Legislator Case Law & Legislation
2279/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil court damages award for moral injury to minor child.

Case Number 2279/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision awarding damages for moral injury to a minor child. The parents sought compensation for their daughter's disability, and the appellate court granted a specific monetary amount based on civil code provisions. The court rejected the appeal because the appellant's arguments regarding constitutional proportionality were inadmissible and the claimed procedural errors were unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1) & 19 KPolD; Art. 931 & 932 AC; The Supreme Court holds that direct constitutional claims regarding proportionality are inadmissible in civil damages cases and that appeals must be based on substantive law violations, not procedural technicalities.

Keywords

AI generated
appeal admissibility moral injury damages constitutional proportionality civil code provisions minor child protection procedural error review judicial discretion

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) & 19 KPolD
Art. 931 AC
Art. 932 AC
Art. 25 of the Constitution

Cited Case Law

AI generated
O.A.P. 7/2006
O.A.P. 4/2006
O.A.P. 18/1998
O.A.P. 6/2009

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2279 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2279/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Εμμανουηλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, ως ασκούντων από κοινού την γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους ..., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Χαρμάνη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/7/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 22/11/2004 παρεμπίπτουσα αγωγή νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 185/2005 μη οριστική και 169/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 105/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/10/2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 30/10/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του αρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει. (Ολ.

ΑΠ 7/2006, Ολ. Α.Π. 4/2006). Η νομική δε αοριστία της αγωγής, που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ.

Α.Π. 18/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον, συνεπεία αυτών, επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στην ΑΚ 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί.

Το ποσό του επιδικαζόμενου κατά την ΑΚ 931 εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ' αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου. Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία, και β) από την κατ' άρθρο 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Είναι αυτονόητο, ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (ΑΠ 774/2007, ΑΠ 765/2007, ΑΠ 514/2007, ΑΠ 154/2007, ΑΠ 1645/2006). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 2987/2007).

Α.- Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κρίνοντας σε δεύτερο βαθμό επί της από 7.7.2004 αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας, με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθεί η τελευταία και η μη διάδικος στην παρούσα δίκη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία EUROSTAR AΕΓΑ να τους καταβάλουν με την ιδιότητα των ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης τους ...

τα εκεί αναφερόμενα ποσά, εκτός άλλων, και για αποζημίωση από την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ και χρηματική ικανοποίηση από την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, για την αποκατάσταση των συνεπειών και την θεραπεία της ηθικής βλάβης που υπέστη η ανήλικη από τον τραυματισμό της σε τροχαίο ατύχημα, οφειλόμενο σε υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας εναγομένης οδηγού, επικύρωσε (το Εφετείο) την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία η αγωγή αυτή κατά το αντίστοιχο πιο πάνω κεφάλαιό της από την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ κρίθηκε νομικά ορισμένη, απορρίπτοντας τον κατ' αυτής αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας.

Στην παραπάνω αγωγή οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες εκθέτουν τα εξής, σε σχέση με το αγωγικό κεφάλαιο - αίτημα από την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ: "Μετά τον, εξ αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου, σοβαρότατο τραυματισμό της ανήλικης κόρης μας ..., το μέλλον της δυστυχώς θα επηρεαστεί σημαντικά, αφού είναι μόλις 5 ετών, με παραμορφωμένο σώμα, που ακόμη και με τις επεμβάσεις πλαστικής χειρουργικής στις οποίες θα υποβληθεί, εφόσον τούτο καταστεί εφικτό, η αποκατάσταση των παραμορφωμένων μελών της θα είναι μερική, ιδιαίτερα δε η ουλή από το έγκαυμα στο πόδι της, η οποία είναι τεράστια και θα είναι εμφανής σ' όλη την υπόλοιπη ζωή της.

Συνεπώς, ο τραυματισμός της αυτός επηρεάζει σημαντικά και την ψυχολογική της κατάσταση, αφού πλέον δεν έχει διάθεση για παιχνίδι και κλείνεται συνεχώς στον εαυτό της, λόγω κυρίως αυτής της αισθητικής παραμόρφωσης, που με την ανάπτυξή της θα γίνεται σημαντικότερη και θα επηρεάζει σημαντικά και την οικογενειακή κατάστασή της, αφού θα είναι μια "σημαδεμένη γυναίκα", χωρίς ιδιαίτερες κοινωνικές επαφές και με την αγωνία της αντίδρασης κάθε άνδρα από τη θέα του σακατεμένου κορμιού της, αλλά και την επαγγελματική ζωή της.

Κατά συνέπεια, για τους ανωτέρω λόγους, δικαιούται, λόγω αποζημίωσης κατ' αρθ. 931 ΑΚ, το δίκαιο και εύλογο ποσό των 100.000 ευρώ". Με το περιεχόμενο αυτό και το αίτημα η αγωγή είναι νομικά ορισμένη, αφού αναφέρονται στο δικόγραφό της, όπως έπρεπε για να βρίσκει αυτή έρεισμα στο νόμο και, συγκεκριμένα, στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, οι λόγοι για τους οποίους κρίνεται αναγκαία η επιδίκαση του αιτούμενου ευλόγου χρηματικού ποσού λόγω της επικαλούμενης αναπηρίας ή παραμόρφωσης της ανήλικης χωρίς να είναι αναγκαία η σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε δεν δύναται να προσδιορισθεί και χωρίς να είναι αναγκαία η επίκληση βεβαιότητας δυσμενούς επιρροής της ίδιας αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον της ανήλικης, αφού αρκούσε και η απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Τα ίδια, με πιο συνοπτική αιτιολογία, δέχθηκε και το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του περιερχομένου της και έκρινε απορριπτέο τον λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με την οποίαν διατυπωνόταν το παράπονο κατά της πρωτόδικης απόφασης που έκρινε επίσης την ίδια αγωγή νομικά ορισμένη.

Η προσβαλλόμενη, επομένως, απόφαση ορθά εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ κατά την εκτίμηση του νομικά ορισμένου της ένδικης αγωγής, γι' αυτό ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο, υπό την επίκληση της διάταξης του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Β.- Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι από το ως άνω ατύχημα η παθούσα ανήλικη κόρη των εναγόντων υπέστη τις προαναφερόμενες σωματικές βλάβες (βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης, σχετ. από 12/11/2003 και 19-9-2007 ιατρικές γνωματεύσεις της πλαστικής χειρούργου ιατρού ...

σε συνδ. με από 10-11-2005 ιατρ. γνωμάτευση της πλαστικής χειρούργου ... που ορίσθηκε τεχνική σύμβουλος από την εναγομένη), συνεπεία των οποίων νοσηλεύθηκε στη χειρουργική κλινική Γ.Ν.Ν. ... (...). Ακολούθησε συντηρητική αγωγή με καθαρισμούς και αλλαγές επιθεμάτων και της συστήθηκε παρακολούθηση από πλαστικό χειρούργο στο "έγκαυμα" εκ τριβής της (ΔΕ) κνήμης.

Πράγματι, η ασθενής παρακολουθήθηκε έκτοτε από την πλαστική χειρούργο ..., κατά την οποία (ιατρό) η παθούσα ανήλικη εμφανίζει μέχρι σήμερα εκτεταμένο έλλειμμα δέρματος στη μεσότητα της δεξιάς κνήμης. Το έλλειμμα αυτό επουλώθηκε μετά παρέλευση μηνών, καταλείποντας μία εκτεταμένη ουλή, δύσμορφη, ετέρυθρη και εν μέρει υπερτροφική.

Έως το ατύχημα ήταν υγιέστατη και αρτιμελής. Κατά τον πραγματογνώμονα (βλ. σχετ. έκθεση) ..., πλαστικό χειρούργο, δεν υπάρχει παραμόρφωση του σχήματος της κνήμης αλλά του δέρματος και μόνον. Η παραμόρφωση αυτή είναι μόνιμη, αν μείνει αθεράπευτη και είναι αναστρέψιμη με χειρουργικό τρόπο, είναι αδύνατη η εξαφάνιση της ουλής και το ζήτημα είναι πάντα η κατά το δυνατόν αισθητική της βελτίωση.

Στην παρούσα φάση δεν υπάρχει απόλυτη ένδειξη χειρουργικής αποκατάστασης, καθόσον η διόρθωση της ουλής στην παιδική ηλικία έχει συχνά κατώτερο του αναμενόμενου αποτέλεσμα, καθώς η νέα ουλή θα τείνει να παρακολουθεί την αύξηση του σώματος με πιθανή την επανεγχείριση στην ενήλικη ζωή. Αναμφίβολα, με το πέρας της ανάπτυξης συνιστάται χειρουργική διόρθωση της ουλής.

Η εμφάνιση της μόνιμης ουλής δημιουργεί σε κάθε ασθενή, κυρίως γυναίκα, ψυχολογική επιβάρυνση και προσωπικούς και κοινωνικούς αποκλεισμούς (αποφυγή ιματισμού που δεν καλύπτει την περιοχή, αποφυγή κολύμβησης κ.λπ.) κατά τον πραγματογνώμονα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι η ως άνω παθούσα ανήλικη μειονεκτεί ως άτομο, λόγω της σοβαρότητας του τραυματισμού της και της εφ' όρου ζωής παραμόρφωσης μέλους του σώματός της, αφού η αποκατάσταση, και μετά τις χειρουργικές πλαστικές παρεμβάσεις στο μέλλον μετά την ενηλικίωσή της, που προτείνονται διαζευκτικώς από τον πραγματογνώμονα πλαστικό χειρούργο και σε συνδυασμό με τις λοιπές ιατρικές γνωματεύσεις, θα είναι μερική.

Η εν λόγω δε παραμόρφωση (και δη αισθητική), εφόσον πρόκειται και για γυναίκα, επιδρά στη μείωση της προσωπικότητάς της, στην οικογενειακή αποκατάστασή της, στην άσκηση και επιλογή επαγγέλματος και κοινωνικών συναναστροφών καθώς και στην εν γένει κοινωνική και επαγγελματική της εξέλιξη. Για την αντιμετώπιση όλων αυτών των δυσμενών επιπτώσεων, πρέπει να της επιδικασθεί αποζημίωση για την ως άνω αιτία το ποσό των 40.000 ευρώ, το οποίο είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από άλλη αξίωση αποζημίωσης, στηριζόμενο στο άρθρο 931 ΑΚ.

Η, ως άνω, ανήλικη παθούσα ..., από την εις βάρος της αδικοπραξία (της σωματικής βλάβης), που προξενήθηκε σ' αυτήν από την πρώτη-εφεσίβλητη - εκκαλούσα - εναγομένη υπέστη ηθική βλάβη, για την απάμβλυνση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση (άρθρο 932 ΑΚ). Κατά την κρίση δε του Δικαστηρίου τούτου, πρέπει να επιδικασθεί για την εν λόγω αιτία στην εκπροσωπούμενη από τους γονείς της ως άνω ανήλικη το ποσό των 50.000 ευρώ, ενόψει όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των συνθηκών τέλεσης της ως άνω αδικοπραξίας εκ μέρους της πρώτης εναγομένης-εφεσίβλητης, του είδους και της έκτασης της προσβολής του σώματος και της υγείας αυτής, και, κυρίως, της ψυχικής ταλαιπωρίας και δοκιμασίας που υπέστη, με συνέπεια να εμφανίζει διαταραχή λόγου (τραυλισμό) και διαταραχή stress (βλ.

βεβαιώσεις από 6-5-2005 παιδοψυχιάτρου ... και από 9-5-2005 της υπεύθυνης του κέντρου λογοθεραπείας "η λέξις" ..., της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών (πλην της δεύτερης εφεσίβλητης - εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "EUROSTAR ΑΕΓΑ", η ευθύνη της οποίας είναι εγγυητική)". Το Εφετείο, με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή, κατά ένα μέρος, η αγωγή, που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι και με το να δεχθεί την αντίθετη έφεση των αναιρεσιβλήτων επιδικάζοντας σ' αυτούς, για λογαριασμό της ανήλικης κόρης τους, τα ποσά αντίστοιχα των 50.000 και 40.000 ευρώ για τις αξιώσεις από τις διατάξεις των άρθρων 932 και 931 ΑΚ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 931 και 932 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για κάθε μία από τις επιδικασθείσες αξιώσεις δικαιολογούν την απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας και την παραδοχή της αντίθετης έφεσης των αναιρεσιβλήτων και κατά ένα μέρος της αγωγής τους.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου, κατά το ένα μέρος τους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την εκδοχή ότι: Α) Ως προς την επιδικασθείσα απαίτηση από την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ: 1) δεν συνέτρεξαν ιδιάζοντα περιστατικά και δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής της παθούσας που δικαιολογούν την επιδίκασή της. 2) υπολογίστηκε εσφαλμένα η μείωση της δυνατότητας αποκατάστασης της παθούσας με γάμο λόγω της παραμόρφωσής της, 3) δεν προέκυψε η ύπαρξη νόμιμης παραμόρφωσης μη αναστρέψιμης, 4) δεν προέκυψε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραμόρφωσης της ανήλικης και της διατήρησης της μονιμότητας που εξαρτάται για τη μερική θεραπεία της από μελλοντική χειρουργική επέμβαση, 5) εφαρμόσθηκε η διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ χωρίς την συνδρομή των αναγκαίων περιστατικών, και Β) Ως προς την επιδικασθείσα απαίτηση από την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ δεν συνέτρεξαν περιστατικά που δικαιολογούσαν την επιδίκαση της αντίστοιχης αξίωσης, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 931 και 932 του ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το εάν η βλάβη του δέρματος της κνήμης της ανήλικης θα ήταν μόνιμη, αφού δέχεται η προσβαλλομένη ότι μέχρι την ενηλικίωση η βλάβη θα είναι μόνιμη, μετά δε την ενηλικίωση και την τυχόν χειρουργική επέμβαση η αποκατάσταση θα είναι μερική, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, ούτε η διευκρίνιση του χρονικού διαστήματος νοσηλείας στο Νοσοκομείο του ...

και του τόπου που έγινε η συντηρητική αγωγή με καθαρισμούς και αλλαγές επιθεμάτων και το ποιος συνέστησε την παρακολούθηση από πλαστικό χειρουργό. Εξάλλου, λόγω της συνδρομής στην προκειμένη περίπτωση τόσο σωματικής βλάβης (έγκαυμα τριβής - ουλής), όσον και ψυχικής ταλαιπωρίας και δοκιμασίας στο πρόσωπο της ανήλικης παθούσας δεν ήταν αναγκαίο να επιδικασθεί χωριστή χρηματική ικανοποίηση για κάθε μία βλάβη σωματική ή ψυχική, ούτε να διευκρινισθεί στην προσβαλλομένη ποιο μέρος από το συνολικό επιδικασθέν ποσό των 50.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση του άρθρου 932 ΑΚ αντιστοιχούσε σε κάθε επί μέρους βλάβη.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου, κατά το άλλο μέρος τους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως.

Αλλά και, οι ίδιοι αυτοί δεύτερος και τρίτος, λόγοι της αναίρεσης, κατά την εις αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω προαναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα της συνδρομής των προϋποθέσεων επιδικάσεως των απαιτήσεων από τις διατάξεις των άρθρων 931 και 932 ΑΚ και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με, σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙ.- Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμον ισχυρισμοί (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996). Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς οι οποίοι δεν προβλήθηκαν καθόλου με την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα ότι: 1) "στην παρούσα φάση δεν υπάρχει απόλυτη ένδειξη χειρουργικής αποκατάστασης, καθόσον η διόρθωση της ουλής στην παιδική ηλικία έχει συχνά κατώτερο του αναμενομένου αποτέλεσμα, καθώς η νέα ουλή θα τείνει να παρακολουθεί την αύξηση του σώματος με πιθανή την επανεγχείριση στην ενήλικη ζωή.

Αναμφίβολα με το πέρας της ανάπτυξης συνιστάται χειρουργική διόρθωση της ουλής. Η εμφάνιση της μόνιμης ουλής δημιουργεί σε κάθε ασθενή, κυρίως γυναίκα, ψυχολογική επιβάρυνση και προσωπικούς και κοινωνικούς αποκλεισμούς (αποφυγή ιματισμού που δεν καλύπτει την περιοχή, αποφυγή κολύμβησης κ.λπ.), κατά τον πραγματογνώμονα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η ως άνω παθούσα ανήλικη μειονεκτεί ως άτομο, λόγω της σοβαρότητας του τραυματισμού της και της εφ' όρου ζωής παραμόρφωσης μέλους του σώματός της, αφού η αποκατάσταση, και μετά τις χειρουργικές πλαστικές παρεμβάσεις στο μέλλον μετά την ενηλικίωσή της, που προτείνονται διαζευκτικώς από τον πραγματογνώμονα πλαστικό χειρούργο και σε συνδυασμό με τις λοιπές γνωματεύσεις, θα είναι μερική.

Η εν λόγω δε παραμόρφωση (και δη αισθητική), εφόσον πρόκειται και για γυναίκα, επιδρά στη μείωση της προσωπικότητάς της, στην οικογενειακή αποκατάστασή της, στην άσκηση και επιλογή επαγγέλματος και κοινωνικών συναναστροφών, καθώς και στην εν γένει κοινωνική και επαγγελματική της εξέλιξη", τα οποία δεν εξέθεταν οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες στην κύρια αγωγή, ούτε "εν σπέρματι", 2) ότι νοσηλεύθηκε η παθούσα στο Νοσοκομείο Βόλου και παρακολουθήθηκε από πλαστικό χειρουργό και 3) ότι η παθούσα υπέστη διαταραχή λόγου (τραυλισμό) και διαταραχή (στρες).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτο και απορριπτέος, διότι οι ανωτέρω "ισχυρισμοί" δεν αποτελούν "πράγμα", κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αποτελούν συμπεράσματα του δικαστηρίου, συναγόμενα εκ μέρους του κατά την εκτίμηση ελεύθερα των αποδείξεων, ιδιαίτερα δε του περιεχομένου της διαταχθείσης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνωμοσύνης για την εκτίμηση του βασικού αγωγικού ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων που στήριξε τις ένδικες αξιώσεις τους από τις διατάξεις των άρθρων 931 και 932 ΑΚ όσο συνδυάσθηκε με το έντονο σοκ της ανήλικης που προκλήθηκε κατά την στιγμή του τραυματισμού της και οδήγησε στο να χάσει τη μιλιά της, αλλά και τη σοβαρότητα της σωματικής της βλάβης.

Για τους ίδιους δε λόγους κρίνονται αβάσιμοι οι ίδιοι αναιρετικοί λόγοι δεύτερος και τρίτος κατά το άλλο μέρος τους, με το οποίο, υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 11 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις που έχουν σχέση με το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδείξεις για τη νοσηλεία σε δημόσιο Νοσοκομείο της παθούσας και για περαιτέρω θεραπεία της που δεν προσκομίσθηκαν και για το ότι λήφθηκε υπόψιν ο τραυλισμός της ανήλικης και η διαταραχή στρες, παρά το γεγονός ότι τέτοιο αίτημα αγωγικό δεν έχει υποβληθεί στην έγγραφη προδικασία.

ΙΙΙ.- Με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από τo Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την, αρχή της αναλογικότητας".

Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι: α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.

ΑΠ 43/2005). Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.

Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ. ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως, ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Ολ.

ΑΠ 6/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 λόγο του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι με το να επιδικάσει το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό των 50.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνεται με το άρθρο 25 του Συντάγματος.

Σύμφωνα, όμως, με τα όσα αναπτύχθηκαν στη σκέψη που προηγήθηκε, η εν λόγω διάταξη του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκείμενη περίπτωση και, συνεπώς, η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, με βάση το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίασή της.

Κατ' ακολουθίαν, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

IV.- Από την κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 7.7.2004 αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν την επιδίκαση καταψηφιστικά για λογαριασμό της ανήλικης κόρης τους των ποσών των 150.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 ΑΚ) και των 100.000 ευρώ λόγω αποζημίωσης από την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ.

Κατά την προφορική συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της ένδικης αγωγής με προφορική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων των αναιρεσιβλήτων περιορίστηκαν τα αιτούμενα πιο πάνω ποσά ως προς το καταψηφιστικό αίτημα στο 1/2, δηλαδή 75.000 ευρώ και 50.000 ευρώ καταψηφιστικά για τις αξιώσεις από τις διατάξεις των άρθρων 932 και 931 ΑΚ και άλλες 75.000 ευρώ και 50.000 ευρώ μόνον αναγνωριστικά για τις ίδιες αξιώσεις.

Ενόψει αυτών, με την επιδίκαση μόνον καταψηφιστικά εκ μέρους της προσβαλλομένης, των ποσών των 50.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 ΑΚ) και των 40.000 ευρώ για την αποζημίωση από την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ δεν επιδικάσθηκε κανένα αίτημα που δεν ζητήθηκε ούτε πλέον του αιτηθέντος, καθόσον αφορά τα πιο πάνω ποσά ως κεφάλαιο και τους αναλογούντες σ' αυτά τόκους.

Επομένως, τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλομένη αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα, γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, και απορριπτέα, συνακόλουθα δε απορριπτέα είναι και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της ως προς τη δικαστική, τέλος, δαπάνη, αυτή λόγω της ήττας της βαρύνει την αναιρεσείουσα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-10-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 105/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ