Legislator Case Law & Legislation
226/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding company name and factual evaluation limits.

Case Number 226/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the First Instance Court's judgment regarding employee transfers. The court rejected the appeal because the company's name was correctly identified despite minor spelling variations, and the appellate court's factual assessment of the employee count did not constitute a reversible error. Consequently, the appeal was found inadmissible as it failed to meet the strict criteria for appellate review under Greek civil procedure law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(3), 119, 561(1) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal document is not void for minor name discrepancies if identity remains clear, and appellate courts generally cannot re-evaluate factual findings unless specific legal errors occur.

Keywords

AI generated
appellate review limits company name identification factual evaluation reversible error standard civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(3), 119, 561(1) and 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) and (20) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 191(2), 183, 176 and 180(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 175/2007
Supreme Court Case 445/2019
Supreme Court Case 1054/2010
Supreme Court Case 1014/2010

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 226 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 226/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 25 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ALTRONIC DEVELOPMET ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΕΣ ΛΥΣΕΙΣ ΥΨΗΛΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ - ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και υπό την ορθή επωνυμία "ALTRONIC DEVELOPMEΝT ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΕΣ ΛΥΣΕΙΣ ΥΨΗΛΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ - ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τρύφωνα Κόλλια, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευσταθία Κριεμάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1919/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1462/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 21/6/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

(Α).- Κατά τα άρθρα 118 αριθμός 3, 119, 566 παρ.1, 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει (και) την επωνυμία των διαδίκων - νομικών προσώπων ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά τους. Η τυχόν εσφαλμένη αναγραφή του στοιχείου της επωνυμίας, εφ' όσον δεν δημιουργείται εντεύθεν αμφιβολία, ως προς την ταυτότητα του διαδίκου - νομικού προσώπου, δεν επάγεται ακυρότητα του δικογράφου της αναιρέσεως(βλ.ΑΠ175/2007)

(Β).- Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ.

Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ' όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, ως άνω, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 1014/2010). Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 201/1999, ΑΠ 756/1996).

Στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο ορισμένο, σαφή και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 566 παρ.1, 577 παρ.3, 495 παρ.1, 562 ΚΠολΔ] ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο, από όσους αναφέρονται, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται.

Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, ως απαράδεκτος ενώ, η αοριστία του δεν δύναται να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ ολ. 27/1998). Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ.

Για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε, εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών δηλ., αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΑΠ 245/2020, ΑΠ 426/2017). Διδάγματα της κοινής πείρας είναι οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση.

Η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας στοιχειοθετεί τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ, μόνο, αν τα διδάγματα αφορούν την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων ενώ, δεν στοιχειοθετείται τέτοιος λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβαίνει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ ολ. 2/2008, ΑΠ ολ. 8/2005, ΑΠ 58/2014).

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδάφια (α) και (β) ΚΠολΔ και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου, δηλ.

η πλημμέλεια, που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια, που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας το δικαστήριο της ουσίας, εσφαλμένως, χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτήν των πραγματικών γεγονότων, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε να γίνει ή να μη γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ή η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία και όχι μόνο το κατ' εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα.

Ειδικότερα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών, κατά την επιλογή του αναιρεσείοντος. Αντίθετα, πρέπει να αναφέρεται, έστω και συνοπτικώς, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που η απόφαση δέχθηκε και κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα. Τούτο διότι μόνο από τις ουσιαστικές παραδοχές, μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικώς, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως [άρθρο 578 ΚΠολΔ] δηλ.

η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα του διατακτικού, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ ολ. 11/2007, ΑΠ ολ. 27/1998, ΑΠ 109/2020). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλ.

στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.

ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ ολ. 30/1997, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 114/2017). Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αυτός ο λόγος έχει στόχο τη διασφάλιση της αρχής, που καθιερώνει το άρθρο 106 ΚΠολΔ. 'Πράγματα' είναι οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται.

Αποτελούν 'πράγματα' και οι λόγοι (κύριοι και τυχόν πρόσθετοι) εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δηλ. οι λόγοι των οποίων η λήψη υπ' όψη και η παραδοχή θα είχε, ως συνέπεια, την κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1154/2015, ΑΠ 797/2013).

Ειδικότερα, με την άσκηση της εφέσεως, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια, που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους και το εφετείο κρίνει, αν το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάνθηκε, ορθώς ή όχι, με βάση τους λόγους-κύριους και (τυχόν) πρόσθετους-εφέσεως [άρθρα 520,522 ΚΠολΔ].

Διασφαλίζεται, έτσι, ειδικώς σε σχέση με την έφεση, η αρχή, που καθιερώνει το άρθρο 106 ΚΠολΔ. Οι πλημμέλειες, που ο εκκαλών αποδίδει στην πρωτόδικη απόφαση, συνιστούν τη νομική βάση της εφέσεως, ενώ το αίτημα καθώς και οι λόγοι της εφέσεως, που στηρίζουν το αίτημα, οριοθετούν το μεταβιβαστικό της αποτέλεσμα.

Οι λόγοι εφέσεως πρέπει να είναι ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες της πρωτόδικης αποφάσεως. Εάν το αιτιολογικό της εκκαλουμένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο και το διατακτικό της ορθό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις εσφαλμένες αιτιολογίες, με νέες, ορθές αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση στην ουσία [άρθρο 534 ΚΠολΔ] ενώ, δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση, επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, χωρίς ο εφεσίβλητος να έχει ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση [άρθρο 523 ΚΠολΔ], εκτός αν, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, δικάζει την υπόθεση κατ' ουσία [άρθρο 536 ΚΠολΔ].

Μόνο το τυπικό (δικονομικό) σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 534 ΚΠολΔ, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, εκτός εάν το δεδικασμένο, που παράγεται από τις 'νέες' αιτιολογίες, δεν έχει την ίδια έκταση και, έτσι, επέρχεται βλάβη του διαδίκου, που δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του για την άσκηση αναιρέσεως [άρθρα 68, 556 ΚΠολΔ].

Τέτοιες 'νέες' αιτιολογίες, συνεπώς, ιδρύουν τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 εδ. (β) ΚΠολΔ (ΑΠ 314/2014, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 519/2008, ΑΠ 1253/2005). 'Πράγματα', υπό την ως άνω έννοια, δεν αποτελούν η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων, που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν έχουν αυτοτέλεια ή οι κρίσεις των διαδίκων, κατά την αξιολόγηση από αυτούς των αποδεικτικών στοιχείων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, δηλ.

τα νομικά επιχειρήματα των διαδίκων για την υποστήριξη των απόψεών τους, σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ ολ. 25/2003, ΑΠ ολ. 3/1997, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 1154/2015).

Τέλος, το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια, όσων πραγματικών ισχυρισμών ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη όλα τα υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν [άρθρα 106, 335, 338, 339, 340, 346,240 ΚΠολΔ]. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής, ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς άμεση απόδειξη ή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων [άρθρο 106 ΚΠολΔ].

Αβάσιμος είναι ο λόγος, εφ' όσον από την απόφαση αποδεικνύεται ότι έχουν ληφθεί υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως προσκομίσθηκαν, με επίκληση, από τους διαδίκους. Αρκεί η γενική αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων. Ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγησή τους ή / και διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη δεν είναι αναγκαία, εφ' όσον από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν αφήνεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και, ιδίως, έγγραφο δηλ.

για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί να προκύπτει, με βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όσα υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Δεν αποκλείεται, όμως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά την ελεύθερη κρίση του, έχουν μεγαλύτερη σημασία.

Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσκομίσεως (ή μη) αποδεικτικού μέσου ανάγεται σε πράγματα, συνεπώς, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ]. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ και, συνεπώς, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει, στο δικόγραφο της αναιρέσεως να εξειδικεύονται τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκομίσεώς τους, να αναφέρεται ότι έγινε νόμιμη επίκλησή τους στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν, με το αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλ.

ότι ο ισχυρισμός είναι λυσιτελής, που επιδρά στο διατακτικό (ΑΠ ολ.8/2016, ΑΠ ολ.2/2008, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 112/2008).

Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η από 21.6.2019(Γ.Α.Κ. 5737 / Ε.Α.Κ. 569 / 21.6.2019 - Εφετείο Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας ημεδαπής μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης κατά του αναιρεσίβλητου Ν. Κ. του Ε.. Προσβάλλεται η 1462/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 18.3.2019, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 15.12.2017 εφέσεως της εκκαλούσης και ήδη αναιρεσείουσας κατά του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου.

Εκκαλούμενη ήταν η 1919/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 6.11.2017, αντιμωλία των (εδώ) διαδίκων, επί της από 30.11.2015 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας. Αφορά δε, η αγωγή χρηματικές απαιτήσεις του ενάγοντος από παροχή εξηρτημένης εργασίας.

Εναγόμενη ήταν και η ημεδαπή εταιρία περιωρισμένης ευθύνης υπό την επωνυμία 'ALTRONIC Ιδιωτική Επιχείρηση Ηλεκτρονικών Συστημάτων και Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Εταιρία Περιωρισμένης Ευθύνης' [διακριτικός τίτλος 'ALTRONIC Ε.Π.Ε.'], μη διάδικο στην παρούσα δίκη (ούτε στην κατ' έφεση δίκη) και απλή ομόδικο της (συν)εναγομένης της και ήδη αναιρεσείουσας.

Με την 1919/2017 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή κρίθηκε νόμιμη και έγινε δεκτή κατ' ουσία στο σύνολό της, κατά την κυρία βάση, από τη σύμβαση εργασίας [οι λοιπές επικουρικές βάσεις της αγωγής, από την αδικοπραξία και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό απορρίφθηκαν, ως μη νόμιμες]. Με την 1462/2019 απόφαση, που προσβάλλεται, η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία, έτσι, επικυρώθηκε η 1919/2017 πρωτόδικη απόφαση.

Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν.4335/2015]. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 21.6.2019, νομίμως και εμπροθέσμως, δηλ.

στη νόμιμη προθεσμία των δύο (2) ετών από την 18.3.2019, δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της 1462/2019 αποφάσεως, που προσβάλλεται ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της. Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των τριών (3) συνολικά λόγων της [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1, 144, 145 παρ.1, 147 παρ.2, 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].

-Στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, αναγράφεται η επωνυμία της αναιρεσείουσας, ως 'ALTRONIC DEVELOPMET ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΕΣ ΛΥΣΕΙΣ ΥΨΗΛΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ - ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ'. Εν τούτοις, από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, σε συνδυασμό προς τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, προκύπτει ότι η λέξη "DEVELOPMET" στην επωνυμία είναι, ορθώς, "DEVELOPMENT", όπως και η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, με τις από 31.1.2020 έγγραφες προτάσεις της και την από 27.2.2020 "προσθήκη" στο παρόν Δικαστήριο. Παρά την εσφαλμένη, από προφανή παραδρομή, αναγραφή στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν γεννάται αμφιβολία, ως προς την ταυτότητα της συγκεκριμένης διαδίκου. Έτσι και κατά τα γενόμενα δεκτά στην (Α) μείζονα σκέψη, δεν δημιουργείται ακυρότητα του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και η αναιρεσείουσα, στο εξής, θα προσδιορίζεται, με την ορθή επωνυμία 'ALTRONIC DEVELOPMENT ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΕΣ ΛΥΣΕΙΣ ΥΨΗΛΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ-ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΩΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ'.

-Ο π ρ ώ τ ο ς λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμοί 1 [εδάφια (α), (β)] και 19 ΚΠολΔ, τις μερικότερες αιτιάσεις ότι: (i).- Το εφετείο παραβίασε ευθέως τα άρθρα 2, 3, 4 του π.δ. 178/2002, τα οποία εφήρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και δέχθηκε, έτσι, την αγωγή στο σύνολό της, ως βάσιμη κατ' ουσία. (ii).-Το εφετείο παραβίασε διδάγματα από την κοινή πείρα, ως προς την εφαρμογή των άρθρων2, 3, 4 του π.δ. 178/2002 και, έτσι, δέχθηκε την αγωγή στο σύνολό της, ως βάσιμη κατ' ουσία. (iii).- Η 1462/2019 απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ήτοι υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση των άρθρων 2, 3, 4 του π.δ. 178/2002, εφ' όσον το εφετείο στην 1462/2019 απόφασή του διέλαβε ανεπαρκείς ή ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες. (iv).- Το εφετείο εσφαλμένως εφήρμοσε διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο λόγος αυτός (π ρ ώ τ ο ς), όπως έγινε δεκτό στην (Β) μείζονα σκέψη, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος καθ' όλες τις υπό στοιχεία (i), (ii), (iii), (iv) μερικότερες αιτιάσεις του και, ειδικότερα: Ως προς τις υπό στοιχεία (i), (ii) και (iii) αιτιάσεις, ο λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, ως απαράδεκτος διότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν προσδιορίζονται τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το εφετείο εσφαλμένως χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας των επικαλούμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου [άρθρα 2, 3, 4 π.δ. 178/2002] ή για την υπαγωγή σε αυτούς πραγματικών γεγονότων.

Δεν εκτίθενται, επίσης, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του εφετείου στην 1462/2019 απόφασή του, δηλ. το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, έστω και συνοπτικώς, τα οποία έγιναν δεκτά και ήταν θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο κατ' ουσία της αγωγής. Αντίθετα, γίνεται μνεία, κατά την επιλογή της αναιρεσείουσας, μόνο αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών.

Ως προς την υπό στοιχείο (iv) αιτίαση, ο λόγος είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι σε κάθε περίπτωση, δεν στοιχειοθετείται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ για εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

-Με τον δ ε ύ τ ε ρ ο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην 1462/2019 απόφαση, την πλημμέλεια από το άρθρο 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ και ισχυρίζεται ότι το εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τα παρακάτω έγγραφα, που νομίμως είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί προς απόρριψη της αγωγής στην ουσία, συγκεκριμένα, το εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη (α).- το Μητρώο της Παγίων, (β).- την 341/2018απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (γ).- το Πελατολόγιό της, (δ).- την από 18.6.2015 απόδειξη εισπράξεως.

Από την 1462/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας του λόγου [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], αποδεικνύονται τα εξής: Στην 1462/2019 απόφαση περιέχεται βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπ' όψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία, με νόμιμη επίκληση, με τις προτάσεις τους, προσκομίζουν, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπ' όψη, ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν, ως δικαστικά τεκμήρια, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως καθώς και όσα έγγραφα προσκομίζονται, το πρώτον, ενώπιον αυτού του δικαστηρίου διότι δεν κρίνεται ότι προσκομίσθηκαν στη δίκη αυτή, το πρώτον, από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια".

Επίσης, από το όλο περιεχόμενο της 1462/2019 αποφάσεως, ουδεμία αφήνεται αμφιβολία ότι το εφετείο προς σχηματισμό της κρίσεώς του επί της ουσίας, έλαβε υπ' όψη και τα παραπάνω υπό στοιχεία (α), (β), (γ) και (δ) έγγραφα, έστω και χωρίς μνεία και ξεχωριστή αξιολόγησή τους. Όσα, περαιτέρω, η αναιρεσείουσα επικαλείται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και, συγκεκριμένα ότι το εφετείο "εκτίμησε, λανθασμένα, τα πραγματικά περιστατικά", πλήττει την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου επί της ουσίας κρίση του εφετείου [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ].

Επομένως και κατά τα εκτεθέντα στην (Β) μείζονα σκέψη, αυτός ο παραδεκτός λόγος (δ ε ύ τ ε ρ ο ς) είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

-Με τον τ ρ ί τ ο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, ως προς τη θετική κρίση της1462/2019 αποφάσεώς του περί συνδρομής περιπτώσεως στην ένδικη υπόθεση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, κατά το π.δ. 178/2002 και ισχυρίζεται ότι το εφετείο, με την 1462/2019 απόφασή του, "έλαβε υπ' όψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραβιάζοντας, έτσι, τα άρθρα 522 και 534 ΚΠολΔ" (σελίδες 32, 33 της αιτήσεως αναιρέσεως). Ειδικότερα, (Ι).- ως 'πράγματα' προσδιορίζει, όπως είχε προτείνει και ως λόγους της από 15.12.2017 εφέσεώς της, (1ον).- τα επιχειρήματά της, που δεν έχουν αυτοτέλεια και αντλεί από τις αποδείξεις, όπως τις εκτίμησε η 1919/2017 πρωτόδικη απόφαση καθώς και (2ον).- τις κρίσεις της, κατά την αξιολόγηση από την ίδια (αναιρεσείουσα) των αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία εκτίμησε η 1919/2017 πρωτόδικη απόφαση (παράγραφος 1.2.1 - σελίδες 7, 8, 9, 10 σελίδες της αιτήσεως αναιρέσεως) και (

ΙΙ).- ως 'παραβίαση' των άρθρων 522 και 534 ΚΠολΔ, επικαλείται τα εξής: Για το ζήτημα της προσλήψεως (ή μη) σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της εταιρίας 'ALTRONIC Ε.Π.Ε.', ως μεταβιβαζόμενης επιχειρήσεως, κατά το άρθρο 3 στοιχείο (α) του π.δ. 178/2002, από την ίδια (αναιρεσείουσα), ως διάδοχο, κατά το άρθρο 3 στοιχείο (β) του π.δ. 178/2002, το πρωτοδικείο δέχθηκε την αγωγή στην ουσία, κατά την κυρία βάση της, αν και στο αιτιολογικό της 1919/2017 αποφάσεώς του, "δεν προσδιορίζεται ο αριθμός των εργαζομένων, που μεταφέρθηκαν από την εταιρία 'ALTRONIC Ε.Π.Ε.' στην ίδια".

Ακολούθως, το εφετείο, έκρινε την αγωγή βάσιμη κατ' ουσία και απέρριψε την έφεση στην ουσία, αν και στην 1462/2019 απόφασή του, "αναφέρεται πως το σύνολο του προσωπικού, που είχε απομείνει στα τέλη του 2013 στην εταιρία 'ALTRONIC Ε.Π.Ε.', άρχισαν να παρέχουν τις εργασίες τους στην ίδια (αναιρεσείουσα)". Έτσι, το εφετείο έχει διαφορετική αιτιολογία από την αιτιολογία, που είχε το πρωτοδικείο.

Στην περίπτωση δε της διαφορετικής αυτής αιτιολογίας, το εφετείο "όφειλε να κάνει δεκτό το σχετικό λόγο της από 15.12.2017 εφέσεώς της και, στη συνέχεια, να προχωρήσει στον προσδιορισμό του αριθμού των εργαζομένων, που, κατά την κρίση του, μεταφέρθηκαν στην ίδια. Τουναντίον, αντικατέστησε το αιτιολογικό της πρωτόδικης αποφάσεως, σε κατεύθυνση εξαιρετικά δυσμενέστερη για την ίδια και διατύπωσε διαφορετική αιτιολογία, επιδεινώνοντας τη θέση της, ως (τότε) εκκαλούσης" (σελίδες 33, 34 της αιτήσεως αναιρέσεως).

Ο λόγος αυτός (τρίτος) και όπως εκτέθηκε στην (Β) μείζονα σκέψη, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Συγκεκριμένα, όσα υπό στοιχείο (Ι), προσδιορίζει η αναιρεσείουσα, ως πράγματα, δηλ. τα επιχειρήματα και οι κρίσεις της (αναιρεσείουσας), που αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, δεν αποτελούν 'πράγματα', ακόμη και αν προτείνονται, ως λόγοι εφέσεως.

Όσα, περαιτέρω, υπό στοιχείο (ΙΙ), η αναιρεσείουσα επικαλείται, δεν αφορούν σε αιτιολογία του εφετείου διαφόρου νομικής κατηγορίας από εκείνη του πρωτοδικείου ούτε το εφετείο κατέληξε σε δυσμενέστερο γι' αυτήν (αναιρεσείουσα) διατακτικό, αφού το δυσμενές για την αναιρεσείουσα δεδικασμένο έχει την ίδια έκταση δηλ.

και υπό τις δύο εκδοχές (του πρωτοδικείου και του εφετείου) αποκλείεται η ευδοκίμηση της αγωγής ώστε η αναιρεσείουσα να μην δικαιολογεί έννομο συμφέρον να προσβάλει, κατά τούτο, την 1462/2019 απόφαση του εφετείου.

Μετά ταύτα, εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η από 21.6.2019 αίτηση της αναιρεσείουσας υπό την ορθή επωνυμία 'ALTRONIC DEVELOPMENT ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΕΣ ΛΥΣΕΙΣ ΥΨΗΛΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ - ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΩΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ' κατά του αναιρεσίβλητου Νικολάου ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ για αναίρεση της 1462/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, η οποία ορίζεται στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ [άρθρα 106,191παρ.2,183,176,180 παρ.1ΚΠολΔ]

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21.6.2019 αίτηση της αναιρεσείουσας υπό την ορθή επωνυμία 'ALTRONIC DEVELOPMENT ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΕΣ ΛΥΣΕΙΣ ΥΨΗΛΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ - ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΩΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ' κατά του αναιρεσίβλητου Ν. Κ. του Ε. για αναίρεση της 1462/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολό της.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 26η Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 23 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ