226/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated226/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 226 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 226/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ηλία Νίκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Του αναιρεσίβλητου: Χ. Σ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2011 αγωγή του αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2012 του ιδίου Δικαστηρίου, 70/2015 Εφετείου Καλαμάτας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-3-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, διαφορετικά κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Περαιτέρω, το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26-6/10-7-1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο προσετέθη με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014, ορίζει ότι: " Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει α) στους αντιδίκους του ή στον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους.
Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο.
Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Στην προκειμένη περίπτωση ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, τη συζήτηση της οποίας επισπεύδει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με πράξη ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης και κλήση του αναιρεσιβλήτου να παραστεί κατά την ανωτέρω συζήτηση επιδόθηκε νομίμως, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις και εμπροθέσμως στην αντίκλητό του δικηγόρο ...
Στέλλα Μπιρμπάκου, η οποία και τον εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης, όπως τούτο προκύπτει από την επιτρεπτώς επισκοπούμενη προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τη με επίκληση προσαγόμενη από το αναιρεσείον υπ’ αριθ. .../16-8-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Γυθείου Ν.
Λ.. Κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο (16-11-2016) ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην όμως ως νομίμως κλητευθείς, κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να δικασθεί ως να ήταν παρών και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 575 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Ν. 3127/2003 ορίζονται τα εξής: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν κατά τη κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά τη κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α` και β` προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ. 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ.
Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ. οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή". Από την ως άνω σαφή διατύπωση των προπαρατεθεισών διατάξεων προκύπτει ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις εφαρμογής τους είναι αθροιστικώς οι ακόλουθες:
Α) Να πρόκειται για ακίνητο που βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως ή εντός προϋφιστάμενου του έτους 1923 οικισμού ή εντός οριοθετηθέντος οικισμού, ο πληθυσμός του οποίου συμφώνως με την τελευταία (προ της ενάρξεως εφαρμογής του ως άνω νόμου) απογραφή δεν υπερβαίνει τους 2.000 κατοίκους, Β) Να πρόκειται για ακίνητο εμβαδού α) μέχρι 2.000 τετρ.
μέτρων ή β) μείζονος των 2.000 τετρ. μέτρων, εφόσον στο ακίνητο αυτό υπήρχε στις 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος στην περιοχή συντελεστή δόμησης, Γ) Να έχει καταστεί το ακίνητο αντικείμενο αδιατάρακτης νομής μέχρι την έναρξη ισχύος του, ως άνω, νόμου α) επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ιδίου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος αυτός τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά τη κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστεως, ή β) επί τριάντα έτη, εκτός εάν κατά τη κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως, δηλαδή εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ.
Στο χρόνο νομής των ως άνω περιπτώσεων α’ και β’ προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 966, 968 και 1054 ΑΚ προκύπτει ότι τα εκτός συναλλαγής ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, στα οποία συγκαταλέγονται και τα κοινής χρήσεως είναι ανεπίδεκτα τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας και, επομένως, δεν μπορούν να είναι αντικείμενο της κατά το ιδιωτικό δίκαιο κτήσεως είτε κατά κυριότητα είτε κατά νομή από οποιονδήποτε τρίτο, του οποίου το δικαίωμα προς χρήση των πραγμάτων αυτών δεν συνιστά νομή ή οιονεί νομή ή κατοχή, αλλά ιδιόρρυθμο δικαίωμα που απορρέει από την προσωπικότητα του ανθρώπου και προστατεύεται με την διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ μόνο στην περίπτωση παρακώλυσης ή αποβολής από τη χρήση του κοινόχρηστου πράγματος.
Συνεπώς, τα ανήκοντα στο Ελληνικό Δημόσιο κοινόχρηστα πράγματα δεν καταλαμβάνονται από το ως άνω άρθρο 4 του ν. 3127/2003 (ΑΠ 1271/2011), αφού το άρθρο αυτό αναφέρεται στις προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας ακινήτου ανήκοντος στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου ή Δήμου (ΑΠ 723/2014). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 967 ΑΚ, πράγματα κοινής χρήσης είναι ιδίως τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι γιαλοί, τα λιμάνια και οι όρμοι, οι όχθες πλεύσιμων ποταμών, οι μεγάλες λίμνες και οι όχθες τους.
Εκτός όμως από τα πράγματα που απαριθ...ι στο άρθρο αυτό κοινόχρηστα είναι και τα δημόσια δάση και άλση, εφόσον δεν είναι πράγματα ειδικής χρήσης. Ένα δάσος, ενόψει της ειδικής συνταγματικής προστασίας των δασών (άρθρο 24 Σ), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και είτε είναι ιδιόχρηστο, όταν εξυπηρετεί, κυρίως, τη δασολογική έρευνα και διδασκαλία, είτε είναι κοινόχρηστο, όταν είναι ελεύθερη η χρήση του από το κοινό (ΑΠ 1453/2010).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση ή μη του κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "...Δυνάμει του υπ’ αριθ. .../28-3-1975 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβ/φου ... Πολύτιμης Πολυχρονάκου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ......, ο ενάγων απέκτησε λόγω αγοράς, ένα οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, στη θέση "...", εντός του οικισμού ...
του Δήμου ... Ν. ..., εμβαδού 352 τ.μ. λεπτομερώς προσδιοριζομένων των ορίων του από τους αδελφούς Θ., Η., Λ. και Κ. Δ....Το εν λόγω ακίνητο, φέρεται να έχει περιέλθει στους δικαιοπαρόχους πωλητές... κατόπιν εξώδικης διανομής γενομένης... κατά το έτος 1973, στην οποία, μεταξύ άλλων ακινήτων, περιλαμβάνεται και το επίδικο, ως τμήμα αρχικής μείζονος έκτασης 231 στρεμμάτων, κληρονομηθείσα από τον απώτατο δικαιοπάροχό τους Τ.
Ν. Δ.. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι σύμφωνα με την υπ’ αριθ. .../22-5-1878 δημόσια διαθήκη του Γ. Ν. Δ. (υιού του Τ. Ν. Δ.), συνταχθείσα ενώπιον του συμβ/φου ... Γρηγορίου Παπαδάκου ο ανωτέρω κατέλειπε το σύνολο της κινητής και ακίνητης (αγροτικής και αστικής) περιουσίας του κατά ισομοιρία, στους υιούς του, Σ. και Τ. Δ..
Στη διαθήκη αυτή δεν προσδιορίζεται λεπτομερώς η ακίνητη περιουσία του διαθέτη, εκτός της ειδικότερης μνείας περί αγρού στη θέση "..." ορίου ... και περί του "ανεμόμυλου", ο οποίος, κατά τον τίτλο αυτό, βρίσκεται στο άκρο του χωριού ... πλησίον του Ιερού Ναού ..., άνευ ετέρου προσδιοριστικού, ως προς την έκταση και τα όρια του περιβάλλοντος χώρου του, στοιχεία.
Σημειωτέον, ότι στη θέση αυτή ο ενάγων τοποθετεί τμήμα της προαναφερόμενης μείζονος έκτασης των 231 στρεμμάτων, κείμενη στη θέση "..." ..., συνορεύουσα, κατά την αγωγή του, ανατολικά με θάλασσα, δυτικά με μανδρότοιχο και δρόμο, βόρεια με ξηρολίθινα πεζούλια, τοίχους και δρόμο και νότια με θάλασσα. Στη συνέχεια με το υπ’ αριθ. ...1880 συμβόλαιο του αυτού ως άνω συμβ/φου οι αδελφοί Σ.
και Τ. Δ. διένειμαν την κληρονομιαία (πατρική) περιουσία, στην οποία (μεταξύ των άλλων ακινήτων) περιλαμβάνεται: α) ένας αγρός στη θέση "...", 150 στρεμμάτων, συνορευόμενος γύρωθεν με ιδιοκτησίες..., β) έτερος αγρός στην αυτή ως άνω θέση 40 στρεμμάτων, συνορευόμενος γύρωθεν με ιδιοκτησίες..... Από την περιγραφή αυτή σαφώς προκύπτει ότι, καταρχήν, τα δύο αγροτεμάχια στη θέση "...", 150 και 40 στρεμμάτων, αντίστοιχα, δεν είναι συνεχόμενοι αγροί, αφού προσδιορίζονται ως δύο αυτοτελή αγροτεμάχια (και όχι ως ενιαία έκταση δήθεν 190 στρεμμάτων κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς) και δεν συμπίπτουν τα όριά τους.
Ακολούθως, μετά από διαδοχικές κληρονομικές μεταβιβάσεις μεριδίων επ’ αυτού οι συγκληρονόμοι Π. Δ. του Σ. και Δ. Δ. του Τ. με το υπ’ αριθμ. .../1973 συμβόλαιο διανομής του συμβ/φου ... Θεοδώρου Λιακάκου διένειμαν (μεταξύ άλλων) και το ανωτέρω ακίνητο, εμφανίζοντας το πλέον και για πρώτη φορά ως ενιαία συνεχόμενη έκταση 231 στρεμμάτων, συνταχθέντος και του προσαρτημένου σ’ αυτό σχετικού από Ιούλιο του 1973 τοπογραφικού διαγράμματος του πολικού μηχανικού Δ.
Π., στο οποίο εμφαίνεται η έκταση αυτή υπό τα στοιχεία ... συνορεύουσα γύρωθεν ανατολικά..., βόρεια ..., δυτικά ... και νότια ... Το ακίνητο αυτό κατατμήθηκε σε πλείονα αγροτεμάχια και στη συνέχεια με την υπ’ αριθ. .../13-10-1964 δημόσια διαθήκη του Δ. Δ., συνταχθείσα ενώπιον του τότε συμβ/φου ... Κων/νου Λιακάκου, νομίμως δημοσιευθείσα, οι πωλητές, άμεσοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, φέρονται συγκληρονόμοι μείζονος έκτασης του πωληθέντος εμβαδού 9.230 τετρ.
μέτρων, κατά τα ως άνω αναφερόμενα ποσοστά, μετά και τη δωρεά μεριδίου επ’ αυτού από τον Η. Δ. στην αδελφή του Λ. Δ.. Σημειωτέον, ότι σύμφωνα με το συνταχθέν σε ανύποπτο χρόνο από 10-6-1987 (αριθμ. πρωτ. ...) έγγραφο του Δήμου ... προς το Υπουργείο ΠΕΧΩΔΕ με θέμα "Ένταξη στο σχέδιο περιοχής ... ...", η περιοχή θέση "..." ...
φέρεται να έχει εμβαδόν 180 στρέμματα περίπου (δηλαδή έκταση κατά πολύ μικρότερη από αυτή που δικαιοπάροχοι της ενάγουσας εμφανίζουν στους τίτλους κτήσης της) και αφορά πολλούς ιδιοκτήτες, οι οποίοι διαμαρτύρονται για την διακοπή έκδοσης οικοδομικών αδειών και την μη επέκταση του σχεδίου στην περιοχή αυτή.
Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι επί της μείζονος αυτής έκτασης η οικογένεια Δ. (απώτεροι δικαιοπάροχοι της) ανέκαθεν (και προ του 1880) ενέμοντο αυτή με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, κατασκευάζοντας και ανεγείροντας διάφορα κτίσματα, διενεργώντας 5 καλλιεργητικές πράξεις, προβαίνοντας σε οριοθετήσεις και νόμιμες αυτής κατατμήσεις καθώς και σε νόμιμες μεταβιβάσεις τμημάτων της σε τρίτους, όπως η δωρεά έκτασης 3 στρεμμάτων προς την Κοινότητα ..., όπου περιλαμβάνετο και ο υφιστάμενος Ιερός Ναός του ..., το οποίο έκτοτε χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο, λαβούσα χώρα κατά το έτος 1916, Ωστόσο από το σύνολο των εγγράφων των Δασαρχείου ..., και ..., της Επιθεώρησης Δασών Πελοποννήσου, Αποφάσεις Επιτροπών επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων (επί προσφυγών μελών της οικογένειας Δ.
για τμήματα της μείζονος αυτής έκτασης, που προσκομίζει το εναγόμενο, ήδη εκκαλούν σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Η. Κ., προϊσταμένου της Δ/νσης Δασών Νομού ..., προκύπτει ότι το σύνολο (σχεδόν) της μείζονος έκτασης (φερόμενης ως ιδιοκτησίας οικογένειας Δ.) καλύπτεται από πυκνή δασική βλάστηση των ειδών σχίνου, ασπάλαθου, πουρνάρι, αγριελιά σε ποσοστό 90%, ενώ από την εξέταση των αεροφωτογραφιών ετών 1945, 1960 και 1989 διαπιστώνεται ότι η έκταση καλύπτεται από δασική θαμνώδη ξυλώδη βλάστηση (αειφύλλων πλατυφύλλων) σε ποσοστό άνω του 40%.
Επίσης, η έκταση αυτή έχει ακαθόριστη κλίση 10-20% και έδαφος αβαθές ασβεστολιθικό με εμφανές το μητρικό πέτρωμα, χωρίς ίχνη καλλιέργειας (βαθμίδες, άρωση κλπ), εμφανίζει δηλαδή την εικόνα δασικού οικοσυστήματος, εντός του οποίου εντάσσεται και το επίδικο τμήμα, το οποίο αποτελεί τμήμα ευρύτερης πυκνής δασικής έκτασης, με την οποία βρίσκεται σε απόλυτη οργανική ισορροπία.
Εξάλλου, σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση του προαναφερόμενου μάρτυρα ανταπόδειξης, ειδικότητας δασολόγου για να εγκατασταθεί και να παγιωθεί η εικόνα δάσους που εμφανίζεται το 1945 (αλλά και σήμερα) απαιτούνται τουλάχιστον τριάντα έτη, γεγονός που καταδεικνύει ότι η επίδικη καθώς και η γύρω αυτής ευρύτερη περιοχή έφεραν δασική βλάστηση τουλάχιστον από το έτος 1915...
Από τα ανωτέρω περιστατικά σαφώς συνάγεται ότι η φερόμενη ως ιδιοκτησία οικογένειας Δ. ευρύτερη έκταση στη θέση "..." ... ήταν ανέκαθεν δασική, τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αιώνα, ο δε ισχυρισμός του ενάγοντος περί καλλιέργειας και βόσκησης από αμνημονεύτου χρόνου στηρίζεται μόνο στα λεγόμενά του και των δικαιοπαρόχων του και καταρρίπτεται από την έλλειψη ιχνών καλλιεργητικών επ’ αυτής επεμβάσεων, τόσο κατά το απώτατο παρελθόν όσο και πρόσφατα, ενώ κάθε επέμβαση επ’ αυτής με μεμονωμένες πράξεις εκχέρσωσης είχε ως αποτέλεσμα την άμεση αντίδραση του Δημοσίου (μέσω των αρμοδίων οργάνων του) και την κήρυξη ως αναδασωτέα.
Αντιθέτως, προέκυψε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, αρχής γενομένης από τους Σ. και Τ. Δ. κατά το έτος 1880, έχοντας την πρόθεση να δημιουργήσουν και να παγιώσουν ίδια δικαιώματα κυριότητας επί δασικών εκτάσεων στη θέση "..." ... ενέταξαν αυτές, ως δήθεν κληρονομηθείσες από τον πατέρα τους Γ. Δ. του Τ., στο προαναφερόμενο υπ’ αριθ. ...1880 συμβόλαιο διανομής, εμφανίζοντάς τες ως αγρούς, χωρίς όμως ποτέ, λόγω της φύσης του εδάφους (άγονο και βραχώδες ακατάλληλο για καλλιέργεια) να ασκήσουν οποιαδήποτε επ’ αυτού πράξη νομής καθώς και οι κληρονόμοι τους, οι οποίοι, επεκτείνοντάς την προέβησαν σε κατάτμηση αυτής, συντάσσοντας σχετικές συμβ/κές πράξεις, χωρίς όμως άσκηση εμφανών επ’ αυτής πράξεων νομής, με το στοιχείο της διάρκειας ενώ κάποιες μεμονωμένες ενέργειες αλλοίωσης του δασικού χαρακτήρα της, όπως από τον Σ.
Δ. του Π. κατά το έτος 1997, συνάντησαν την άμεση αντίδραση της οικείας Δασικής Αρχής...
Συνεπώς, η ανωτέρω μείζονα έκταση, εκ 231 στρεμμάτων, ουδόλως αποδείχθηκε ότι μέχρι και το έτος 1915 συνιστούσε ιδιωτική αγροτική έκταση, ανήκουσα κατά κυριότητα στους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος, αλλά ήταν ανέκαθεν δασική, ανήκουσα στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, δεκτής γενομένης της έφεσης. Ωστόσο, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων, ο οποίος είναι μόνιμος κάτοικος ... Καναδά... και δεν συγγενεύει με τους δικαιοπαρόχους του, πωλητές του επιδίκου, προέβη με το προαναφερόμενο συμβόλαιο, στην αγορά του... έχοντας την πεποίθηση ότι οι πωλητές τυγχάνουν συγκύριοι αυτού, πεποίθηση την οποία διατήρησε καθόλο το χρονικό διάστημα, αφότου υπεισήλθε στη νομή του μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων αμέσως μετά την αγορά του, υπεισήλθε στη νομή του, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, επιβλέποντάς το, οριοθετώντας το, κατά τις μεταβάσεις του από το εξωτερικό στο ... και δηλώνοντάς το στο έντυπο Ε9, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί στην άσκηση της νομής του από οποιονδήποτε τρίτο ιδιώτη ή το Δημόσιο.
Συνεπώς, προκύπτει ότι αυτός διατηρούσε, τόσο κατά την κτήση της νομής του επιδίκου, όσο και καθόλο το χρονικό διάστημα μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής του την σταθερή και εύλογη πεποίθηση ότι κατέστη κύριος αυτού, καθόσον και αυτό ακόμα το μεταγενέστερο της αγοραπωλησίας του επιδίκου εκδοθέν υπ’ αριθ.
…/1978 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής από τον Δασάρχη ... κατά των δικαιοπαρόχων του, το οποίο αφορούσε έκταση 195 στρεμμάτων στην αυτή ως άνω θέση "..." ..., ουδέποτε κοινοποιήθηκε σ’ αυτόν και συνεπώς δεν κατέστη διάδικος σε καμμία από τις διεξαχθείσες δίκες για την ακύρωσή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου και Μονομελούς Πρωτοδικείου ....
Περαιτέρω, από την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. πρωτ. .../22-12-2011 βεβαίωση του Τμήματος Πολεοδομίας Νομού ... προκύπτει ότι το επίδικο βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού ... ... του Δήμου Ανατολικής .... ..., που προϋφίσταται του έτους 1923. Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, εφόσον το επίδικο ακίνητο: α) βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού ..., που προϋφίσταται του έτους 1923, β) έχει εμβαδόν μικρότερο των 2.000 τετρ.
μέτρων και γ) έχει καταστεί αντικείμενο αδιατάρακτης νομής, για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την 10ετία και την 30ετία, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945 (και δη με αγορά δυνάμει πωλητηρίου συμβολαίου νομίμως μεταγεγραμμένου), πληρούνται στο πρόσωπο του ενάγοντος όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, με αποτέλεσμα αυτός να θεωρείται, πλέον, κύριος του επιδίκου έναντι του Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται στην περίπτωση αυτή να προσμετρηθεί και ο επικαλούμενος με την αγωγή του (δήθεν) επιπλέον χρόνος νομής χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα αναλυτικά στην αρχή της παρούσας...".
‘ Ετσι που έκρινε το Εφετείο, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση και, μετ’ απόρριψη της κυρίας βάσεως, δεχόμενο την αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά την επικουρική βάση της, αναγνωρίζοντας την κυριότητά του επί του επιδίκου και διατάσσοντας τη διόρθωση της σχετικής αρχικής κτηματολογικής εγγραφής, παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, δοθέντος ότι δέχθηκε ότι κοινόχρηστο πράγμα, όπως το επίδικο τμήμα μείζονος δημόσιας δασικής έκτασης, καταλαμβάνεται από τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003.
Συνεπώς ο τα αυτά υποστηρίζων πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι βάσιμος.
Ακολούθως και δοθέντος ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 70/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, ως άνω, Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ