Supreme Court dismisses appeal on termination of labor contract due to employee's union activity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Lamia's decision to terminate the employment contract. The employer argued that the employee's union leadership role and false disciplinary reports destroyed the necessary trust required for the labor relationship, making termination a necessary last resort. The court upheld this view, finding the employer's actions proportionate and not motivated by retaliation against the employee's lawful union activities.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 and 282 of the Civil Code; The employer's right to terminate a labor contract is not violated when the employee's lawful union activities objectively destroy the necessary trust and cooperation required for the labor relationship, rendering the contract's continuation impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 226 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 226/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18η Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλειου Νικολετάτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει …. και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Φίλιππου Κώτσιου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-4-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν η 24/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 26/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η αναιρεσίβλητη με την από 12-6-2013 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 968/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την ανωτέρω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για εκ νέου συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 11/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-01-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η από 10-1-2018 και με αριθμό κατάθεσης 1/2018 δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά της 11/2017 απόφασης του Moνoμελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν εκδόσεως της 968/2015 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία αναιρέθηκε η 26/2013 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, επί της ασκηθείσας από την εναγομένη έφεσης κατά της 24/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδιάς, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 13-4-2010 (με αριθμό κατάθεσης 9/2010) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
2. 0 ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 13-4-2010 (αριθμ. εκθ. κατ. 9/14-4-2010) αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι: Την 13-7-1994 προσελήφθη από την αρχικά εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "...", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσίβλητη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως οδηγός.
Παρείχε την εργασία του προσηκόντως στην εναγόμενη μέχρι την 20-1-2010, οπότε απολύθηκε, όντας από την 25-6-2007 νόμιμα εκλεγμένος πρόεδρος του Σωματείου εργαζομένων στο ΚΤΕΛ .... Η απόλυση του ήταν άκυρη και καταχρηστική για τους αναφερόμενους λεπτομερώς λόγους. Επιπλέον, με τον τρόπο που έγινε (η απόλυση) προσβλήθηκε η προσωπικότητα του.
Ζήτησε δε: α) ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας για τους αναλυτικά αναφερόμενους λόγους, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις νόμιμα και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, καταδικαζομένης σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της σε χρηματική ποινή 300 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης, γ) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη του οφείλει για μισθό υπερημερίας του μηνός Οκτωβρίου 2010 το ποσό των 1.394,17 ευρώ αλλά και να υποχρεωθεί να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 21-1-2010 έως 30-9-2010, ύψους 11.501,83 ευρώ, νομιμότοκα από το ληξιπρόθεσμο κάθε επιμέρους περιοδικής παροχής και δ) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει 10.000 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που του προκάλεσε η άδικη συμπεριφορά της.
Επί της αγωγής, εκδόθηκε η 24/2011 απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή εν μέρει και αφού αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας, υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος και να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας και να αναγνωριστεί αντίστοιχη υποχρέωσή της για το αιτούμενο χρονικό διάστημα.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 1-11-2011 έφεση ενώπιον του Εφετείου Λαμίας . Ακολούθως εκδόθηκε η 26/2013 απόφασή του, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της εκκαλούσας. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου αναίρεση η εκκαλούσα, η οποία έγινε δεκτή και με την 968/2015 απόφαση αναιρέθηκε η προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου Λαμίας και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.
Με την 11/2017 απόφαση το Μον Εφετείου Λαμίας εξαφάνισε την ανωτέρω οριστική απόφαση , δίκασε επί της ως άνω αγωγής και την απέρριψε. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 10-1-2018 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
3. Το άρθρο 14§10 του ν.1264/1982 απαριθμεί τους λόγους για τους οποίους, κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των προστατευόμενων συνδικαλιστικών στελεχών. Μεταξύ των λόγων αυτών είναι και η εξαπάτηση του εργοδότη κατά την σύναψη της σύμβασης με τη χρήση ψεύτικων πιστοποιητικών ή βιβλιαρίων προκειμένου το συνδικαλιστικό στέλεχος να προσληφθεί ή να λάβει μεγαλύτερη αμοιβή.
Ο λόγος αυτός πρέπει να διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 15 του ιδίου νόμου. Αν δεν συντρέχει ο λόγος αυτός και δεν διαπιστωθεί κατά την προαναφερθείσα διαδικασία, η καταγγελία από τον εργοδότη της συνδέουσας αυτόν με το συνδικαλιστικό στέλεχος σύμβασης εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρο 180 Α.Κ.) και ο εργοδότης, αρνούμενος μετά την άκυρη αυτή καταγγελία να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού (συνδικαλιστικού στελέχους), περιέρχεται σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει μισθούς υπερημερίας ( ΑΠ 90/2018).
Ειδικότερα, Για την ύπαρξη ενός από τους λόγους αυτούς του άρθρου 14 παρ. 10 αποφασίζει, πριν από την καταγγελία της σχέσεως εργασίας, κατά πλειοψηφία, η πρωτοβάθμια επιτροπή προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών της οποίας η απόφαση υπόκειται σε έφεση ενώπιον δευτεροβάθμιας επιτροπής (άρθρο 15 του ν.1264/1982 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 του ν.1545/1985).
Παρά τη διαπιστωμένη ύπαρξη του λόγου, ο εργαζόμενος δεν κωλύεται να υποστηρίξει ότι η άσκηση εκ μέρους του εργοδότη του δικαιώματος καταγγελίας είναι καταχρηστική, διότι υπερβαίνει τα όρια τα οποία θέτει το άρθρο 281 του Α.Κ. ( ΑΠ 771/1995). Ακολούθως, κατά τό αρθρ. 50 § 5 τοϋ κωδικοποιημένου νόμου 3713/1928 "περί Συμβουλίου Επικρατείας" (β.δ. 92/1962) << αι αποφάσεις της `Ολομελείας, ακυρωτικαί και απορριπτικαί, ως και αι των τμημάτων, αποτελούσι μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένον, ισχύον εν πάση ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής υποθέσει ή διαφορά καθ' ην προέχει τό υπό του Συμβουλίου κριθέν διοικητικής φύσεως ζήτημα.
Επομένως εξετασθέντος και κριθέντος τοϋ ζητήματος τής νομιμότητος της διοικητικής πράξεως, έστω και ως παρεμπίπτοντος, παράγεται περί τούτου δεδικασμένον, μεταξύ όμως των αυτών διαδίκων, εάν δηλονότι, ενώπιον οιασδήποτε αρχής ή τών τακτικών δικαστηρίων οι αυτοί διάδικοι αμφισβητούν την νομιμότητα της αυτής πράξεως.>> 4.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και όλα τα έγγραφα, έστω και αν δεν πληρούν όλους τους όρους του νόμου, που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όπως μερικά απ' αυτά αναφέρονται ιδιαίτερα παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσελήφθη την 13-7-1994 από την αρχικά εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "...", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η αναιρεσίβλητη, προκειμένου να εργαστεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως οδηγός λεωφορείου. Στις 25-6-2007 αυτός απέκτησε συνδικαλιστική ιδιότητα, αφού εκλέχθηκε Πρόεδρος του Σωματείου Εργαζομένων ΚΤΕΛ ....
Στις 20-1-2010 η εργοδότρια και αφού προηγουμένως το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιό της, με την με αριθμό 88/19-1-2010 απόφασή του, έκρινε ότι ο ενάγων υπέπεσε στο παράπτωμα της υποβολής ψευδών δηλώσεων κατά την πρόσληψη του, το οποίο αποτελεί λόγο καταγγελίας της συναφθείσης σύμβασης εργασίας [άρθρο 6 παρ.3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΚΤΕΛ ΑΕ και ΚΤΕΛ του ν. 2963/2001 (π.δ. 246/2006), ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτού, εφαρμόζεται και στους οδηγούς των ΚΤΕΛ], κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του εφεσιβλήτου.
Της καταγγελίας είχαν προηγηθεί οι με αριθμ. 2/2008 και 1/2009 αποφάσεις της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας αντίστοιχα Επιτροπής Συνδικαλιστικών Στελεχών της Περιφέρειας του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς. Ειδικότερα, την 22-4-2008, η εργοδότρια εταιρεία υπέβαλε αίτηση ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών της Περιφέρειας του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι ο εφεσίβλητος, κατά την σύναψη της σύμβασης εργασίας του, εξαπάτησε τα αρμόδια όργανα της, προκειμένου να λάβει μεγαλύτερη αμοιβή και, ως εκ τούτου, συνέτρεχε λόγος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, κατά το άρθρο 14 παρ. 10 περ.
α του ν. 1264/1982. Η Πρωτοβάθμια Επιτροπή, με την αριθμ. 2/2008 απόφασή της, δέχθηκε την αίτηση, αποφαινόμενη ότι συνέτρεχε πράγματι λόγος καταγγελίας κατά την προμνησθείσα διάταξη, αφού, ο ενάγων κατά την πρόσληψή του (13-7- 1994) προσκόμισε την με αριθμ. πρωτ. 583/10-7-1989 βεβαίωση προϋπηρεσίας της ανώνυμης εταιρείας "...
ΑΕ", η οποία ήταν αναληθής κατά το περιεχόμενο, καθόσον κατά το σ' αυτή βεβαιούμενο χρονικό διάστημα (1- 5-1988 έως 10-7-1989) αποδείχθηκε ότι αυτός εργάζονταν στους Α. Λ. (25-5-1988 έως 22-8-1988), Γ. Κ. (1-9-1988 έως 11-11- 1988) και χιονοδρομικό κέντρο … (12-11-1988 έως 31-3-1989). Εν συνεχεία, ο ενάγων άσκησε έφεση κατά της ανωτέρω απόφασης ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών της Περιφέρειας του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, η οποία απορρίφθηκε με την αριθμ. 1/2009 τελεσίδικη απόφαση αυτής.
Κατά της τελευταίας αυτός άσκησε αίτηση ακύρωσης ενώπιον του ΣτΕ, το οποίο με την αριθμ. 4329/2012 απόφασή του την απέρριψε.
5. Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ, ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης. Για την ύπαρξη του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις κάποιο αποδεικτικό μέσο, το οποίο ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη και το οποίο προσκομίσθηκε με επίκληση προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, γεγονότος που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002).
6. Με τον 1ο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη την αναιρετική πλημμέλεια του αρθ 559 παρ 11 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι δεν ελήφθησαν υπόψιν από το εφετείο η υπ' αριθμ. 61/2012 διάταξη του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Λιβαδειάς με την οποία απορρίφθηκαν ως ουσία αβάσιμες και ετέθησαν στο αρχείο οι δύο μηνύσεις με αριθμούς ABM Α 2008/761 και ABM Α 2008/746, που είχε υποβάλει η αναιρεσίβλητη εναντίον του για το αδίκημα της πλαστογραφίας των προαναφερθεισών βεβαιώσεων.
Εν προκειμένω ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της απόρριψης ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντα στηρίχθηκε στα προαναφερθέντα στην σκέψη με αριθ.4 αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και σε όλα τα έγγραφα, που, με επίκληση, προσκομίζουν οι τελευταίοι, τα οποία δεν είναι απαραίτητο να απαριθμούνται ειδικά στην απόφαση. Ειδικότερα στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το παραπάνω έγγραφο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγησή του.
Συνεπώς ο πρώτος από τους λόγους της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
7. Με τον 2ο και 3ο από τους λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη την αναιρετική πλημμέλεια του αρθ 559 παρ 1 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα 1) ότι εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις των αρθ 14 παρ 10 περ α' ν. 1264/1982 και 6 του ΠΔ 246/2006. Και αυτό γιατί αυτές προϋποθέτουν δόλο του εργαζομένου, ο οποίος έγκειται τόσο στην γνώση ότι τα προσκομιζόμενα στοιχεία είναι πλαστά , όσο και στην άμεση επιδίωξη περιουσιακού οφέλους.2) Οτι εσφαλμένα έκρινε το Εφετείο ότι δεν ήταν απαραίτητο να ολοκληρωθεί η εις βάρος του πειθαρχική διαδικασία με την έκδοση απόφασης από το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο της εναγομένης κατά παράβαση του κανονισμού αυτής (άρθρα 16 kai 17 έως 22 του πδ 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των ΚΤΕΛ Α.Ε. ) 8.
Επ'αυτών το εφετείο δέχτηκε τα εξής: << Ως πρώτο λόγο ακυρότητας της καταγγελίας ο ενάγων προβάλλει τον ισχυρισμό περί μη συνδρομής στο πρόσωπό του σπουδαίου λόγου κατά το άρθρο 14 παρ. 10 περιπτ. α' του ν. 1264/1982, αφού αυτός ούτε γνώριζε το αναληθές του περιεχομένου της αριθμ. πρωτ. 583/10-7-1989 βεβαίωσης προϋπηρεσίας της ανώνυμης εταιρείας "...
ΑΕ" ούτε είχε σκοπό να εξαπατήσει με την προσκόμισή της στα αρμόδια όργανα της εργοδότριας, προκειμένου να λάβει μεγαλύτερη αμοιβή. Ο λόγος αυτός όμως πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι η συνδρομή του ως άνω λόγου καταγγελίας διαπιστώθηκε τελεσίδικα με την αριθμ. 1/2009 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Προστασiας Συνδικαλιστικών Στελεχών, σύμφωνα με το άρθρο 15 ν. 1264/1982, της Περιφέρειας του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, που επικυρώθηκε με την 4329/2012 απόφαση του ΣτΕ, κρίση που δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια.
Επίσης ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η καταγγελία είναι άκυρη, γιατί η εργοδότρια προέβη στην καταγγελία προτού να ολοκληρωθεί η πειθαρχική διαδικασία με την έκδοση απόφασης από το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιό της κατά το άρθρο 17 του πδ 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των ΚΤΕΛ Α.Ε. και των ΚΤΕΛ του Ν. 2963/2001"), πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος.
Και τούτο, γιατί η προδικασία την οποία επικαλείται ο ενάγων αφορά στα πειθαρχικά παραπτώματα που προβλέπονται στο άρθρο 16 του πδ 246/2004, για τα οποία προβλέπονται διάφορες ποινές ανάλογα με την βαρύτητα του παραπτώματος, ενώ το παράπτωμα της υποβολής ψευδών δηλώσεων κατά την πρόσληψη, που αποτέλεσε το λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας κατά το άρθρο 6 παρ.3 π.δ. 246/2006 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΚΤΕΛ ΑΕ , προβλέπεται ρητά και ασχέτως πειθαρχικής διαδικασίας ως λόγος καταγγελίας της σύμβασης και για το λόγο αυτό δεν περιλήφθηκε ως πειθαρχικό παράπτωμα και μάλιστα ως τέτοιο, που επισύρει, σύμφωνα με την παρ.8 του άρθρου 18 του Κανονισμού την ποινή της οριστικής απόλυσης.>> 9.
Με τις παραπάνω παραδοχές το εφετείο ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε τις ως άνω διατάξεις, γιατί σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη με αριθ.3 η 4329/2012 απόφαση του ΣτΕ με τους ίδιους διαδίκους, έκρινε αμετάκλητα και δεσμευτικά για τα πολιτικά δικαστήρια, αφού αυτή αποτελεί δεδικασμένο μεταξύ των παρόντων διαδίκων ότι ο ενάγων, κατά τη σύναψη της συμβάσεως εργασίας με την εργοδότρια εταιρεία, υπέβαλε την επίμαχη αναληθή βεβαίωση, προκειμένου να επιτύχει την καταβολή αυξημένης μηνιαίας αμοιβής, με την αναγνώριση του σχετικού χρόνου προϋπηρεσίας και ενώ γνώριζε το αναληθές του περιεχομένου της, δεδομένου ότι αφορούσε το χρόνο παροχής εργασίας του σε συγκεκριμένο εργοδότη.
Επίσης ορθώς δέχτηκε ότι η προσκόμιση της σχετικής βεβαίωσης αποτελεί αυτοτελή λόγο καταγγελίας της σύμβασης , υπό τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις και εγγυήσεις, σχετικά με την προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών.
Συνεπώς ο δεύτερος και ο τρίτος από τους λόγους της αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
10. Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου, η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, (και επομένως άκυρη) είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, όταν οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου.
Αν η καταγγελία έγινε κατά κατάχρηση του οικείου δικαιώματος είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, αν καταστεί υπερήμερος, να καταβάλει τους μισθούς του σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 ΑΚ. Τέλος, αν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της έκτακτης καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται ο εργαζόμενος, διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχιστεί ως επαχθής για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως.
Όμως, η προσφυγή του εργοδότη στην έκτακτη καταγγελία ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο, αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (Ολ.ΑΠ 8/2007, ΑΠ 601/2013).
11. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ανέλεγκτα τα εξής: "Από κανένα από τα ως από άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος οφείλεται σε λόγους εκδίκησης της εργοδότριας εξ αιτίας της νόμιμης συνδικαλιστική δραστηριότητάς του.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το παραπάνω παράπτωμα του ενάγοντος κλόνισε, κατ' αντικειμενική κρίση, σε τέτοιο βαθμό το αναγκαίο κλίμα εμπιστοσύνης και συνεργασίας που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των μερών, που δεν ήταν δυνατό να αποκατασταθεί ούτε με τη λήψη ηπιότερων μέτρων [επιβολή πειθαρχικής ποινής προσωρινής αργίας 16 έως 30 ημερών για το, προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 6 περ.
η' του Κανονισμού (π.δ. 246/2006). πειθαρχικό παράπτωμα της υποβολής αναληθών στοιχείων που αφορούν το μητρώο του], με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η ομαλή λειτουργία της σχέσης εργασίας στο μέλλον και να αναγκασθεί η εργοδότρια ως έσχατο μέσο (ultima ratio) να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος. Έτσι, η άσκηση του σχετικού δικαιώματος της εργοδότριας για καταγγελία της σύμβασης δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια του άρθρου 281 του ΑΚ, ούτε παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκομένου σκοπού (ultima ratio), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων στην αγωγή του.
Κατόπιν όλων των παραπάνω, αναφορικά με τις επικουρικές βάσεις (λόγοι ακυρότητας καταγγελίας) της αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας καταγγελίας σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και τα αγωγικά αιτήματά της που προϋποθέτουν την ακυρότητα της απόλυσης αυτής (μισθοί υπερημερίας και επαναπρόσληψη), πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη.
12. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, περιέλαβε δε πλήρεις, εμπεριστατωμένες, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εγκυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος, την ανυπαρξία καταχρηστικότητας στην άσκηση του σχετικού δικαιώματος καθώς και την ανυπαρξία παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού.
Συνεπώς, ο 4ος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη την αναιρετική πλημμέλεια του αρθ 559 παρ 1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. 13. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση, που δεν έχει άλλους λόγους προς εξέταση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστική έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθ.176, 183, 191 §ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-1-2018 αίτηση για αναίρεση της 11/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2019.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21-2-2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ