227/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated227/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): I). Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, ενώ κάθε άλλη ομολογία, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο. (Α.Π. 1200/2002 ΕΕργΔ 2000, 346, Α.Π 1595/1997 Ελλ.
Full text
Απόφαση 227 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 227/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Ιωάννη Σίδερη -Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπαλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ........ και 2. ..........., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μίστρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-1995 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και συνεκδικάσθηκε με την από 12-1-1996 ανταγωγή δια των προτάσεων της ήδη αναιρεσείουσας. Κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/1996 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 571/1998 εν μέρει οριστική, 3/2006 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-8-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 12-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I). Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, ενώ κάθε άλλη ομολογία, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο. (Α.Π. 1200/2002 ΕΕργΔ 2000, 346, Α.Π 1595/1997 Ελλ.
Δ/νη 1998, 850, Α.Π 64/1981 ΝοΒ 29, 1258, Α.Π 575/1974 ΝοΒ 23, 151). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από το αριθμό 12 άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ, δηλαδή ότι παραβιάσθηκαν οι ορισμοί των ως άνω διατάξεων των άρθρων 339 και 352 του Κ.Πολ.Δ, ως προς την αποδεικτική δύναμη της δηλώσεως της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που είχε περιληφθεί στα από 5.7.1975 πρακτικά της δίκης ασφαλιστικών μέτρων περί νομής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, μεταξύ των διαδίκων, καθ' όσον η τελευταία είχε αναφέρει, κατά την εξέτασή της, ως διαδίκου, ότι " όταν το αγοράσαμε το διαμέρισμα το 1991 έγιναν αυτές οι συμφωνίες και σε λίγες μέρες έγινε και η συμφωνία για τα επί πλέον τ.μ.
Συμφωνήσαμε 230.000 δρχ το τ.μ. ....", και ότι συνεπεία τούτων το Εφετείο, έπρεπε να δεχθεί τον ουσιώδη ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που ήταν το ακριβές τίμημα των 23,70 τ.μ., το οποίο είχε συμφωνηθεί στο ποσό των 230.000 δρχ, και όχι στο ποσό των 135.000 δρχ, που ισχυριζόταν οι αναιρεσίβλητοι, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ως άνω δηλώσεως, η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αποτελούσε δικαστική, και όχι εξώδικη, ομολογία.
Επομένως με το να εκτιμήσει το Εφετείο την δήλωση αυτή της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που έγινε, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, στις 5.7.2005, στα πλαίσια δίκης ασφαλιστικών μέτρων νομής, μεταξύ των διαδίκων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, ελευθέρως, μετά από συνεκτίμησή της με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ως εξώδικη ομολογία, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια και ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ) Επειδή, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 346 και 352 επ. του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τ` αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και οι ένορκες βεβαιώσεις που προσάγονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Δεν είναι πάντως αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τ` αποδεικτικά μέσα. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται μνεία στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές, πλην του ότι γι` αυτές τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Όσον αφορά τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον βέβαια, δεν λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη.
Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης (Α.Π 338/2007). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο και το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου της αίτησης προβάλλεται η από τον αρ. 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια Συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα με επίκληση με αριθμό ........
ένορκη βεβαίωση του σ/φου Καρδίτσας Κωνσταντίνου Μπαλτά, που δόθηκε για να χρησιμεύσει, όπως προκύπτει από το κείμενο της ένορκης βεβαίωσης, ως αποδεικτικό μέσο στη, μεταξύ των διαδίκων, προηγούμενη δίκη ασφαλιστικών μέτρων. Επίσης υποστηρίζει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα από 5.7.1999 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, κατά τη συζήτηση της από 7.6.1995 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων νομής, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 266/1995 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, και ιδίως η διαλαμβανομένη στα πρακτικά αυτά ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ........., καθώς και το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, στο οποίο περιλαμβάνεται "έμμεση" ομολογία, ως προς τον χρόνο παραδόσεως του επίδικου διαμερίσματος, και έτσι το Εφετείο κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, ως προς τον ουσιώδη αυτό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης, από τον αριθ.11γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στους κρινόμενους λόγους της αναίρεσης και επομένως και το δικόγραφο της αγωγής, ως προς το ζήτημα της μη υπάρξεως σ' αυτό "έμμεσης" ομολογίας, ήτοι επί ζητήματος που εμπίπτει στον επιτρεπτό έλεγχο από τον Άρειο Πάγο, ως αναγομένου στην εσφαλμένη μη λήψη υπόψη ενός νομίμου αποδεικτικού μέσου (ομολογίας) από το περιεχόμενο διαδικαστικού εγγράφου (Α.Π. 263/1976, Α.Π. 501/2007).
III). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από όσους περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος αφού δεν είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των ελλιπών στοιχείων με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Για να θεωρηθεί δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης ή για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, αλλά θα πρέπει να καθορίζεται ειδικά το αποδιδόμενο στην απόφαση σφάλμα.
Ειδικότερα, αν η αιτίαση αναφέρεται σε ανεπάρκεια αιτιολογιών, αναφορικά με ένσταση που προβλήθηκε πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι επικαλέστηκε στο δικαστήριο της ουσίας για την στήριξη της ενστάσεως αυτής και επί πλέον ποιό είναι το επιπλέον στοιχείο που ήταν αναγκαίο για την πληρότητα τους, ενώ αν αναφέρεται σε αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να καθορίζεται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει. ( ΑΠ. 32/1996 -Ολ-, Ελλ.Δνη 1997,33 Α.Π. 57/1990 -Ολ- ΝοΒ 39, 385, ΑΠ. 36/2005 ΔΙΚΗ 36, 1030, Α.Π. 48/1997 Ελλ.Δνη 1997 1535, Α.Π 1156/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης πλήττεται η απόφαση με αιτίαση από τον αριθ. 19 αρθρ. 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι "πλήρης ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σημαίνει ότι πρέπει η προσβαλλομένη απόφαση να αναφέρει τις παραδοχές της για όλα τα κεφάλαια της δίκης, κύρια και παρεπόμενα, για όλα τα αιτήματα, για όλες τις ενστάσεις, αρκεί να είναι σαφής, αναλυτική και κυρίως πειστική....πιο συγκεκριμένα, η προσβαλλομένη απόφαση (βλ.
σελίδα 13η αυτής) η οποία απέρριψε την καταχρηστική ένσταση δικαιώματος (Α.Κ. 281) που είχα προβάλλει νομίμως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και είχα επαναφέρει εκ νέου νομίμως μετ' επικλήσεως με τις ένδικες προτάσεις μου στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αναγνωρίζοντας υπέρ των αναιρεσιβλήτων δικαίωμα χρήσεως του δώματος (ταράτσας) της επίδικης οικοδομής, με αντίστοιχη υποχρέωσή μου να επιτρέπω τη χρήση αυτή, παραβίασε το νόμο, αφού περιέχει ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες και επομένως η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.".
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος διότι δεν αναφέρονται αφ' ενός μεν τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι επικαλέστηκε στο δικαστήριο της ουσίας για την στήριξη της περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων ενστάσεως αυτής, αφ' ετέρου δε ποια είναι τα επιπλέον στοιχεία που έπρεπε να εκτίθενται στην αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.8.2006 αίτηση αναιρέσεως της Χ1 για αναίρεση της 3/2006 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ