Legislator Case Law & Legislation
226/2015 AI generated

226/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 226/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

226/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ήταν η τριακονταετής καλόπιστη νομή, στην οποία ο χρησιδεσποζων μπορούσε να συνυπολογίσει και τη χρησικτησία των δικαιοπαρόχων του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος τους, να είχε συμπληρωθεί μέχρι 11-9-1915 (Ολ. ΑΠ 75/1987), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (Α.Π. 267/2005 1249/2013.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 226 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 226/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Κ. Κ. του Σ. και 2)Ε. συζ. Κ. Κ., το γένος Ι. Β., κατοίκου .... Η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Κλαυδιανού, η οποία δήλωσε ότι ο 1ος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την 2η και τις Α. Κ. - Γ. του Κ. και Μ. συζ. Π. Λ., το γένος Κ. Κ. - Γ., κατοίκους …, οι οποίες συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/2/2005 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1876/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 6119/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 18/10/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 18/3/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ρουμπή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ως άνω αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), οι οποίες, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον προ της εισαγωγής του ΑΚ χρόνο, και επί των δημοσίων κτημάτων και άρα και επί των δημοσίων δασών ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία από ιδιώτη.

Προϋπόθεση της χρησικτησίας αυτής, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, σε συνδυασμό με εκείνες του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν. δτος της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.

ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ήταν η τριακονταετής καλόπιστη νομή, στην οποία ο χρησιδεσποζων μπορούσε να συνυπολογίσει και τη χρησικτησία των δικαιοπαρόχων του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος τους, να είχε συμπληρωθεί μέχρι 11-9-1915 (Ολ. ΑΠ 75/1987), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (Α.Π. 267/2005 1249/2013.

Καλή πίστη, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ (5.3), ν.25 πανδ (24.1), ν.27 πανδ (18.1), ν. 10,13 παρ. 1,17,48 πανδ. (41.3), ν. 5 πανδ (41.7), ν. 3 πανδ (41.10), ν. 7 παρ. 6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικως, από περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα.

Επομένως, στην περίπτωση χρησικτησίας δημόσιων δασικών εκτάσεων, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων δασικών κωδίκων (όπως του άρθρου 49 του ν. 2052/1920, του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, του άρθρου 58 του α.ν. 86/1969) κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια δάση έστω και αν δεν ενεργήσει πράξεις νομής και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη (Α.Π. 1482/2008), ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσποζοντος ή υποβολή εκ μέρους του τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του Β.δ. 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 178/2004, 1249/2019).

Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών είναι αβάσιμος όταν το δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφαση του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, ήτοι εδαφική έκταση (αγροτεμάχιο) εμβαδού 7892,38 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "Γεροτσακούλι" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Νέας Μάκρης Αττικής, με τα αναφερόμενα όρια, αποτελεί το υπ' αριθμ…. "οικοδομικό τετράγωνο" κατά το υπ' αριθμ. .../1964 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν.

Γούτα, τμήμα δε μείζονος ακινήτου συνολικής εκτάσεως 742440 τ.μ. που είχε μεταβιβασθεί, ως τμήμα και αυτό πολύ μεγαλύτερης έκτασης, με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ. .../1954 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μελανίτη από την Ι.Μ. Πεντέλης στον εδρεύοντα στον Μαραθώνα συνεταιρισμό με την επωνυμία "Συνεταιρισμός Ενοικιάσεως και Εξαγοράς Γαιών Γεροτσακουλίου" που μετατράπηκε σε Οικοδομικό Συνεταιρισμό Οικιστών Γεροτσακουλίου με την επωνυμία "Ο ΠΡΟΒΑΛΙΝΘΟΣ" και ενεργούσε για λογαριασμό των μελών του, ότι το επίδικο ως άνω ακίνητο περιήλθε στους αναιρεσιβλητους κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου στον καθένα (1/2 εξ αδιαιρέτου ποσοστού 1298,04/7892,38 επί του όλου ακινήτου) με αγορά από τον Ε.Π., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ'αριθμ..../1965 συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Νικ.Γούτου, ότι στον Ε.Π., αρχικό μέλος του ειρημένου οικοδομικού συνεταιρισμού και συνιδιοκτήτη της αγορασθείσης από αυτόν ως άνω εκτάσεως των 742440 τ.μ., είχε περιέλθει το επίδικο τμήμα με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ. .../1964 συμβόλαιο διανομής που προαναφέρθηκε, στο οποίο και έλαβε, ως ανωτέρω, τον αριθμό "οικοδομικού τετραγώνου" 27, ότι στη δικαιοπάροχο του Οικοδομικού Συνεταιρισμού "Ο ΠΡΟΒΑΛΙΝΘΟΣ", Ι.Μ.

Πεντέλης, που ιδρύθηκε το έτος 1550, περιήλθε το μείζον ακίνητο από κάποιον Οθωμανό, ονόματι Καγκάδη, το έτος 1600 περίπου με αγορά που καταρτίστηκε εγγράφως, ήτοι με κατάρτιση τίτλων αγοραπωλησίας, που όμως καταστράφηκαν από πυρκαγιά κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης στον τόπο φυλάξεως τους, σε Ιερό Ναό που βρισκόταν στην οδό Μητροπόλεως, ότι η Ι.

Μ. Πεντέλης ασκούσε από την αγορά αυτή (1600) μέχρι την κατά τα ανωτέρω μεταβίβαση στον Συνεταιρισμό (1954) της ρηθείσης εκτάσεως των 742440 τ.μ. αδιάκοπα και χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν, σε ολόκληρη τη μείζονα έκταση και στο μεταβιβασθέν ως άνω τμήμα της (742440 τ.μ.), φυσική εξουσία με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, με τις λεπτομερώς αναφερόμενες στην απόφαση του Εφετείου πράξεις νομής, και έγινε έτσι κυρία της έκτασης αυτής με έκτακτη χρησικτησία, δια της προρρηθείσης υπερτριακονταετους και με καλή πίστη νομής της εν λόγω έκτασης μέχρι την 11-9-1915, την οποία και συνέχισε ομοίως μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (1946) και έκτοτε μέχρι την μεταβίβαση τους στον συνεταιρισμό (1954), χωρίς να απαιτείται για το τελευταίο αυτό διάστημα και καλή πίστη για την έκτακτη χρησικτησία, την κυριότητα δε αυτή, ουδέποτε και καθ' οιονδήποτε τρόπο απολεσθείσα, μεταβίβασε ως ανωτέρω στον Οικοδομικό Συνεταιρισμό επί του ειρημένου τμήματος των 742440 τ.μ., μέρος του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί το ήδη επίδικο ακίνητο, εμβαδού 7892,38 τ.μ., στο οποίο, συνεχίζει το Εφετείο, ασκούσαν τις λεπτομερώς επίσης αναφερόμενες πράξεις νομής οι δικαιοπάροχοι, άμεσος και απώτερος των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι, όπως και οι τελευταίοι, νέμονταν το επίδικο μέχρι την άσκηση της αγωγής και με καλή πίστη, δυνάμει των προειρημένων τίτλων, και έγιναν έτσι κύριοι του επιδίκου, oι δε αναιρεσίβλητοι κατά τα ειρημένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, με παράγωγο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία).

Ειδικότερα ως προς την νομή που η απώτατη δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Ι.Μ.Πεντέλης ασκούσε στη ρηθείσα μεγαλύτερη έκταση και στο επίδικο ακίνητο, ως τμήμα της έκτασης εκείνης, από την κατά το έτος 1600 περίπου περιέλευση της έκτασης αυτής στην ίδια (Ι.Μ.Πεντέλης) μέχρι την 11-9-1915 και εν συνεχεία μέχρι την ως ανωτέρω μεταβίβαση στον Συνεταιρισμό (1954) της έκτασης των 742440 τ.μ.

το Εφετείο δέχεται ότι η Ι.Μ.Πεντέλης με τα αρμόδια όργανά της επέβλεπε και προστάτευε το (μείζον) ακίνητο, το οποίο περιελάμβανε κυρίως δάση και δασοτόπους, αλλά και βοσκήσιμες και καλλιεργήσιμες γαίες, από επεμβάσεις τρίτων με την πρόσληψη φυλάκων, δημοπρατούσε την υλοτομία των δένδρων του, συνέλεγε τη ρητίνη από τα πεύκα ή εκμίσθωνε το δικαίωμα ρητινοσυλλογής σε τρίτους, ενώ εκμεταλλευόταν τις βοσκήσιμες και καλλιεργούμενες, κύρίως με αμπέλια, εκτάσεις του, εκμισθώνοντας αυτές σε βοσκούς και καλλιεργητές, αντίστοιχα, έχοντας πάντοτε την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής του ακινήτου με τον προαναφερόμενο τρόπο και νεμόμενη ως κυρία το ακίνητο δεν προσέβαλε το δικαίωμα κυριότητας άλλου επί του ακινήτου, ακόμη και του ελληνικού δημοσίου, το οποίο ουδέποτε κατέλαβε τη νομή του ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σ'αυτό, ολόκληρο ή μέρος του (αναφέρεται εκτός των άλλων αριθμός μισθωτηρίων συμβολαίων από την Ι.Μ.Πεντέλης προς τους αναφερόμενους μισθωτές για ρητινοσυλλογή, χορτονομή, βοσκή, παραγωγή καυσοξύλων κ.λπ.

από το έτος 1867 και εφεξής μέχρι το έτος 1915 και εντεύθεν μέχρι το έτος 1942), και το οποίο ελληνικό δημόσιο, αντιθέτως, θεωρώντας την ειρημένη έκταση ιδιωτική, αντιμετώπιζε και αναγνώριζε ρητώς ή σιωπηρώς την Ι.Μ.Πεντέλης ως ιδιοκτήτρια της έκτασης αυτής, εγκρίνοντας και τη μεταβίβαση και κατάτμηση της εκτάσεως των 742440 τ.μ.

στον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Συνεταιρισμό με την έκδοση των υπ'αριθμ.πρωτ.115711/8-8-1952, 63455/11-4-1953, 104122/ 1876/21-1-1961 του Υπουργού Γεωργίας και 26725/23-3-1953 του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων των αποφάσεων, ενώ στη συνέχεια, μετά τη διανομή της τελευταίας αυτής έκτασης στα μέλη του Συναιτερισμού, οι αρμόδιες πολεοδομικές υπηρεσίες χορήγησαν τις νόμιμες οικοδομικές άδειες για την ανέγερση των υπαρχόντων ήδη στην ανωτέρω, διαμορφωμένη πλέον οικιστικά έκταση, κτισμάτων.

Και βάσει των παραδοχών αυτών συνοπτικώς εδώ αναφερομένων, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια, δέχθηκε την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε τους τελευταίους συγκυρίους του επιδίκου κατά τα ανωτέρω ποσοστά εξ αδιαιρέτου τον καθένα, (συγ-) κυριότητα την οποία αμφισβητεί τελευταία το αναιρεσείον- εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ισχυριζόμενο ότι το επίδικο ανήκει σ' αυτό, ως δημόσια δασική έκταση διακατεχόμενη από ιδιώτες.

Υπό τις προαναφερθείσες παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφέροντας, όπως προαναφέρθηκε, λεπτομερώς τις πράξεις νομής τις οποίες oι αναιρεσίβλητοι και οι αναφερόμενοι δικαιοπάροχοι τους, μέχρι την αρχική δικαιοπάροχο Ι.Μ. Πεντέλης, ασκούσαν επί του επιδίκου, η τελευταία δε (Ι.Μ.

Πεντέλης) επί του όλου μείζονος ακινήτου και επί του επιδίκου τμήματος του, με τους αναφερόμενους νόμιμους τίτλους και με καλή πίστη, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των προειρημένων οικείων διατάξεων του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου σε συνδυασμό με εκείνες του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δίκαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει του νόμου αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ.

της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 51 και 64-65 του Εισ ΝΑΚ και 974, 976, 1033, 1041, 1042, 1045 και 1051 του ΑΚ, τις οποίες εφήρμοσε το Εφετείο, είναι δε αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζει το αναιρεσείον Ελληνικό δημόσιο με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς του, ιδίως ως προς τη νομή και την καλή πίστη της Ι.Μ.Πεντέλης που δέχθηκε το Εφετείο.

II. Η τυχόν αοριστία της αγωγής, ποιοτική ή ποσοτική, αναγόμενη στην παράθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το βάσει των περιστατικών αυτών προβαλλόμενο αίτημα, ώστε τούτο να είναι, ως λογικό τους επακόλουθο, σαφές, ελέγχεται, αντίστοιχα, ως παράβαση κατά τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, από τους προβλεπόμενους δηλαδή από τις διατάξεις αυτές λόγους αναιρέσεως.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, οι τελευταίοι α) περιγράφουν σ' αυτήν το επίδικο ακίνητο κατά θέση, όρια και έκταση, προσδιορίζοντας σαφώς την ταυτότητα του, ως αντικείμενο της διαφοράς, ενώ, β) αναφέρουν στην αγωγή τις πράξεις νομής που οι ίδιοι και οι δικαιοπάροχοι τους ειδικότερα δε η Ι.Μ.Πεντέλης, ασκούταν στο επίδικο και τις οποίες δέχθηκε το Εφετείο. Επομένως η αγωγή ήταν ορισμένη σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, και το Εφετείο, που δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή, όπως ζητούσε το αναιρεσείον με την έφεση του, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 του ΚΠολΔ, της παρά τον νόμο δηλαδή μη κηρύξεως απαραδέκτου ή εκείνη του αρ.8 του ίδιου άρθρου, και είναι αβάσιμα τα αντίθετα που το αναιρεσείον υποστηρίζει με τον πρώτο, από τις διατάξεις αυτές, λόγο της αιτήσεώς του.

III. O προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί πάντως ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολομ.ΑΠ 2/2008).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή, το Εφετείο δέχθηκε ότι μετά την καταστροφή των τίτλων ιδιοκτησίας της Ι.Μ.Πεντέλης και με διαταγή της Ελληνικής Κυβερνήσεως συντάχθηκαν ως "μαρτυρικά" έγγραφα δύο "κώδικες", ο πρώτος εκ των οποίων φέρει αριθμό πρωτοκόλλου 662 και θεώρηση από Φεβρουαρίου 1836 του Επαρχιακού Διευθυντού Αττικής και ο δεύτερος, με ημερομηνία 31-3-1837, θεώρηση του Ηγουμενοσυμβουλίου με αριθμό πρωτοκόλλου 40/1-4-1837 και θεώρηση από 20-6-1909 του Τμηματάρχου του Εκκλησιαστικού τμήματος του τότε Υπουργείου Εκκλησιαστικού τμήματος του τότε Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημόσιας Εκπαίδευσης, τα έγγραφα ("Κώδικες") δε αυτά, δέχεται το Εφετείο, δεν αποτελούν μεν τίτλους ιδιοκτησίας, έχουν όμως ιδιαίτερη αξία ως αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις εκτάσεις που νεμόταν και μετείχε η Μονή Πεντέλης, ενόψει του ότι συντάχθηκαν από την Επιτροπή του β.δ.

της 1-12-1834 που είναι δημόσια Υπηρεσία και με βάση τις μαρτυρίες των κατοίκων των περιοχών στις οποίες βρισκόταν το ακίνητο και οι οποίοι όχι μόνο δεν είχαν λόγο να επεκτείνουν τα όρια του κτήματος αλλ'αντιθέτως είχαν κάθε λόγο να τα περιορίσουν προς το συμφέρον τους. Από την παραδοχή αυτή της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στα ανωτέρω έγγραφα ("κώδικες") αποδεικτική δύναμη δημοσίων εγγράφων ως προς τις εκτάσεις που νεμόταν η Ι.Μ.Πεντέλης, παραμορφώνοντας, με εσφαλμένη ανάγνωση, το περιεχόμενό της, περαιτέρω δε και εν πάση περιπτώσει από το όλον περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το αποδεικτικό του πόρισμα στα έγγραφα αυτά, τα οποία απλώς συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην απόφαση (πληθώρα μισθωτηρίων συμβολαίων, Υπουργικές και δικαστικές αποφάσεις κ.λπ).

Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 του ΚΠολΔ με παραμόρφωση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, και τα αντίθετα που το αναιρεσείον υποστηρίζει με τον τρίτο, από τη διάταξη αυτή, λόγο της αιτήσεώς του είναι αβάσιμα. IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ, 22 ν.3693/57).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-10-2012 αίτηση του Ελληνικού δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ.6119/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ