Legislator Case Law & Legislation
2273/2014 AI generated

2273/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2273/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2273/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προεκτεθείσες διατάξεις, εφ'όσον: α) απέρριψε, για τους ως άνω λόγους, την στο άρθρο 19 του Ν. 146/1914 στηριζόμενη αξίωση των εναγόντων β) δεν πρόκειται απλά, για αξιώσεις, από τη διάταξη του άρθρου 914 επ, ΑΚ αλλά και από τα άρθρα 4, 8 του Ν. 1089/1990, που, όπως προκύπτει, από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου (άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ.) ασκούνται κυρίως, αναφέρονται δε, επιπρόσθετα ("...

Keywords

AI generated
likelihood of word confusion protected names harmonised intellectual property rights generic trademark fanciful mark byname
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2273 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2273/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Τ. και Σία ΕΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Μ. - Μ. Τ. του Λ., κατοίκου ..., 3) Λ. Τ. του Λ., κατοίκου ..., 4) Ν. Π. του Κ., κατοίκου ... και 5) Ν. Δ. του Α., κατοίκου .... Οι 1η, 2η, 3ος και 5ος των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παχή, ενώ ο 4ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Τ. του Λ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Τσιώνη και 2) Ι. Τ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6069/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2178/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-6-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης της, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν της σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος διάβασε την από σχετική έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, Αρεοπαγίτου Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου αναιρετικού λόγου, κατά το δεύτερο (υπό στοιχ. β' και υπό στοιχ. α') μέρος του εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και του δεύτερου λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, την απόρριψη δε των λοιπών αναιρετικών λόγων. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγεται αίτηση προς αναίρεση απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε αξίωση των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά των αντιδίκων τους, από προβαλλόμενη, από μέρους των τελευταίων, παράνομη εκμετάλλευση, διαφήμιση και εν γένει χρησιμοποίηση, για λογαριασμό τους, διακριτικού τίτλου, που ανήκει, όμως, στην κοινή επιχείρηση των διαδίκων και επίσης, με τις στην αγωγή διακρίσεις, από υπεξαίρεση των εσόδων της κοινής επιχείρησης κατασκευής και εμπορίας επαγγελματικών ειδών μαζικής εστίασης και εξοπλισμού εστιατορίων και συναφών καταστημάτων και ένεκα απάτης, που διέπραξαν σε βάρος τους.

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 576§1,2 Κ.Πολ.Δ., αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί, ή εμφανιστεί μεν, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση... (§2).

Αν δεν προκύπτει, ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 860/2006). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 575 Κ.Πολ.Δ. "με αίτηση του Εισαγγελέα, του Εισηγητή ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπάγγελτα, το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση της υπόθεσης, μία μόνο φορά σε μεταγενέστερη δικάσιμο, που ορίζεται αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο.

Τα εδάφια τρίτο και τέταρτο του άρθρου 226 Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται και εδώ". Από τα εδάφια αυτά, το μεν τρίτο ορίζει, ότι, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν, κατά την ορισθείσα δικάσιμο, το δε τέταρτο, ότι κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη, μετ'αναβολή, δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Επομένως, αν, o διάδικος κατά την αρχική δικάσιμο, δεν είχε κλητευτεί νόμιμα να παραστεί και δεν παραστάθηκε, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα, μετ'αναβολή, δικάσιμο δεν ισχύει, ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο (ΑΠ 653/2009). Τέλος, με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 20.3.2013 (άρθρ. 104 αυτού), στην παράγραφο 3 του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ.

προστίθεται δεύτερο εδάφιο, ως εξής: "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευτεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς τους λοιπούς".

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη υπόθεση εισήχθη αρχικά, για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 12.11.2012, οπότε και αναβλήθηκε για εκείνη που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας. Κατά την αρχική, όπως και την επόμενη δικάσιμο, δεν παραστάθηκαν ο τέταρτος των αναιρεσειόντων και ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων. Ουδείς δε εκ των παρισταμένων νομίμως διαδίκων επικαλείται η προσκομίζει αποδεικτικό επίδοσης κλήσης προς αυτούς για παράστασή τους στις πιο πάνω δικασίμους, ούτε τουλάχιστον, ως προς τον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο αποδεικτικό επίδοσης του δικογράφου της αναίρεσης. Δηλονότι, δεν προκύπτει, ποιος επισπεύδει τη συζήτηση ως προς αυτούς. 'Αρα, πρέπει η συζήτηση, ως προς τούτους να κηρυχθεί απαράδεκτη και να χωρήσει, περαιτέρω, η συζήτηση, ως προς τους λοιπούς, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, πρόκειται περί απλής ομοδικίας (σχ. ΑΠ 1093/2008, ΑΠ 1352/2008). Σημειώνεται, πως νόμιμα ο συνδικαιούχος, εν όψει και της προβαλλόμενης αδικοπραξίας, στρέφεται ήδη κατά συνδικαιούχων του αυτού δικαιώματος, οι οποίοι φέρονται να προσβάλλουν το δικό του δικαίωμα.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Λόγος αναιρέσεως για ανεπαρκή αιτιολογία ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (ολ.

ΑΠ 1/1999). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 και 2 του ν. 2251/1994 "Προστασία Καταναλωτών" (όπως ίσχυε, κατά τον ένδικο χρόνο) προκύπτει, ότι διαφήμιση κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι κάθε ανακοίνωση που γίνεται στα πλαίσια εμπορικής, βιομηχανικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας με στόχο την προώθηση της διάθεσης αγαθών ή υπηρεσιών (παρ.1).

Απαγορεύεται δε κάθε διαφήμιση το περιεχόμενο ή η μορφή της οποίας προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει πλάνη στα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται ή στων οποίων τη γνώση περιέρχεται και, εξαιτίας της πλάνης αυτής, μπορεί να επηρεάσει την οικονομική τους συμπεριφορά (παραπλανητική διαφήμιση), (παρ. 2). Εξ άλλου, σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, για να κριθεί αν μία διαφήμιση είναι παραπλανητική, λαμβάνονται υπόψη όλα τα στοιχεία της και ιδίως οι ενδείξεις σχετικά με:

α) τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του αγαθού ή της υπηρεσίας, όπως η διαθεσιμότητα, η φύση, η εκτέλεση, η σύνθεση, η μέθοδος και η ημερομηνία κατασκευής ή παροχής, η καταλληλότητα, οι χρήσεις, η ποσότητα, οι προδιαγραφές, η γεωγραφική ή εμπορική προέλευση και τα ιδιαίτερα γνωρίσματα, τα επιστημονικά ή τεχνολογικά δεδομένα και τα αναμενόμενα από τη χρήση τους αποτελέσματα ή τα αποτελέσματα των δοκιμών ή ελέγχων, β) την τιμή, τον τρόπο διαμόρφωσής της και τους όρους υπό τους οποίους παρέχονται τα αγαθά και οι υπηρεσίες, όπως οι όροι πληρωμής ή πίστωσης, παράδοσης, ανταλλαγής, επιστροφής, επισκευής, συντήρησης και εγγύησης και γ) την ιδιότητα, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και τα δικαιώματα του διαφημιζομένου, όπως η ταυτότητα και η περιουσία του, οι δεξιότητες και τα δικαιώματα βιομηχανικής, εμπορικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας, τα βραβεία και οι διακρίσεις του. (ΣΤΕ 461/2007).

Στην παρούσα υπόθεση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα, όσον αφορά τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή: "Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγή και προς τα (προς τούτο ενδιαφέροντα) οικεία σημεία της προκύπτει, ότι ζητούν οι ενάγοντες (σημ:

εδώ αναιρεσίβλητοι) να απαγορευθεί κάθε πράξη παραπλανητικής διαφήμισης που ενεργεί η συγκεκριμένη αντίδικός της (πρώτη των εναγομένων (σημ: εδώ πρώτη αναιρεσείουσα) διότι, όπως ισχυρίζονται σαφώς ορισμένης και συνακολούθως και παραδεκτώς αυτοί, η πρώτη εναγόμενη τα παραγόμενα εις αυτήν όμοια με τα ιδικά τους προϊόντα (είδη μαζικής εστίασης και εξοπλισμού εστιατορίων και συναφών ακόμη καταστημάτων τα διαφημιστεί α) με μεταλλικές ετικέτες (που επιθέτει σε αυτά) β) σε επισκεπτήριες κάρτες της, προς τους πελάτες της και γ) και με όμοιες καταχωρήσεις στην ηλεκτρονική της διεύθυνση αλληλογραφίας της (ο leonidas a hot mail.

Com", ως δήθεν προερχόμενος από την ως άνω κοινή - κληρονομιαία περιουσία του Λ. Τ., στην οποία ήδη πλέον υφίσταται και σε "κοινωνία δικαιωμάτων" θίγοντας και προσβάλλοντας έτσι και την λόγω "κοινωνία δικαιωμάτων" ως ξεχωριστή επιχείρηση αλλ' εισέτι και την εμπορική της επωνυμία και τον επιβληθέντα στο κοινό γνωστό διακριτικό της τίτλο "Λ.", καίτοι όμως το ως άνω αγωγικό αίτημα είναι ορισμένο και Παραδεκτό και νόμιμο, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, απορρίφθηκε αυτό ελλείψει νομιμοποιήσεως (ενεργητικής) εναγόντων από την εκκαλουμενη, που έσφαλε κατά τούτο, ως προς την ορθότητα της εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου.

Επομένως πρέπει αφού εξαφανισθεί αυτή (η απόφαση) ως προς το άνω κεφάλαιο της να διακρατηθεί η υπόθεση, κατά τούτο και δικαζομένης της αγωγής ως προς το αίτημά της αυτό να γίνει δεκτό αυτό και ως κατ' ουσίαν βάσιμο, επειδή απ' όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα (και στοιχεία) τα οποία προσήχθησαν με επίκληση (και όπως αυτά όλα, ειδικώς προσδιορίζονται πιο κάτω στην παρούσα απόφαση αποδεικνύεται πλήρως και αναμφιβόλως ότι, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, πράγματι η πρώτη εναγομένη προκειμένου να προωθήσει στην αγορά τα ιδικά της ως άνω προϊόντα όμοια με των εναγομένων, τα διαφήμιζε στο κοινό παραπλανητικώς, με τους ως άνω τρόπους θίγοντας και προσβάλλοντας έτσι, χωρίς δικαίωμα τα οποία πιο πάνω προϊόντα με το διακριτικό τίτλο "Λ."....

Υπό τα δεδομένα αυτά, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του, επαρκή, σαφή και μηδόλως αντιφατική αιτιολογία, η οποία στηρίζει πλήρως το διατακτικό του. Ειδικότερα: α)αναφέρεται σαφώς και αναλυτικώς ποια, ακριβώς, προϊόντα και είδη μαζικής εστίασης και εξοπλισμού εστιατορίων διεκινούντο από την εναγόμενη στην αγορά β)ουδόλως ήταν, για το πλήρες της αιτιολογίας αναγκαίο, να προσδιορίζονται, αναλυτικά, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των προαναφερθέντων προϊόντων η ακριβής περιγραφή τους, η τιμή τους και οι παράγοντες διαμόρφωσής της, ειδικότερα περιστατικά διακίνησής τους και δη κατά χρόνο και τόπο και η αναλυτική παράθεση περιστατικών, για κάθε ένα αναιρεσείοντα, από τα οποία να εξάγεται η μερικότερη ευθύνη τους, γ) ικανά δε, ως ανωτέρω, αναφέρονται για το θέμα της παραπλανητικής διαφήμισης και την διάθεση στην αγορά των σχετικών προϊόντων. Κατά ταύτα, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο, με στοιχείο β, σκέλος του (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν, αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε (ανέλεγκτα) ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν σ'αυτόν (ολ.

ΑΠ 36/1988, ολ ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004). Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν, από τις αιτιολογίες της, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ολΑΠ 1/1999, ΑΠ 285/2012).

Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 914 και 926 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, αν δε η ζημία προήλθε από κοινή πράξη περισσοτέρων ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται, παράλληλα, περισσότεροι, ενέχονται όλοι, εις ολόκληρον. Ο δε προσδιορισμός του ποσοστού ευθύνης κάθε συνοφειλέτη, δεν κρίνεται στα πλαίσια της δίκης αποζημίωσης του παθόντος.

Κρίνεται, όμως, στην δίκη περί αναγωγής μεταξύ των συνοφειλετών (ΑΠ 901/2004). Εξάλλου: α) με το άρθρο 9 § 1, 3, συνδυαζόμενο με το άρθρο 8§8, ως ισχύει, του Ν. 2251/1991, απαγορεύεται η παραπλανητική διαφήμιση προϊόντων, όχι μόνο προς προστασία των καταναλωτών, αλλ'ακόμη και για την προστασία μιάς ομοιοεπάγγελτης επιχείρησης η οποία θίγεται και βλάπτεται στα συμφέροντά της, από αντίστοιχη επιχείρηση, η οποία την ανταγωνίζεται και ανήκει στον ίδιο κλάδο κατασκευής (παραγωγής) και εμπορίας όμοιων προϊόντων.

Μάλιστα δε όταν, συγκεκριμένα, η προέλευση (κατασκευή και προαγωγή) αυτών των παραγομένων και εμπορευομένων προϊόντων, αποδίδεται, σύμφωνα με τις ειδικότερες διαφημιστικές προς το αγοραστικό και καταναλωτικό κοινό πράξεις και ενέργειες, ψευδώς και κατά παραπλάνηση των καταναλωτών, ότι, δήθεν προέρχεται από την άλλη επιχείρηση, που, με τον τρόπο αυτό, όχι μόνο οι καταναλωτές, μπορούν να προστατευτούν, για το λόγο αυτό, αλλ'επίσης προστασία παρέχεται και στη θιγόμενη, επιχείρηση, που, ωσαύτως, βλάπτεται και γι'αυτό έχει άμεσο συμφέρον να ζητήσει την απαγόρευση της παραπλανητικής διαφήμισης για τα ίδια ή τα όμοια προϊόντα, πολύ δε περισσότερο με τη συγκεκριμένη διαφήμιση δηλώνεται, επιπρόσθετα, πως τα συγκεκριμένα προϊόντα προέρχονται από την επιχείρηση, η οποία βλάπτεται.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 26 ΕμπΝ "Ο ετερόρρυθμος συνεταίρος δεν υπόκειται εις ζημίας, ει μη μόνον καθόσον αύται δεν υπερβαίνουν το ποσό των χρημάτων, τα οποία κατέθεσε ή όφειλε να καταθέσει εις την εταιρίαν". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η ευθύνη του ετερορρύθμου εταίρου για τα χρέη της εταιρίας είναι ατομική και περιορισμένη μέχρι του ύψους της εισφοράς του, άμεσος μεν, πλην επικουρική, δηλαδή τελούσα υπό την αίρεση ότι απέβη άκαρπη η αναγκαστική εκτέλεση κατά της εταιρίας.

Ο περιορισμός της ευθύνης του ετερορρύθμου εταίρου επιτυγχάνεται με την αναγραφή στην εταιρική σύμβαση ορίου ευθύνης, το οποίο συμπίπτει, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο, με την αξία της εισφοράς του που οφείλεται στην εταιρία. Μπορεί όμως, επιτρεπτά, να προβλεφθεί, ότι ο ετερόρρυθμος εταίρος, ανεξάρτητα από την οφειλόμενη εισφορά του, είναι και υποχρεωμένος να ικανοποιήσει απαιτήσεις εταιρικών δανειστών, πάντα όμως με επακριβή προσδιορισμό ποσοτικού ανωτάτου ορίου, εάν δε κατέβαλε την εισφορά του αίρεται η ευθύνη του για τα εταιρικά χρέη.

Έτσι, στην περίπτωση αυτή, πρέπει να γίνει διάκριση της περιπτώσεως που ο ετερόρρυθμος εταίρος κατέβαλε την εισφορά του, οπότε δεν ευθύνεται για τα εταιρικά χρέη με την προσωπική του περιουσία (ούτε μέχρι του ύψους της εισφοράς του), αλλά απλώς η εισφορά του υπόκειται στον επιχειρηματικό κίνδυνο, μπορεί δηλαδή να χαθεί σε περίπτωση που η εταιρία έχει ζημίες, εκτός αν το καταστατικό ορίζει, ότι αυτός ευθύνεται μέχρι ορισμένου ποσού, πέρα από την εισφορά του, οπότε θα ευθύνεται με την προσωπική του περιουσία στο μέτρο που το ποσό αυτό υπερβαίνει το μέγεθος της εισφοράς του.

Αν ο ετερόρρυθμος εταίρος δεν κατέβαλε την εισφορά του, αλλά την οφείλει, ευθύνεται για τα χρέη άμεσα, πρωτογενώς και εις ολόκληρον με όλη του την περιουσία, όχι όμως απεριόριστα, αλλά μόνο μέχρι της αξίας της οφειλόμενης εισφοράς του. Στην υπό κρίση περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε, συναφώς τα ακόλουθα: "...

οι ενάγοντες μαζί με τους δεύτερη και τρίτο των εναγομένων είναι τέκνα και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος στις 20-8-2003 στην Αθήνα πατέρα τους Λ. Τ.. Μεταξύ των κληρονομηθέντων περιουσιακών στοιχείων περιλαμβάνεται και μία επιχείρηση κατασκευής και εμπορίας επαγγελματικών ειδών μαζικής εστίασης και εξοπλισμού εστιατορίων και συναφών καταστημάτων με έδρα την Αθήνα την οποία λειτουργούσε εν ζωή ο πατέρας τους ως ατομική επιχείρηση με την επωνυμία "Λ.

Τ." και τον διακριτικό τίτλο "Λ." ήταν δε εγγεγραμμένη στο Βιοτεχνικό επιμελητήριο Αθηνών ... Με την πάροδο του χρόνου η επιχείρηση αυτή απέκτησε μεγάλη φήμη και πελατεία και η επωνυμία και διακριτικός τίτλος "Λ." έχουν καταστεί συνώνυμα των παραγόμενων προϊόντων της εν λόγω επιχείρησης, αφού η τελευταία έχει γίνει γνωστή στο κοινό και τις συναλλαγές όχι με πλήρη την επωνυμία αλλά με μόνο το διακριτικό γνώρισμα "Λ." , συνδέεται δε με την φήμη και την επαγγελματική της δραστηριότητα στους συναλλακτικούς Κύκλους.

Η ανωτέρω κληρονομηθείσα ατομική επιχείρηση του Λ. Τ., νοουμένη ως σύνολο πραγμάτων, δικαιωμάτων, άϋλων αγαθών ή πραγματικών καταστάσεων, όπως η πελατεία, η φήμη, η επωνυμία, ο διακριτικός τίτλος, τα οποία οργανώθηκαν σε οικονομική ενότητα από τον εν λόγω επιχειρηματία, μετά τον θάνατο αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1884, 1886, 785, 788, 789 και 790 του Α.Κ., έχει καταστεί πλέον κοινή, κατά τον λόγο μερίδας εκάστου κληρονόμου και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 1/4 με αποτέλεσμα μεταξύ των εναγόντων και των δεύτερης και τρίτου των εναγομένων να υπάρχει δηλαδή κοινωνία κληρονόμων επ'αυτής.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις περί κοινωνίας η διοίκηση του κοινού, ως τοιαύτης νοουμένης κάθε πράξης διαχείρισης, η οποία γίνεται προς το συμφέρον πάντων των κοινωνών - κληρονόμων, ανήκει κατ' αρχήν σε όλους μαζί τους κοινωνούς (άρθρ. 788 ΑΚ), σε περίπτωση, όμως, μη επιτεύξεως ομοφωνίας ο τρόπος της τακτικής διοίκησης καθορίζεται με απόφαση της πλειοψηφίας (άρθρ. 789 ΑΚ), σε περίπτωση δε μη καθορισμού της διοίκησης του κοινού με κοινή συμφωνία ή με πλειοψηφία, κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να ζητήσει από το Δικαστήριο να κανονίσει την διοίκηση και χρησιμοποίηση του κοινού με τον τρόπο, που είναι ο πιο πρόσφορος και συμφέρει περισσότερο σε όλους τους κοινωνούς.

Λόγω δε διαφωνίας μεταξύ των κληρονόμων - κοινωνών της ως άνω ατομικής επιχείρησης του Λ. Τ. μετά την υποβολή σχετικής αίτησης, εκδόθηκε η 1095/17-2-2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η οποία διόρισε την δεύτερη εναγομένη Μ. Τ., προσωρινή διαχειρίστρια με την εντολή, όπως, με την ιδιότητα της προσωρινής διαχειρίστριας, προβαίνει στην εκτέλεση κάθε πράξης διοικήσεως και διαχειρίσεως της εν λόγω κοινής επιχείρησης, η οποία είναι απαραίτητη για την απρόσκοπτη συνέχιση και λειτουργία της, την διεκπεραίωση των τρεχουσών συναλλαγών της, την εκπροσώπηση αυτής ενώπιον των φορολογικών αρχών, περιλαμβανομένης της λήψης αριθμού φορολογικού μητρώου για την "κοινωνία των κληρονόμων" και της υποβολής των πάσης φύσεως δηλώσεων και αιτήσεως ρύθμισης χρεών και κάθε άλλου σχετικά με την λειτουργία της επιχείρησης εγγράφου και ακόμη την εκπροσώπηση αυτής ενώπιον των Οργανισμών Κοινωνικής ασφάλισης, κάθε δημόσιας αρχής, κάθε υπηρεσίας και κάθε Οργανισμού και ενώπιον κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου, δημοσίου ή και ιδιωτικού δικαίου".

Η δεύτερη, όμως, εναγομένη χωρίς να αναμείνει την έκδοση της ανωτέρω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, διορίστηκε προσωρινή διαχειρίστρια της κοινής επιχείρησης με ορισμένες αρμοδιότητες, που καθορίσθηκαν με την ίδια απόφαση, στις 8-12-2003 μαζί με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των εναγομένων με το από 8-12-2003 Συμφωνητικό Ενστάσεως Ετερορρύθμου Εταιρίας, το οποίο καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αύξοντα αριθμό 16735/16-12-03, συνέστησε την πρώτη εναγομένη ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Τ.

Μ. Κ ΣΙΑ Ε.Ε." και με διακριτικό τίτλο "Ο Λ.", τον οποίο στην συνέχεια τροποποίησαν σε "Ο Λ. ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ" με το από 27-7-2004 συμφωνητικό τροποποίησης ετερορρύθμου εταιρίας, που. καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αύξοντα αριθμό 12303/2004. Στην χρησιμοποίηση δε της επωνυμίας και του διακριτικού τίτλου "Λ.", που ανήκει κατ' αποκλειστικότητα στην κοινή επιχείρηση, προέβη χωρίς την συναίνεση των δύο εναγόντων.

Σκοπός της εν λόγω ετερόρρυθμης εταιρίας ορίσθηκε η εμπορία ειδών επαγγελματικού εξοπλισμού ως και η κατασκευή αυτών, ως έδρα δε της εν λόγω εταιρίας ορίσθηκε αρχικά το επί της οδού ... κατάστημα και στην συνέχεια το επί ... ακίνητο. Σημειώνεται ότι, αμφότερα τα προαναφερόμενα ακίνητα αποτελούν τμήμα της κληρονομηθείσας κοινής επιχείρησης των εναγόντων και των δεύτερης και τρίτου των εναγομένων.

Ο προαναφερόμενος διακριτικός τίτλος της πρώτης εναγομένης ετερόρρυθμης εταιρίας "Ο Λ. ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ" με κύρια και χαρακτηριστική την λέξη "Λ.", η οποία αποτελεί και το πρώτο συνθετικό στοιχείο αυτού είναι πανομοιότυπος με την μοναδική λέξη της επωνυμίας και του διακριτικού τίτλου "Λ.", που ανήκει και κατά χρονική μάλιστα προτεραιότητα και κατ' αποκλειστικότητα ακόμη στην ως άνω κληρονομηθείσα κοινή επιχείρηση, το δε δικαίωμα χρήσης αυτού ανήκει σε όλους από κοινού τους εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αρχικού φορέα αυτών Λ.

Τ.. Ο ως άνω (και με άλλες λέξεις σ' αυτόν και δη της λέξεως "Λ.") διακριτικός τίτλος της πρώτης εναγομένης ετερόρρυθμης εταιρίας, δεν έχει διακριτικότητα και μάλιστα σαφή (και χωρίς και την πρόκληση συγχύσεων) αφού η λέξη "Λ." κατέχει χαρακτηριστική και κυρίαρχη θέση, ελκύοντας την προσοχή του μέσου καταναλωτή, ο οποίος, κατά κανόνα, αδιαφορεί ή αγνοεί τις υπόλοιπες λέξεις, που ακολουθούν στον διακριτικό τίτλο της τελευταίας (πρώτης εναγομένης), ενόψει μάλιστα και της συναλλακτικής πρακτικής (και σύμφωνα ακόμη και με τα διδάγματα της κοινής πείρας για όμοιες συναλλακτικές περιπτώσεις όπως ή εδώ ένδικη) κατά την οποία λέξεις σύντομες, όπως η πιο πάνω, αναγόμενες σε κυρίαρχη θέση, προσδιορίζουν αυτές και μόνον την εμπορική επωνυμία και τον διακριτικό τίτλο μιάς επιχείρησης.

Η αναγραφή δε, της φράσης "ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ" στον διακριτικό τίτλο της πρώτης εναγομένης δεν αποτρέπει τον κίνδυνο συγχύσεως, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ενόψει μάλιστα και του ιδίου αντικειμένου των δύο επιχειρήσεων, δηλαδή της κοινής επιχείρησης των κληρονόμων και της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης.

Πρόδηλο είναι λοιπόν ότι, οι εν λόγω επωνυμία και διακριτικοί τίτλοι συμπίπτουν στην πρώτη χαρακτηριστική λέξη "Λ.", με την οποία και είναι γνωστές στο κοινό. Οπωσδήποτε δε, αποδείχθηκε, ότι η χρήση εκ μέρους των εναγομένων στον ως άνω διακριτικό της τίτλο της πρώτης εναγομένης της λέξης αυτής ("Λ.") με την εικόνα της γραφής και την ηχητική εντύπωση, που παρέχει κατά την εκφώνησή της, είναι δυνατόν να προκαλέσει σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό, με την επωνυμία και διακριτικό τίτλο της κοινής κληρονομηθείσας επιχείρησης, παρά το γεγονός, ότι η λέξη αυτή γράφεται και με άλλες λέξεις στον διακριτικό τίτλο της πρώτης εναγομένης.

Αποδείχθηκε, επίσης, ότι οι εναγόμενοι κάνουν χρήση του διακριτικού τίτλου και της επωνυμίας "Λ." της κοινής επιχείρησης, χωρίς την συναίνεση και παρά τις έντονες διαμαρτυρίες των εναγόντων. Με βάση δε τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν πλήρως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν συντρέχει λόγος υποχώρησης των συμφερόντων της κοινής κληρονονηθείσας επιχείρησης σ' εκείνα των εναγομένων ως προς το αποκλειστικό δικαίωμα της πρώτης τούτων να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές την επωνυμία και τον διακριτικό τίτλο "Λ.", που απέκτησε με βάση την αρχή της προτεραιότητας, πολύ πιο πριν από την πρώτη εναγομένη ο αρχικός φορέας αυτής Λ.

Τ., πατέρας των κληρονόμων - διαδίκων, σε σύγκριση με την πρώτη εναγομένη εταιρία, που πρόσφατα σχετικώς ήτοι (αρχές έτους 2004) άρχισε να χρησιμοποιεί αυτόν, κατά το ως άνω κύριο στοιχείο του (λέξη "Λ."). Ενόψει τούτων η χρήση εκ μέρους των εναγομένων του εν λόγω διακριτικού τίτλου και της επωνυμίας της κοινής επιχείρησης "Λ." είναι παράνομη και υπαίτια, αφού η πρώτη εναγομένη, παρά και την έντονη διαφωνία των εναγόντων στην εν λόγω χρήση και τις επάλληλες δίκες, που έχουν ανοιγεί μεταξύ τους, εξακολουθεί να κάνει χρήση αυτής.

Πρόσφατα αναφέρεται η 1 15/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία μεταρρυθμίστηκε η 667/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ως προς την διάταξη, που διορίστηκε η πρώτη εναγομένη διαχειρίστρια της κοινής επιχείρησης και προσωρινοί διαχειριστές ορίσθηκαν οι ενάγοντες. Περαιτέρω, λόγω της παράνομης και υπαίτιας χρήσης της επωνυμίας και διακριτικού τίτλου "Λ." της κοινής κληρονομηθείσας επιχείρησης από μέρους της πρώτης εναγομένης, οι ενάγοντες έχουν υποστεί ηθική βλάβη, για την οποία πρέπει να τους επιδικασθεί και τους αναγνωρισθεί αντίστοιχα ως χρηματική ικανοποίηση το εύλογο ποσό της οποίας, ενόψει των συνθηκών της χρήσης αυτής, του γεγονότος ότι η χρήση του εν λόγω διακριτικού τίτλου επωνυμίας "Λ.", ανήκει σε όλους από κοινού του εξ αδιαθέτου κληρονόμους - κοινωνούς της κοινής επιχείρησης, της κοινωνικής θέσης και οικονομικής κατάστασης των κοινωνών - κληρονόμων και με τη λήψη ακόμη - σε κάθε περίπτωση- και της αρχής της αναλογικότητας (άρθρα 25 του Συντάγματος και 6 ΕΣΔΑ) πρέπει να ορισθεί ως εξής:

Α) Να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στους ενάγοντες και δη στον καθένα τους το ποσό των σαράντα πέντε χιλιάδων (45.000 ευρώ) και Β) Να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στους ενάγοντες και δη στον καθένα τους πέντε χιλιάδες (5000) Ευρώ και δη νομιμοτόκως τα άνω ποσά από την επίδοση της αγωγής.

Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε χρήση από τους λοιπούς εναγόμενους, εκτός της πρώτης, των αριθμών κλήσης ... καθώς και την ηλεκτρονική διεύθυνση ... και θα πρέπει το σχετικό αίτημα περί απαγόρευσης χρήσης αυτών ν' απορριφθεί, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν. Πρέπει, συνεπώς, η ένδικη αγωγή και κατά το μέρος, που ερείδεται στις διατάξεις των άρθρων 57 επ, 914, 932 ΑΚ, 1047, 176 ΚΠολΔ, να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία και:

να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι ως άνω προσδιορίζεται (και αναγνωριστικώς και καταψηφιστικώς ως προς την χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη των εναγόντων) και ακόμη: α) Να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και κάθε τρίτος, που έλκει δικαιώματα από αυτούς να παραλείπουν κάθε χρήση τα εμπορικής επωνυμίας και του διακριτικού τίτλου "Λ.", τα οποία ανήκουν από κοινού στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Λ.

Τ., β) Να απαγορευθεί στην πρώτη εναγομένη κάθε παραπλανητική διαφήμιση, των κατασκευαζομένων από την ίδια προϊόντων και πιο συγκεκριμένα ακόμη η τοιαύτη παραπλανητική της (προς το κοινό) διαφήμισή της - και δη με κάθε ενέργειά της όπως αυτή προσδιορίζεται πιο πάνω στο σκεπτικό ειδικότερα - καθώς και η χρήση παρ' αυτής στις διαφημίσεις της του διακριτικού τίτλου "Λ.".

γ) Να απαγγελθεί κατά των εναγομένων εκτός της πρώτης εναγομένης ετερόρρυθμης εταιρίας προσωπική κράτηση διάρκειας ενός μηνός και χρηματική ποινή χιλίων (1.000) ευρώ για κάθε παράβαση της παρούσας απόφασης. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που ερείδεται στις διατάξεις των άρθρων 57, 58, 59, 914, 932 ΑΚ του ν. 1089/80.

Ακολούθως αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί κατ' ουσία, θα πρέπει η κρινόμενη αγωγή, που στηρίζεται στις προαναφερόμενες διατάξεις να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία όπως ανωτέρω και στο διατακτικό της παρούσας, ορίζεται, ειδικότερα ..." Υπό τα προεκτεθέντα: η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε επαρκείς, σαφείς και μηδόλως αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν πλήρως το διατακτικό της, ειδικότερα:

α)γίνεται λεπτομερής αναφορά στην αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων, ατομικά και πέραν και, σε κάθε περίπτωση, παράλληλα προς την εμπορική δραστηριότητά τους, ως μελών της ως άνω ετερόρρυθμης εταιρίας, ώστε να υφίσταται λόγος περιορισμού της σχετικής ευθύνης τους. β)κατά ταύτα, ουδόλως, ουδέ εκ πλαγίου, υπήρξε παραβίαση των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. 'Αρα, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το σχετικό, υπό στοιχείο α μέρος του, που προβάλλει την από το άρθρο 559 αρθ. 19, αλλά και, κατ'εκτίμηση, την από το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 1 του Ν. 146/1914, "περί αθεμίτου ανταγωνισμού", απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικάς ή γεωργικάς συναλλαγάς πασα, προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γενομένη πράξις αντικείμενη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 13§§1 και 4 του αυτού νόμου, "Όστις κατά τας συναλλαγάς ποιείται χρήσιν ονόματος τίνος, εμπορικής επωνυμίας ή ιδιαίτερου διακριτικού γνωρίσματος καταστήματος ή βιομηχανικής επιχειρήσεως ή εντύπου τινός κατά τρόπον δυνάμενον να προκαλέσει σύγχυσιν με το όνομα, την εμπορικήν επωνυμίαν ή το ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα, άτινα έτερος νομίμως μεταχειρίζεται, δύναται να υποχρεωθεί υπό του τελευταίου εις παράλειψιν της χρήσεως.

Ως ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα θεωρείται και ο ιδιαίτερος διασχηματισμός ή η ιδιαιτέρα διακόσμησις των εμπορευμάτων, της συσκευής ή του περικαλύμματος αυτών, εφόσον είναι γνωστά εις τους σχετικούς κύκλους των συναλλαγών ως διακριτικά σημεία των ομοίων εμπορευμάτων άλλου τινός". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει: 1) ότι για την εφαρμογή του άρθρου 1 απαιτείται η πράξη, αφενός να έγινε προς το σκοπό του ανταγωνισμού και αφετέρου να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, που, κατά τη γενική αντίληψη, σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση (ΟλΑΠ 2/2008) και 2) ότι για την ύπαρξη αθέμιτου ανταγωνισμού με τη χρήση ξένου διακριτικού γνωρίσματος απαιτείται δυνατότητα να προκληθεί σύγχυση, χωρίς την οποία αθέμιτος ανταγωνισμός δεν υπάρχει (ΑΠ 2026/2007, ΑΠ 1123/2002).

Περαιτέρω, από τα άρθρα 4-7 του ν. 1089/1980 "Περί εμπορικών και βιομηχανικών επαγγελματικών και βιομηχανικών επιμελητηρίων" με το άρθρο 68α του οποίου καταργήθηκε ο ν. 184/1914 "Περί συστάσεως Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων", ρυθμίζεται η υποχρέωση αυτού, που ασκεί εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση να προβεί σε σχετική γραπτή αναγγελία της ενάρξεως των εργασιών της και κάθε σχετικής μεταβολής στο οικείο εμπορικό και βιομηχανικό επιμελητήριο.

Μεταξύ των στοιχείων, που πρέπει να περιέχει η αναγγελία είναι η εμπορική επωνυμία ή εταιρική επωνυμία υπό την οποία διεξάγονται οι εργασίες, καθώς και ο τυχόν διακριτικός τίτλος της επιχειρήσεως (άρθρο 4§2 περ. β' του ν. 1089/1980). Κατά δε το άρθρο 8 του ίδιου νόμου (1089/ 1980) "ο δικαιούχος της επωνυμίας δικαιούται να χρησιμοποιεί αποκλειστικώς ταύτην, να συναλλάσσεται δι' αυτής, δικαιούμενος να αιτείται και δικαστικήν προστασίαν της επωνυμίας και του τίτλου του κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και των άρθρων 57 και επομ.

του Αστικού Κώδικα", οι οποίες εφαρμόζονται συμπληρωματικά λόγω της ευθείας παραπομπής σ' αυτές του ως άνω άρθρου 8 του ν. 1089/1980. Από τις παραπάνω διατάξεις, αλλά και από εκείνες του άρθρου 58ΑΚ, που εφαρμόζεται συμπληρωματικώς λόγω της ευθείας παραπομπής σ' αυτό, του άρθ. 8 του ν. 1089/80, αλλά και αναλογικώς λόγω της ομοιότητας του αντικειμένου, προκύπτει ότι το δικαίωμα στην προστασία της εμπορικής επωνυμίας είναι απόλυτο, ώστε κάθε προσβολή του είναι παράνομη, εφόσον δεν υπάρχει λόγος (και δεν γίνεται επίκληση) που να αίρει τον παράνομο χαρακτήρα.

Για την προστασία της αξιώσεως του δικαιούχου για άρση και παράλειψη της προσβολής, η οποία συντελείται με την αμφισβήτηση του δικαιώματος στην επωνυμία ή και με τη χρήση της από άλλον, δεν απαιτείται ο προσβολέας να ενεργεί με υπαιτιότητα και ιδίως με πρόθεση να επιφέρει σύγχυση και να επωφεληθεί από πλεονεκτήματα της προσβαλλόμενης επωνυμίας στοιχεία τα οποία όμως είναι απαραίτητα για την ασκούμενη αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία.

Η δε αγωγή για παράλειψη μπορεί να στηρίζεται σ' όλες τις πιο πάνω συρρέουσες διατάξεις, που αλληλοσυμπληρώνονται, δεδομένοι) ότι οι όροι της καθεμιάς δεν είναι αντίθετοι προς τους όρους της άλλης.

Τέλος, το άρθρο 19 του ν. 146/1914 "Περί αθεμίτου ανταγωνισμού", όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του από το άρθρο 29§2 του ν. 3784/2009 και εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη υπόθεση, λόγω του επικαλούμενου στην υπό κρίση αγωγή χρόνου προσβολής, όριζε ότι: "Αι εκ των διατάξεων του νόμου τούτου πηγάζουσαι αξιώσεις επί παραλείψει ή επί αποζημιώσει εισάγονται ως εμπορικαί υποθέσεις ενώπιον του αρμοδίου πρωτοδικείου, παραγράφονται δε μετά εξ μήνας από του χρονικού σημείου καθ' ο, ο έχων αξίωσιν έλαβε γνώσιν της πράξεως και του υπευθύνου προσώπου, πάντως δε μετά τριετίαν αφ' ης εγένετο η πράξις.

Δια τας επί αποζημιώσει αξιώσεις ουδέποτε άρχεται η παραγραφή προ του χρονικού σημείου καθ' ο επροξενήθη η βλάβη". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι οι αξιώσεις προς παράλειψη ή αποζημίωση, που πηγάζουν από το νόμο. παραγράφονται μετά έξι μήνες από το χρονικό σημείο που ο έχων την αξίωση έλαβε γνώση της πράξεως και του υπευθύνου προσώπου, οπωσδήποτε δε μετά τριετία από τότε που έγινε η πράξη (ΑΠ 1497/2008, 79/2001).

Επί καταστάσεων διαρκούς προσβολής (διαρκείς πράξεις, λ.χ. συνεχιζόμενη χρησιμοποίηση διακριτικού γνωρίσματος άλλου, αθέμιτη υποτίμηση) η παραγραφή της αξιώσεως προς παράλειψη αρχίζει από το χρονικό σημείο της γνώσεως του υπευθύνου προσώπου και της πράξεως, δηλαδή, αφότου γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.

Η έναρξη της παραγραφής για καταστάσεις διαρκούς προσβολής τοποθετείται, συνεπώς, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο συνέτρεξαν τα ως άνω στοιχεία της γνώσεως. Η εξάμηνη παραγραφή της αξιώσεως προς αποζημίωση αρχίζει από τη γνώση της πράξεως, του δράστη και της ζημίας. Και, τέλος, η παραγραφή της αξιώσεως προς άρση και ανάκληση της προσβολής αρχίζει από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο ο προσβληθείς έλαβε γνώση της πράξης, του υπευθύνου προσώπου και της συνεχίσεως ή της δυνατότητας συνεχίσεως της επιβλαβούς καταστάσεως (βλ.

ΑΠ 700/1977). Περαιτέρω, επί της παραπάνω εξάμηνης βραχυπρόθεσμης παραγραφής, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 260-270 του ΑΚ. Σύμφωνα με το άρθρο 261 του ΑΚ η παραγραφή διακόπτεται με την έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του Δικαστηρίου.

Διαδικαστική πράξη, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, είναι κάθε πράξη, η οποία, κατά τον Κ.Πολ.Δ. χρησιμεύει προς κίνηση, διεξαγωγή και περάτωση της δίκης. Η νέα παραγραφή, που αρχίζει, είναι η ίδια αρχική παραγραφή, δηλαδή εκείνη που ο νόμος αναγράφει για την επίδικη αξίωση. Εφόσον μάλιστα η αξίωση έχει καταστεί, επίδικη, οι διάδικοι απρακτούν, η παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί σε επιδικία, αν δηλαδή μεταξύ δύο, κατά σειρά, διαδικαστικών πράξεων παρέλθει ισόχρονο διάστημα την παραγραφή που διακόπηκε (ΟλΑΠ 1143/1983, ΑΠ 1134/2005, 852/2004).

Στην περίπτωση δε που μία πράξη παραβιάζει συγχρόνως τις ειδικές διατάξεις του ν. 146/1914, αλλά και τη γενική διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, τότε εφαρμόζεται μόνο η παραγραφή του άρθρου 19 του ν. 146/1914, ως εξαιρετική ρύθμιση και όχι η παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, διότι το προβάδισμα της εφαρμοστέας διατάξεως καθορίζεται από το σκοπό και τον ειδικό χαρακτήρα της παραγραφής.

Και τούτο διότι η σύντομη παραγραφή του άρθρου 19 του ν. 146/1914 σκοπεύει στην ταχεία εκκαθάριση των διαφορών που πηγάζουν από τις διατάξεις του ανταγωνισμού, αρχή που κρατεί στο εμπορικό δίκαιο και αποτελεί ειδική ρύθμιση σε σχέση με το δίκαιο των αδικοπραξιών (ΑΠ 439/2012, 1285/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η κρινόμενη αγωγή ... επιδόθηκε στους εναγομένους στις 14-1-2005... Από του χρονικού αυτού σημείου της επίδοσης ... διεκόπη η παραγραφή της αξίωσης προς παράλειψη και αποζημίωση των εναγόντων, που ερείδεται στις διατάξεις του Ν. 146/1914 "Περί αθεμίτου ανταγωνισμού-.

Η συζήτηση, ωστόσο, της κρινόμενης υπόθεσης ορίσθηκε για τις 24-5-2006. Επομένως, με βάση τα εκτιθέμενα, εφόσον μεταξύ των δύο αυτών διαδικαστικών πράξεων (άσκηση (επίδοση) αγωγής και ημερομηνία συζήτησης αυτής προαποδεικνύεται, ότι παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι (6) μηνών, χωρίς την μεσολάβηση άλλης διαδικαστικής πράξης, η ένδικη αξίωση των ενάγοντων, προς παράλειψη και αποζημίωση που ερείδεται στις διατάξεις του Ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού" έχει υποκύψει στην εξάμηνη παραγραφή του άρθρου 19 του Ν. 146/1914.

Αντίθετα όμως προς τα ανωτέρω η αγωγική αξίωση προς παράλειψη και χρηματική' ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποία έχουν υποστεί από την παράνομη και υπαίτια χρήση της επωνυμίας και διακριτικού τίτλου της κοινής επιχείρησης που βασίζεται στις διατάξεις των 57, 58, 59, 914, 932 ΑΚ και άρθρα 4, 8 του Ν. 1089/80, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, δεν έχει παραγραφεί, καθόσον αφότου οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της προσβολής - ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου μέχρι του χρόνου ασκήσεως της ένδικης αγωγής στις 14-1-2005 δεν παρήλθε η απαιτούμενη εκ του νόμου εικοσαετία για το πρώτο αίτημα και πενταετία για το δεύτερο (δηλαδή της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης) για την παραγραφή της αγωγικής αξίωσης προς παράλειψη και η για την παραγραφή της αγωγικής αξίωσης προς αποζημίωση ...

το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο ...έκρινε ότι και η αγωγική αξίωση... προς παράλειψη και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, οι ερειδόμενες στις διατάξεις των άρθρων 57, 58, 59, 914 και 932 ΑΚ και άρθρα 4, 8 του Ν. 1089/1990 947 Κ.ΠολΔ., έχουν υποπέσει και αυτές στην εξάμηνη παραγραφή του άρθρου 19 του Ν. 146/1914, έσφαλε, όπως βασίμως παραπονούνται οι ενάγοντες - εκκαλούντες με σχετικό λόγο της έφεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ...και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη ...".

Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προεκτεθείσες διατάξεις, εφ'όσον: α) απέρριψε, για τους ως άνω λόγους, την στο άρθρο 19 του Ν. 146/1914 στηριζόμενη αξίωση των εναγόντων β) δεν πρόκειται απλά, για αξιώσεις, από τη διάταξη του άρθρου 914 επ, ΑΚ αλλά και από τα άρθρα 4, 8 του Ν. 1089/1990, που, όπως προκύπτει, από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου (άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ.) ασκούνται κυρίως, αναφέρονται δε, επιπρόσθετα ("...

συνιστούν δε και αθέμιτο ανταγωνισμό ..."), οι παραβιάσεις του Ν. 146/1914. Κατά ταύτα, ουδόλως παραβιάστηκαν οι προαναφερθείσες διατάξεις και ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

ΙV. Για να είναι ορισμένος, ο από το άρθρο 559 αρ. 11α Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίον, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, απαιτείται να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο, που δεν επιτρέπει ο νόμος.

Άρα, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, επικαλούμενοι, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο επιβαρυντικό γι' αυτούς πόρισμα ..έλαβε και εκτίμησε την υπ' αριθμ. 115/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Αθηνών, ...

η οποία ανεκάλεσε την υπ' αριθμ. 667/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η δεύτερη (αναιρεσείουσα) είχε διορισθεί προσωρινή διαχειρίστρια της επίκοινης κληρονομιαίας επιχείρησης ..." είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας του. Απορριπτέος τέλος, ως αβάσιμος είναι ο τελευταίος λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις, εκ του άρθρου 559 αρ. 9, άλλως 19 Κ.ΠολΔ., πλημμέλειες, καθόσον από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561§2 εκτίμηση της αγωγής, προκύπτει.

ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι υπέβαλαν αίτημα να απειληθεί σε βάρος της πρώτης εναγομένης και σε καθένα των λοιπών εναγομένων προσωπική κράτηση διαρκείας τριών μηνών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ, ως μέσο εκτελέσεως της εκδοθησομένης αποφάσεως και για κάθε μελλοντική παράβαση και επομένως το Εφετείο το οποίο απήγγειλε κατ' αυτών προσωπική κράτηση ενός μηνός και χρηματική ποινή 1.000 ευρώ για κάθε παράβαση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες σ'αυτό αναιρετικές πλημμέλειες Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ότι: " Οι εναγόμενοι μας εξαπάτησαν, υπεξαίρεσαν από την κοινή μας επιχείρηση όλα τα πάγια στοιχεία, τα μηχανήματα, τον εξοπλισμό, τα εργαλεία, τις πρώτες ύλες και τα εμπορεύματα, κατέλαβαν παράνομα τις εγκαταστάσεις της, χρησιμοποιούν παράνομα την εμπορική επωνυμία και το διακριτικό τίτλο "Λ.", διαφημίζονται παράνομα με την επωνυμία αυτή, απέσπασαν από αυτήν παράνομα το σύνολο των εργαζομένων της και το σύνολο της πελατείας της και όλα τα ανωτέρω εν αγνοία μας.

Από τις παραπάνω πράξεις των εναγομένων υποστήκαμε ηθική βλάβη προς αποκατάσταση αυτής δικαιούμαστε χρηματική ικανοποίηση από τους εναγομένους, η οποία δεδομένης της μεγάλης βαρύτητας του πταίσματος τους ανέρχεται στο ποσό των 50.000 ευρώ για κάθε ένα από εμάς". Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα ακόλουθα, κατ' ακριβή, κατά τούτο, αντιγραφή τους: "Αποδείχθηκε, επίσης, ότι οι εναγόμενοι (σημ:

εδώ αναιρεσείοντες) κάνουν χρήση του διακριτικού τίτλου και της επωνυμίας "Λ." της κοινής επιχείρησης, χωρίς τη συναίνεση και παρά τις έντονες διαμαρτυρίες των εναγόντων. Με βάση δε τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν... δεν συντρέχει λόγος υποχώρησης των συμφερόντων της κοινής κληρονομηθείσας επιχείρησης σ' εκείνα των εναγομένων ως προς το αποκλειστικό δικαίωμα της πρώτης τούτων να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές την επωνυμία και το διακριτικό τίτλο "Λ.", που απέκτησε, με βάση την αρχή της προτεραιότητας, πολύ πιο πριν από την πρώτη εναγομένη ο αρχικός φορέας αυτής Λ.

Τ., πατέρας των κληρονόμων - διαδίκων, σε σύγκριση με την πρώτη εναγομένη εταιρία, που πρόσφατα σχετικώς, ήτοι (αρχές έτους 2004) άρχισε να χρησιμοποιεί αυτόν, κατά το... κύριο στοιχείο του (λέξη "Λ."). Ενόψει τούτων, η χρήση εκ μέρους των εναγομένων του εν λόγω διακριτικού τίτλου και της επωνυμίας της κοινής επιχείρησης "Λ." είναι παράνομη και υπαίτια, αφού η πρώτη εναγομένη, παρά και την έντονη διαφωνία των εναγόντων στην εν λόγω χρήση και τις επάλληλες δίκες, που έχουν ανοιγεί μεταξύ τους, εξακολουθεί να κάνει χρήση αυτής...

Περαιτέρω, λόγω της παράνομης και υπαίτιας χρήσης της επωνυμίας και του διακριτικού τίτλου "Λ." της κοινής κληρονομηθείσας επιχείρησης από μέρους της πρώτης εναγομένης, οι ενάγοντες έχουν υποστεί ηθική βλάβη, για την οποία πρέπει να τους επιδικασθεί και τους αναγνωρισθεί αντίστοιχα, ως χρηματική ικανοποίηση το εύλογο ποσό της οποίας, ενόψει των συνθηκών της χρήσης αυτής, του γεγονότος ότι η χρήση του εν λόγω διακριτικού τίτλου επωνυμίας "Λ.", ανήκει σε όλους από κοινού τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους - κοινωνούς της κοινής επιχείρησης, της κοινωνικής θέσης και οικονομικής κατάστασης των κοινωνών - κληρονόμων ...

πρέπει να ορισθεί ως εξής: Α) Να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στους ενάγοντες και δη στον καθένα τους το ποσό των 45.000 ευρώ και Β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στους ενάγοντες και δή στον καθένα τους 5.000 ευρώ ... " Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε τις σωρευθείσες πλείονες βάσεις και επεδίκασε όλο το αιτηθέν ποσό μόνο για τη μία απ' αυτές, που έγινε δεκτή, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, αναιρετική πλημμέλεια απ' το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον κάθε μία από τις βάσεις αυτές στήριζε αυτοτελώς το υποβληθέν αίτημα επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπρακτική συμπεριφορά.

Κατά συνέπεια, τα αντίθετα, υποστηριζόμενα με τον πρώτο αναιρετικό λόγο. κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια με την αιτίαση, ότι "Επιδικάστηκε, όπως ζητήθηκε όλο το ποσό, καίτοι από την ίδια απόφαση απορρίφτηκε ως αόριστη η αγωγή κατά το μέρος που αφορά την αδικοπραξία τη στηριζόμενη στις πράξεις της υπεξαίρεσης και της απάτης.." είναι αβάσιμα.

Απορριπτέος, τέλος, ως αβάσιμος είναι ο τελευταίος λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις, εκ του άρθρου 559 αρ. 9,1 άλλως 19 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλειες, καθόσον από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561§2 εκτίμηση της αγωγής, προκύπτει, ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι υπέβαλαν αίτημα να απειληθεί σε βάρος της πρώτης εναγομένης και σε καθένα των λοιπών εναγομένων προσωπική κράτηση διαρκείας τριών μηνών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ ως μέσο εκτελέσεως της εκδοθησομένης αποφάσεως και για κάθε μελλοντική παράβαση και επομένως το Εφετείο το οποίο απήγγειλε κατ' αυτών προσωπική κράτηση ενός μηνός και χρηματική ποινή 1.000 ευρώ για κάθε παράβαση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες σ'αυτό αναιρετικές πλημμέλειες.

Μετά απ'αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος των παρισταμένων αναιρεσειόντων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, της υπόθεσης ως προς τον τέταρτο αναιρεσείοντα και τον δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης, ως προς αυτούς.

Απορρίπτει την από 5.6.2008 αίτηση των "Μ. Τ. και Σια ΕΕ", Μ. - Μ. Τ., Λ. Τ. και Ν. Π. κατά της Σ. Τ.. Και Επιβάλλει σε βάρος των ως άνω αναιρεσειόντων την δικαστική δαπάνη της παραπάνω αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ