Legislator Case Law & Legislation
226/2025 AI generated

Appeal against excessive compensation for moral damage dismissed partially due to violation of proportionality principle.

Case Number 226/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision on moral damage compensation. The appellants argued that the awarded sum of 5,000 euros per person was disproportionately high compared to similar cases. The Court found that the lower court violated the principle of proportionality by exceeding the limits of its discretionary power, thus ordering a remand for recalculation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 57, 59, 914, 932 of the Civil Code; The Supreme Court holds that a second instance court's award of moral damages must adhere to the principle of proportionality and cannot exceed the extreme limits of its discretionary power.

Keywords

AI generated
moral damage compensation principle of proportionality discretionary power limits civil code articles appeal admissibility remand for retrial judicial discretion

Cited Legislation

AI generated
Articles 57, 59, 914, 932 of the Civil Code
Articles 74, 80, 81, 556, 558 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 179, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 226 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 226/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής, όπως νομίμως εκπροσωπείται, που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων της Γεωργίου Λεβέντη, Κωνσταντίνου Ρέμελη, Ξενοφώντα Κοντιάδη, Γιάννη Καρούζο, Δημήτριο Λαδά, Στυλιανή Μαχαίρα και Παύλο Παπαδόπουλο, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: Α) 1. Γ. Δ. του Α., … και 115. Χ.. Σ.. του Ν.., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Σουλτάνας Ελευθεριάδου και Χρυσάνθης Υφαντή, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις.

Β) Της Τριτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "... που εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Σοφίας Καζάκου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως(ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή της και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2021 αγωγή των ήδη Α) αναιρεσίβλητων, την από 1-2-2022 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη Β) αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν η .../2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, η .../2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-10-2023 αίτησή της και τους από 31-1-2024 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθ. 74, 80, 81 παρ.3, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στην δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διότι δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός εάν κατά την δίκη εκείνη ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα και κατέστη κατά τον τρόπο αυτόν κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά στην πρόσθετη παρέμβαση, σε κάθε όμως περίπτωση ο προσθέτως παρεμβάς καλείται στην συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 220/2023, ...1/2023, 4/2020, 569/2013, 1049/2010).

Πάντως, αν η αναίρεση του καθ' ου η παρέμβαση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος δεν ιδρύει απαράδεκτο (ΑΠ 569/2013, ΑΠ 880/2003) και εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 5/2023,1295/2019). Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, καθ' ο μέρος της στρέφεται κατά της αναιρεσίβλητης ... που είχε ασκήσει απλή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των λοιπών αναιρεσιβλήτων - εναγόντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εφόσον η προσθέτως παρεμβάσα δεν ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα και δεν κατέστη κύρια διάδικος, ούτε η αναίρεση αφορά στην παρέμβαση αυτή, θα εκτιμηθεί ως κλήση κατά τη συζήτηση της αιτήσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 81παρ.3 του ΚΠολΔ, προκειμένου η ως άνω αναιρεσίβλητη να ενημερωθεί για την εξέλιξη της δίκης, στην οποία (δίκη της αναίρεσης) η τελευταία νομίμως παρίσταται, ζητώντας την απόρριψή της.

Με την από 30-10-2023 (αρ.εκθ.καταθ. 56/2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η .../2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών. Με την ως άνω απόφαση απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 25-8-2022 έφεση και οι από 7-10-2022 πρόσθετοι λόγοι έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αρ. .../2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και η ασκηθείσα υπέρ των εναγόντων πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων.

Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης παραδεκτοί είναι και οι από 31-1-2024 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε κατά την ίδια ημεροχρονολογία (αριθμ.

εκθ. καταθ. 23/31-1-2024) και επιδόθηκε νόμιμα στους αναιρεσιβλήτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (5-3-2024), που ορίστηκε για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (βλ. τις υπ' αριθμ. 3813Ζ' και 3814Ζ'/1-2-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Σ.

Χ.).

Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να συνεκδικασθούν, αφού είναι συναφείς, αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, μαζί με την αίτηση (ΑΠ 304/2020, 805/2020, 894/2018) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά.

Δεν απαιτείται, όμως, η επιμέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 425/2021, 10/2021, 78/2020, 667/2018). Έτσι, αν προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίστηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 518/2023, 425/2021, 752/2020, 667/2018).

Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου αναιρετικού λόγου, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ.10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά περιστατικά που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, και συγκεκριμένα ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο χώρο του εργοστασίου της είναι παρένθετα πρόσωπα αυτής, ότι τα χρέη της δεν εξυπηρετούνται, ότι η επιχειρηματική επιλογή της για τη μίσθωση των εγκαταστάσεών της έχει ζημιώσει το Ελληνικό Δημόσιο και τους λοιπούς πιστωτές της.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθώς, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο προς σχηματισμό της κρίσης του και του αποδεικτικού του πορίσματος σε σχέση με τη λειτουργία της αναιρεσείουσας μέσω παρένθετων εταιρειών, έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικά μνημονεύονται σ` αυτή, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία συνεκτιμήθηκαν, ήτοι, "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων και της προσθέτως παρεμβαίνουσας......

που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ..., το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται νομότυπα οι διάδικοι...., προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα...., είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων[........], την υπ' αριθμ. 647/23-5-2022 ένορκη βεβαίωση[......], την υπ' αριθμ. 648/23-5-2022 ένορκη βεβαίωση [......], την υπ' αριθμ. 649/23-5-2022 ένορκη βεβαίωση[......], την υπ' αριθμ. 652/30-5-2022 ένορκη βεβαίωση[.....], την υπ' αριθμ. 589/23-5-2022 ένορκη βεβαίωση[.....], την υπ' αριθμ. 2912/30-5-2022 ένορκη βεβαίωση[.....], και την υπ' αριθμ. 2914/30-5-2022 ένορκη βεβαίωση[.....]", χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά εκάστου εξ αυτών (αποδεικτικών μέσων) για κάθε φερόμενο ως αποδειχθέν πραγματικό περιστατικό, δηλαδή δεν δέχθηκε πράγματα ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και, συνεπώς δεν υπέπεσε στην εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενη πλημμέλεια.

Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιλαμβάνονται στον ίδιο λόγο, ότι δεν αποδείχθηκε η μη αποπληρωμή ή διευθέτηση των χρεών της, ποια ήταν η νέα εταιρεία που εμφανίστηκε ως παρένθετη και δεν δεσμεύεται από τις υποχρεώσεις της προηγούμενης και ποιες ήταν οι υποχρεώσεις που αθετήθηκαν, είναι απαράδεκτες, γιατί ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, παραμόρφωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επόμ.

του Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, υπό την προϋπόθεση ότι το περιστατικό που δέχθηκε ήταν κρίσιμο για τη διάγνωση της διαφοράς (Ολ.Α.Π. 42/2002) και όχι όταν το δικαστήριο εξετίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου, ακριβώς όπως έχει, ύστερα από ορθή ανάγνωσή του και κατέληξε από την εκτίμηση αυτού, μόνου ή σε συσχετισμό με τις υπάρχουσες υπόλοιπες αποδείξεις, σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 34/2023, 1154/2021, 1181/2019), αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για διαγνωστικό λάθος, αλλά για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει όμως από τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 124/2023, 1181/2019, 1093/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 4-1-2020 επιστολής του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας προς το Διοικητικό Συμβούλιο του σωματείου εργαζομένων, διαστρεβλώνοντας το πραγματικό του περιεχόμενο, αφού το περιεχόμενό του ήταν ότι οι θέσεις εργασίας των εναγόντων υπάρχουν (υπήρχε ρητή αναφορά σ' αυτό ότι: "οι θέσεις εργασίας σας είναι εδώ και σας περιμένουν"), πλην Εφετείο συνήγαγε ότι, εξ αντιδιαστολής προκύπτει ότι, εφόσον δεν υπογραφούν οι συμβάσεις δανεισμού εκ μέρους των εργαζομένων, δεν θα υπάρχουν οι θέσεις εργασίας.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος είναι αβάσιμος, διότι με την πιο πάνω κρίση του το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς το έγγραφα αυτό, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση αυτού (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή περιστατικών προδήλως διαφορετικών από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβαναν, αλλά από το περιεχόμενό του, τα οποία σωστά ανέγνωσε, άντλησε συμπεράσματα και κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό.

IV. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρου 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο.

Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του.

Ωστόσο ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρου 83 παρ. 3 του κ.ν. 2190/1920, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 281, 288 και 200 ΑΚ, όταν, δηλαδή, γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 198/2023).

Ειδικότερα, η εταιρεία, ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί κοινωνικό κυρίως σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρ. 5§1 και 12§§ 1, 3. Η χρησιμοποίηση έτσι της εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας.

Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο, αλλά πρέπει να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρ. 281 Α.Κ. και οι συνέπειες της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. 'Ετσι, σε περιπτώσεις κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας, ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας ή κατ' άλλη έκφραση η διείσδυση στο υπόστρωμά της και η επέκταση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ' αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης.

Σε κάθε πάντως περίπτωση η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλεια της, με την έννοια ότι η εταιρεία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρθρ. 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρο 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση (ΟλΑΠ2/2013, ΑΠ 1152/2023, ΑΠ 406/2021, 810/2020, 1355/2018).

Κατάχρηση του θεσμού της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι δυνατό να γίνει και από άλλο νομικό πρόσωπο και συγκεκριμένα από μητρική εταιρεία σε βάρος θυγατρικής της ή από εταιρείες του ίδιου ομίλου επιχειρήσεων. Ειδικά μάλιστα στο χώρο των ομίλων επιχειρήσεων, οι συνθήκες αδιαφάνειας ως προς τη δομή και τη δράση τους συναξιολογείται ως επιμέρους κριτήριο, προς το σκοπό άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου (ΑΠ 308/2023, 1090/2021, 1091/2021).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).

Με τη διάταξη δε του άρθρου 1 του ΚΠολΔ ορίζεται περαιτέρω ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια β) ... γ)..., ενώ με τη διάταξη του άρθρου 2 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές ...

και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι κρίσιμη από την άποψη της συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας, είναι η φύση του δικαιώματος και, γενικότερα η φύση της έννομης σχέσης, που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς, και όχι η εκτελεστή πράξη της Διοίκησης, από την οποία απορρέει το δικαίωμα αυτό ή η σχέση.

Το κύρος δε και η νομιμότητα της εκτελεστής αυτής πράξης των οργάνων της διοίκησης στις περιπτώσεις αυτές, ερευνάται κατά το άρθρο 2 του ΚΠολΔ από τα πολιτικά δικαστήρια παρεμπιπτόντως, ακόμη και μετά την πάροδο της προθεσμίας ακύρωσης αυτής (ΑΠ 281/2017, ΑΠ 1627/2017, ΑΠ 1709/2010, ΑΠ 127/2002), εφ' όσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί με νόμο και δεν υπάρχει περί του κύρους αυτής απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, παράγουσα δεδικασμένο και δεσμεύουσα τα πολιτικά δικαστήρια (ΟλΑΠ 1/2018, 447/1984, ΑΠ 646/2023, ΑΠ 1163/2019, 1366/2018, 229/2016).

Εξάλλου, το πολιτικό δικαστήριο, όταν εξετάζει παρεμπιπτόντως μία διοικητική πράξη, ελέγχει μόνο, αν η διοίκηση ενήργησε μέσα στα πλαίσια της νομοθετικής εξουσιοδότησης, αν τήρησε τους καθορισμένους τύπους, αν ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά το νόμο, αν εκδόθηκε από το αρμόδιο όργανο ή καθ' υπέρβαση της εξουσίας του και τέλος αν είναι ή όχι αιτιολογημένη.

Δηλαδή ο παρεμπίπτων έλεγχος έχει την έννοια, ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν τη διοικητική πράξη, που θεωρούν άκυρη κ.λ.π., ούτε αποκρούουν την εκτελεστότητά της, αλλά απλώς δεν την εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση(ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 246/2019). Έτσι, στην περίπτωση του παρεμπίπτοντος ελέγχου υπάρχει εξαίρεση και δεν θεμελιώνεται ο από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 81/2023,1286/2020, 2248/2014, 647/2011, 2010/2009).

Περαιτέρω, το άρθρο 25 του π.δ. 368/1989, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 του ν.4472/2017, με τίτλο "Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας (ΑΣΕ)", ορίζει, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Σύνθεση: 1.- Στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας λειτουργεί Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας. Το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας λειτουργεί σε ολομέλεια και σε Τμήματα. 2...................... 3.

Το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας, έχει τα ακόλουθα Τμήματα: α)......β)........γ)..........δ)...........ε)............στ) Τμήμα Ελέγχου Ομαδικών Απολύσεων................7Β. Το Τμήμα Ελέγχου Ομαδικών Απολύσεων απαρτίζεται από: α) Τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ως Πρόεδρο, με αναπληρωτή του τον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Εργασίας και Ένταξης στην Απασχόληση.

β) Τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με τον αναπληρωτή του.γ) Έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με τον αναπληρωτή του, που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

δ) Έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης με τον αναπληρωτή του, που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης. ε) Έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργείου Οικονομικών με τον αναπληρωτή του, που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. στ) Πέντε (5) εκπροσώπους της Γ.Σ.Ε.Ε.

με τους αναπληρωτές τους. ζ) Έναν (1) εκπρόσωπο του Σ.Ε.Β. με τον αναπληρωτή του. η) Έναν (1) εκπρόσωπο της Ε.Σ.Ε.Ε. με τον αναπληρωτή του. θ) Έναν (1) εκπρόσωπο της Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε. με τον αναπληρωτή του. ι) Έναν (1) εκπρόσωπο του Σ.Ε.Τ.Ε. με τον αναπληρωτή του. ια) Έναν (1) εκπρόσωπο με τον αναπληρωτή του, που υποδεικνύονται από κοινού από τον Σ.Ε.Β., την Ε.Σ.Ε.Ε., τη Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε.

και τον Σ.Ε.Τ.Ε......... Αρμοδιότητες: 17. Στην αρμοδιότητα του Τμήματος Ελέγχου Ομαδικών Απολύσεων ανήκει ο έλεγχος σχεδιαζόμενων ομαδικών απολύσεων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5 του ν. 1387/1983 (Α` 110).". Ακολούθως, με το άρθρο 3 του Ν.1387/1983 ("Ελεγχος Ομαδικών απολύσεων και άλλες διατάξεις"), όπως ισχύει, με τίτλο "Υποχρέωση εργοδότη για πληροφόρηση και διαβούλευση",ορίζονται τα ακόλουθα: 1.

Ο εργοδότης πριν προχωρήσει σε ομαδικές απολύσεις οφείλει να προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων με σκοπό να ερευνηθεί η δυνατότητα αποφυγής ή μείωσης των απολύσεων και των δυσμενών συνεπειών τους. 2. Ο εργοδότης οφείλει: α) να παρέχει στους εκπροσώπους των εργαζομένων όλες τις χρήσιμες πληροφορίες και β) να τους ανακοινώνει εγγράφως :

αα) τους λόγους του σχεδίου απολύσεων ββ) τον αριθμό και τις κατηγορίες των υπό απόλυση εργαζομένων γγ) τον αριθμό και τις κατηγορίες των συνήθως απασχολούμενων εργαζομένων δδ) το χρονικό διάστημα στο οποίο πρόκειται να γίνουν απολύσεις εε) τα κριτήρια για την επιλογή των εργαζομένων που θα απολυθούν.

Οι παραπάνω υποχρεώσεις εφαρμόζονται ανεξάρτητα αν η απόφαση για τις ομαδικές απολύσεις λαμβάνεται από τον εργοδότη ή από επιχείρηση που ελέγχει τον εργοδότη. Για παραβάσεις των υποχρεώσεων της ενημέρωσης, διαβούλευσης καικοινοποίησης δεν λαμβάνεται υπόψη, ως δικαιολογία, το επιχείρημα του εργοδότη ότι η επιχείρηση που έλαβε την απόφαση για ομαδικές απολύσεις δεν του παρέσχε τις αναγκαίες πληροφορίες.

Η έλλειψη ενημέρωσης του εργοδότη από την επιχείρηση, που έλαβε την παραπάνω απόφαση, δεν αίρει την υποχρέωσή του. 3. Αντίγραφα των εγγράφων αυτών υποβάλλονται από τον εργοδότη στο Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας (Α.Σ.Ε.). 4. Στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, ο εργοδότης μπορεί να θέσει υπ` όψιν των εργαζομένων κοινωνικό πλάνο για τους υπό απόλυση εργαζόμενους, δηλαδή μέτρα άμβλυνσης των επιπτώσεων της απόλυσης, όπως ποσά για κάλυψη αυτασφάλισης, διαθέσιμα ποσά μέσω εταιρικής κοινωνικής ευθύνης για κατάρτιση και συμβουλευτική για επανένταξη στην αγορά εργασίας, ενέργειες για την αξιοποίηση ειδικών προγραμμάτων από τον Ο.Α.Ε.Δ.

αντιμετώπισης της επαπειλούμενης ανεργίας των υπό απόλυση εργαζομένων, καθώς και δυνατότητες, μεθόδους και κριτήρια για την κατά προτεραιότητα επαναπρόσληψή τους. Εξάλλου, το άρθρο 5 του ίδιου Νόμου, με τίτλο "Διαδικασία ομαδικών απολύσεων", ορίζει τα ακόλουθα:1. Η προθεσμία των διαβουλεύσεων μεταξύ των εργαζομένων και του εργοδότη είναι τριάντα (30) ημέρες και αρχίζει από την πρόσκληση του εργοδότη για διαβουλεύσεις στους κατά το προηγούμενο άρθρο εκπροσώπους των εργαζομένων.

Το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων διατυπώνεται σε πρακτικό που υποβάλλεται από τον εργοδότη στο Α.Σ.Ε.. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων μπορούν να καταθέτουν στο Α.Σ.Ε. υπόμνημα επί των διαβουλεύσεων. 2. Αν υπάρξει συμφωνία των μερών, οι ομαδικές απολύσεις πραγματοποιούνται σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας και ισχύουν δέκα (10) ημέρες από την ημερομηνία υποβολής του πρακτικού διαβούλευσης στο Α.Σ.Ε.. 3.

Αν δεν υπάρξει συμφωνία των μερών, το Α.Σ.Ε., με αιτιολογημένη απόφαση που εκδίδει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία υποβολής του πρακτικού διαβούλευσης, διαπιστώνει αν τηρήθηκαν οι υποχρεώσεις του εργοδότη προς ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, καθώς και η υποχρέωση κοινοποίησης των σχετικών εγγράφων, σύμφωνα με το άρθρο 3.

Για το σκοπό αυτόν, το Α.Σ.Ε. μπορεί να καλεί και να ακούει τόσο τους κατά το άρθρο 4 εκπροσώπους των εργαζομένων και τον ενδιαφερόμενο εργοδότη όσο και πρόσωπα που διαθέτουν ειδικές γνώσεις πάνω σε επιμέρους τεχνικά θέματα. Αν το Α.Σ.Ε. κρίνει πως οι ανωτέρω υποχρεώσεις του εργοδότη τηρήθηκαν, οι απολύσεις ισχύουν είκοσι (20) ημέρες από την έκδοση της απόφασης.

Σε αντίθετη περίπτωση, το Α.Σ.Ε. παρατείνει τις διαβουλεύσεις των μερών ή τάσσει προθεσμία στον εργοδότη, ώστε εκείνος να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες προς εκπλήρωση των ανωτέρω υποχρεώσεων. Αν το Α.Σ.Ε., με νέα απόφαση, διαπιστώσει πως τηρήθηκαν οι υποχρεώσεις του εργοδότη, οι απολύσεις ισχύουν είκοσι (20) ημέρες από την έκδοση της απόφασης.

Σε κάθε περίπτωση, οι απολύσεις ισχύουν εξήντα (60) ημέρες από την κοινοποίηση του πρακτικού διαβούλευσης της παραγράφου 1. 4. Σε ομαδικές απολύσεις που προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατόπιν δικαστικής απόφασης, δεν εφαρμόζονται οι παράγραφοι 2 και 3.". Από τις αμέσως προπαρατεθείσες διατάξεις, προκύπτει αβίαστα ότι η απόφαση του Α.Σ.Ε., το οποίο είναι συλλογικό διοικητικό όργανο, με την οποία αυτό διαπιστώνει αν τηρήθηκαν οι υποχρεώσεις του εργοδότη προς ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και η υποχρέωση κοινοποίησης των σχετικών εγγράφων (σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.1387/1983), και, σε καταφατική περίπτωση, είναι εφικτή η ολοκλήρωση της διαδικασίας των ομαδικών απολύσεων, αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη και όχι απλή έκφραση γνώμης χωρίς δεσμευτικότητα.

Και τούτο γιατί, η συγκεκριμένη κρίση του εν λόγω οργάνου, δεν διατυπώνεται ασύνδετα προς τη συγκεκριμένη διαδικασία ομαδικών απολύσεων, αλλ' αντιθέτως, τελεί σε συνάρτηση προς τη διαδικασία απολύσεως συγκεκριμένου προσωπικού και αφορά άμεσα τα ενδιαφερόμενα μέρη (εργοδότρια και εργαζομένους), επεμβαίνοντας ρυθμιστικά στις σχέσεις τους, καθ' όσον, μετά την εκφορά της ως άνω κρίσης, χωρίς τη μεσολάβηση απόφασης άλλου οργάνου, πραγματοποιούνται οι ομαδικές απολύσεις, επέρχονται, δηλαδή, οι προβλεπόμενες από το νόμο έννομες συνέπειες για τα μέρη.

Αντίθετο συμπέρασμα δεν δύναται να συναχθεί από την ρύθμιση του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του άνω νόμου, με βάση την οποία προβλέπεται η ισχύς των απολύσεων σε κάθε περίπτωση μετά την πάροδο εξήντα ημέρων από την κοινοποίηση του πρακτικού διαβούλευσης της παραγράφου 1, αφού η διάταξη αυτή, κατατείνουσα στην εντός ευλόγου χρόνου άρση της εκκρεμότητας των ομαδικών απολύσεων και ερμηνευόμενη σε συνάρτηση με το γενικότερο ρυθμιστικό πλαίσιο, στο οποίο εντάσσεται, κρίνεται ότι ισχύει μόνον στην περίπτωση που δεν έχει εκδοθεί απόφαση του Α.Σ.Ε.

εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος, οπότε ανακύπτει χρεία εξαιρετικής ρυθμίσεως του θέματος. Διαφορετική ερμηνεία, με βάση την οποία η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται -και συνεπώς οι απολύσεις ισχύουν- ακόμη και σε περίπτωση που το Α.Σ.Ε. αποφανθεί διαφορετικά ή έχει χορηγήσει παράταση της προθεσμίας διαβουλεύσεων, η οποία εξακολουθεί να ισχύει παρά την πάροδο του 60νθημέρου, καθιστά κενό γράμμα, τόσο τις διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων της πιο πάνω παρ.3 του άρθρου 5 του Ν.1387/1983, όσο και του άρθρου 3 της Οδηγίας 98/59 προς εναρμόνιση με την οποία αυτές εκδόθηκαν, και που παρέχουν μια στοιχειώδη προστασία στους εργαζομένους με την επιβολή της τήρησης των υποχρεώσεων του εργοδότη για κοινοποίηση των εγγράφων στην αρμόδια Αρχή.

Περαιτέρω, η διοικητική αυτή πράξη του Α.Σ.Ε., όπως ρητά ορίζεται στο νόμο, έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα, δυνάμενη να ακυρωθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας, υπόκειται δε σε παρεμπίπτοντα έλεγχο του κύρους και της νομιμότητάς της από τα πολιτικά δικαστήρια, εφόσον ο έλεγχος αυτός δεν έχει αποκλεισθεί με νόμο και δεν έχει εκδοθεί δεσμευτική απόφαση του ΣτΕ για το κύρος της.

Στον έλεγχο της νομιμότητας, εξάλλου, συγκαταλέγεται και η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου κατά την έκδοση της πράξεως. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ - που ορίζει ότι "Κατ' εξαίρεση ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, λόγο αναίρεσης από εκείνους που αναφέρονται στους αριθμούς, 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559", η αυτεπάγγελτη εξέταση λόγων αναιρέσεως προϋποθέτει, αφ' ενός ότι δεν προσκρούει σε δικονομικά απαράδεκτα της αναιρετικής διαδικασίας και αφ' ετέρου ότι υπάρχουν στην προσβαλλομένη απόφαση διαπιστωμένες παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των αναφερομένων στην ιδία παράγραφο λόγων αναιρέσεως (πρβλ.ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 714/19, 1427/2017). 'Ετι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 4/2005).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο αναιρετήριο έγγραφο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατή η διαπίστωση, αν και ποιον από τους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Αν ο αναιρετικός λόγος δεν περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία, απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα και χωρίς να αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διατάξεως, χωρίς προσδιορισμό των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 476/2024, ΑΠ 56/2020, ΑΠ 275/2017).

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 233/2022, 965/2020, 1184/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που παραδεκτά επισκοπείται, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...'Απαντες οι ενάγοντες εργάζονται στην εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης αορίστου χρόνου. Συγκεκριμένα [..........]. Οι περισσότεροι από τους ανωτέρω ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι είχαν καταρτίσει συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ... η οποία ανήκε στην Αγροτική Τράπεζα και ήταν στην ουσία κρατική επιχείρηση και μεμονωμένοι ενάγοντες είχαν καταρτίσει συμβάσεις με την ίδια την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα ως προκύπτει από τις ανωτέρω ημερομηνίες πρόσληψης. Η εταιρεία (Β.Φ.Λ. Α.Ε.) αποκρατικοποιήθηκε και συγχωνεύθηκε την 12-03-2010 με την εταιρία με την επωνυμία ...", οπότε και συστήθηκε νέα εταιρία κατ' άρθρο 68 ν. 2190/1920, ήτοι η νυν εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα.

Συνεπώς όλοι οι ενάγοντες είναι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου της νυν εναγόμενης. Το έτος 2015, η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα επικαλούμενη τη συσσώρευση υπέρογκων χρεών έναντι του Δημοσίου, των Τραπεζών, των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης και κοινής ωφελείας και τις με βάση τον δημοσιευθέντα το έτος 2015 ισολογισμό, χρήσης του έτους 2014, ζημιογόνες χρήσεις που είχαν προηγηθεί, προέβη σε μίσθωση τμήματος αγρού ιδιοκτησίας της συνολικής επιφάνειας του αγρού 2.574.626 τ.μ.)

και των επ' αυτού ανεγερθέντων βιομηχανικών εγκαταστάσεων στο οποίο στεγαζόταν οι μονάδες παραγωγής και εμπορίας αμμωνίας, οξέων και αζωτούχων λιπασμάτων, ήτοι τμήματος εκτάσεως 1.151.641,17 τ.μ. μετά των ανωτέρω κτισμάτων, που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως και ορίων οικισμού στην περιοχή των κοινοτήτων Χαλκερού και Νέας Καρβάλης του Νομού ..., στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΑΓΡΟΛΙΠ Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία" με διακριτικό τίτλο ...

και έδρα την Αθήνα επί της οδού Πανεπιστημίου αρ.16, όπως μετονομάστηκε κατόπιν τροποποίησης του καταστατικού της (βλ. το από 16-01-2015 ΦΕΚ τ. ΠΡΑ.Δ.ΙΤ.), η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..., που συστήθηκε στις 20-12-2013, δυνάμει του από 27-08-2015 συμφωνητικού μίσθωσης, έναντι ετήσιου μισθώματος ύψους 510.000 ευρώ ετησίως πλέον Φ.Π.Α ( 23%) ποσού 117.300 ευρώ με χρονική διάρκεια μίσθωσης τα είκοσι (20) έτη, ήτοι από 01-09-2015 έως 31-08-2035.

Η ανωτέρω εταιρία με την επωνυμία ΕΛΑΑΓΡΟΛΙΠ Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία με διακριτικό τίτλο ... με αριθμό ΓΕΜΗ 128405901000, είχε αρχικό μετοχικό κεφάλαιο ύψους 24.000 ευρώ, κατά δε την πρώτη εταιρική χρήση από 20-12-2013 έως και 31-12-2014 εμφάνισε μηδενικές πωλήσεις και ζημίες 11,84 ευρώ, ενώ δεν απασχολούσε έμμισθο προσωπικό.

Χαρακτηριστικό δε είναι ότι κατά τον χρόνο υπογραφής του από 27-08-2015 συμφωνητικού μίσθωσης ακινήτου, όπως προκύπτει από αυτό, τόσο η εκμισθώτρια εταιρία (εκκαλούσα), όσο και η μισθώτρια εταιρία ... έδρευαν στην ίδια διεύθυνση, ήτοι επί των οδών .... Στη συνέχεια τον Δεκέμβριο του έτους 2015 η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα, προέβη στη μίσθωση άλλου τμήματος του ανωτέρω ακινήτου της, εκτάσεως 1.228.759,09 τ.μ.

και των επ' αυτού ανεγερθέντων βιομηχανικών εγκαταστάσεων, συνολικής επιφάνειας 36.141 τ.μ., στο οποίο στεγαζόταν οι μονάδες παραγωγής και εμπορίας φωσφορικού οξέος και σύνθετων λιπασμάτων, στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ... που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου επί της οδού ..., με υποκατάστημα στην Ελλάδα επί των οδών Πεντέλης αρ. 34, στο Παλαιό Φάληρο Αττικής με ΓΕΜΗ ..., δυνάμει του από 11-12-2015 συμφωνητικού μίσθωσης έναντι μηνιαίου μισθώματος ύψους 50.000 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.

με χρονική διάρκεια μίσθωσης τα είκοσι (20) έτη, ήτοι από 11-12-2015 έως 10-12-2035. Η εν λόγω εταιρία συστάθηκε σύμφωνα με το Κυπριακό Δίκαιο με έδρα τη Λευκωσία και εγγράφηκε στο οικείο Μητρώο στις 04-02-2014, ενώ στις 02-12-2015, κατόπιν έγκρισης της εγκατάστασης υποκαταστήματός της στην Ελλάδα, καταχωρίστηκε στο ΓΕΜΗ με αριθμό ..., με έδρα επί των οδών Πεντέλης αρ. 34, στο Παλαιό Φάληρο Αττικής, όπως προαναφέρθηκε.

Επισημαίνεται δε ότι και αυτή η μισθώτρια εταιρία έχει στην Ελλάδα την ίδια έδρα που είχε η εκμισθώτρια - εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα, πριν την αλλαγή της τον Σεπτέμβριο του έτους 2015 και την ίδια έδρα με την μισθώτρια εταιρία ... Σύμφωνα δε με τα δημοσιευθέντα στοιχεία διοίκησης και εκπροσώπησής της, γραμματέας της είναι η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ...

η οποία είναι επίσης γραμματέας της συσταθείσας στις 06-10-2014 κυπριακής επίσης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Η τελευταία αυτή εταιρία, η οποία από τις 07-11-2014 είχε εγκαταστήσει υποκατάστημα στην Ελλάδα, κείμενο επί της οδού Θεοφάνους αρ. 12 στην Αθήνα (ίδια διεύθυνση στην οποία είχε μεταφερθεί για μικρό χρονικό διάστημα, η έδρα της εταιρίας ...

δραστηριοποιούταν ήδη εργολαβικά στο εργοστάσιο λιπασμάτων της εναγόμενης - εκκαλούσας, ενώ ήδη (η εταιρία αυτή) έχει λυθεί και αντικατασταθεί από μια άλλη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ... με αριθμό ΓΕΜΗ .... Μετά την κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων μίσθωσης, η εναγόμενη διατήρησε μόνο το τμήμα εμπορίας λιπασμάτων, ενώ οι δυο μισθώτριες εταιρίες, προκειμένου να συνεχιστεί η εκ μέρους τους λειτουργία του εργοστασίου, έλαβαν άδειες λειτουργίας αόριστης διάρκειας από την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και συγκεκριμένα στις 18-09-2015 χορηγήθηκε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ...

με την υπ' αριθμ. πρωτ. .../18-09-2015 απόφαση του Περιφερειάρχη Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης άδεια λειτουργίας λόγω αλλαγής φορέα στο συγκρότημα παραγωγής και εμπορίας αμμωνίας, οξέων και αζωτούχων λιπασμάτων και στις 24-12-2015 χορηγήθηκε στην εταιρία με την επωνυμία ... με την υπ' αριθμ. Πρωτ..../24-12-2015 απόφαση του Περιφερειάρχη Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης άδεια λειτουργίας λόγω αλλαγής φορέα και κτηριακής τροποποίησης στο συγκρότημα παραγωγής και εμπορίας φωσφορικού οξέος και σύνθετων λιπασμάτων.

Η στελέχωση των ανωτέρω εταιριών με το κατάλληλο εκπαιδευμένο προσωπικό που απαιτούνταν τόσο για την αδειοδότηση, όσο και για τη λειτουργία των μονάδων τους έλαβε χώρα με την κατάρτιση συμβάσεων δανεισμού με το σύνολο σχεδόν των εργαζομένων της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας. Συγκεκριμένα, ενόψει του επικαλούμενου από την εναγόμενη κινδύνου διακοπής της λειτουργίας του εργοστασίου και αφού τέθηκε στους εργαζόμενους το ζήτημα μεταβίβασης της επιχείρησης ή δανεισμού των εργαζομένων αρχικά στην εταιρία ...

και στη συνέχεια, μετά την κατάρτιση της δεύτερης μίσθωσης, στην εταιρία ... υπογράφηκαν τον Σεπτέμβριο του έτους 2015 με την εναγόμενη, την ... και με καθένα από τους εργαζόμενους συμβάσεις δανεισμού τους, τρίμηνης διάρκειας, οι οποίες παρατάθηκαν για έξι ακόμη μήνες και τον μήνα Δεκέμβριο υπογραφήκαν με την ...

συμβάσεις δανεισμού εξάμηνης διάρκειας. Με τον τρόπο αυτό όλες οι συμβάσεις δανεισμού έληγαν τον ίδιο περίπου χρόνο (Ιούνιο του έτους 2016). Σύμφωνα δε με τον όρο 6 των ανωτέρω συμβάσεων, μετά τη λήξη τους, οι εργαζόμενοι δικαιούνταν να επανέλθουν στην εναγόμενη, με τους ίδιους όρους αμοιβής και εργασίας που ίσχυαν μέχρι την έναρξη του δανεισμού, ενώ στον όρο 4 των συμφωνητικών προβλέφθηκε ότι για τις πάσης φύσεως αποδοχές και αποζημιώσεις του κάθε δανειζόμενου εργαζόμενου για την παροχή των υπηρεσιών του και γενικότερα για κάθε αξίωσή του από την εργασιακή σχέση και τη σχέση δανεισμού, παράλληλα με την εργοδότρια εταιρία (εναγόμενη) θα ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο και η δανειζόμενη εταιρία.

Παρά ταύτα, η εναγόμενη εκκαλούσα με σκοπό αποφυγής της τήρησης του ως άνω όρου 6 των συμβάσεων και ενόψει του γεγονότος ότι στις 26-12-2015 έληγε η ισχύς της από 27-12-2012 Ενδοεπιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, εξήγγειλε τον μήνα Απρίλιο του έτους 2016, πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου, το οποίο παρατάθηκε μέχρι τις 29-06-2016, σύμφωνα με το οποίο οι εργαζόμενοι που θα δήλωναν συμμετοχή στο πρόγραμμα, θα ελάμβαναν πλήρη αποζημίωση καταγγελίας της σύμβασης αορίστου χρόνου με βάση την προϋπηρεσία τους, σύμφωνα με τις αποδοχές Απριλίου 2016 και επιπλέον το ποσό των 1.000 ευρώ.

Σε όσους δε εργαζόμενους δεν ακολουθούσαν το πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου, η εναγόμενη πρότεινε την κατάρτιση νέας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου (διάρκειας 14 μηνών) με μια από τις δύο μισθώτριες εταιρίες ή την εργολάβο εταιρία με την ... και καθορισμό των συμβατικών αποδοχών του μισθωτού στο συνολικό ποσό των 1.500 ευρώ μικτά.

Μετά ταύτα, όσοι εκ των εργαζομένων δεν ακολουθήσαν το ανωτέρω πρόγραμμα, μεταξύ των οποίων ήταν και οι ενάγοντες, αρχικά τους δόθηκε από την εναγόμενη άδεια αναψυχής, στη συνέχεια τέθηκαν σε διαθεσιμότητα και εν τέλει οι ανωτέρω συμβάσεις εργασίας τους καταγγέλθηκαν άπασες κατά το έτος 2016. Στο μεταξύ τέλη του ίδιου έτους, ήτοι στις 29-12-2016, δυνάμει του με ίδια ημερομηνία ιδιωτικού συμφωνητικού λύσης μίσθωσης, λύθηκε η μίσθωση του ανωτέρω τμήματος του ακινήτου εκτάσεως 1.151.641,17 τ.μ.

και των επ' αυτού βιομηχανικών εγκαταστάσεων στο οποίο στεγαζόταν οι μονάδες παραγωγής και εμπορίας αμμωνίας, οξέων και αζωτούχων λιπασμάτων, που είχε καταρτιστεί ανάμεσα στην εταιρία ... και την εναγόμενη, η οποία την επόμενη ημέρα, ήτοι την 30ή Δεκεμβρίου 2016, εκμίσθωσε αυτό με το από 30-12-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ...".

Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε σε 19 έτη, η οποία θα άρχιζε την 1η Ιανουαρίου 2017 και θα έληγε την 31η Δεκεμβρίου 2035, το δε μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 42.500 ευρώ μηνιαίως, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α. που ίσχυε κατά το χρόνο της μίσθωσης. Η εν λόγω νέα μισθώτρια μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρία συστάθηκε στις 16-12-2016, δυνάμει του υπ'αριθμ. .../16-12-2016 συμβολαιογραφικού έγγραφου σύστασης μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρείας της συμβολαιογράφου Αικατερίνης Δαφνομήλη, το οποίο καταχωρίστηκε στις 19-12-2016 στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ) με αριθμό ..., από τη μοναδική μέτοχό της, ιδιωτική μετοχική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ...", που εδρεύει στην Λευκωσία της Κύπρου, η οποία συστάθηκε στις 30-05-2016 και καταχωρήθηκε στο μητρώο εταιρειών Κύπρου στις 06-06-2016 με αριθμό μητρώου HE ..., μοναδική μέτοχος της οποίας (της ...

είναι η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ... η οποία έχει οριστεί διευθυντής της, ενώ Γραμματέας της ορίστηκε η εταιρία με την επωνυμία ... (βλ. το υπ' αριθμ. .../16-12-2016 συμβολαιογραφικό έγγραφο σύστασης μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρείας της συμβολαιογράφου Αικατερίνης Δαφνομήλη που προσκομίζει μετ' επικλήσεως η εκκαλούσα), η οποία είναι επίσης γραμματέας της εταιρίας ...

και της ως άνω εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ... όπως προαναφέρθηκε. Έδρα της ως άνω μισθώτριας εταιρίας ορίστηκε ο Δήμος Καλλιθέας Αττικής, επί της οδού Παπαφλέσσα αρ. 2 και το αρχικό της μετοχικό κεφάλαιο ανερχόταν στο ποσό των 24.000 ευρώ, ήτο στο ίδιο ποσό που ανερχόταν και των άλλων ως άνω δύο μισθωτριών εταιριών.

Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. πρωτ. .../22-02-2017 απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη ... τροποποιήθηκε η άδεια λειτουργίας του συγκροτήματος παραγωγής και εμπορίας αμμωνίας, οξέων και αζωτούχων λιπασμάτων λόγω αλλαγής φορέα στο όνομα της ανωτέρω νέας μισθώτριας εταιρίας. Αποδείχθηκε δε ότι και η ανωτέρω εταιρία δεν είχε προηγούμενο κύκλο εργασιών, δεν απασχολούσε δικό της προσωπικό, δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο, ως εκ τούτου η έναρξη της δραστηριότητάς της έλαβε χώρα με την εμφάνισή της στο εργοστάσιο λιπασμάτων τον Δεκέμβριο του έτους 2016, ενώ συστάθηκε λίγες μόλις ημέρες πριν την κατάρτιση της ανωτέρω μίσθωσης.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατόπιν άσκησης σχετικών αγωγών, αναγνωρίστηκε δικαστικώς με την έκδοση αρκετών αποφάσεων κυρίως του Πρωτοδικείου ..., η ακυρότητα των ανωτέρω καταγγελιών που έλαβαν χώρα το έτος 2016, ώστε οι ενάγοντες να συνεχίσουν να εργάζονται αδιαλείπτως [βλ. .........]. Μετά ταύτα και με σκοπό την οριστική διευθέτηση της ανωτέρω επιδικίας που υπήρχε μεταξύ αφενός των απολυμένων εργαζομένων και εδώ εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων και αφετέρου της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας, αλλά και των ανωτέρω μισθωτριών εταιριών (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) και την εξωδικαστική επίλυση της εργατικής διαφοράς, μετά και από τη συμφιλιωτική παρέμβαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Εργασίας, υπογράφηκε με καθένα από τους ενάγοντες στις 31-12-2017 και 01-01-2018 τα με ίδια ημερομηνία ιδιωτικά συμφωνητικά εξωδικαστικής επίλυσης διαφοράς, στα οποία συμβλήθηκαν ως αφενός συμβαλλόμενη η εναγόμενη, ως αφετέρου συμβαλλόμενος ο κάθε ενάγων και ήδη εφεσίβλητος εργαζόμενος και ως εκ τρίτου συμβαλλόμενες είτε η (πρώην) μισθώτρια ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...

είτε η μισθώτρια εταιρία με την επωνυμία "... (ανάλογα με την εταιρία στην οποία εργαζόταν ο κάθε συμβαλλόμενος - ενάγων), καθώς και η νέα μισθώτρια ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... με τα οποία συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων και συγκεκριμένα με τον όρο 2.1 αυτών (αυτολεξεί) τα εξής: " Η εργασιακή σχέση του αφετέρου συμβαλλόμενου, ως σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου θεωρείται εν ισχύ και ως ουδέποτε διακοπείσα, ενώ ρητά μεταξύ των εδώ συμβαλλόμενων συμφωνείται ότι ο εργαζόμενος θα επανέλθει στην εργασία του το αργότερο έως στις 22-1-2018 για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο εργοστάσιο υπό την ίδια ειδικότητα στην ίδια θέση ή συναφή θέση εργασίας και με τις αποδοχές που ελάμβανε κατά τον χρόνο που έπαυσε να απασχολείται.

Ο μισθός μηνός Ιανουαρίου 2018 θα καταβληθεί ακέραιος στον αφετέρου συμβαλλόμενο ανεξαρτήτως της ημερομηνίας που θα κληθεί αυτός στην εργασία του και των ημερών που θ' απασχοληθεί εντός του μηνός Ιανουάριου 2018. Δεδομένου, ωστόσο, ότι η αφενός συμβαλλόμενη επίκειται στο προσεχές χρονικό διάστημα να υπαχθεί σε διαδικασία εξυγίανσης, η οποία θα της επιτρέψει την απρόσκοπτη λειτουργία του εργοστασίου και συνακόλουθα θα εξασφαλίσει τη διατήρηση της θέσης εργασίας του αφετέρου συμβαλλόμενου, στο παρόν στάδιο συμφωνείται ότι ο αφετέρου εργαζόμενος ταυτόχρονα με την έναρξη προσφοράς της εργασίας του δανείζεται από την αφενός συμβαλλόμενη στην εκ τρίτου συμβαλλόμενη για διάστημα 12 μηνών με δυνατότητα παράτασης του δανεισμού αυτού μέχρι το πέρας της εξυγίανσης και μέχρι να προκόψει ο φορέας εκμετάλλευσης του εργοστασίου.

Μετά το πέρας της εξυγίανσης ο αφετέρου συμβαλλόμενος θα επιστρέψει σε αυτή απασχολούμενος στην ίδια θέση ή συναφή θέση εργασίας εντός του εργοστασίου. Σε περίπτωση που μέσω της εξυγιαντικής διαδικασίας η εκμετάλλευση του εργοστασίου θα αναληφθεί οριστικά από μία εκ των εδώ τρίτων συμβαλλόμενων εταιρειών, η εργασιακή σχέση του αφετέρου συμβαλλόμενου θα μεταβιβαστεί αυτοδικαίως ως έχει σε αυτή.

Αν τέλος προκύψει νέο νομικό πρόσωπο προς ανάληψη της λειτουργίας του εργοστασίου, άπαντες οι εδώ συμβαλλόμενοι θα μεριμνήσουν προς διευθέτηση των διαδικαστικών ενεργειών αδιάκοπτης μεταβίβασης της εργασιακής σχέσης του αφετέρου συμβαλλόμενου, ενώ σε κάθε περίπτωση συνομολογούν ότι η μεταβίβαση αυτή θα επέρχεται και αυτοδικαίως ως αυτόθροη συνέπεια της μεταβίβασης επιχείρησης, εφαρμοζόμενου του ΠΔ 178/2002.

Ανεξαρτήτως της ενάρξεως ή μη εξυγιαντικής διαδικασίας και ανεξαρτήτως της εκβάσεως αυτής, τα μέρη συμφωνούν ότι ο εργαζόμενος θα συνεχίσει να απασχολείται στο εργοστάσιο σε όποια εταιρεία το εκμεταλλεύεται. Ο παρών όρος δε θίγει την πλήρη ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος εκ μέρους του εργοδότη που θα αναλάβει τις εργασιακές συμβάσεις (Το ανωτέρω εδάφιο περιλαμβανόταν στα από 01-10-2018 συμφωνητικά).

Με τον όρο 2.2 δε, συμφωνήθηκαν (αυτολεξεί) τα εξής: "Ο αφετέρου συμβαλλόμενος εργαζόμενος δεσμεύεται να συνδράμει στη διαδικασία εξυγίανσης, συναινώντας ή παρεμβαίνοντας υπέρ αυτής, αφού βεβαίως προηγουμένως χορηγηθεί σε αυτόν αντίγραφο της συμφωνίας εξυγίανσης, της απευθυνόμενης προς το αρμόδιο Δικαστήριο αιτήσεως επικύρωσης και των συνοδευόμενων αυτής εγγράφων, καθώς και οποιουδήποτε άλλου εγγράφου ή δικογράφου κριθεί απαραίτητο.

Η αφενός συμβαλλομένη δεσμεύεται ότι μεταξύ των στόχων του σχεδίου εξυγίανσης που θα υλοποιηθεί είναι και η συνέχιση της απασχόλησης του αφετέρου συμβαλλόμενου εντός του εργοστασίου. Περαιτέρω, ρητά δεσμεύεται ότι οποιαδήποτε συμφωνία συνάψει με πιστωτές της δεν θα περιλαμβάνει περικοπή των υφισταμένων ή μελλοντικών εργατικών αξιώσεων από οποιαδήποτε αιτία, ούτε θα προβλέπει τμηματική εξόφληση αυτών, υπερισχύουσας της παρούσας συμφωνίας ή τυχόν άλλων συναφθέντων ή συναφθησομένων μελλοντικά μεταξύ εργοδοσίας και εργαζομένων.

Επίσης έναντι των εργαζομένων δεν θα ισχύει κανένα προληπτικό μέτρο, ούτε και τα εκ του νόμου αυτοδικαίως ισχύοντα". Από τα ανωτέρω συμφωνητικά (που προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως από την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα), αποδεικνύεται αφενός ότι εργασιακή σχέση του κάθε εργαζόμενου - συμβαλλόμενου, ενάγοντα, θα συνεχιζόταν κανονικά ως σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, θεωρούμενη ως ουδέποτε διακοπείσα, στο ίδιο ή συναφές αντικείμενο εργασίας και με τις ίδιες αποδοχές που ελάμβανε κατά το χρόνο που έπαυσε να απασχολείται, αρχής γενομένης της απασχόλησής του από τις 22-01-2018, αφετέρου ότι ο κάθε εργαζόμενος - συμβαλλόμενος, ενάγων, συναινούσε στο δανεισμό της εργασίας του στη νέα ως άνω εμφανισθείσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...

μόνο όμως υπό την προϋπόθεση αφενός της, σε σύντομο χρονικό διάστημα, υπαγωγής της εναγόμενης σε διαδικασία εξυγίανσης, η οποία θα της επέτρεπε την απρόσκοπτη λειτουργία του εργοστασίου και συνακόλουθα θα εξασφάλιζε τη διατήρηση της θέσης εργασίας του και αφετέρου της περιορισμένης χρονικής διάρκειας του δανεισμού του (ενός έτους) ή έστω παράτασης του δανεισμού τους μέχρι το πέρας της εξυγίανσης και μέχρι να προκύψει ο φορέας εκμετάλλευσης του εργοστασίου, ο οποίος (φορέας) μπορεί να ήταν μια εκ των τριών συμβαλλομένων εταιριών, ή άλλο νομικό πρόσωπο, με τη δέσμευση όμως της εναγόμενης και των λοιπών ως εκ τρίτου συμβαλλόμενων εταιριών ότι στην τελευταία αυτή περίπτωση η εργασιακή σχέση του αφετέρου συμβαλλόμενου θα μεταβιβαζόταν αυτοδικαίως ως έχει, ως αυτόθροη συνέπεια της μεταβίβασης επιχείρησης, εφαρμοζόμενου του ΠΔ 178/2002.

Με άλλα λόγια με τα ανωτέρω συμφωνητικά εξασφαλιζόταν η απρόσκοπτη συνέχιση της εργασιακής σχέσης του κάθε ενάγοντος στις εγκαταστάσεις της εναγόμενης, ως σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με τους ίδιους όρους (αποδοχών και αντικειμένου εργασίας), σε οποιοδήποτε φορέα μεταβιβαζόταν η επιχείρηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 178/2002.

Άλλωστε τον εκάστοτε εργαζόμενο ενδιαφέρει κυρίως η συνέχιση της εργασίας του με τους ίδιους όρους και συνθήκες, ανεξάρτητα από τον φορέα που εκμεταλλεύεται την επιχείρηση. Κατόπιν τούτων, πράγματι οι ενάγοντες επέστρεψαν τον Ιανουάριο του έτους 2018 κανονικά στις θέσεις εργασίας τους, (όντες οι μοναδικοί εργαζόμενοι στο εργοστάσιο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου), ενώ σε εκτέλεση από πλευράς τους του ανωτέρω συμφωνητικού εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς, υπέγραψε ο καθένας από αυτούς στις 31-12-2018 με την εναγόμενη και τη νέα μισθώτρια εταιρία με την επωνυμία "...

παράταση της συμφωνηθείσας σύμβασης δανεισμού για ακόμη 12 μήνες, ήτοι μέχρι την 31-12-2019, με ρητή αναφορά ότι κατά τα λοιπά εξακολουθεί να ισχύει το από 31-12-2017 ή 01-01- 2018 (ανάλογα ποιο είχε υπογράψει κάθε εργαζόμενος) ιδιωτικό συμφωνητικό εξωδικαστικής επίλυσης διαφοράς. Αποδείχθηκε, ωστόσο, ότι λίγο πριν τη λήξη της ανωτέρω σύμβασης δανεισμού και ενώ οι ενάγοντες ανέμεναν από την εναγόμενη εταιρία να προβεί σε διαδικασίες εξυγίανσης της εταιρίας ή σε μεταβίβαση της επιχείρησης σε νέο φορέα σύμφωνα με το Π.Δ. 178/2002, σύμφωνα με όσα είχε δεσμευθεί με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό εξωδικαστικής επίλυσης διαφοράς, τούτη συνεχίζοντας την προηγούμενη τακτική της, προέβη στις 23-12-2019 σε νέα εκμίσθωση του ανωτέρω τμήματος του ακινήτου εκτάσεως 1.151.641.17 τ.μ.

και των επ' αυτού βιομηχανικών εγκαταστάσεων στο οποίο στεγαζόταν οι μονάδες παραγωγής και εμπορίας αμμωνίας, οξέων και αζωτούχων λιπασμάτων, στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ..., ενώ στις 24-12-2019 λύθηκε η μίσθωση της εναγόμενης με την εταιρία με την επωνυμία "... Με το ως άνω από 23-12-2019 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, συμφωνήθηκε ότι η διάρκεια της μίσθωσης θα ήταν εικοσαετής, ήτοι θα άρχιζε στις 31-12-2019 και θα έληγε στις 31-12-2039, ενώ το μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 42.500 ευρώ τον μήνα πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α.

που ίσχυε κατά τον χρόνο κατάρτισης της μίσθωσης. Η ανωτέρω μισθώτρια εταιρία είναι υποκατάστημα που συστάθηκε στην Ελλάδα στις 13- 12-2019 με αριθμό ΓΕΜΗ ... και έδρα επί των οδών Πεντέλης αρ. 34 και Ζησιμοπούλου 11, στο Παλαιό Φάληρο Αττικής, από την αλλοδαπή εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", η οποία συστάθηκε στις 04-12-2019 με βάση το Κυπριακό Δίκαιο, έχει αριθμό μητρώου HE ...

και έδρα στη Λευκωσία της Κύπρου. Αποδείχθηκε ότι και αυτή η εταιρία, όπως και όλες οι προαναφερόμενες ως άνω μισθώτριες εταιρίες, συστήθηκε λίγο πριν την κατάρτιση της ανωτέρω μίσθωσης, δεν είχε προηγούμενο κύκλο εργασιών, δεν απασχολούσε δικό της προσωπικό, δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο, ως εκ τούτου η έναρξη της δραστηριότητάς της έλαβε χώρα με την εμφάνισή της στο εργοστάσιο λιπασμάτων τέλη Δεκεμβρίου του έτους 2019.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με τη λήξη της προηγούμενης σύμβασης δανεισμού, ήτοι στις 31-12-2019, η εναγόμενη κάλεσε τους ενάγοντες να υπογράψουν νέες τριμερείς συμβάσεις δανεισμού με την νέα εταιρία, προκειμένου να συνεχίσουν την εργασία τους στις εγκαταστάσεις της εναγόμενης. Οι ενάγοντες, αντιλαμβανόμενοι ότι μέσω αυτής της τακτικής που ακολουθούσε από το έτος 2015 έως και το έτος 2019, η εναγόμενη προέβαινε σε κατάχρηση του θεσμού της νομικής προσωπικότητας και της περί μεταβίβασης της επιχείρησης και συγκεκριμένα ότι η εναγόμενη συνέχιζε την παραγωγική της δραστηριότητα, παρά τα όσα αντίθετα υποστήριζε, μέσω των ανωτέρω εταιριών, ισχυρίστηκαν ότι η σύμβαση δανεισμού με την ως άνω τέταρτη εταιρία είναι εικονική, ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για μια ακόμη παρένθετη εταιρία και ότι με τον τρόπο αυτό (τον δανεισμό) και προκειμένου η εναγόμενη να αποδεσμευτεί από τους όρους των ανωτέρω συμφωνητικών, με απώτερο σκοπό να απαλλαγεί από τους εργαζόμενους της που συνέχιζαν να απασχολούνται με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, εμφάνιζε την εταιρία αυτή ως μια τρίτη, άσχετη με την εναγόμενη, εταιρία, ένα νέο νομικό πρόσωπο, που δεν θα δεσμευόταν από το ανωτέρω συμφωνητικό εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς.

Για τους λόγους αυτούς, οι ενάγοντες, με εξώδικες δηλώσεις τους, στις οποίες εξέθεταν τους ανωτέρω ισχυρισμούς τους, δήλωσαν στην εναγόμενη ότι θα δεχόταν να υπογράψουν τη σύμβαση δανεισμού με την επιφύλαξη της εικονικότητας αυτής, (στην ουσία ότι πρόκειται για παρένθετη εταιρία) η οποία θα περιεχόταν στο κείμενο αυτής.

Η εναγόμενη αρνήθηκε την πρόταση αυτή και τους κάλεσε να υπογράψουν τη σύμβαση δανεισμού προκειμένου να συνεχίσουν να εργάζονται στο εργοστάσιο. Τελικά, οι ενάγοντες αρνήθηκαν να υπογράψουν τη σύμβαση δανεισμού, δηλώνοντας με σχετικές εξώδικες δηλώσεις -προσκλήσεις προς την εναγόμενή ότι προσφέρουν προσηκόντως την εργασία τους, καλώντας την εργοδοσία να την αποδεχθεί, η οποία όμως αρνήθηκε να τους απασχολήσει στις θέσεις εργασίες που είχαν μέχρι και την 31-12-2019.

Μετά από αυτά, η εναγόμενη ακολουθώντας τη διαδικασία του Ν. 1387/1983 περί ομαδικών απολύσεων, κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας όλων των εναγόντων εντός του μηνός Αυγούστου 2021 και συγκεκριμένα κατά τις ημερομηνίες [.........................]. Ειδικότερα, ο λόγος άρνησης των εναγόντων να υπογράψουν τη σύμβαση δανεισμού, ήταν ότι εάν δε γινόταν κοινώς αποδεκτό ότι με τον δανεισμό τους στην εταιρία με την επωνυμία ..., οι ίδιοι συνέχιζαν στην πραγματικότητα να προσφέρουν την εργασία τους στην εναγόμενη, τότε η τελευταία θα μπορούσε βάσιμα να υποστηρίξει ότι πράγματι η ..., δεν είναι παρένθετη εταιρία, ότι η ίδια (η εναγόμενη) στερείται παραγωγικής δραστηριότητας και πως δεν υφίστανται οι θέσεις εργασίας, ώστε οι συμβάσεις εργασίας πρέπει να καταγγελθούν, όπως και καταγγέλθηκαν.

Πράγματι, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι λόγοι που την οδήγησαν στις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας, ήταν οικονομοτεχνικοί και ειδικότερα ότι η ίδια στερείται παραγωγικής δραστηριότητας, ότι συνεπώς δεν υφίστανται θέσεις εργασίας για τους ενάγοντες και ότι οι τελευταίοι αρνήθηκαν κακόπιστα τον δανεισμό τους στην ανωτέρω εταιρεία, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς της, είναι η μόνη λύση για μείωση του μισθολογικού της κόστους, αλλά κυρίως για την εξασφάλιση της απασχόλησης του προσωπικού της. [............].

Στην προκειμένη όμως περίπτωση, αποδείχθηκε ότι δεν συντρέχει κάποια από τις ως άνω προϋποθέσεις που επιβάλλουν τη σύμβαση δανεισμού, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω δανειζόμενες εταιρίες, συμπεριλαμβανόμενης και της τελευταίας, ήταν πιο εύρωστες οικονομικά από την εναγόμενη, ώστε να εξυγιανθούν τα οικονομικά της τελευταίας, δεδομένου ότι τούτες είχαν συσταθεί λίγους μήνες πριν την κατάρτιση της εκάστοτε σύμβασης μίσθωσης και σύμβασης δανεισμού, χωρίς να έχουν αναπτύξει προηγουμένως οποιαδήποτε επιχειρηματική δράση, χωρίς οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο με αρχικό μετοχικό κεφάλαιο μόλις 24.000 ευρώ.

Αντιθέτως από όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι εν τοις πράγμασι υφίσταται σύνδεση μεταξύ όλων των ανωτέρω μισθωτριών - δανειζουσών εταιριών, υπό την έννοια ότι εμφάνιζαν πολλά κοινά σημεία. Συγκεκριμένα, όλες οι ανωτέρω εταιρείες, είτε ιδρύθηκαν λίγο πριν την ανάμιξη στην λειτουργία του εργοστασίου, είτε δεν εμφάνιζαν δραστηριότητα πριν την ανάμιξή τους στην λειτουργία του εργοστασίου, όπως προαναφέρθηκε.

Το μετοχικό τους κεφάλαιο είναι κατά κανόνα ελάχιστο, ιδίως αν ληφθεί υπόψιν η εκμετάλλευση που αναλαμβάνουν εντός του εργοστασίου. Η έδρα των νομικών προσώπων ήταν πολλές φορές όχι μόνο κοινή, αλλά και ταυτιζόμενη με την έδρα της νυν εναγόμενης. Συγκεκριμένα, η διεύθυνση επί των οδών Πεντέλης 34 και Ζησιμοπούλου 11, Παλαιό Φάληρο, έχει κατά καιρούς υπάρξει η έδρα:

της εναγόμενης (.............), της εταιρίας ... (.............), της εταιρίας ... (................) και της εταιρίας ... (...............). Επίσης, στην οδό Θεοφάνους αρ. 12 του δήμου Αθηναίων έχουν στεγαστεί κατά καιρούς τα γραφεία της έδρας τόσο της εταιρίας ... (..............), όσο και της εταιρίας ..., εργολαβική που διαδέχθηκε την τελευταία και της ..., η οποία συστάθηκε στις 15- 10-2020 και δραστηριοποιείται επίσης εργολαβικά στο εργοστάσιο.

Τα Διοικητικά Συμβούλια εμφανίζουν συχνές εναλλαγές, υπάρχει σχέση μεταξύ των προσώπων που μετέχουν στο Δ.Σ. των ανωτέρω εταιρειών και προσώπων που έχουν μετάσχει στο Δ.Σ. της νυν εναγόμενης τέλος, υφίστανται πρόσωπα που έχουν μετάσχει σε Διοικητικά Συμβούλια περισσοτέρων της μίας εταιρείας, ενώ παράλληλα πλείστα άλλα μέλη Διοικητικών Συμβουλίων των ανωτέρω εταιριών, δηλώνουν την αυτή κατοικία εντός Ελλάδας και συγκεκριμένα την διεύθυνση Κωλέττη 8Α, στην Παλαιά Πεντέλη.

Πρόκειται για τους: α) Χ. Χ. του Τ., με Δ.Α.Τ. 150595/17.5.2004 ταυτότητα ευρωπαϊκής ένωσης, με Α.Φ.Μ. .../ΔΟΥ κατοίκων εξωτερικού, μέλος Δ.Σ. της ... (...........), β) Μ. Χ. του Ν., με Δ.Α Τ. .../21.8.2009/κυπριακής δημοκρατίας, με Α.Φ.Μ. .../ΔΟΥ κατοίκων εξωτερικού, μέλος Δ.Σ. της ανωτέρω εταιρείας (..............), γ) Κ. Τ. του Σ., με δελτίο κυπριακής ταυτότητας .../30.4.2014.

με Α.Φ.Μ. .../ΔΟΥ κατοίκων εξωτερικού, μέλος Δ.Σ. της ανωτέρω εταιρείας (.............), δ) Δ. Π. του Λ., με δελτίο ταυτότητας κυπριακής δημοκρατίας υπ' αριθμ. 408561 και Α.Φ.Μ ..., μέλος Δ.Σ. της ... (..............), ε) Π. Α. του Κ., με δελτίο ταυτότητας κυπριακής δημοκρατίας ... και Α.Φ.Μ. ..., μέλος Δ.Σ. της ανωτέρω εταιρείας (..................), στ) Στέλιο Κωνσταντινίδη του Ανδρέα.

γεν. 25.9.1941 με Α.Φ.Μ. .../Δ.Ο.Υ. κατοίκων εξωτερικού, Πρόεδρο του Δ.Σ. και νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας ... (...............), ζ) Ανδρέα Κωνσταντινίδη του Στέλιου και της Σταυρούλας, γεν. 6.3.1971, με Α,Φ.Μ. .../ΔΟΥ κατοίκων εξωτερικού, μέλος Δ.Σ. της ανωτέρω εταιρείας (...............), η) Λοΐζο Κωνσταντινίδη του Στέλιου και της Σταυρούλας, γεν. 22.11.1973, με Α.Φ.Μ, .../ΔΟΥ κατοίκων εξωτερικού, μέλος Δ.Σ.

της ανωτέρω εταιρείας (..............), θ) Δήμητρα Κέντη του Κυριάκου Ιωάννου, γεν 30.3.1968, με Α.Φ.Μ. .../ΔΟΥ κατοίκων εξωτερικού, μέλος Δ.Σ. της ανωτέρω εταιρείας (................) και ι) Γεώργιο Κωνσταντινίδη του Κώστα και της Πολυξένης, γεννηθέντα στις 04-12-1953, με αριθμ. ... δελτίο ταυτότητας κυπριακής δημοκρατίας και Α.Φ.Μ. ...

της Δ.Ο.Υ. κατοίκων Εξωτερικού, νόμιμο και φορολογικό εκπρόσωπο και αντίκλητο της εταιρίας ... (..........). Στα παραπάνω στοιχεία θα πρέπει να προστεθεί ότι την ανωτέρω κατοικία έχουν δηλώσει κατά καιρούς μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης όπως: α) ο Δημήτριος Μιχαήλ του Μιχαήλ Κωνσταντίνου, γεν. 11.3.1946 στην Κύπρο, με Α,Φ.Μ. .../Δ.Ο.Υ.

κατοίκων εξωτερικού (............). β) ο Παύλος Αθανασιάδης του Σάββα, γεν. 13.4.1951, με Α Φ.Μ. .../Δ.Ο.Υ. κατοίκων εξωτερικού (............) και γ) ο Παύλος Γεωργίου του Γεωργίου Ταρπούκα, γεν. 2.10.1973, με Α.Φ.Μ. .../ΔΟΥ κατοίκων εξωτερικού (............). Επιπλέον επισημαίνεται ότι ο Π. Π. του Μ. και της Ο., κάτοχος του υπ' αριθμ. ...11.10.2013 δελτίου κυπριακής ταυτότητας, με Α.Φ.Μ. ...

μέλος του Δ.Σ. της ..., ταυτίζεται με τον νόμιμο εκπρόσωπο της ... (............), αλλά και της ..., ότι ο Παναγιώτης Αγαπίου έχει διατελέσει μέλος Δ Σ. της ... και εκπρόσωπος της ... ότι ... δήλωνε στα πλαίσια της Διοίκησης Εκπροσώπησης ως γραμματέα τη ..., ήτοι το ίδιο πρόσωπο που δήλωνε ως Γραμματέα τόσο η εταιρία ... και η ..., όσο και η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ...

η οποία είναι μοναδική μέτοχος της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ...", η οποία με τη σειρά της είναι μοναδική μέτοχος της εταιρίας με την επωνυμία ..., όπως προαναφέρθηκε, ότι ... δήλωνε ως νόμιμη εκπρόσωπο την Ζ. Κ. του Χ., με Α.Φ.Μ .../ΔΟΥ κατοίκων εξωτερικού (............), ήτοι το ίδιο πρόσωπο με την ....

Επίσης, διευθυντικά αυτών στελέχη είχαν συγγενικές σχέσεις μεταξύ τους, καθότι Γενικός Διευθυντής της ... ήταν ο Δ. Μ. και Διευθυντής της ... ο αδελφός του Ν. Μ., ενώ ως νόμιμος εκπρόσωπος της ... φέρεται πρόσωπο με το όνομα Κ. Μ. (............). Τέλος, στα Διοικητικά Συμβούλια των ανωτέρω εταιρειών, τα οποία έχουν αλλάξει μέλη πλείστες φορές (σχεδόν κάθε χρόνο) για αδιευκρίνιστους λόγους, η σύνθεσή τους παρουσιάζεται κατά καιρούς οικογενειακή:

σημειώνεται εν προκειμένω το Διοικητικό Συμβούλιο της ... που απαρτίζεται από τους Κ. Β., Μ. Β. και Α. Β. του Κ. και της Μ., το οποίο λειτούργησε μόνο για μία ημέρα, την 24.6.2021 (............), όπως και το Διοικητικό Συμβούλιο της ... που αποτελείται από τους ανωτέρω αναφερθέντες λόγω κατοικίας επί της Κωλέττη αρ. 8Α Σ. Κ., Α.

Κ. και Λ. Κ..

Συνεπώς, αποδεικνύεται η διασύνδεση εδρών και προσώπων τόσο των ανωτέρω εταιρειών μεταξύ τους, όσο και με την ίδια την εναγόμενη, με την οποία μάλιστα η ... χρησιμοποιούσε ως αρμόδια του διαχειριστικού ελέγχου την ίδια ελεγκτική εταιρεία, την "FRS Πρότυπος Ελεγκτική Ανώνυμη Εταιρεία Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές" με ΑΜ/ΣΟΕΛ 160.

Η ανωτέρω διασύνδεση όλων των ανωτέρω εταιριών μεταξύ τους συμπεριλαμβανόμενης και της τελευταίας (...), ενισχύεται και από άλλα ουσιαστικά στοιχεία όπως το γεγονός ότι όλες αυτές οι εταιρίες, δεν είχαν δικό τους εργατικό προσωπικό, αλλά χρησιμοποίησαν για τη δραστηριότητά τους, κατά το μεγαλύτερο μέρος εργατικό δυναμικό που χρησιμοποιούσε επί σειρά ετών η εναγόμενη, όπως και προ αυτής η εταιρία " ...

Το ότι το συμφωνηθέν ποσό μισθώματος ήταν ουσιωδώς μειωμένο και δυσανάλογο σε σχέση με το αντάλλαγμα, (δεν ξεπερνούσε το ποσό των 50.000 ευρώ μηνιαίως πλέον βέβαια Φ.Π.Α., ενώ στις δύο τελευταίες μισθώσεις ανερχόταν στο ίδιο ποσό των 42.500 ευρώ), δεδομένου ότι η κάθε μια από τις ανωτέρω μισθώτριες εταιρίες δεν μίσθωνε μόνο το ακίνητο και τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις - κτίσματα (εργοστάσιο), όπως αναφέρεται στα μισθωτήρια, αλλά έκανε χρήση και του μηχανολογικού εξοπλισμού αυτών, ο οποίος κατά την κοινή συναλλακτική πείρα, δύναται να προσεγγίζει σε αξία και τις κτηριακές εγκαταστάσεις.

Ουδόλως δε, προκύπτει με σαφήνεια αν τα μισθώματα έχουν πράγματι καταβληθεί, σε κάθε δε περίπτωση παρά το γεγονός ότι έχει γίνει αναφορά σε ορισμένα έγγραφα ήτοι στην 'Εκθεση Δραστηριοτήτων και Χρηματοοικονομικής Κατάστασης της Εταιρείας Ελληνικά Λιπάσματα και Χημικά ... που υπογράφεται από τον Ανδρέα Κουτούπη, και στη Έκθεση Ελέγχου όσον αφορά τις δραστηριότητες και της χρηματοοικονομικής κατάστασης της εταιρείας Ελληνικά Λιπάσματα και Χημικά ...

που υπογράφεται από τον Α. Κ., που προσκομίστηκαν από την εναγόμενη ότι έχουν προκαταβληθεί κάποια μισθώματα, δεν προκύπτει το ποσό που έχει προκαταβληθεί, δεδομένου ότι δεν προσκομίζονται σχετικά καταθετήρια έγγραφα σε τραπεζικούς λογαριασμούς ή άλλου είδους απόδειξη. Καίριο σημείο είναι και το γεγονός ότι η εναγόμενη, ουδέποτε κίνησε διαδικασίες εξυγίανσης, ή πτώχευσης παρά τις επικαλούμενες έντονες οικονομικές δυσχέρειες ήδη από το έτος 2015 και την επικαλούμενη έλλειψη παραγωγικής της δραστηριότητας και παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις της για αυτό προς τους ενάγοντες, προκειμένου τούτοι να υπογράψουν συμβάσεις (ολιγόχρονου) δανεισμού, οι οποίες μάλιστα (διαβεβαιώσεις για έναρξη διαδικασίας εξυγίανσης) περιέχονταν ρητά στα από 31-12-2017 και 01-01-2019 ιδιωτικά συμφωνητικά εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς.

Ουδέποτε όμως έλαβε χώρα τέτοια διαδικασία (............).Ταυτόχρονα, η επισήμανση της έλλειψης πτωχευτικής διαδικασίας, ώστε να αποδεικνύεται εμφανώς η πραγματική διακοπή της παραγωγικής και οικονομικής δραστηριότητας της εναγόμενης επισημαίνεται και στην προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 844/2018 του ΣτΕ. Άλλωστε, με την υπ' αριθμ. .../1/3.1.2017 απόφαση ΚΕΑΟ κρίθηκε για τις εταιρίες ...

ότι: "από τη σχετική έρευνα και όσα παραπάνω αναφέρονται, προκύπτει ότι οι ανωτέρω επιχειρήσεις έχουν την ίδια δραστηριότητα, λειτουργούν στον ίδιο εργασιακό χώρο (έδρα και παραρτήματα) και απασχολούν κατά περιόδους κοινό προσωπικό.

Συνεπώς οι επιχειρήσεις αυτές φαίνεται ότι υπηρετούν τα ίδια επιχειρηματικά συμφέροντα και για το λόγο αυτό θεωρούμε ότι συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις συνυπευθυνότητας που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. .../20-11-1995 Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους...". Επίσης, με την υπ' αριθμ.

Ε/ε/4/18.1.2017 απόφαση της Διευθύντριας Β' Υποκαταστήματος Μισθωτών Αττικής - Αθηνών - Νοτίου Τομέα, δημοσιευθείσα ένα ολόκληρο έτος μετά, ήτοι την 18.1.2018, κρίθηκαν ως συνυπεύθυνες οι ... καθότι η απόφαση έκρινε, μεταξύ άλλων ότι "... οι πιο πάνω επιχειρήσεις κατ' ουσία αποτελούν μια οικονομική ενότητα με αδιαμφισβήτητη την συνυπευθυνότητα αυτών..." Ενόψει όλων των ανωτέρω, κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός του εναγόντων και συγκεκριμένα ότι η εναγόμενη χρησιμοποίησε όλες τις ανωτέρω εταιρείες ως παρένθετα πρόσωπα, ούτως ώστε ως προς τους τρίτους να φαίνεται ότι αυτές ασκούν κάθε παραγωγική δραστηριότητα εντός του εργοστασίου και ότι η ίδια είναι απογυμνωμένη από κάθε έσοδο.

Στην πραγματικότητα όμως οι εταιρείες αυτές στερούνταν επαρκούς οργάνωσης, χρηματοδότησης και περιουσιακών στοιχείων, (χρησιμοποιώντας ακριβώς τις εγκαταστάσεις και το προσωπικό που χρησιμοποιούσε προηγουμένως η εναγόμενη, στεγαζόμενες κατά περίπτωση σε έδρα της εναγόμενης και με πολλαπλά μέλη του Δ.Σ.

να δηλώνουν ως κατοικία εντός Ελλάδας την ίδια διεύθυνση, που δηλωνόταν και από μέλη του Δ.Σ. της εναγόμενης όπως ανωτέρω αναπτύχθηκε), ώστε στην πραγματικότητα κάτω από την εταιρική τους επωνυμία να δρα η ίδια η εναγόμενη. Η ίδια κρίση περιλαμβάνει και την ..., την οποία η εναγόμενη χρησιμοποίησε συνεχίζοντας την ίδια ομοιόμορφη πρακτική που ξεκίνησε προ οκταετίας περίπου, με τη χρήση παρένθετων προσώπων, δεδομένου ότι και τούτη έχει ιδρυθεί λίγο πριν την εμπλοκή της στην εκμετάλλευση του εργοστασίου λιπασμάτων, με ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο, ποσού 24.000 ευρώ (το ίδιο με τις λοιπές εταιρίες), κανένα περιουσιακό στοιχείο, με έδρα που συμπίπτει με παλαιό έδρα της εναγόμενης στην οδό Πεντέλης 34 και Ζησιμοπούλου 11, Παλαιό Φάληρο, ο δε εκπρόσωπός της στην Ελλάδα έχει την ίδια ακριβώς διεύθυνση Κωλέττη αρ. 8Α με τους νόμιμους εκπροσώπους και των άλλων εταιριών, όπως προεκτέθηκε, με βούληση να χρησιμοποιηθεί το ίδιο προσωπικό, όπως και από τις προηγούμενες εταιρείες και με την καταβολή ουσιωδώς μικρού μισθώματος, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε και επισημαίνεται, ανέρχεται στο ίδιο ακριβώς ποσό με το συμφωνηθέν καταβαλλόμενο μίσθωμα από την εταιρία ...

Ενόψει των ανωτέρω ουδόλως προκύπτει η αποχώρηση της εναγόμενης από την εκμετάλλευση των μονάδων αμμωνίας, οξέων και αζωτούχων λιπασμάτων και κατά συνεπεία κρίνεται ότι τόσο οι δανεισμοί εργατικού δυναμικού που προηγήθηκαν, όσο και αυτός που επρόκειτο να λάβει χώρα με τους ενάγοντες ήταν προσχηματικοί και ψευδεπίγραφοι, σύμφωνα και με τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα.

Ο λόγος που χρησιμοποιήθηκε η ανωτέρω τακτική ήταν, να απαλλαγεί η εναγόμενη από την εκπλήρωση των οφειλών της προς τρίτους (η ύπαρξη των χρεών αυτών ομολογείται από την εναγομένη, βλ. σελ. 59 επ. προτάσεων) και τη σχετική κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών (..........), β) να μην εξυπηρετηθούν οι οφειλές των επιμέρους εταιρειών προς Δημόσιο και τρίτους, καθότι μετά την συσσώρευση ικανού ποσού οφειλών θα μπορούσε να εμφανιστεί νέα παρένθετη εταιρεία, χωρίς να δεσμεύεται από τις υποχρεώσεις της προηγούμενης και κυρίως γ) να απαλλαγεί η εναγόμενη από την δέσμευση των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου.

Όσον αφορά την μη εξυπηρέτηση των οφειλών των παρένθετων εταιρειών, σύμφωνα με τον μάρτυρα Π. Κ., πρόκειται για χρέη που κυμαίνονται στο 1.000.000 με 1.500.000 ευρώ εκάστη, για την εταιρεία ... ότι έχει ήδη συσσωρεύσει μη εξυπηρετούμενες οφειλές προς το Δημόσιο ύψους 1.018.569 ευρώ και ότι η ... έχει και αυτή μη εξυπηρετούμενες οφειλές ύψους 3.4 εκατομμυρίων ευρώ- άλλωστε, άλλος κρίσιμος λόγος για την εναλλαγή περισσότερων παρένθετων προσώπων που θα εξυπηρετούσαν τον ίδιο σκοπό δεν προκύπτει.

Πρόκειται δηλαδή εμφανώς για κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας των ανωτέρω εταιρειών, οι οποίες δρούσαν ως παρένθετες, από την νυν εναγόμενη. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, η αντίδραση των εναγόντων στην πρόταση δανεισμού τους στην εταιρία ... χωρίς, ταυτόχρονα, να διασφαλίζεται πως πραγματικός εργοδότης είναι εναγόμενη, η οποία τα τελευταία οκτώ έτη εκμεταλλεύεται το εργοστάσιο λιπασμάτων μέσω πολλαπλών παρένθετων εταιρειών, ήταν απολύτως δικαιολογημένη.

Σε διαφορετική περίπτωση, μετά την λήξη της σύμβασης δανεισμού η εναγόμενη θα μπορούσε βάσιμα να υποστηρίξει ότι και οι νυν ενάγοντες αποδέχονται την έλλειψη παραγωγικής δραστηριότητας της ίδιας και τη μη χρήση παρένθετων προσώπων και να προχωρήσει σε καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας. Ταυτόχρονα, από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η έλλειψη παραγωγικής δραστηριότητας της εναγόμενης και η ανυπαρξία των θέσεων εργασίας είναι προσχηματική, δεδομένου ότι και παραγωγική δραστηριότητα υφίσταται (.........) και οι θέσεις εργασίας, υπάρχουν (..........).

Αν δεν υπήρχαν οι τελευταίες, δεν θα είχε προταθεί στους ενάγοντες να εργασθούν στα πλαίσια της σύμβασης δανεισμού στην εταιρία ......" Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθά εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 του Συντάγματος, 361, 281, 288 ΑΚ, 17 παρ.1 και 106 παρ.2, 5, 17, 22 παρ.2 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, 49-55 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ε.Ε., τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, σε σχέση με τη μεθοδευμένη και κατά τρόπο υπερβαίνοντα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη χρησιμοποίηση, εκ μέρους της αναιρεσείουσας εργοδότριας, παρένθετων εταιρειών για τη συνέχιση της παραγωγικής της δραστηριότητας, ενώ η ίδια εμφανιζόταν έναντι των πιστωτών της ως μη έχουσα παραγωγική δραστηριότητα, συμπεριφορά η οποία λεπτομερώς αναλύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να απαιτούνται άλλες αναφορές για την ακριβή μετοχική σύνθεση των παρένθετων εταιρειών ή τα ονόματα των ωφελούμενων ιδιοκτητών τους, ενώ υπάρχουν συγκεκριμένες παραδοχές σε σχέση με χρέη της εναγομένης και των υποχρεώσεων που επιχειρήθηκε να αποφευχθούν με την πιο πάνω μεθόδευση.

Εξάλλου, το Εφετείο ουδόλως υπεισήλθε στις επιχειρηματικές επιλογές της αναιρεσείουσας, ούτε αποφάνθηκε ότι αυτή δεν είχε δικαίωμα εκμίσθωσης των εγκαταστάσεών της και δανεισμού των εργαζομένων της, όπως αβάσιμα διαλαμβάνει η αναιρεσείουσα, αλλά, εξετάζοντας τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδηλώθηκαν αυτές οι επιχειρηματικές επιλογές, έκρινε ότι ήταν προσχηματικές και καταχρηστικές, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η κρίση του ότι οι εργαζόμενοι νομίμως αρνήθηκαν να υπογράψουν τις συμβάσεις δανεισμού.

Ομοίως, ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η εργοδότρια μεθόδευσε την αποδέσμευσή της από τα ιδιωτικά συμφωνητικά (αφού εμφάνιζε την νέα εταιρεία ως άσχετο νομικό πρόσωπο και μη δεσμευόμενη από αυτά), πράγμα που σκόπευε να χρησιμοποιήσει στη συνέχεια για την καταγγελία των συμβάσεων των εναγόντων ισχυριζόμενη ότι δεν έχει παραγωγική δραστηριότητα (όπως και πράγματι συνέβη).

Τονίζεται ότι, τα παρατιθέμενα στην απόφαση περιστατικά σε σχέση με τη λειτουργία των παρένθετων εταιρειών, κατατείνουν αποκλειστικά και μόνον στην κατάφαση καταχρηστικής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και όχι στην άρση της νομικής αυτοτέλειας των ως άνω νομικών προσώπων, περί της οποίας ούτε αίτημα περιλαμβάνεται στην αγωγή, ούτε σχετική διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης υφίσταται.

Συνεπώς είναι αβάσιμα τα περιλαμβανόμενα στους τέταρτο, όγδοο και εν μέρει στον τρίτο λόγους αναίρεσης και στους δεύτερο και τρίτο προσθέτους λόγους αυτής, ενώ περαιτέρω, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων το Εφετείο προέβη στην άρση της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων, ερείδονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν παρακάμπτει τη νομική προσωπικότητα της αναιρεσείουσας είτε των παρένθετων εταιρειών, ούτε καταφάσκει άρση της περιουσιακής αυτοτέλειας αυτών, αλλά μόνον αιτιολογεί το αποδεικτικό του πόρισμα για τη νομιμότητα της άρνησης των αναιρεσιβλήτων εργαζομένων να υπογράψουν τις νέες συμβάσεις δανεισμού.

Τέλος, αορίστως και συνεπώς απαραδέκτως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, και η παραβίαση των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., χωρίς οποιαδήποτε αναφορά για το ότι το δικάσαν δικαστήριο προσέφυγε στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες. V. Με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι της ευθείας, άλλως εκ πλαγίου παραβίασης των άρθρων 5 και 6 του ν.1387/1983, ως και τις κατευθύνσεις της Οδ.98/59, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι η απόφαση του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας (Α.Σ.Ε.) συνιστά διαπιστωτική διοικητική πράξη, καθ' όσον ασκείται μ' αυτήν εποπτική και ελεγκτική αρμοδιότητα που καταλήγει σε αιτιολογημένη απόφαση που επιφέρει άμεσες έννομες συνέπειες, κι επομένως είναι ισχυρή και δεσμευτική διοικητική πράξη και όχι απλή έκφραση γνώμης που δεν ασκεί επίδραση στο κύρος των ομαδικών απολύσεων, όπως δέχθηκε το Εφετείο, το οποίο, όπως ισχυρίζεται, έκρινε εσφαλμένα ότι αυτή υπόκειται στον κυρωτικό έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων.

Με βάση όσα αναλύθηκαν ανωτέρω, η με αριθμό 9/23-7-2021 απόφαση του Α.Σ.Ε., που εκδόθηκε για τις προκείμενες απολύσεις και αποφάνθηκε ότι έχουν τηρηθεί οι υποχρεώσεις της αναιρεσείουσας εργοδότριας προς ενημέρωση και διαβούλευση καθώς και η υποχρέωση κοινοποίησης των σχετικών εγγράφων, είναι πράγματι εκτελεστή διοικητική πράξη με διαπιστωτικό χαρακτήρα, υποκείμενη, όμως, στον παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητάς της από τα πολιτικά δικαστήρια, καθ' όσον δεν έχει εκδοθεί απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με το κύρος της.

Ειδικότερα, μπορούσε πράγματι να ερευνηθεί από το πολιτικό δικαστήριο, στα πλαίσια της δίκης που αφορά στο πολιτικό σκέλος της υπόθεσης, εάν το Α.Σ.Ε. εξέτασε τα απαραίτητα έγγραφα που απαιτεί ο νόμος προ της εκδόσεως της αποφάσεώς του σχετικά με την τήρηση των προϋποθέσεων για τις ομαδικές απολύσεις.

Συνεπώς, καίτοι το Εφετείο εσφαλμένα θεώρησε ότι η απόφαση του Α.Σ.Ε. δεν είναι δεσμευτική διοικητική πράξη, ωστόσο, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε ότι η απόφαση αυτή υπόκειται σε έλεγχο ως προς τη νομιμότητά της, και ακολούθως προχώρησε στον ως άνω έλεγχο, χωρίς, περαιτέρω, να προβεί σε εσφαλμένη εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, εφόσον, με βάση όσα δέχθηκε, σε σχέση με τη μεθοδευμένη και κατά τρόπο υπερβαίνοντα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη χρησιμοποίηση, εκ μέρους της αναιρεσείουσας εργοδότριας, παρένθετων εταιρειών για τη συνέχιση της παραγωγικής της δραστηριότητας, περί των οποίων όφειλε να παράσχει στο Α.Σ.Ε.

πληροφοριακά στοιχεία, πράγμα που δεν έπραξε, δεν τηρήθηκαν στην περίπτωση των εναγόντων οι τασσόμενες από το νόμο προϋποθέσεις για τις ομαδικές απολύσεις. Κατά συνέπεια, είναι απορριπτέος ο σχετικός λόγος της αναίρεσης αναφορικά με την ευθεία παράβαση των παραπάνω διατάξεων, εφόσον δεν υφίσταται έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου από την εσφαλμένη παραπάνω αιτιολογία (άρθρ.578 ΚΠολΔ).

Ομοίως, το Εφετείο με το να προβεί στον ως άνω παρεμπίπτοντα έλεγχο της εν λόγω διοικητικής πράξης, δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα με το υπόμνημά της, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση και την αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Τέλος, αναφορικά με το αναιρετικό σφάλμα από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που επιγραμματικά περιλαμβάνει η αναιρεσείουσα στον ίδιο λόγο, αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, στην περίπτωση των ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην αναφερόμενη περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό.

Περαιτέρω, με βάση τα ανωτέρω, εφόσον στην προκείμενη περίπτωση δεν προσβάλλεται επιτυχώς με την αναίρεση η γενομένη δεκτή (δεύτερη) βάση της αγωγής περί ακυρότητας των καταγγελιών λόγω της μη τήρησης των διατάξεων του νόμου περί ομαδικών απολύσεων, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αλυσιτελής η εξέταση των λόγων αναίρεσης που αφορούν στην πρώτη βάση της αγωγής, περί ακυρότητας των καταγγελιών ως καταχρηστικών, αφού τυχόν αποδοχή τους δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως που στηρίζεται αυτοτελώς στην άνω μη πληττόμενη δεύτερη βάση της αγωγής ως προς την ακυρότητα των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων (ΑΠ 606/2023, 968/2023, 1.../2022, 1978/2022, 799/2013).

VII. Σύμφωνα με το άρθρ. 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 57, 59, 298, 299, 914 και 919 του ίδιου Κώδικα, επί αδικοπραξίας το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης (ή της ψυχικής οδύνης) προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της μη περιουσιακού χαρακτήρα ζημίας.

Η επιδίκαση της ικανοποιήσεως αυτής αφέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο προσδιορίζει το ποσό αυτής μετά από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς το βαθμό του πταίσματος του δράστη, το είδος της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη, καθώς την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (ΑΠ 830/2024, ΑΠ 876/2022, 864/2014).

Στην αγωγή, με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη ο ενάγων από την αποδιδόμενη στον εναγόμενο άδικη και υπαίτια πράξη, αρκεί να αναφέρεται το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης μετ` αυτής σύνδεσμος και ότι ο προσβαλών τελούσε σε υπαιτιότητα.

Ειδικότεροι όμως προσδιορισμοί, όπως είναι η έκταση της βλάβης που υπέστη ο παθών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου, καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, η κοινωνική τους θέση, οι προσωπικές σχέσεις των διαδίκων, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως του υπαιτίου, αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση βλάβης, βαρύτητα πταίσματος), είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος (συμπαρομαρτούσες συνθήκες).

Ωσαύτως, σε περίπτωση που ο προσβαλών είναι νομικό πρόσωπο, ευθυνόμενο κατ' άρθρο 71 του Α.Κ. για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, δεν απαιτείται η αναφορά στην αγωγή του συγκεκριμένου φυσικού προσώπου-οργάνου του που προκάλεσε την προσβολή, αφού αυτό θα προκύψει από τις αποδείξεις.

Δηλαδή, όλα τα ανωτέρω δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής (βλ.ΑΠ 146/2024, 1543/2013, 1189/2009, 762/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, με την αγωγή τους οι ενάγοντες, επικαλούμενοι παράνομη και υπαίτια καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους εκ μέρους της εναγομένης και συνεπεία αυτής προσβολή της προσωπικότητάς τους και πρόκληση ηθικής τους βλάβης, ζήτησαν την επιδίκαση στον καθένα του ποσού των 10.000 ευρώ ως χρηματική τους ικανοποίηση.

Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή τους, σε σχέση με το εξεταζόμενο κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, είναι ορισμένη, σύμφωνα με προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση, εφόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ στοιχεία, και συγκεκριμένα την τέλεση της αδικοπραξίας από την υπόχρεη στην καταβολή της χρηματικής ικανοποίησης εναγομένη καθώς και την πρόκληση της ηθικής βλάβης στα αιτούμενα την χρηματική ικανοποίηση πρόσωπα και ορισμένο χρηματικό ποσό.

Κατά συνέπεια το Εφετείο που με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε αυτή ως ορισμένη, ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932, και τα αντιθέτως διαλαμβανόμενα στον ένατο, αληθώς εκ του αριθμού 1 (και όχι 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα. VIII. Περαιτέρω, η αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, έστω και αν τούτο ρητά δεν αναφέρεται σε αυτήν.

Η εν λόγω αρχή αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος που επίσης καθιερώνει η διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου του Συντάγματος, γεγονός που συμβαίνει όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει προφανώς τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα (μέσο) έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του δεν είναι επιτρεπτή. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, ακόμη και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αυτά αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, οπότε και πάλι παραβιάζεται η εν λόγω αρχή. Επιπλέον, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 932 εδ. α` ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης".

Οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν σε μια υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση ενός προσώπου για την ηθική βλάβη (ανεξάρτητα από την αντίστοιχη περιουσιακή), η οποία επήλθε σ` αυτό από την αδικοπρακτική συμπεριφορά ενός άλλου προσώπου έτσι, ώστε ο δικαιούχος να απολαύσει μια επαρκή ανακούφιση του συναισθηματικού βάρους, το οποίο η αδικοπραξία προκάλεσε σ` αυτόν.

Παράλληλα, όμως, οι ίδιες διατάξεις οριοθετούν την αποκατάσταση στο κατά την αντικειμενική κρίση του δικαστηρίου "εύλογο" μέτρο, αποβλέποντας στο να μην "εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία" και να μη συρρικνώνεται, αλλά και να μην "επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος" της χρηματικής ικανοποίησης, με αφορμή το γεγονός ότι πρόκειται για "βλάβη ηθική", ήτοι τοιαύτης φύσεως που, ενώ "δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα", είναι ευεπίφορη σε υποκειμενική στάθμιση.

Η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας αναζήτηση του ποσού, το οποίο σε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να θεωρηθεί "εύλογο" ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης συγκεκριμένου δικαιούχου, γίνεται με τη συνεκτίμηση μιας σειράς από περιστάσεις, οι οποίες, χωρίς να είναι αναγκαίο να προβληθούν μία προς μία από τους διαδίκους, προκύπτουν από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που αυτοί επικαλούνται και προσκομίζουν.

Τέτοιες περιστάσεις είναι, κυρίως και ενδεικτικώς, το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η προσωπική, κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου (στο μέτρο που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης του δικαιούχου), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος (που λειτουργεί διαφορετικά στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης, από ότι στην αξίωση αποκατάστασης της περιουσιακής ζημίας, πρβλ.

ΟλΑΠ 1115/1986), οι ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της συγκεκριμένης αδικοπραξίας κλπ. Οι περιστάσεις αυτές πρέπει να οδηγήσουν το δικαστήριο στο σχηματισμό της κατά το άρθρο 932 ΑΚ κρίσης ως προς το "εύλογο" της χρηματικής ικανοποιήσεως που πρέπει να επιδικάσει, με χρήση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει προς αυτό ο νόμος.

Κατά τη χρήση, όμως, της ευχέρειας αυτής, το δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να κινηθεί ανεξέλεγκτα, υπακούοντας μόνο στις υποκειμενικές αντιλήψεις του δικάζοντος δικαστή, αλλά οφείλει να εφαρμόσει το μέτρο που αντικειμενικά θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.

Ως εκ τούτου, η ως προς το "εύλογο" κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, τα οποία, σύμφωνα με τις κατ` ιδίαν περιστάσεις (ως προς τις οποίες και μόνο, οι παραδοχές του παραμένουν αναιρετικώς ανέλεγκτες), διαπιστώνονται σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και την περί δικαίου συνείδηση του μέσου κοινωνικού ανθρώπου σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως τα όρια αυτά αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 61/2023, 211/2022, 617/2022).

Η υπέρβαση των κατά τα ανωτέρω ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνος δικαίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 ή και αρ. 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ 61/2023, 298/2019). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης των αναιρεσιβλήτων, με το να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση ύψους 5.000 ευρώ σε καθένα από τους αναιρεσιβλήτους, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον τα ποσά που τους επιδικάστηκαν, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, λαμβανομένων υπόψη και των ειδικών συνθηκών και περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης, υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις για την επιδίκαση χρηματικής παροχής, κατ` άρθρο 932 ΑΚ.

Ως εκ τούτου ο δέκατος λόγος της αίτησης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατ` εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 και 932 του Α.Κ., επιδίκασε στους ενάγοντες τα προαναφερόμενα ποσά, καθότι είναι δυσαναλόγως μεγάλα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

IX. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω, δέκατου λόγου αναίρεσης, που κρίθηκε βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της, που αναφέρεται στη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης των αναιρεσιβλήτων και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, από εκείνον που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, η δικαστική δαπάνη θα συμψηφιστεί εν μέρει μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας, και θα καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. .../2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης κατά το διαλαμβανόμενο στο σκεπτικό της παρούσας μέρος.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ