Supreme Court allows appeal against appellate court's unclear reasoning on liability in traffic accident case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed two appeals against a lower court's judgment regarding liability in a traffic accident. The appellate court had provided vague and contradictory reasoning concerning the pedestrian's position and the driver's reaction time. Consequently, the Supreme Court found the lower court's justification insufficient for the legal review required by the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must set aside a judgment if the appellate court fails to provide clear, consistent, and sufficient reasoning regarding the application of substantive law to the facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2275 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2275/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Χ1, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ψωμιάδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Λιαπάτη κατέθεσε προτάσεις, 2) Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δούκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2002 αγωγή του πρώτου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 29/1/2003 αγωγή του δευτέρου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 183/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 326/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/9/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 11/12/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τέταρτου και του πέμπτου από τους λόγους της αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 15/2000).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη δηλαδή με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή του 14 ΚΠολΔ.
Σε κάθε περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας, και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και ειδικότερα ότι παρά το νόμο δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου σχετικά με τη θεμελίωση αυτής, καθόσον αφορά τις συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος και της ύπαρξης υπαιτιότητας του δεύτερου από τους αναιρεσείοντες, διατεινόμενοι ότι η πρώτη από αυτούς είχε προτείνει το σχετικό ισχυρισμό περί αοριστίας με λόγο έφεσης.
Από την επισκόπηση, όμως, του δικογράφου της έφεσης της πρώτης αναιρεσείουσας προκύπτει, ότι δεν είχε προβληθεί με λόγο έφεσης αοριστία του δικογράφου της αγωγής, αναφερόμενη στην έκθεση περιστατικών σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος (περιέχεται λόγος αοριστίας αναφερόμενος στα κονδύλια σχετικά με την απώλεια εισοδήματος, που έχει εξεταστεί) και γι' αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις ... και περί ώρα 15.30' ο πρώτος εναγόμενος Χ1 οδηγώντας το ...ΔΧΕ αυτοκίνητο (ταξί) της ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Πίστη", έβαινε επί της επαρχιακής οδού ...με κατεύθυνση προς ....
Η εν λόγω επαρχιακή οδός έχει πλάτος οδοστρώματος 7,40 μέτρα, αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας μια ανά κατεύθυνση και πλάτος ερείσματος 2,50 μέτρα. Στην 26η χιλιομετρική θέση της ως άνω οδού ο ενάγων της πρώτης αγωγής, Ψ1, ασφαλισμένος του ενάγοντος (ΙΚΑ) της δεύτερης ως άνω αγωγής, κατά τον ίδιο χρόνο, είχε σταθμεύσει το ΙΧΕ αυτοκίνητό του στο έρεισμα της ως άνω οδού μπροστά στην εκεί υπάρχουσα βρύση της ...σε απόσταση 20 εκατοστών από το άκρο του οδοστρώματος, προκειμένου αυτός να ελέγξει το νερό του ψυγείου του, γι' αυτό και αφού άνοιξε το καπώ αυτού, στάθηκε όρθιος μπροστά από αυτό, πλην όμως όταν επιχείρησε να ανοίξει το ψυγείο για να αποφύγει την εκτίναξη του ζεστού νερού στο πρόσωπό του, μετακινήθηκε λίγα εκατοστά του μέτρου μέσα στο οδόστρωμα.
Την ίδια χρονική στιγμή, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του ταξί, διερχόταν από δίπλα του, αν και τον είχε αντιληφθεί προηγουμένως, όπως ο ίδιος κατέθεσε κατά την προανακριτική εξέτασή του να στέκει μπροστά στο αυτοκίνητό του, αφού είχε ορατότητα τουλάχιστον επί 50 μέτρα μπροστά του, από αμέλειά του που συνίσταται στο ότι δεν οδηγούσε με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά αν και μπορούσε να πράξει τούτο όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός υπό παρόμοιες μ' αυτόν συνθήκες παρέσυρε με τον πίσω αριστερό τροχό του αυτοκινήτου του τον παθόντα ως άνω πεζό με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει, παραβιάζοντας έτσι τις υπό των διατάξεων των άρθρων 12 και 19 του ΚΟΚ επιβαλλόμενες υποχρεώσεις του.
Ενόψει όλων των ανωτέρω το Δικαστήριο κρίνει, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος καταδικάστηκε για τις προκληθείσες σε βάρος του ενάγοντος σωματικές κακώσεις με την 2031/15-5-2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ...σε ποινή φυλάκισης 15 ημερών.
Πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος πεζού, ή άλλως συνυπαιτιότητα αυτού στο ένδικο ατύχημα δεν αποδείχθηκαν γι' αυτό ο εν λόγω ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος πεζού ως και η επί του άρθρου 300 ΑΚ προβληθείσα ένσταση αυτής περί συνυπαιτιότητας αυτού, πρέπει ν' απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι".
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε σχετικό λόγο της έφεσης της πρώτης αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας που αναφερόταν σε παράπονο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων για τις συνθήκες του ατυχήματος. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη ουσιαστικών διατάξεων.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζει σε ποια ακριβώς θέση βρισκόταν ο παθών πεζός, όταν τον αντιλήφθηκε ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου σε σχέση με το προσωρινά σταθμευμένο αυτοκίνητό του και το οδόστρωμα, διότι η παραδοχή ότι έστεκε "μπροστά από το αυτοκίνητό του", έρχεται σε αντίφαση με την κίνησή του προς το κέντρο της οδού μετά την εκτίναξη του ζεστού νερού στο πρόσωπό του, όπου εκινείτο το ζημιογόνο αυτοκίνητο, και προς την παραδοχή ότι παρασύρθηκε με τον πίσω αριστερό τροχό του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο δεύτερος αναιρεσείων.
Και τούτο, διότι οι αντιδράσεις του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, στις οποίες έπρεπε να προβεί ως μέσος συνετός οδηγός δεν είναι οι ίδιες στην περίπτωση που ο πεζός στεκόταν μπροστά από το αυτοκίνητό του με αυτές στις οποίες έπρεπε να προβεί αν ο πεζός στεκόταν στο πλάι του αυτοκινήτου προς το κέντρο της οδού επειδή το καπώ του αυτοκινήτου ανοίγει όχι προς την πλευρά του ανεμοθώρακα, αλλά προς τα εμπρός, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.
Επίσης, στην απόφαση δεν προσδιορίζεται αν ο παθών πεζός, ο οποίος είχε ακινητοποιήσει αναγκαστικά το όχημά του επειδή είχε υπερθερμανθεί ο κινητήρας του, συμμορφώθηκε προς τις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο ΚΟΚ (Ν 2696/1999) στο άρθρο 29 παρ. 3. Κατ' ακολουθίαν οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι και οι δύο αληθώς περιέχουν αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώθηκαν από την εισηγήτρια είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Ιωαννίνων, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή. Εξάλλου οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν να καταβάλουν τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 326/2006 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο Ιωαννίνων, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ