226/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated226/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 6/2/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 226 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 226/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: α)Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσας ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που κατοικοεδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, και β)Α. Γ., ειδικής διαχειρίστριας του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της καταργηθείσας .... που μεταβιβάσθηκαν στο Δημόσιο, κατοίκου Αθηνών.
Το πρώτο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαλλά, που κατέθεσε προτάσεις και η δεύτερη δεν παραστάθηκε, διότι όπως δήλωσε ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος έχει παραιτηθεί και στην θέση της έχει υπεισέλθει η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ορκωτοί Ελεγκτές, Λογιστές Ανώνυμη Εταιρεία" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπείται από τον ίδιο, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Σ. του Ν., Μ., 2)Π. Ε. Σ., 3)Σ. Ι. Π., 4)Α. Σ. Κ. και 5)Α. Α. Κ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 322/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 125/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/4/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 6/2/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολιπόμενος ή ο μη παραστάς με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Ολ.
Α.Π. 14/2015). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ και δ Κ.Πολ.Δ., οι οποίες εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε, ενώ κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος ή μη νομίμως παραστάς κατά τη μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως / με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεως αυτού κατά την αρχική δικάσιμο.
Εξάλλου, με την παράγραφο 3 του ν. 4305/31-10-2014, μετά το άρθρο 6 του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου" προστέθηκε άρθρο 6Α ως εξής: "άρθρο 6Α. 1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιοσδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιοσδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:
α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητο τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνση τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, έκτος εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.
Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ’ εφαρμογή κείμενων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές.".
Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει από τη με αριθμό .../03.11.2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ν. Χ., με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω απ’ αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου καθώς και με κλήση για συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 28-02-2017, στον δικηγόρο Αθηνών Αντώνιο Ρουπακιώτη, ο οποίος, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη 125/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είχε εκπροσωπήσει τους αναιρεσιβλήτους κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στο δικαστήριο αυτό.
Κατά την παραπάνω δικάσιμο (28.02.2017) η υπόθεση, με την παρουσία αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών, αναβλήθηκε από το πινάκιο για την 31.10.2017, για την οποία δεν χρειαζόταν νέα κλήση των διαδίκων. Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την παραπάνω μετ’ αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
Με την από 23.04.2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 125/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος), που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεων των διαδίκων κατά της 322/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση :έγιναν δεκτές οι εφέσεις των διαδίκων και ακολούθως μετ’ εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και παραδοχή εν μέρει της αγωγής υποχρεώθηκε η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει: α) στον πρώτο ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο εντόκως το ποσό των τριών χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα έξι ευρώ και πενήντα τεσσάρων λεπτών (3.956,54), β) στον δεύτερο ενάγοντα και ήδη 2ο αναιρεσίβλητο το ποσό των εννέα χιλιάδων τριακοσίων τριάντα τριών ευρώ και ογδόντα λεπτών (9.333,8), γ) στον τρίτο ενάγοντα και ήδη 3ο αναιρεσίβλητο το ποσό των οκτώ χιλιάδων εκατόν σαράντα επτά ευρώ και ενενήντα λεπτών (8.147,9), δ) στην τέταρτη ενάγουσα και ήδη 4η αναιρεσίβλητη το ποσό των έξι χιλιάδων τριακοσίων τριάντα έξι ευρώ και εξήντα λεπτών (6.336,6c) και ε) στην πέμπτη ενάγουσα και ήδη 5η αναιρεσίβλητη το ποσό των επτά χιλιάδων επτακοσίων πενήντα ευρώ και ογδόντα τριών λεπτών (7.750,83). Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
Σύμφωνα με την αρχή της εύνοιας των μισθωτών, την οποία καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ν. 3239/ 1955 "περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας", σε συνδυασμό με το άρθρο 680 ΑΚ και επανέλαβε η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του, κατά τον, στην προκειμένη περίπτωση, κρίσιμο χρόνο ισχύοντος ν. 1876/1990 "για τις ελεύθερες διαπραγματεύσεις", οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των τυχόν δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ).
Και τούτο, διότι οι κανονιστικοί όροι μιας ΣΣΕ περιέχουν κατώτατα όρια υποχρεωτικής προστασίας, έτσι, ώστε με τις ατομικές συμβάσεις να απαγορεύεται μεν η δυσμενέστερη ρύθμιση των ίδιων ζητημάτων, να επιτρέπεται, όμως, η βελτίωση της προστασίας αυτής. Από τη διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ αυτών δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση ΣΣΕ και ατομικής σύμβασης, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, ΣΣΕ, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση (πρβλ.
και άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 1876/ 1990, όσον αφορά τη σχέση ΣΣΕ και νόμων). Στην περίπτωση αυτή η ρύθμιση της ασθενέστερης πηγής μπορεί να αποκλίνει από τη ρύθμιση της ισχυρότερης, μόνο, όμως, προς το συμφέρον των εργαζομένων. Εν τούτοις, για την εφαρμογή της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, κατά το συσχετισμό μιας ΣΣΕ ή άλλης πηγής κανόνων που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση και μιας ατομικής σύμβασης ή, γενικότερα, κατά το συσχετισμό των διαφόρων κανονιστικών πηγών μεταξύ τους, τα σύνολα των όρων που ρυθμίζουν τις αποδοχές συγκρίνονται ως ενότητα.
Με την έννοια αυτή, αν δεν υπάρχει αντίθετη, ειδική ρύθμιση, προκειμένου να εξευρεθούν και να θεωρηθούν εφαρμοστέοι οι ευνοϊκότεροι κανόνες, δεν είναι δυνατή η επιλογή ορισμένων όρων αποδοχών από μία πηγή και ορισμένων από άλλη, διότι δεν επιτρέπεται η σύγχρονη εφαρμογή περισσοτέρων κανονιστικών πηγών, αλλά πρέπει να αναζητηθεί η πηγή που περιέχει τους ευνοϊκότερους όρους, ως σύνολο, για το ζήτημα των αποδοχών των εργαζομένων.
Ειδικά, όσον αφορά στη συσχέτιση περισσοτέρων ΣΣΕ, αυτό αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 1876/1990. Περαιτέρω, από το σύνολο των διατάξεων του ν. 1876/1990 συνάγεται ότι οι όροι εργασίας, τους οποίους ρυθμίζει κάποια συλλογική σύμβαση εργασίας, μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη τέτοια σύμβαση (διαδοχή ΣΣΕ).
Διαδοχή ΣΣΕ υπάρχει όταν χρονικά νεότερη ΣΣΕ αντικαθιστά προγενέστερη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος. Κατά τη διαδοχή ΣΣΕ, η νεότερη ΣΣΕ μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης τόσο υπέρ όσο και σε βάρος των εργαζομένων, δηλαδή κατά τη διαδοχή ΣΣΕ δεν ισχύει η αρχή της προστασίας ή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, αλλά η αρχή της τάξεως (αρχή της διαδοχής των ρυθμίσεων).
Για να καταστεί όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας κανονιστικός όρος της ΣΣΕ πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη ΣΣΕ και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών ΣΣΕ, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη ΣΣΕ (διαδοχή τάξεων), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες διατάξεις για τους μισθωτούς, αφού ρητά συμφωνήθηκε με την ατομική σύμβαση εργασίας ότι θα εφαρμόζεται η εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του από 20-4-1989 Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της ...., που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 1730/ 1987 και εγκρίθηκε με την .../12-4-1989 (ΦΕΚ .../20-4-1989) απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης, "ο παρών ΓΚΠ της .... καθορίζει τους όρους, τις συνθήκες εργασίας του προσωπικού...
καθώς και τις εν γένει σχέσεις του προσωπικού με την εταιρία", ενώ, κατά την §1 του άρθρου 12 αυτού, "το τακτικό προσωπικό εξελίσσεται, ανεξάρτητα από το βαθμό που έχει σε ενιαία μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.). Κατά την §3 του ίδιου άρθρου "ο βασικός μισθός κάθε μισθολογικού κλιμακίου καθορίζεται με ειδική - συλλογική σύμβαση εργασίας, που συνάπτεται μεταξύ της πολυπληθέστερης δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης και της ......", και κατά την §10 του αυτού άρθρου "μειωμένες αποδοχές καταβάλλονται στο προσωπικό στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον παρόντα Κανονισμό και από τις σχετικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας".
Με την από 31-7-2001 ΕΣΣΕ, που κατατέθηκε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας (...-2001 πράξη), τροποποιήθηκε ο μέχρι τότε ισχύων ΓΚΠ της εταιρείας, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 1 της εν λόγω ΕΣΣΕ, ορίσθηκε ότι "Στην παρούσα ΣΣΕ υπάγεται το τακτικό και έκτακτο (πλην δημοσιογράφων, ιατρών και δικηγόρων) προσωπικό της ..., που καλύπτεται από τα πρωτοβάθμια σωματεία, τα οποία είναι μέλη της ...".
Με το άρθρο 2 της ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι "1. Με την παρούσα σύμβαση θεσπίζεται νέο μισθολόγιο, το οποίο αποκαθιστά τις δυσχέρειες και αδυναμίες του προηγούμενου, όπως και τις ακραίες εξατομικεύσεις των αμοιβών, δημιουργώντας νέο, δικαιότερο, ορθολογικότερο, ευνοϊκότερο για τους εργαζομένους, κατανοητό και εύκολα εφαρμόσιμο λογιστικά, μισθολογικό καθεστώς. 2.
Οι διαφορές αποδοχών, που θα προκύψουν μεταξύ των καταβαλλομένων την 28-2-2001 και των δικαιουμένων με την εφαρμογή του νέου μισθολογίου την 1-3-2001, θα καταβληθούν σταδιακά ως εξής: Α) Το 50% της διαφοράς από την 1-3-2001. Β) Το υπόλοιπο 50% της διαφοράς από την 1-3-2002. 3. Με την έναρξη ισχύος της παρούσας, καταργούνται οι.
αντίστοιχες διατάξεις του ΓΚΠ της ..., όπως ενδεικτικά τα άρθρα 12, 13 κ.λπ. και γενικά κάθε διάταξη που ρυθμίζει θέματα μισθολογικά ή σχετίζεται με τις καταργούμενες ρυθμίσεις. 4. Όπου στον ΓΚΠ της ... γίνεται παραπομπή στις διατάξεις του, που ρυθμίζουν μισθολογικά θέματα, εφεξής θεωρείται ότι η παραπομπή γίνεται στις αντίστοιχες διατάξεις της παρούσης. 5.
Η επανένταξη του προσωπικού με βάση τα νέα μισθολογικά κλιμάκια (ΜΚ) θα ολοκληρωθεί μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών από την κατάθεση ενός πρωτοτύπου της παρούσας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας". Με τα άρθρα 3-8 καταστρώθηκαν, συνολικά, το νέο μισθολόγιο, τα νέα ΜΚ, οι κανόνες ένταξης των εργαζομένων σε αυτά ανάλογα με την ειδικότητά τους, τα διατηρούμενα και καταργούμενα επιδόματα και, γενικά, το μισθολογικό καθεστώς των εργαζομένων που υπάγονταν στην από 31-7-2001 ΕΣΣΕ κατά τρόπο πλήρη, οριστικό και διαφορετικό του μέχρι τότε ισχύοντος βάσει του ΓΚΠ.
Με το άρθρο 9 της ίδιας ΕΣΣΕ προβλέφθηκε ότι "Οι ποσοστιαίες αυξήσεις του νέου μισθολογίου, σε σχέση με τις καταβαλλόμενες αποδοχές της 28-2-2001, κυμαίνονται για όλους τους υπαλλήλους από 8% μέχρι 12%. Σε περίπτωση, κατά την οποία προκύπτει ποσοστιαία αύξηση μικρότερη του 8%, τότε καταβάλλεται συμπληρωματικό ποσό μέχρι την κάλυψη του συγκεκριμένου ποσοστού (8%), που διατηρείται ως θετική, προσωπική διαφορά και εμφανίζεται σε ξεχωριστή στήλη στη μισθολογική κατάσταση.
Σε περίπτωση, κατά την οποία προκύπτει ποσοστιαία αύξηση μεγαλύτερη του 12%, τότε περικόπτεται ανάλογο ποσό, ώστε η αύξηση να περιοριστεί στο συγκεκριμένο ποσοστό (12%). Το ποσό που περικόπτεται εμφανίζεται σε ξεχωριστή στήλη στη μισθοδοτική κατάσταση ως αρνητική διαφορά. Η ανωτέρω προσωπική διαφορά (θετική ή αρνητική) λαμβάνεται υπόψη για τη σταδιακή εφαρμογή του νέου μισθολογίου, όπως αυτή προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 2".
Με το άρθρο 23, τέλος, της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι "... Ευνοϊκότεροι όροι και συνθήκες εργασίας, που έχουν θεσπιστεί για τους εργαζόμενους της … με διατάξεις Νόμων, ΣΣΕ, Διαιτητικών Αποφάσεων, ΓΚΠ και ..., δεν θίγονται με την παρούσα, αλλά εξακολουθούν να ισχύουν και εφαρμόζονται στο τακτικό και έκτακτο προσωπικό της …, που καλύπτεται από την ....
Η ισχύς της παρούσας ΣΣΕ σε όσα θέματα δεν ορίζεται άλλη ημερομηνία, αρχίζει από 1-3-2001 και λήγει την 31-12-2002, οι δε διατάξεις της δεσμεύουν τα δύο μέρη για όλο το χρονικό διάστημα και μέχρι την υπογραφή νέας ΣΣΕ". Στη συνέχεια, με την από 12-2-2004, νεότερη ΕΣΣΕ μεταξύ της ... και της ..., που κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, συμφωνήθηκε η χορήγηση αυξήσεων επί των βασικών μισθών των ΜΚ, όπως είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη ισχύος της, κατά ποσοστό 3,1% για το διάστημα από 1-1-2003, 3,1% για το διάστημα από 1-7-2003, 3,5% για το διάστημα από 1-1-2004 και 3,5% για το διάστημα από 1-7-2004, ήτοι συνολική αύξηση για όλο το εν λόγω χρονικό διάστημα ανερχόμενη σε ποσοστό 13,2%.
Με το άρθρο 2 παρ. 2 της ίδιας ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι "2.1 Με την έναρξη ισχύος της παρούσας καταργούνται όσες διατάξεις του ΓΚΠ της ΕΡΤ είναι αντίθετες με τα ρυθμιζόμενα με την παρούσα θέματα. (... ). 2.2. Όπου στον ΓΚΠ της ... γίνεται παραπομπή στις διατάξεις του, που ρυθμίζουν μισθολονικά θέματα, θεωρείται ότι η παραπομπή γίνεται στις αντίστοιχες διατάξεις της παρούσας και στις ΕΣΣΕ που έχουν υπογράφει μέχρι σήμερα".
Με το άρθρο 15 παρ. 2 ορίστηκε ότι "όλες οι προηγούμενες ΕΣΣΕ και διαιτητικές αποφάσεις με οποιονδήποτε τρόπο και αν θεσπίστηκαν και τέθηκαν σε ισχύ αποτελούν αδιάσπαστο σύνολο με την παρούσα και εξακολουθούν να ισχύουν σε όσα θέματα δεν τροποποιούνται με την παρούσα", ήτοι και η από 31-7-2001 ΕΣΣΕ και το άρθρο 9 αυτής.
Όμοια διάταξη περιλήφθηκε και στην από 16-1-2005 ΕΣΣΕ μεταξύ ΕΡΤ και ..., που κατατέθηκε αρμοδίως, με την οποία προβλέφθηκε μεταξύ άλλων, η χορήγηση αύξησης στους βασικούς μισθούς και τα εκεί αναφερόμενα επιδόματα (βλ. ΑΠ 480/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 15-12-2006 (αρ. καταθ. .../2006) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλητοι ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή χρόνους και απασχολούνται σ’ αυτή με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τις ειδικότητες της διευθύντριας παραγωγής η πέμπτη και του σκηνοθέτη οι λοιποί.
Ότι η εναγόμενη, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 9 της από 30/7/2001 Ε.Σ.Σ.Ε., που υπεγράφη μεταξύ αυτής και της ..., και η οποία προβλέπει την παρακράτηση, ως "προσωπικής αρνητικής διαφοράς" της πέραν του 12% αύξησης αποδοχών, που προκύπτει από την εφαρμογή του νέου μισθολογίου της ίδιας ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε., περιέκοψε ως τέτοια "διαφορά" από τις αποδοχές τους, και από 1-3-2001 το συνολικό ποσό των 5.700 ευρώ, 13.447 ευρώ, 11.738,50 ευρώ, 9.129 ευρώ και 11.166,45 ευρώ, από τις αποδοχές των πρώτου, δεύτερου, τρίτου, τέταρτης πέμπτης, αντίστοιχα, μέχρι τις 30-7-2007.
Ότι η παραπάνω διάταξη της Ε.Σ.Σ.Ε. είναι αντισυνταγματική, καθόσον εισάγει ανισότητα ως προς την εφαρμογή του νέου μισθολογίου, μεταξύ των παλαιών και νεοπροσλαμβανομένων (μετά την άνω Ε.Σ.Σ.Ε.) υπαλλήλων της εναγομένης, δεδομένου ότι αυτή δεν ισχύει στους τελευταίους, και παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης, καθόσον περιορίζει αδικαιολόγητα σε βάρος τους την πλήρη εφαρμογή του νέου μισθολογικού καθεστώτος, έναντι των νέων συναδέλφων τους, οι οποίοι έχουν τις ίδιες με αυτούς ειδικότητες, εργάζονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες και παρέχουν την ίδια εργασία.
Με βάση τα παραπάνω, ζήτησαν α) να αναγνωριστεί ότι η διάταξη του άρθρου 9 της άνω Ε.Σ.Σ.Ε. είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να εφαρμόζει πλήρως το νέο μισθολογικό καθεστώς που θεσπίστηκε με την εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε., χωρίς περιορισμούς και περικοπή στις μηνιαίες αποδοχές τους και γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον καθένα - μία από αυτούς τα ως άνω ποσά που τους παρακρατεί από 1-7-2001 μέχρι 30-3-2007, άλλως από-1-3-2004 (που προσλήφθηκαν νέοι συνάδελφοι τους) μέχρι 30-3-2007, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους ποσό έπρεπε να καταβληθεί μέχρι την εξόφληση.
Επί της αγωγής αυτήν εκδόθηκε η εκκαλουμένη 322/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αυτή και α) υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα 1.140,02 ευρώ, στον δεύτερο 2.689.40, στον τρίτο 2.347,70, στην τέταρτη ενάγουσα 1.825,80 ευρώ και στη πέμπτη ενάγουσα 2.233,29 ευρώ νομιμοτόκως, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην απόφαση και β) υποχρεώθηκε αυτή να εφαρμόζει και μετά την 1.4.2007 για τους εναγοντες το μισθολόγιο που θεσπίσθηκε με την άνω Ε.Σ.Σ.Ε χωρίς περικοπή απο τις αποδοχές τους της "αρνητικής προσωρινής διαφοράς".
Κατα της απόφασης αυτης ασκηθηκαν απο τα διάδικα μέρη αντιθετες εφέσεις , επι των οποίων εκδόθηκε η προσβαλόμενη απόφαση. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: " Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εναγόμενη την 1-1-1976 ο πρώτος, την 1-1-1998 ο δεύτερος, την 2-1-1986 ο τρίτος, την 1-6-1988 η τέταρτη και την 10-104987 η πέμπτη, και απασχολούνται μέχρι σήμερα με τις ειδικότητες της διευθύντριας παραγωγής η τελευταία και του σκηνοθέτη οι λοιποί.
Η εναγόμενη, κατ’ εφαρμογή του παραπάνω άρθρου 9 της από 30-7-2001 ΕΣΣΕ, που υπεγράφη σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 12 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της ..., στα πλαίσια της γενικής αναμόρφωσης του μέχρι τότε ισχύοντος με προηγούμενες Επιχειρησιακές ΣΣΕ μισθολογικού καθεστώτος, κατά την ένταξη των εναγόντων στα νέα μισθολογικά κλιμάκια και τη χορήγηση σε αυτούς των αντίστοιχων προβλεπόμενων βασικών μισθών, παρακράτησε από τις αποδοχές καθενός από αυτούς, ήτοι από το βασικό μισθό και τα επιδόματα τους, κατά τη χρονική περίοδο ισχύος αυτής (1-3-2001 έως 31-12-2002), τα ποσά εκείνα τα οποία σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σε αυτούς κατά την 28-2-2001 αποδοχές, υπερέβαιναν το 12% της χορηγηθείσας ποσοστιαίας αύξησης.
Περαιτέρω, όμως, παρά το ότι με τις μεταγενέστερες ΕΣΣΕ, όπως την από 12-2-2004 με χρόνο ισχύος 1-1-2003 έως 31-12-2004 και την από 16-12-2005, με χρόνο ισχύος 1-1-2005 έως 31-12-2006, χορηγήθηκαν σταδιακά ποσοστιαίες αυξήσεις επί των έως τότε διαμορφωμένων βασικών μισθών των μισθολογικών κλιμακίων, με τις οποίες καλύπτονταν τα παρακρατηθέντα από κάθε ενάγοντα ως προσωπική διαφορά ποσά.
γεγονός που δεν αμφισβητεί η εναγόμενη, η τελευταία συνέχισε να παρακρατά τα ποσά αυτά (της αρνητικής προσωπικής διαφοράς) ακέραια, με αποτέλεσμα να γεννηθεί η σχετική ένδικη αξίωση των εναγόντων για καταβολή τους. Συγκεκριμένα, για το διάστημα από 1-3-2003 μέχρι 30-7-2007, ο πρώτος ενάγων, ο οποίος είχε την ειδικότητα του σκηνοθέτη, και η παρακρατηθείσα ανελλιπώς προσωπική διαφορά επί των μηνιαίων αποδοχών του και επί των επιδομάτων εορτών και αδείας, ανερχόταν στο ποσό των 67,06 ευρώ, δικαιούται το ποσό των 3.956,54 ευρώ (67,06 X 59 μήνες), ο δεύτερος ενάγων, επίσης με την ειδικότητα του σκηνοθέτη, του οποίου η παρακρατηθείσα προσωπική διαφορά ανερχόταν σε 158,20 ευρώ, δικαιούται το ποσό των 9.333,8 ευρώ (158,20 X 59 μήνες), ο τρίτος ενάγων, επίσης, με την ειδικότητα του σκηνοθέτη, του οποίου η παρακρατηθείσα προσωπική διαφορα ανερχόταν σε 138,10 ευρώ, δικαιούται το ποσό των 8.147,9 ευρώ (138,10 X 59 μήνες), η τέταρτη ενάγουσα, επίσης, με την ειδικότητα του σκηνοθέτη,της οποίας η παρακρατηθείσα προσωπική διαφορά ανερχόταν σε 107,40
ευρώ, δικαιούται το ποσό των 6.336,6 ευρώ (107,40 X 59 μήνες) και η Πέμπτη ενάγουσα, με την ειδικότητα της διευθύντριας παραγωγής, της οποίας η παρακρατηθείσα προσωπική διαφορά ανερχόταν σε131,37 ευρώ, δικαιούται το ποσό των 7.750,83 ευρώ (131,37 X 59 μήνες). Περαιτέρω, μόνη η επί μακρό χρόνο μη άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των εναγόντων, χωρίς να αποδεικνύονται άλλες περιστάσεις, που να συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά τους, οι οποίες και να δημιούργησαν την πεποίθηση στην εναγόμενη ότι αυτοί δεν θα ασκήσουν πλέον το δικαίωμά τους, δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος αυτού καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.
Επομένως, απορριπτεος κρίνεται ο πρωτοδίκως προταθείς ισχυρισμός της εναγομένης..". Ομως, ενόψει αυτών, το Εφετείο Αθηνών, που με την απόφασή του επιδίκασε στους ενάγοντες απαιτήσεις των για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2006 παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, καθόσον, με τις εκτιθέμενες παραδοχές, δεν δικαιούνται οι αναιρεσίβλητοι τις επίδικες αποδοχές, με βάση τις διατάξεις εκείνες.
Η εν λόγω εξακολούθηση της παρακράτησης υπήρξε νόμιμη, διότι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, με τις επακολουθήσασες ΕΣΣΕ, με τις οποίες χορηγήθηκαν νέες αυξήσεις στις αποδοχές των εναγόντων, δεν επήλθε κατάργηση του όρου αυτού ή πρόβλεψη για ενσωμάτωση, σταδιακή ή μη, της "αρνητικής προσωπικής διαφοράς" στις έκτοτε καταβαλλόμενες αποδοχές.
Αντιθέτως, ρητά προβλέφθηκε, ότι όλες οι παλαιότερες ΕΣΣΕ αποτελούν αδιάσπαστο σύνολο με τις νεότερες, στην έκταση που αυτές δεν τις τροποποιούν (άρθρο 2.2. και 15.2. της από 12-2-2004 ΕΣΣΕ και 21.2 της από 16-12-2005 ΕΣΣΕ). Εξ αυτού συνάγεται, ότι με τις νεότερες ΕΣΣΕ διατηρήθηκαν τόσο ο όρος του άρθρου 9 της από 31-7-2001 ΕΣΣΕ περί "αρνητικής προσωπικής διαφοράς" όσο και οι αποδοχές, όπως με εκείνη είχαν διαμορφωθεί, οι οποίες και αποτέλεσαν τη βάση υπολογισμού των νέων αυξήσεων.
Αν ίσχυε το αντίθετο, θα επερχόταν αύξηση των αποδοχών τους σε ποσοστό μεγαλύτερο, από εκείνο που οι ίδιοι, μέσω του συνδικαλιστικού τους φορέα, είχαν αποδεχθεί και συμφωνήσει με την εναγομένη. (ΑΠ 1193/2017) Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της, από 23.04.2015 αίτησης αναίρεσης της ..., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι βάσιμος, παρελκούσης δε της έρευνας του δεύτερου λόγου της (με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και για παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ) καθώς και του τελευταίου λόγου της αναίρεσης, που αφορά την υποχρέωση καταβολής τόκων και το υψος του επιτοκίου των οφειλών.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση το δε παρόν Δικαστήριο, αφού κρατήσει και δικάσει την από 15-12-2006 αγωγή , πρέπει να απορρίψει αυτή, ενόψει του ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, (ΚΠολΔ 580 παρ.3 εδ.α’ ), ως προς όλους τους ενάγοντες, ως μη νόμιμη διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα με τις επακολουθήσασες ΕΣΣΕ, με τις οποίες χορηγήθηκαν νέες αυξήσεις στις αποδοχές των εναγόντων, δεν επήλθε κατάργηση του άρθρου 9 της από 31-7-2001 ΕΣΣΕ ή πρόβλεψη για ενσωμάτωση, σταδιακή ή μη, της "αρνητικής προσωπικής διαφοράς" στις έκτοτε καταβαλλόμενες αποδοχές.
Αντιθέτως, ρητά προβλέφθηκε, ότι όλες οι παλαιότερες ΕΣΣΕ αποτελούν αδιάσπαστο σύνολο με τις νεότερες, στην έκταση που αυτές δεν τις τροποποιούν (άρθρο 2.2. και 15.2. της από 12-2- 2004 ΕΣΣΕ και 21.2 της από 16-12-2005 ΕΣΣΕ). Τέλος, λόγω των πραγματικών δυσχερείων ως προς την αληθινή έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων και των εντεύθεν διακυμάνσεων- της- νομολογίας, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα ολόκληρης της δίκης (άρθρο 179 ΚΠολΔ, ΑΠ 1193/2017 ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 125/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΚΑΖΕΙ επί της από 15.12.2006 με αριθμό καταθέσεως .../2006 αγωγή, στο σύνολο της.
Και
Απορρίπτει αυτή
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2017 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 30 Ιανουαρίου 2018
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ