2277/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2002 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 20/5/2003 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 257/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/10/2008 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated2277/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Παθητικά υποκείμενα του δικαιώματος αναγωγής του ασφαλιστή, όταν συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου, είναι ο αντισυμβαλλόμενος, ανεξάρτητα εάν έχει ή όχι παράλληλα και την ιδιότητα του ασφαλισμένου, δηλαδή του κυρίου, κατόχου ή οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ο ασφαλισμένος, δηλαδή ο κύριος ή κάτοχος του αυτοκινήτου, έστω και εάν δεν οδηγεί το ασφαλισμένο αυτοκίνητο.
Full text
Απόφαση 2277 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2277/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2)..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Γκάνια και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευλογέτα Τσιτσιπή-Μισαηλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2002 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 20/5/2003 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 257/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/10/2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 15/10/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 4/10/2008 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 257/2006 απόφασης του Εφετείου Θράκης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η διάταξη του άρθ. 25 της απόφασης του Υπουργού Εμπορίου Κ4/585/1978, η οποία προβλέπει τις περιπτώσεις αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή, είναι μεν ανίσχυρη, ως ευρισκομένη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 § 5 Ν. 489/1976, εάν, όμως, οι περιεχόμενες στην ως άνω διάταξη απαλλακτικές ρήτρες υπέρ του ασφαλιστή, συμπεριληφθούν, ως συμβατικοί όροι, στην ασφαλιστική σύμβαση, τότε ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται μεν από την υποχρέωση να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, έχει όμως, δικαίωμα αναγωγής, κατά του ασφαλισμένου, για να ζητήσει ό,τι κατέβαλε, ως αποζημίωση, προς ικανοποίηση του τρίτου παθόντα, διότι, στην περίπτωση αυτή, οι ως άνω απαλλακτικές ρήτρες αποκτούν συμβατική ισχύ.
Περαιτέρω, το περιεχόμενο των, ως άνω, απαλλακτικών όρων, των διαλαμβανομένων στην ως άνω υπουργική απόφαση είναι δεσμευτικό για τα συμβαλλόμενα μέρη, εφόσον αυτοί τους αποδέχθηκαν, έστω και εάν το ασφαλιστήριο δεν υπογράφηκε από τον αντισυμβαλλόμενο-ασφαλισμένο, καθόσον η εκ μέρους του αποδοχή μπορεί να εκδηλώνεται και σιωπηρά, είτε με την καταβολή των ασφαλίστρων, είτε με την παραλαβή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ή με τη χρήση του ασφαλιστηρίου ή την τοποθέτηση στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου, του χορηγηθέντος σ' αυτόν σήματος ή της βεβαίωσης της ασφάλισης, ή με την υποβολή δήλωσης ατυχήματος προς τον ασφαλιστή ή όταν στηρίζει τις αξιώσεις του στο ασφαλιστήριο και επικαλείται και προσκομίζει αυτό στο δικαστήριο ή όταν υπέβαλε στον ασφαλιστή δήλωση του ατυχήματος.
Εφόσον, με την αποδοχή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, κατά τον ανωτέρω τρόπο, δημιουργείται δέσμευση του ασφαλισμένου, από τους συμπεριλαμβανόμενους σ' αυτό όρους απαλλαγής του ασφαλιστή και ειδικότερα από τον συμπεριλαμβανόμενο όρο της περίπτωσης 6 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε, που συντρέχει, όταν ο υπαίτιος οδηγός στερείται άδειας ικανότητος οδήγησης, δικαιούται ο ασφαλιστής να αξιώσει από τον ασφαλισμένο, να του καταβάλει κάθε ποσό, το οποίο αυτός θα καταβάλει ως αποζημίωση από το τροχαίο ατύχημα, στον ζημιωθέντα τρίτο.
Παθητικά υποκείμενα του δικαιώματος αναγωγής του ασφαλιστή, όταν συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου, είναι ο αντισυμβαλλόμενος, ανεξάρτητα εάν έχει ή όχι παράλληλα και την ιδιότητα του ασφαλισμένου, δηλαδή του κυρίου, κατόχου ή οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ο ασφαλισμένος, δηλαδή ο κύριος ή κάτοχος του αυτοκινήτου, έστω και εάν δεν οδηγεί το ασφαλισμένο αυτοκίνητο.
Συνήθως, στην ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, ο αντισυμβαλλόμενος είναι ο κύριος του ασφαλιζόμενου οχήματος, οπότε συμπίπτει στο ίδιο πρόσωπο η ιδιότητα του αντισυμβαλλομένου και του ασφαλισμένου. Κάθε ένα από τα ως άνω πρόσωπα ευθύνεται αυτοτελώς, υπάρχει δηλαδή παράλληλη και εις ολόκληρον υποχρέωση ενός εκάστου των ως άνω υποχρέων προσώπων, έναντι του ασφαλιστή.
Οι ως άνω περιπτώσεις αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή και εξαίρεσης αυτού από την ασφαλιστική κάλυψη, μεταξύ των οποίων και η περίπτωση οδήγησης χωρίς άδεια ικανότητος, αποτελούν στην πραγματικότητα καλυμμένο ασφαλιστικό βάρος, το οποίο όπως προαναφέρθηκε, απευθύνεται και αφορά κάθε ασφαλιζόμενο πρόσωπο, δηλαδή όχι μόνο τον οδηγό, αλλά και τον ιδιοκτήτη ή κάτοχο του οχήματος, όταν οι τελευταίοι είναι πρόσωπα διαφορετικά από τον οδηγό και κατά των οποίων δικαιούται κατ' αρχήν ο ασφαλιστής να ασκήσει αναγωγή, επικαλούμενος τη συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου (τα τυπικά στοιχεία του τροχαίου ατυχήματος και την ανυπαρξία άδειας ικανότητος οδήγησης) .
Για να τελεσφορήσει, όμως τελικά η αναγωγή αυτή, πρέπει τα ως άνω πρόσωπα να βαρύνονται με υπαιτιότητα, για την παράβαση αυτή, η οποία συντρέχει όταν ο ιδιοκτήτης παραχωρεί την οδήγηση αυτού σε πρόσωπο, για το οποίο γνωρίζει ότι δεν είναι ικανό προς οδήγηση, εξ αιτίας του ότι στερείται άδειας ικανότητος.
Εάν, επομένως, ο ιδιοκτήτης του οχήματος δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, διότι δεν εγνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει την ανυπαρξία άδειας ικανότητος στο πρόσωπο του οδηγού, τότε δεν τελεσφορεί η εναντίον του ασκηθείσα αναγωγή του ασφαλιστή. Το βάρος απόδειξης της ανυπαρξίας υπαιτιότητας, στην περίπτωση της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους της οδήγησης χωρίς την άδεια ικανότητος, έχει κατά τις γενικές αρχές (336 ΑΚ) ο εναγόμενος ιδιοκτήτης - ασφαλισμένος, ο οποίος πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, για να καταρρίψει το εις βάρος του τεκμήριο υπαιτιότητας (ΑΠ 1451/2009, ΑΠ 1357/2008, ΑΠ 1517/2006).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα, που είναι αναγκαία για την κρίση, στην προκείμενη περίπτωση, συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 26/2004).
Τέλος, ο από το αρθρ. 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, εάν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε τα εξής, ως προς την παρεμπίπτουσα αγωγή (αναγωγή), την ασκηθείσα από την εναγόμενη της κυρίας αγωγής, ασφαλιστική εταιρεία, κατά των συνεναγομένων της, δηλαδή κατά του αντισυμβαλλομένου - οδηγού και κατά του ιδιόκτητου του ασφαλισμένου σ' αυτήν ζημιογόνου οχήματος: "Δυνάμει σύμβασης ασφάλισης, που καταρτίστηκε μεταξύ της παρεμπιπτόντως ενάγουσας και του παρεμπιπτόντως πρώτου εναγομένου, που ήταν, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο που έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, κάτοχος και οδηγός του ασφαλισμένου γεωργικού ελκυστήρα, του οποίου ιδιοκτήτης ήταν ο δεύτερος εναγόμενος, η πρώτη είχε ασφαλίσει τούτον, για την περίπτωση πρόκλησης ζημιών σε τρίτους από την κυκλοφορία του, κατά το χρονικό διάστημα από 9-2-2001 μέχρι 9-2-2002.
Για την ασφάλιση αυτή είχε καταρτιστεί το με αριθμό ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Κατά τα προεκτεθέντα, εγκύρως καταρτίσθηκε η ασφαλιστική σύμβαση με αντισυμβαλλόμενο τον κάτοχο του γεωργικού ελκυστήρα στο όνομα αυτού, καθόσον αυτός είναι νομιμοποιούμενο πρόσωπο και έχει κατά νόμο υποχρέωση να καλύψει με ασφάλιση την εκ της κυκλοφορίας τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, χωρίς να απαιτείται έγγραφη δήλωση του ιδιοκτήτη αυτού, ήτοι του δευτέρου εναγομένου, ότι τελεί εν γνώσει της συναπτόμενης συμβάσεως, καθόσον εν προκειμένω, δεν πρόκειται για ασφάλιση δια λογαριασμό τρίτου, δηλαδή του τελευταίου, ώστε να απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 11 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, η εν λόγω έγγραφη δήλωση, ως αβασίμως διατείνονται οι εκκαλούντες με την έφεση και τους προσθέτους λόγους αυτής.
Εξάλλου, εν προκειμένω, την ιδιότητα του ασφαλισμένου προσώπου, κατά την προαναφερόμενη έννοια του νόμου, έχουν και οι δύο εναγόμενοι, ο πρώτος ως κάτοχος και ο δεύτερος ως ιδιοκτήτης, και δεσμεύονται από την ασφαλιστική σύμβαση και τους όρους αυτής, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι, η σύμβαση ασφαλίσεως συνήφθη από τον κάτοχο του γεωργικού ελκυστήρα, που δεν είχε την κατά νόμο άδεια οδήγησης για το όχημα τούτο.
Μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνήθηκε με ρητό όρο του συμβολαίου ότι, η καταρτισθείσα σύμβαση ασφαλίσεως διέπεται από τις διατάξεις του Ν.489/76, την Υ.Α. Κ4/585/78 ΦΕΚ 795, η οποία εκδόθηκε με εξουσιοδότηση της παραγράφου 7 του άρθρου 6 του Ν.489/76 και το Ν.2496/97. Με την παραπομπή της σύμβασης ασφαλίσεως στο κείμενο της Κ4/585/1978 Απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, ο περιοριστικός όρος της ασφαλιστικής κάλυψης του άρθρου 25 παρ. 6 της εν λόγω απόφασης, απέκτησε συμβατική ισχύ, πράγμα που σημαίνει, ότι η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία απαλλάσσεται από την υποχρέωση ασφαλιστικής κάλυψης σε περίπτωση πρόκλησης ζημιών, όταν ο γεωργικός ελκυστήρας των ασφαλισμένων οδηγείται από πρόσωπο που δεν έχει την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια οδήγησης.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι, ο πρώτος εναγόμενος, στις 22-7-2001 οδηγούσε τον παραπάνω γεωργικό ελκυστήρα με πλατφόρμα, χωρίς να κατέχει την κατά το νόμο προβλεπομένη άδεια οδηγήσεως και έγινε υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος. Η παραπάνω οδήγηση χωρίς άδεια ικανότητας οδηγού, συνιστά παράβαση ασφαλιστικού βάρους, το οποίο ρυθμίζεται στο άρθρο 25 παρ. 6 της ΑΥΕ Κ4/585/1978 και συνεπάγεται τον αποκλεισμό της ευθύνης του ασφαλιστή έναντι των ασφαλισμένων.
Και ναι μεν, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν φέρει την υπογραφή του πρώτου εναγομένου, αλλά μόνο την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, πλην, όμως, η τελευταία έθεσε στη διάθεση του αντισυμβαλλομένου της (πρώτου εναγομένου), αντίγραφο του ως άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου και συνεπώς αυτός έλαβε γνώση των αναφερομένων σ' αυτό περιοριστικών όρων της ασφαλιστικής κάλυψης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνος που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 6 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ.
Ο τελευταίος δε όχι μόνον δεν απέκρουσε τους ως άνω όρους του ασφαλιστηρίου, αλλά αντίθετα, ο ίδιος αναφέρθηκε στην ασφαλιστική σύμβαση κατά την υποβολή της σχετικής υπεύθυνης δήλωσης ατυχήματος, προς την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία για το παραπάνω ατύχημα, και συνεπώς τους αποδέχθηκε σιωπηρά και έτσι απέκτησαν συμβατική ισχύ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας.
Εκτός τούτου, ο πρώτος εναγόμενος προέβη και στις ακόλουθες πράξεις που σαφέστατα υποδηλώνουν την αποδοχή της ασφαλιστικής σύμβασης και των όρων αυτής, ήτοι, παρέλαβε το "ειδικό σήμα" και την ειδική "βεβαίωση ασφάλισης" του άρθρου 24 της παραπάνω υπουργικής απόφασης, επίσης κατέβαλε αυτός τα ασφάλιστρα με την από 1-2-2001 απόδειξη, ενώ όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της έκθεσης αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, γίνεται σ' αυτήν ρητή αναφορά της επίδικης σύμβασης ασφάλισης, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο πρώτος εναγόμενος αμέσως μετά το ατύχημα επικαλέσθηκε αυτήν στους συντάξαντες την εν λόγω έκθεση, αστυνομικούς.
Επομένως εφόσον, με τους ως άνω τρόπους, αποδέχθηκε ο πρώτος εναγόμενος την ασφαλιστική σύμβαση και τη λειτουργία αυτής με τους γενικούς όρους, στους οποίους, ως προεκτέθηκε, διαλαμβανόταν και ο όρος του άρθρου 25 παρ. 6 της Κ4/585/1978, κατά τον οποίο, η ασφάλιση δεν καλύπτει ζημίες προξενούμενες από οδηγό που δεν κατέχει την υπό του νόμου προβλεπόμενη άδεια οδηγήσεως, καταρτίσθηκε εγκύρως η επίδικη σύμβαση ασφάλισης, καθόσον, με την ανωτέρω αποδοχή της πρότασης από τον κάτοχο του ως άνω οχήματος, αναπληρώνεται η υπογραφή του στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με συνέπεια να δεσμεύονται οι εναγόμενοι ασφαλισμένοι απ' αυτό.
Τα διαλαμβανόμενα δε, στο δικόγραφο της έφεσης και των προσθέτων λόγων αυτής, περί του ότι, οι εκκαλούντες ασφαλισμένοι είχαν την πεποίθηση ότι η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, δεν θα εφαρμόσει τις ως άνω διατάξεις της Κ4/585/1978 καθόσον, αφενός μεν, κατά την κατάρτιση της επίδικης συμβάσεως ασφαλίσεως δεν φρόντισε να πληροφορηθεί περί της υπάρξεως ή όχι άδειας οδηγήσεως του αντισυμβαλλόμενου της πρώτου εναγομένου και αφετέρου στο σήμα ασφάλισης καταχωρήθηκε η ένδειξη "ΡΥΜ" που υποδηλώνει τη χρήση ρυμουλκούμενων παρά την αντίθετη τα του άρθρου 25 παρ.13 της Κ4/585/1978, ενώ δεν αναφέρονται σαφώς και ειδικώς στην σύμβαση οι συγκεκριμένοι όροι της Κ4/585/1978 που ενσωματώνονται σ' αυτήν, είναι απορριπτέα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγούμενη μείζονα σκέψη, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενα.
Εξάλλου, εκτός του ότι, τα, ως άνω, επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, καθόσον δεν γίνεται ταυτοχρόνως επίκληση περιστατικών γνώσης της ασφαλιστικής εταιρίας περί ελλείψεως άδειας ικανότητας του αντισυμβαλλομένου της, κατόχου του ασφαλισμένου οχήματος απαραδέκτως προτείνονται το πρώτον στην παρούσα κατ' έφεση δίκη, δοθέντος ότι, από τα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, δεν προκύπτει, ότι οι εναγόμενοι, πρότειναν τα συγκροτούντα την κατάχρηση περιστατικά με επάρκεια κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με ταυτόχρονη επίκληση απ' αυτούς και της εκ των περιστατικών αυτών προκυπτούσης καταχρήσεως και ότι διατύπωσαν επίσης και αίτημα απορρίψεως για την αιτία αυτής της παρεμπίπτουσας αγωγής.
Συνεπώς εφόσον, κατά τα προαναφερόμενα, συντρέχει εν προκειμένω η περίπτωση του άρθρου 25 περ. 6 της Κ4/585/1978, δοθέντος ότι, ο πρώτος εναγόμενος που ήταν κάτοχος και οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, οδηγούσε τούτο κατά το χρόνο του ατυχήματος, χωρίς να έχει την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια οδήγησης, υφίσταται η εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη και απαλλάσσεται η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία έναντι των ασφαλισμένων της εναγομένων και δικαιούται να απαιτήσει απ' αυτούς κάθε ποσό που θα καταβάλει ή κατέβαλε στους ζημιωθέντες, σύμφωνα με τα ανωτέρω στη νομική σκέψη εκτεθέντα, και επομένως η ένδικη παρεμπίπτουσα αγωγή είναι κατ' ουσία βάσιμη".
Και, αφού έκρινε ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσία την παρεμπίπτουσα αγωγή (αναγωγή) της ασφαλιστικής εταιρείας, απέρριψε την έφεση (και τους προσθέτους λόγους) την ασκηθείσα από τους εναγομένους, επικυρώνοντας, ως προς το κεφάλαιο αυτό, την απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις των αρθ. 10 παρ. 1 και 11 παρ. 1 Ν. 489/1976, σε συνδυασμό με την Κ4/585/1978 αρθρ. 25 παρ. 6 και δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες, τις προβλεπόμενες από το άρθρ. 559 αριθ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο α) παρεβίασε, δια της εσφαλμένης εφαρμογής, τις προαναφερθείσες διατάξεις, με το να κρίνει την αγωγή ως ορισμένη, παρότι η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία δεν επεκαλείτο το στοιχείο της γνώσης του εναγομένου - ιδιοκτήτου του ασφαλισμένου ζημιογόνου οχήματος, περί της ανυπαρξίας άδειας ικανότητος οδήγησης στο πρόσωπο του οδηγού, ούτε το στοιχείο της πρόστησης μεταξύ των δύο τελευταίων προσώπων (ιδιοκτήτου και οδηγού), τα οποία, κατά την άποψη του πρώτου εναγομένου - νυν αναιρεσείοντος ιδιοκτήτου του οχήματος, τον οποίον αφορά ο προκείμενος λόγος, αποτελούν στοιχεία της βάσης της αγωγής και β) ότι, κατ' ακολουθίαν της πρώτης ως άνω πλημμέλειας, παρά το νόμο, δεν εκήρυξε την αγωγή ως απαράδεκτη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Και τούτο, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ήδη στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη, το στοιχείο της γνώσης, στο πρόσωπο του ιδιοκτήτου, περί της ανυπαρξίας άδειας ικανότητος οδήγησης του οδηγού, δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής (αναγνωγής) της ασκηθείσας από την ασφαλιστική εταιρεία, την ασφαλίζουσα το ζημιογόνο όχημα κατά του ιδιοκτήτου αυτού, αλλά προβάλλεται κατ' ένσταση από τον τελευταίο, για να καταρρίψει το εις βάρος του υπάρχον τεκμήριο υπαιτιότητος, όπως επίσης, δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της εν λόγω αγωγής η ύπαρξη πρόστησης μεταξύ ιδιοκτήτου και οδηγού, δεδομένου ότι, όπως επίσης προαναφέρθηκε, η αγωγή αυτή δεν στηρίζεται στα άρθρ. 914, 922 ΑΚ, αλλά στις διατάξεις των αρθρ. 10 παρ. 1 και 11 παρ. 1 Ν. 489/1976.
Σημειωτέον, εξάλλου, ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων - εναγομένων, ουδόλως επικαλείται στο αναιρετήριο, ότι προέβαλε τον, ως άνω, καταρρίπτοντα το τεκμήριο της υπαιτιότητός του ισχυρισμό, περί του ότι αγνοούσε ότι ο οδηγός - υιός του εστερείτο άδειας ικανότητος οδήγησης.
Επίσης, απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι ο τρίτος, από το αρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης, ένεκα ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον αυτή διαλαμβάνει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, ως προς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των νομίμων όρων για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, που εφαρμόσθηκαν και τα οποία, κατά την κρίση του δικάσαντος Εφετείου (και ορθώς, σύμφωνα και με το παραδεκτώς επισκοπούμενο δικόγραφο της αγωγής) όπως σαφέστατα προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, είναι το ότι συμπεριλήφθη στην ασφαλιστική σύμβαση, ο όρος περί του αποκλεισμού της ευθύνης της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας και το εξ αυτού δικαίωμα αναγωγής αυτής, κατά του ιδιοκτήτου και κατά του οδηγού του ασφαλισμένου σ' αυτήν ζημιογόνου οχήματος, ένεκα του ότι ο οδηγός εστερείτο αδείας ικανότητος οδήγησης (μόνον) - αρθ. 25 περ. 6 της Κ4/585/1978 -και όχι και ένεκα ύπαρξης ρυμουλκουμένου οχήματος - άρθρ. 25 περ. 13 της Κ4/585/1978 απόφασης - όπως αβασίμως και επί εσφαλμένης προϋπόθεσης στηριζόμενοι ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες - εναγομένοι.
Ο τέταρτος από το αρθρ. 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης, περί μη λήψης υπόψη, από το δικάσαν Εφετείο, των αναφερομένων στο αναιρετήριο αποδεικτικών μέσων (εγγράφων), τα οποία οι εναγόμενοι νυν αναιρεσείοντες είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του και ειδικότερα τις από 21-9-2001 εξώδικες προσκλήσεις - δηλώσεις, που είχε κοινοποιήσει προς αυτούς η ενάγουσα - νυν αναιρεσίβλητος και το σήμα ασφάλισης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από τα διαλαμβανόμενα στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ότι το Δικαστήριο εστήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα και στα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω, στα οποία αναφέρεται ο λόγος αυτός, έγγραφα.
Επειδή κατά το άρθρο αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο ως άνω λόγος αναίρεσης, εάν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγον, τυπικό ή ουσιαστικό.
Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με λόγο έφεσης (τον έκτο των προσθέτων λόγων έφεσης) ισχυρισμό περί ακυρότητος, ως καταχρηστικού, του κρίσιμου όρου του ασφαλιστηρίου (αποκλεισμός της ευθύνης του ασφαλιστή, ένεκα ανυπαρξίας άδειας ικανότητος του οδηγού), καθόσον, από το προαναφερθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη και απερρίφθη "ως απαραδέκτως προταθείς το πρώτο στην κατ' έφεση δίκη". Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-10-2008 αίτηση των ... κ.λ.π., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 257/2006 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ