιμισθία, ονομάσθηκαν αμφότεροι από την ίδια άνω ημερομηνία 24.11.1982 δικηγόροι της εταιρείας και τους χορηγήθηκε γενικό δικαστικό πληρεξούσιο, σύμφωνα µε το 2706/24-11-1982 έγγραφο του τότε Διευθυντή Δικαστικού.

Η ονομασία των αυτή ως δικηγόρων έγινε, χωρίς ποτέ να λυθεί η προϋφιστάμενη σύµβασή τους µε την εταιρεία, αλλά απλά αυτή μετατράπηκε σε σύμβαση έµµισθης εντολής δικηγόρου αορίστου χρόνου, αµειβόµενοι έκτοτε κατά τα οριζόμενα στην ατομική σύμβαση εµµίσθου εντολής των, στις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και στις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 1093/80.

Από την ίδια άνω ημερομηνία (24-11-1982) διακόπηκε η ασφάλισή τους στο Ι.Κ.Α. και ασφαλίσθηκαν στο Ταμείο Νομικών, ΚΕΑΔ και ΤΠΔΑ. Η κατά τα άνω υπηρεσία τους στην εταιρεία είναι συνεχής από της ημερομηνίας πρόσληψής των (8-9-1971) μέχρι και 16-9-2004 οπότε εκείνος διαγράφηκε από τη δύναμη του προσωπικού της εναγομένης συμπληρώσας τις συνταξιοδοτικές προϋποθέσεις υποχρεωτικής αποχώρησης.

Η κατά τα άνω ονομασία των ως δικηγόρων έγινε µε την έγκριση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας και γνωστοποιήθηκε προς το θεσμικό τους όργανο (Δ.Σ.Α.), σε εφαρμογή του άρθρου 1 του Ν. 1093/80. Η ίδια άνω γνωστοποίηση - ενημέρωση επαναλήφθηκε δια του υπ' αριθ. πρωτ. 14857/29-12-1982 απορρήτου εγγράφου του τότε Διευθυντή Νομικών Υπηρεσιών προς το Δ.Σ.Α.

Οι καθορισθείσες αποδοχές και των δύο, μετά την ονομασία των ως δικηγόρων (πάγια αντιμισθία), ήσαν εκείνες που είχαν διαμορφωθεί μέχρι την ημερομηνία μετατροπής της σύμβασής των (24-11-1982) από την προϋφισταμένη υπαλληλική των σχέση και οι οποίες κυμαίνονταν στα ίδια ακριβώς μισθολογικά επίπεδα, αφού και οι δύο είχαν τις ίδιες μισθολογικές προϋποθέσεις (ίδιο έτος πρόσληψης 1971, ίδια προσόντα, πτυχιούχοι ΑΕΙ, και τα ίδια τότε οικογενειακά βάρη) και συνεχίστηκαν έτσι μέχρι του έτους 1994.

Κατά το μήνα Φεβρουάριο του έτους 1994 η εναγομένη εταιρεία προέβη στη χορήγηση αύξησης στις αποδοχές (μηνιαία-αντιμισθία) των δικηγόρων της Α. Φ. και Ο. Ε., κατά το ποσό των 150.000 δρχ., μηνιαίως, από 1-2-1994. Και τούτο ως οικειοθελή παροχή της εντολέως προς τους ως άνω συναδέλφους του και μάλιστα σύννομη, αφού για τη χορήγηση αυτής προηγήθηκε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της.

Παρέλειψε όμως η εναγομένη την παράλληλη και αναγκαία αύξηση και της δικής του πάγιας αντιμισθίας, κατά σαφή παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, προκειμένου να διατηρηθεί η μέχρι τότε μεταξύ των δύο μισθολογίων ισορροπία ήτοι του δικού του σε σχέση με το δικό της, ως εμμίσθων δικηγόρων, εχόντων την ίδια ακριβώς αρχαιότητα, προϋπηρεσία, προσόντα, παρεχόντων δε τις δικηγορικές των υπηρεσίες στην ίδια ακριβώς υπηρεσία (διεύθυνση δικαστικού), με την ίδια ακριβώς σχέση, με τα ίδια ακριβώς καθήκοντα και αντικείμενο εργασίας.

Το άνω γεγονός απετέλεσε την αρχή της παράνομης και αδικαιολογήτου σε βάρος του ανατροπής του μισθολογικού του καθεστώτος (το οποίο διατηρείτο απολύτως όμοιο επί 23 συναπτά έτη και για τους δύο), ανατροπή η οποία είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την άνιση μεροληπτική και καταχρηστική σε βάρος του μισθολογική μεταχείριση και η οποία συνεχίσθηκε μέχρι του τέλους (16.9.2004) της σταδιοδρομίας του, παρά τις συνεχείς και επανειλημμένες γραπτές οχλήσεις και διαμαρτυρίες του, προς την εναγομένη, την οποία υπηρέτησε επί 33 συναπτά έτη.

Οι παραπάνω συνάδελφοί του παρείχαν, όπως ο ίδιος, από την 24.11.1982, συνεχώς και στο κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1.2.1994 μέχρι 16.9.2004, υπό τις αυτές συνθήκες και με τα ίδια προσόντα, τις νομικές - δικηγορικές τους υπηρεσίες στην εναγομένη, με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, επί παγία περιοδική (μηνιαία) αμοιβή, η οποία καταβαλλόταν την τελευταία ημέρα κάθε ημερολογιακού μηνός.

Ότι η εναγομένη τον εξαίρεσε, αδικαιολόγητα, από την οικειοθελή μηνιαία παροχή των 150.000 δραχμών (440,20 ευρώ). Ζήτησε, ακολούθως, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής μερικώς σε αναγνωριστικό (άρθ. 223,224,295 παρ.1 εδ. β, 294, 297,591 παρ.1,115 παρ.3, 237, 679 παρ. 1 ΚΠολΔ), μεταξύ των άλλων, που δεν έχουν ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και με την αναφορά του συνόλου των βασικών μικτών μηνιαίων αποδοχών (βασικού μισθού) του ιδίου και των συναδέλφων του, δικηγόρων στην εναγομένη, Α.-Σ.

Φ. Ν. και Ο. Ε., στο χρονικό διάστημα 1.2.1994-16.9.2004, α) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 69.488,51 ευρώ και να υποχρεωθεί να του καταβάλει, επιπλέον, το ποσό των 12.000 ευρώ, για διαφορά των "αντιμισθιών" του, μετά τον συνυπολογισμό, "επί του συνόλου των βασικών μικτών μηνιαίων αποδοχών (βασικού μισθού) του", των 150.000 δραχμών (440,20 ευρώ) μηνιαίως, συνολικά (12.000 + 69.488,51) 81.488,51 ευρώ, στο χρονικό διάστημα από 1.2.1994 μέχρι 19-9-2004, με το νόμιμο και β) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 24.812,50 ευρώ, για διαφορά, μετά τον συνυπολογισµό, επί του συνόλου των βασικών μικτών μηνιαίων αποδοχών (βασικού μισθού) του, των 150.000 δραχμών (440,20 ευρώ), στο χρονικό διάστημα από 1.2.1994 µέχρι. 16.9.2004 της καταβλητέας και της καταβληθείσης αποζημιώσεως του άρθρου 94 Κώδικος Δικηγόρων, κατά την αποχώρησή του από την υπηρεσία.

Το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι η αγωγή περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση της στην αρχή της ίσης μεταχείρισης και, ακολούθως, δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά ένα μέρος, και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο διαφορές αποδοχών ύψους 57.578,17 ευρώ.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για το ορισμένο αυτής, αφού στην αγωγή, όπως από το περιεχόμενο της (που εκτίθεται και ανωτέρω) προκύπτει, αναφέρονται όλα τα πραγματικά περιστατικά που σημειώνονται στη μείζονα πρόταση της παρούσας και ήταν αναγκαία για τη θεμελίωση της βάσεως της, που στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Επομένως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. και οι, περί του αντιθέτου, πρώτος και δεύτερος, από τον αριθμό αυτό, λόγοι της αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα εξής: Ο εκκαλών είναι δικηγόρος, µέλος του Δ.Σ.Α (προαγωγή του στο Εφετείο Αθηνών, την 12.3.1987). Από την 8.9.1971, µε σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, απασχολήθηκε ως διοικητικός υπάλληλος και, από την 24.11.1982 συνεχώς, µε σύμβαση έµµισθης εντολής αορίστου χρόνου επί παγία, περιοδική (μηνιαία) αμοιβή, παρείχε τις νοµικές- δικηγορικές υπηρεσίες του στην εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία.

Από την 17-9-2004, "διεγράφη" από τη δύναμη του προσωπικού της, "λόγω υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως από το Ι.Κ.Α.". Την αυτή ημέρα (17.9.2004), η εκκαλούσα του κατέβαλε, ως αποζημίωση "του άρθρου 94 Κώδικος Δικηγόρων", το ποσό των 156.896 ευρώ. Οι Α.-Σ. Φ. Ν. και Ο. Ε. είναι δικηγόροι, µέλη του Δ.Σ.Α. και συνάδελφοί του στην εκκαλούσα, τις οποίες κατονομάζει στην αγωγή του προς σύγκριση μαζί του.

Στο κρίσιμο χρονικό διάστημα 1.2.1994 - 16.9.2004, η εκκαλούσα, χορήγησε, νοµίµως, στις προηγούμενες συναδέλφους του, από ελευθεριότητα (οικειοθελώς), το ποσό των 440,20 ευρώ μηνιαίως, "για αναπροσαρμογή του συνόλου των βασικών μικτών αποδοχών τους (βασικού μισθού )", ενώ δεν χορήγησε και στον ίδιο αυτή την παροχή. Η έναρξη της παροχής αυτής ήταν από την 1.2.1994.

Από τις δύο συναδέλφους του, µόνο η Α.-Σ. Φ.-Ν. είχε προσόντα όμοια µε τα ιδικά του (προαγωγή της στο Εφετείο Αθηνών την 6.12.1984), παρείχε δε, από την 24.11.1982, συνεχώς και στο κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1.2.1994 μέχρι 16.9.2004, στην εκκαλούσα τις νομικές - δικηγορικές της υπηρεσίες, ύστερα από σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, επί παγία περιοδική - μηνιαία αμοιβή.

Οι υπηρεσίες της και οι συνθήκες απασχολήσεώς της ήταν όμοιες με εκείνες του εκκαλούντος. Ο εκκαλών, συνεπώς, είχε δικαίωμα στην επίμαχη παροχή ποσού 440,20 ευρώ μηνιαίως. Το "σύνολο των βασικών μικτών αποδοχών (βασικού μισθού)" του εκκαλούντος, χωρίς την επίμαχη παροχή ποσού 440,20 ευρώ, μηνιαίως, ανέρχονται:

Α) Κατά το έτος 2001. Τον Ιανουάριο στο ποσό των 3.008 ευρώ, τον Φεβρουάριο, τον Μάρτιο, τον Απρίλιο, τον Μάιο, τον Ιούνιο, τον Ιούλιο, τον Αύγουστο, τον Σεπτέμβριο, τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο στο ποσό των 3.010,87 ευρώ, μηνιαίως και το Δεκέμβριο στο ποσό των 3.186,95 ευρώ. Επί πλέον, τον Απρίλιο στο ποσό των 1.462,19 ευρώ, το επίδομα εορτών Πάσχα, τον Αύγουστο στο ποσό των 1.403,71 ευρώ, το επίδομα αδείας και τον Δεκέμβριο στο ποσό των 2.954,94 ευρώ, το επίδομα εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους.

Β) Κατά το έτος 2002. Τον Ιανουάριο στο ποσό των 3.333,69 ευρώ, το Φεβρουάριο στο ποσό των 3.279,75 ευρώ, τον Μάρτιο στο ποσό των 3.333,69 ευρώ, τον Απρίλιο στο ποσό των 3.333,72 ευρώ, τον Μάιο στο ποσό των 23.559,39 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου, αναδρομικώς, από τον Οκτώβριο 2000, του μηνιαίου επιδόματος, ποσού 1.173,88 ευρώ, για τη θέση του Γενικού Διευθυντή ΕΜΝΥ - Δικαστικό), τον Ιούνιο και τον Ιούλιο στο ποσό των 3.972,18 ευρώ μηνιαίως, τον Αύγουστο στο ποσό των 4.428,55 ευρώ, τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο στο ποσό των 4.281,35 ευρώ μηνιαίως, τον Νοέμβριο στο ποσό των 4.135,08 ευρώ και το Δεκέμβριο στο ποσό των 4.267,96 ευρώ.

Επί πλέον, τον Απρίλιο στο ποσό των 1.477,48 ευρώ το επίδομα εορτών Πάσχα, τον Αύγουστο στο ποσό των 1.884,36 ευρώ το επίδομα αδείας και τον Δεκέμβριο στο ποσό των 4.318,31 ευρώ το επίδομα εορτών Χριστουγέννων-Νέου έτους. Γ) Κατά το έτος 2003. Τον Ιανουάριο στο ποσό των 4.673,69 ευρώ, τον Φεβρουάριο στο ποσό των 4.988,04 ευρώ, τον Μάρτιο στο ποσό των 4.824,07 ευρώ, τον Απρίλιο στο ποσό των 7.242,46 ευρώ, τον Μάιο στο ποσό των 4.677,34 ευρώ, τον Ιούνιο στο ποσό των 4.532,88 ευρώ, τον Ιούλιο στο ποσό των 4.964,27 ευρώ, τον Αύγουστο στο ποσό των 4.524,06 ευρώ, το Σεπτέμβριο στο ποσό των 4.531,41, τον Οκτώβριο στο ποσό των 4.824,88 ευρώ, το Νοέμβριο στο ποσό των 4.778,72 ευρώ και το Δεκέμβριο στο ποσό των 5.256,37 ευρώ.

Επί πλέον, τον Απρίλιο στο ποσό των 2.245,30 ευρώ, το επίδομα εορτών Πάσχα, τον Αύγουστο στο ποσό των 2.156,63 ευρώ το επίδομα αδείας και τον Δεκέμβριο στο ποσό των 5.036,75 ευρώ το επίδομα εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους. Δ) Κατά το έτος 2004. Τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο στο ποσό των 5.184,03 ευρώ μηνιαίως, τον Μάρτιο στο ποσό των 5.333,71 ευρώ, τον Απρίλιο και τον Μάιο στο ποσό των 5.186,97 ευρώ μηνιαίως, τον Ιούνιο, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο στο ποσό των 5.460,57 ευρώ μηνιαίως, τον Σεπτέμβριο (μέχρι 16.9.2004) στο ποσό των 3.243,30 ευρώ.

Επί πλέον, τον Απρίλιο στο ποσό των 2.587,14 ευρώ το επίδομα εορτών Πάσχα και τον Αύγουστο στο ποσό των 2.730,29 ευρώ το επίδομα αδείας. Η διαφορά "του συνόλου των βασικών μικτών αποδοχών (βασικού μισθού)" του εκκαλούντος, την οποία αυτός (εκκαλών) δικαιούται, μετά τον συνυπολογισμό της επίμαχης παροχής των 440,20 ευρώ μηνιαίως, ανέρχεται, για το έτος 2001 στο ποσό των 8.202,78 ευρώ, για το έτος 2002 στο ποσό των 8.320,17 ευρώ, για το έτος 2003 στο ποσό των 9.153,19 ευρώ και για το έτος 2004 (μέχρι 16.9.2004) στο ποσό των 7.089,53 ευρώ.

Επίσης, την 16.9.2004, η μηνιαία πάγια αμοιβή - "αντιμισθία" - "μισθός" του εκκαλούντος, μετά τον συνυπολογισμό της επίμαχης παροχής των 440,20 ευρώ, στα έτη 2001, 2002, 2003 και 2004, ανέρχεται στο ποσό των 7.197,75 ευρώ. Τα παραπάνω χρηματικά ποσά των 8.202,78 ευρώ, 8.320,17 ευρώ, 9.153,19 ευρώ και 7.089,53 ευρώ, για τα έτη 2001, 2002, 2003, 2004 (μέχρι 16.9.2004), αντιστοίχως, καθώς και το χρηματικό ποσό των 7.197,75 ευρώ, δεν είναι εκκληθέντα κεφάλαια, με την από 8.10.2007 έφεση, ως προς τον υπολογισμό τους μετά την αύξηση, κατά το ποσό των 440,20 ευρώ, επί του αποδειχθέντος, ως άνω, "συνόλου των βασικών μικτών μηνιαίων αποδοχών" του εκκαλούντος.

Δικαιούται, συνεχίζει το Εφετείο, ο εκκαλών, 1) για συνολική διαφορά "του μισθού του" το ποσό των (8.202,78 +8.320,17+9.153,19+7.089,53) 32.765,67 ευρώ και 2) για διαφορά αποζημιώσεως "του άρθρου 94 του Κώδικος Δικηγόρων", το ποσό των 24.812,50 ευρώ (30"µηνιαίοι μισθοί" Χ 7.197,75 ευρώ μηνιαίως ) 215.932,50 ευρώ - 191.120 ευρώ η καταβληθείσα. Μετά ταύτα, ο εκκαλών δικαιούται, για τις παραπάνω αιτίες, το συνολικό ποσό των (32.765,67 + 24.812,50 =) 57.578,17 ευρώ.

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την 125/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχαν επιδικαστεί μικρότερα ποσά και στη συνέχεια επιδίκασε τα ποσά, που προαναφέρθηκαν. Με τις παραπάνω παραδοχές διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της, ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22 παρ.1β του Συντάγματος, 288 Α.Κ.

και 119 εδ. α' της ιδρυτικής συνθήκης της Ε.Ο.Κ. και είναι αβάσιμος ο, από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, περί του αντιθέτου, έκτος λόγος της αναιρέσεως.

Η ισότητα της αμοιβής των εργαζομένων, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν την ίδια εργασία, όταν πρόκειται για οικειοθελή παροχή του εργοδότη, όπως προαναφέρθηκε, επιβάλλεται από την αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία απορρέει τόσον από το άρθρο 288 Α.Κ., όσο και από τα άρθρα 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και 22 παρ. 1 β' του Συντάγματος και επιβάλλει την ισότητα της αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Η οικειοθελής παροχή του εργοδότη δεν αποτελεί μεν, κατ' αρχή, μισθό, παρέχεται όμως προς τους εργαζόμενους εντός των πλαισίων της μεταξύ τους εργασιακής συμβάσεως.

Συνεπώς η κατά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης εξαίρεση από την οικειοθελή παροχή ορισμένων από τους εργαζόμενους, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν υπό τις ίδιες συνθήκες την ίδια εργασία, με εκείνους στους οποίους χορηγήθηκε αυτή, συνιστά παράβαση των εκ της εργασιακής συμβάσεως υποχρεώσεων του εργοδότη και όχι αδικοπραξία.

Εξάλλου, προκειμένου περί περιοδικών παροχών, που δεν εξαρτώνται από κεφάλαιο, αλλά απορρέουν αμέσως από νόμο ή δικαστική απόφαση ή δικαιοπραξία, υπάρχουν δύο αξιώσεις. α. Η αξίωση από το νόμο ή τη δικαστική απόφαση ή τη δικαιοπραξία προς λήψη περιοδικών παροχών και β. χωριστή και αυτοτελής αξίωση για λήψη συγκεκριμένης περιοδικής παροχής.

Για την πρώτη αξίωση (κυρία αξίωση), ισχύει η γενική εικοσαετής παραγραφή, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο (άρθρο 249 ΑΚ) και, για τη δεύτερη αξίωση, ισχύει η πενταετής παραγραφή (άρθρο 250 αριθμός 17 ΑΚ). Η εικοσαετής παραγραφή αρχίζει από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο κατέστη απαιτητή η πρώτη περιοδική παροχή.

Η πενταετής παραγραφή αρχίζει από τη λήξη του ημερολογιακού έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε και κατέστη απαιτητή η αξίωση προς λήψη της συγκεκριμένης αυτοτελούς περιοδικής παροχής (άρθρα 251, 252, 253 ΑΚ). Εάν παραγραφεί το καθολικό δικαίωμα (η κυρία αξίωση) για λήψη περιοδικών παροχών, συµπαραγράφονται και οι παρεπόμενες αυτοτελείς αξιώσεις για λήψη των επί μέρους παροχών, έστω και αν γι' αυτές δεν έχει συμπληρωθεί (άρθρο 274 ΑΚ) η πενταετής παραγραφή.

Ακόμη, η αξίωση του δικηγόρου για την αμοιβή και τις δαπάνες, από σύμβαση έµµισθης εντολής, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 190 ν.δ. 3026/1954. Στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τα παραπάνω, το καθολικό δικαίωμα του ενάγοντος να απαιτήσει τις επίδικες μερικότερες περιοδικές παροχές, συνολικού ποσού 81.488,51 ευρώ και την επίδικη διαφορά, ποσού 24.812,50 ευρώ, της καταβλητέας και καταβληθείσης αποζημιώσεως, κατά την αποχώρησή του από την υπηρεσία της εναγομένης, δεν έχει υποπέσει στην εικοσαετή παραγραφή, διότι από τον Φεβρουάριο 1994, οπότε άρχισε να τρέχει αυτή η παραγραφή, μέχρι την επίδοση της αγωγής (άρθρο 215 ΚΠολΔ), την 29.12.2005, (βλ. 5936/29.12.2005 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ...), δεν παρήλθε εικοσαετία.

Επομένως ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην οποία υπέπεσε το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι για την παραγραφή του καθόλου επικαλουμένου δικαιώματος του αναιρεσίβλητου και συνεπώς και όλων ανεξαιρέτως των εξ αυτού απορρεουσών αξιώσεων, ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 249 του ΑΚ, η οποία προβλέπει εικοσαετή παραγραφή, ενώ ήταν εφαρμοστέα εκείνη του άρθρου 937 του ΑΚ, που προβλέπει πενταετή, είναι αβάσιμος, διότι οι αξιώσεις του ενάγοντος προέρχονται από την παράβαση της εργασιακής συμβάσεως και όχι από αδικοπραξία.

Εξάλλου, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αβάσιμος είναι και ο από τον αρ. 1 της παραπάνω διάταξης τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, επικουρικά, γίνεται επίκληση της παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 254, 274 και 250 αρ.17, με το να δεχθεί το εφετείο ότι το καθόλου δικαίωμα του ενάγοντος που γεννήθηκε το έτος 1994 υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή και οι αξιώσεις του, για το χρονικό διάστημα από το έτος 2000 και μετά, τις οποίες και επιδίκασε, στηριζόμενες στην σύμβαση, δεν υπέπεσαν στην πενταετή παραγραφή, διότι από το τέλος του έτους στο οποίο αναφέρονται και μέχρι την επίδοση της αγωγής(29-12-2005), δεν παρήλθε πενταετία.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (αρθρ. 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξάλλου το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς (άρθρο 281 ΑΚ) και, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του καθώς και η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον υπόχρεο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς, για τον υπόχρεο, συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται (πλέον) να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπρόσθετα, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα σε ανατροπή της καταστάσεως, η οποία δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων των άρθρου 281ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο και να θέτει, έτσι, σε κίνδυνο την οικονομική κατάστασή του ή την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του.

Η άσκηση ή η μελλοντική, βασίμως αναμενόμενη, άσκηση και από τρίτους ομοίων αξιώσεων, στην περίπτωση ευδοκιμήσεως εκείνης, που εκδικάζεται, δεν αποτελεί από μόνη της ειδική περίσταση, ως άνω, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικώς τις συνέπειες, που μπορεί να έχει για τον υπόχρεο η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται µε την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου.

Εάν, όμως, συντρέχουν οι ειδικές, ως άνω, περιστάσεις από τη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίµως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, στην περίπτωση που θα ευδοκιμήσει εκείνη, που εκδικάζεται, μπορούν να ληφθούν υπ' όψη για την εκτίμηση των επαχθών συνεπειών, που θα έχει για τον υπόχρεο η ικανοποίηση της δικαζόμενης αξιώσεως, στις περιπτώσεις, ιδίως, που κρίνεται ότι η ικανοποίηση µόνο της αξιώσεως αυτής (δικαζόμενης) δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του υπόχρεου (ΑΠ ολ. 8/2001).

Η απαγόρευση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, που έχει έντονο τον χαρακτήρα Δηµοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί της αξιώσεως του δικηγόρου προς πληρωμή της αμοιβής του από σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου (άρθρα 63, 63 Α ν.δ. 3026/1954), εφόσον αυτή η αξίωση του δικηγόρου απορρέει από δικαίωμα με έντονο χαρακτήρα δημοσίας τάξεως (ΑΠ ολ. 33 - 34/2005, ΑΠ ολ.19/1998).

Η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος δεν αναιρεί το δικαίωμα και την αξίωση, που απορρέει από αυτό. Αποκλείει, όμως, την ικανοποίησή του. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε πρωτοδίκως την καταχρηστική άσκηση και την αποδυνάμωση του δικαιώματος του ενάγοντος, για την επίδικη παροχή, ποσού 440,20 ευρώ, μηνιαίως.

Συγκεκριμένα, ισχυρίσθηκε, προς απόκρουση της αγωγής ότι: α. Αληθώς, ο εκκαλών(ενάγων) διαμαρτυρήθηκε, πολλές φορές, για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, σε βάρος του, όταν, τον Φεβρουάριο 1994, δόθηκε αύξηση στη συνάδελφό του Α.-Σ. Φ.-Ν.. Το γεγονός αυτό, εν τούτοις, δεν σημαίνει και πως μπορούσε, επαναλαμβάνοντας, κάθε τόσο, τις διαμαρτυρίες του, να αναβάλλει την έγερση της σχετικής αγωγής του, στο διηνεκές.

Αντίθετα, ηδύνατο και ώφειλε, αν είχε ενεργήσει εντός των πλαισίων της καλής πίστεως, των χρηστών και συναλλακτικών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματός του, μετά τις πρώτες διαμαρτυρίες του, να ασκήσει, εντός ευλόγου χρόνου, την αγωγή του. Όμως, άσκησε την αγωγή του μετά από 11 χρόνια και 10 μήνες και δη, μετά και από την αποχώρησή του από την υπηρεσία.

Το χρονικό διάστημα των 11 ετών και 10 μηνών υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο, εντός του οποίου ηδύνατο και ώφειλε να ασκήσει την προκειμένη αγωγή του. Η άπρακτος πάροδος τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, παρά τις συχνές - πυκνές διαμαρτυρίες και επιφυλάξεις του, μέχρι και το έτος 2002, σε συνδυασμό προς το γεγονός πως τυγχάνει έγκριτος δικηγόρος, εγκρατής της νομικής επιστήμης και άριστος γνώστης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του, μηδόλως δε κωλυθείς από οικογενειακές ή άλλες δυσχέρειες να ασκήσει ενωρίτερα την αγωγή του, της δημιούργησε εύλογα την πεποίθηση πως δεν θα ασκούσε, τελικώς, σχετική αγωγή.

Ακόμη, ο εκκαλών δεν είχε λόγο να φοβάται οποιαδήποτε εκδικητικότητα ή εμπάθεια εκ μέρους της από την τυχόν, εντός ευλόγου χρόνου, άσκηση της αγωγής του, αφού η ίδια είναι εταιρία απρόσωπη, ως προς τη Διοίκηση. Απόδειξη τούτου είναι ότι παρά τις συχνές λεκτικές διαμαρτυρίες του, η Διοίκησή της όχι μόνο δεν τον εδίωξε ποτέ, αντίθετα, όπως αναφέρει και στην αγωγή του, τον περιέβαλε πάντοτε µε την εμπιστοσύνη της και τον τοποθέτησε, από την 2.3.2000, στην υπερέχουσα θέση του Γενικού Διευθυντή των Νομικών της Υπηρεσιών (Διευθυντή Εταιρικής Μονάδος Νοµικών Υπηρεσιών)".

β. Σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της ένδικης αγωγής, αναμένεται, βασίμως, πως θα ασκηθούν και άλλες αγωγές από τους άλλους πολυάριθμους έµµισθους δικηγόρους της, µε συνέπεια να προκληθεί οικονομική επιβάρυνσή της, που θα υπερβαίνει τα 2.000.000 ευρώ, πλέον τόκων. Η οικονομική της επιβάρυνση θα της προκαλέσει τεράστια και ανεπανόρθωτη ζημία, αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής της επιβαρύνσεως, ανατροπή των προϋπολογισμών και του προγράμματος εξυγιάνσεως των νόμων 2271/1994, 2602/1998 και του άρθρου 27 ν. 3185/2003, µε περαιτέρω συνέπεια την αναπόφευκτη χρεωκοπία της.

Ο ισχυρισμός αυτός, σύμφωνα µε όσα προαναφέρθηκαν, δεν θεμελιώνει νόμιμη ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ. Τούτο διότι η συμπεριφορά του δικαιούχου εκκαλούντος, ο οποίος, κατά το περιεχόμενο του ισχυρισμού, "διαμαρτυρήθηκε, πολλές φορές" και "είχε συχνές - πυκνές διαμαρτυρίες και επιφυλάξεις μέχρι και το έτος 2002" πριν από την άσκηση, το έτος 2005, της αγωγής, "για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, σε βάρος του", δεν μπορούσε να δημιουργήσει στην υπόχρεο εκκαλούσα, ευλόγως, την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το ήδη επίδικο δικαίωμά του.

Συνεπώς το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη του και στη συνέχεια να απορρίψει ως μη νόμιμο τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, από δε την απόφαση προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε. Επομένως είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι αντίστοιχες πλημμέλειες. Τέλος, κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται και η πλημμέλεια της απόφασης από τον αρ. 19 είναι απαράδεκτος, αφού ο ισχυρισμός απορρίφθηκε ως μη νόμιμος.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί.

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.

Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι " η επίδικη αύξηση των 150.000 δραχμών μηνιαίως, που δόθηκε από 1-2-1994 στις συναδέλφους του αναιρεσίβλητου έμμισθους δικηγόρους Ο.

Ε. και Α. Φ., δεν υπήρξε οικειοθελής παροχή χορηγηθείσα άνευ προϋφισταμένης νομικής υποχρεώσεως, αλλ' αντιθέτως κατεβλήθη προς αποκατάσταση αδικίας που είχαν υποστεί αι εν λόγω έμμισθοι δικηγόροι". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο τον απέρριψε, εκ του πράγματος, ως αβάσιμο, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό, δηλαδή ότι η επίδικη αύξηση των 150.000 δραχμών μηνιαίως, που δόθηκε από 1-2-1994, ήταν οικειοθελής παροχή, χορηγηθείσα άνευ προϋφισταμένης νομικής υποχρεώσεως.

Τέλος αβάσιμος είναι και ο, από τον αρ. 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά το δεύτερο μέρος του, ίδιος λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα του, δεν έλαβε υπόψη του, τα παρακάτω έγγραφα 1) την με αρ. 80/24.1.1994 έγγραφη γνωμοδότηση του δικηγόρου Β. Α. 2) το με αρ.ΓΔ./92/31.1.1994 διαβιβαστικό της ανωτέρω γνωμοδοτήσεως 3) το πρακτικό Δ.Σ της αναιρεσείουσας,4) το με αρ. 3598/7-3-1994 της Διευθύνσεως Διοικητικών Υπηρεσιών 5) την με αρ.

Δ.Δ.367/6-5-1994 εισήγηση του Διευθυντή Δικαστικού 6) το με αρ. 123/26-5-2004 διαβιβαστικό έγγραφο, 7) το με αρ. 943/16-5-1989 διαβιβαστικό έγγραφο, το πρακτικό Δ.Σ με αρ. 332/14-4-1989 και την περιγραφή καθηκόντων της διευθύνσεως τομέα εργασιακών σχέσεων και 8) την από 1-11-1996 επιστολή της Α. Φ., διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματός του, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων και τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και συνεπώς, από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι τούτο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα του, και τα παραπάνω έγγραφα, μη προκύπτοντος του αντιθέτου από την αποδεικτική αξία, την οποία, κατά την, ανέλεγκτη, επί της ουσίας κρίση του, προσέδωσε σ' αυτά.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 8-7-2009, αίτηση αναιρέσεως της 825/2009 αποφάσεως, του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ