227/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΕπειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 3 παρ.1 και 2 του Ν. 2112/1920, και 5 παρ. 1 και 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της υπαλληλικής εργασιακής σχέσεως είναι άκυρη, εάν ο εργοδότης, εκτός της μη τηρήσεως του εγγράφου τύπου, δεν καταβάλει εις τον απολυόμενο μισθωτό την οφειλόμενη αποζημίωση απολύσεως.
Legislator headnote
AI generated227/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως τέτοια θεωρείται η αποζημίωση, η οποία ορίζεται στο άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2112/1920 ότι είναι κατά ποσό ίση προς το σύνολο των τακτικών αποδοχών, που θα ελάμβανε ο εργαζόμενος κατά το χρόνο προ του οποίου έπρεπε να γίνει η καταγγελία και της οποίας ο υπολογισμός κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα με καθεστώς πλήρους απασχολήσεως (εδ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 227 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 227/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15η Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΤΕΝΝΑ ΤV Α.Ε." που έχει έδρα στο … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της, Γεώργιο Νικολόπουλο και Κωνσταντίνο Ξύδια.
Του αναιρεσίβλητου: Β. Γ. του Γ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Δημήτριο Καραμήτσα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαρτίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1780/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 2449/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 15 Ιουνίου 2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας διάβασε την από 1 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των, πρώτου και δεύτερου και την απόρριψη του τρίτου λόγου της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη και κάθε πλευρά την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 3 παρ.1 και 2 του Ν. 2112/1920, και 5 παρ. 1 και 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της υπαλληλικής εργασιακής σχέσεως είναι άκυρη, εάν ο εργοδότης, εκτός της μη τηρήσεως του εγγράφου τύπου, δεν καταβάλει εις τον απολυόμενο μισθωτό την οφειλόμενη αποζημίωση απολύσεως.
Ως τέτοια θεωρείται η αποζημίωση, η οποία ορίζεται στο άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2112/1920 ότι είναι κατά ποσό ίση προς το σύνολο των τακτικών αποδοχών, που θα ελάμβανε ο εργαζόμενος κατά το χρόνο προ του οποίου έπρεπε να γίνει η καταγγελία και της οποίας ο υπολογισμός κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα με καθεστώς πλήρους απασχολήσεως (εδ.
α'). Εξάλλου με την ατομική σύμβαση εργασίας μπορεί να συμφωνηθεί ότι σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως από τον εργοδότη η αποζημίωση δεν θα υπολογίζεται μόνο με βάση το χρόνο υπηρεσίας του εργαζομένου σ' αυτόν, αλλά θα συνυπολογίζεται και η προϋπηρεσία του σε άλλον εργοδότη. Με τη διάταξη, όμως, του άρθρο 5 παρ. 1 εδ.
β' του ν. 3198/1955 τίθεται, για όλους τους υπαλλήλους, γενικός περιορισμός κατά τον οποίο, αν οι εν λόγω μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν το οκταπλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, πολλαπλασιαζόμενο με τον αριθμό 30, τότε αυτές δεν λαμβάνονται υπόψη κατά το υπερβάλλον (άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β' ν. 3198/1955). Η διάταξη αυτή αποσκοπεί στον περιορισμό της αποζημιώσεως -και όχι των αποδοχών- των υπαλλήλων, που έχουν ιδιαίτερα μεγάλες μηνιαίες αποδοχές και δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 5 παρ.1, 22 παρ.1β και 106 παρ.1 και 2 του Συντάγματος, αφού ισχύει για όλους τους υψηλόμισθους υπαλλήλους, η ανάπτυξη της προσωπικότητας των οποίων και η συμμετοχή τους στην οικοδομική ζωή της χώρας, δεν παρεμποδίζεται ασφαλώς από το ότι θα λάβουν μειωμένη αναλογικά αποζημίωση, αν καταγγελθεί η σύμβασή της.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο (ΑΠ306/1999).
Η διάταξη, όμως, αυτή αφορά σε "ισχυρισμούς" και όχι σε νομικούς κανόνες, όπως είναι η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 5 παρ. εδ. β' του ν. 3198/1955, η επίκληση της οποίας μπορεί να γίνει το πρώτον και με την αίτηση αναιρέσεως, εφόσον η διάταξη αυτή ήταν εφαρμοστέα, με βάση τα γενόμενα δεκτά από την απόφαση περιστατικά, δηλαδή εφόσον προκύπτει από την απόφαση ότι η οφειλόμενη στον εργαζόμενο αποζημίωση υπερβαίνει τα τιθέμενα από την άνω διάταξη όρια.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, και τα ακόλουθα: Δυνάμει της από 19-5-1993 έγγραφης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η εναγομένη - αναιρεσείουσα προσέλαβε τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο ως υπεύθυνο σχεδιασμού, προγραμματισμού, εγκαταστάσεων, συντήρησης και λειτουργίας του δικτύου πομπών, αναμεταδοτών, συστημάτων ραδιοζεύξεως και λοιπών εγκαταστάσεων ραδιοτηλεοπτικού σταθμού αυτής, αντί μηνιαίων αποδοχών 900.000 δραχμών (μικτά), αναπροσαρμοζόμενων ετησίως κατά ποσοστό 15% για κάθε έτος, αρχής γενομένης από 1-5-1994.
Συμφωνήθηκε επίσης ότι θα λαμβάνει επιδόματα (εορτών, γάμου - τέκνων), άδεια και επίδομα αδείας, κατά τις ισχύουσες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, και ότι σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, η τελευταία θα υποχρεούται να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, για τον υπολογισμό της οποίας θα λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία του στην ΕΡΤ (από 15-1-1969 και επί 24 συνεχή έτη έκτοτε), την οποία προϋπηρεσία η αναιρεσείουσα αναγνώρισε σαν να είχε διανυθεί σ' αυτήν.
Τέλος συμφωνήθηκε ότι "Κάθε τροποποίηση των διατάξεων της παρούσας συμφωνίας γίνεται μόνο εγγράφως και μόνο κατόπιν συμφωνίας μεταξύ ΑΝΤΕΝΝΑ και του μισθωτού. Αν δεν επέλθει συμφωνία και την αλλαγή των όρων την ζητήσει ο ΑΝΤΕΝΝΑ, υποχρεούται να αποζημιώσει τον μισθωτό σύμφωνα με τους όρους της παρ. 3β".
Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής ο αναιρεσίβλητος προσέφερε, με την ως άνω ιδιότητά του, στην αναιρεσείουσα τις υπηρεσίες του μέχρι την 21-12-2001 οπότε αυτή κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση. Μέχρι τις 30-4-1997 η αναιρεσείουσα κατέβαλλε στον αναιρεσίβλητο τις συμφωνηθείσες ως άνω αποδοχές του, ήτοι προσαυξανόμενες κατ' έτος κατά ποσοστό 15%, αναλυτικά αναφερόμενες.
Από την 1-5-1997 και εφεξής η αναιρεσείουσα έπαυσε να του καταβάλλει την συμφωνηθείσα ετήσια αύξηση (15%). Εκ των υστέρων ισχυρίζεται, πρωτοδίκως και κατ' έφεση, ότι, με μεταγενέστερη προφορική συμφωνία που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής, νόμιμα εκπροσωπούμενης, και του αναιρεσίβλητου, καταργήθηκε ο εν λόγω όρος (προσαύξησης του μισθού κατά 15%) της ένδικης σύμβασης.
Τους ισχυρισμούς αυτούς το Εφετείο έκρινε νόμιμους (ΑΚ 159 εδ. β', 164 και 361), αλλά τους απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους. Συνακόλουθα έκρινε, ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται τις εκ της αιτίας αυτής διαφορές αποδοχών και απέρριψε τους σχετικούς αντίθετους λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας. Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο, ότι κατά το έτος 2001 η αναιρεσείουσα, στα πλαίσια αναδιαρθρώσεως των υπηρεσιών της, λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, αποφάσισε την μείωση του προσωπικού της, προέβη δε σταδιακά στην απόλυση 80 υπαλλήλων της.
Αποφάσισε επί πλέον την κατάργηση του υπαγόμενου στην Τεχνική Διεύθυνση Τομέα Αναμεταδοτών και Δικτύου Ραδιοζεύξεως, στον οποίο προϊστατο ο αναιρεσίβλητος, κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του στις 21-12-2001 και του κατέβαλε αποζημίωση απολύσεως ποσού 46.096. 193 δραχμών, ενώ εδικαιούτο - βάσει των καταβλητέων τελευταίων αποδοχών του εκ 3.166.089 δραχμών το μήνα, υπολογιζόμενης δηλαδή της κατ' έτος αναπροσαρμογής ποσοστού 15% βάσει της εργασιακής συμβάσεως - το ποσό των (3.166.089 δρχ.
χ 24 μήνες = 75.986.136 δρχ. + 1/6 εκ 12.664.356 δρχ. αναλογία επιδ. εορτών και αδείας =) 88.650.492 δραχμών. Τέλος, έκρινε ότι, λόγω καταβολής ελλιπούς ως άνω αποζημιώσεως, την οποία εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος, η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, θεωρούμενη ως μη γενόμενη, και η αναιρεσείουσα, αρνούμενη να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, περιήλθε σε υπερημερία και του οφείλει τους αξιούμενους μισθούς υπερημερίας.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο παραβίασε την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. β'του Ν. 3198/1955, η οποία ήταν εφαρμοστέα, για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως, αφού το ποσό της καθορισθείσας ως άνω αποζημιώσεως, αλλά και εκείνης που καταβλήθηκε στον αναιρεσίβλητο υπερέβαινε το ποσό της υπολογιζόμενης, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, αποζημιώσεως.
Επομένως, ο σχετικός πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. 1 και 2, 410 παρ. 3 και 415 έως 420 Κ.Πολ.Δ.
και 61, 65, 67 και 70 του Α.Κ. συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοικήσεως αυτού. Τούτο συνάγεται ιδίως από το ως άνω άρθρο 415 του Κ.Πολ.Δ.
που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοικήσεώς τους, η εξέταση όμως αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, επιτρεπόμενο όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.
Υπό την αντίθετη εκδοχή, θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοικήσεως διαδίκου - λύση προδήλως άτοπη (βλ. Ολ. Α.Π. 1328/1997). Τα ανωτέρω για την ταυτότητα του λόγου ισχύουν και επί ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά το άρθρο 671 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τις οποίες ο ενόρκως βεβαιών τρίτος καταθέτει ό,τι γνωρίζει περί των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών.
Άρα, ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου ή μέλους της διοικήσεως του διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους ορισμούς του νόμου.
Η απόκλιση όμως αυτή δεν εκτείνεται επί τοσούτον, ώστε να παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη κατά την εν λόγω διαδικασία και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, η από το δικαστήριο μη λήψη υπόψη αυτών δεν θεμελιώνει τον από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται περι ανυποστάτων αποδεικτικών μέσων.
Συνεπώς, το Εφετείο, που δίκασε κατά την ως άνω ειδική διαδικασία και δεν έλαβε υπόψη για τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και την προσκομισθείσα με επίκληση από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με αριθμό 927/11-4-2003 ένορκη ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών βεβαίωση του Σ. Χ., αντιπροέδρου του πρώτου του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, ήτοι μέλους της διοικήσεως του νομικού προσώπου αυτής και συνεπώς μη τρίτου, δεν υπέπεσε στην, από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 Κ.ΠολΔ. πλημμέλεια, και ο αντίθετος τρίτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ'ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει, ήτοι καθόσον αφορά το κεφάλαιο περί του κύρους της καταγγελίας της συμβάσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση και, παρέλκουσας της έρευνας του δευτέρου λόγου, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά τούτο στο ίδιο Εφετείου συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2449/2004 απόφαση, κατά το εις το σκεπτικό μέρος αυτής, του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τούτο στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2005.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 7 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ