Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on overtime compensation and business practice.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed Deutsche Lufthansa AG's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding employees' overtime pay. The airline argued the lower court failed to consider its claim that unreported overtime was illegal and thus could not form a binding business practice. The court ruled that the appellate court had indeed considered this argument and rejected it as unsubstantiated, noting that evidence rules in labor disputes do not require proof for established business practices. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the airline was ordered to pay the plaintiffs' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(5), (10) K.Pol.Dik.; The appellate court's failure to consider an argument does not constitute grounds for cassation if the argument was substantively examined and rejected as unfounded, and the cassation claim based on lack of evidence is inadmissible in labor proceedings where business practices are presumed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 226 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 226/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Αεροπορικής εταιρείας με την επωνυμία "DEUTSCHE LUFTHANSA AG", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσιμικάλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Θ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Μ. Κ. του Α., κατοίκου ... 3) Μ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 4) Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 5) Σ. Κ. του Σ., κατοίκου ... 6) Ε. Κ. του Σ., κατοίκου ... 7) Γ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 8) Α. Λ. του Χ., κατοίκου ... Αττικής, 9) Μ. Μ. του Ζ., κατοίκου ..., 10) Α. Ν. του Ι., κατοίκου ...,11) Ε. Π. του Ό., κατοίκου ... 12) Γ. Ρ. του Δ., κατοίκου ... Αττικής, 13) Ε. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 14) Θ. Χ. του Χ., κατοίκου ....
Η υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Οι υπό στοιχεία 2, 8, 9, 11, 12, 14 αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Διάκου και κατέθεσαν προτάσεις.
Οι υπό στοιχεία 3, 4, 5, 6, 7, 10, 13 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Διάκο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1698/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2180/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/1/2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 30/11/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αίτησης, κατά τον δεύτερο, υπό στοιχείο α' λόγο της και την απόρριψη, ως προς τους λοιπούς.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αριθμ. ...|2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης, με την από 6-6-2013 πράξη του Προέδρου του Τμήματος αυτού, με την οποία ορίζεται δικάσιμος η 10-12-2013, καθώς και κλήση για συζήτηση κατ' αυτήν της υπόθεσης, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην εκ των αναιρεσιβλήτων Ι. Θ.. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά τη νόμιμη, από το οικείο πινάκιο εκφώνηση της υπόθεσης ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικασθεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.).
Κατά το άρθρο 556 Κ.Πολ.Δικ., "δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικηθούν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι, που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι.
Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον", προκύπτει ότι, κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον.
Το έννομο αυτό συμφέρον προκύπτει κυρίως από την βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη, εξάλλου, του διαδίκου υπάρχει, όταν, κατά κανόνα, απορρίπτονται μερικά ή ολικά οι προτάσεις του (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται μερικά ή ολικά δεκτές έναντι αυτού οι προτάσεις του αντιδίκου του.
Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, η δε προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει, κατά κανόνα, να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος. Κατ' εξαίρεση και σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 556 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, είτε με το να γίνει δεκτή η αγωγή του κ.λπ.
είτε με το να απορριφθεί αγωγή κ.λπ. του αντιδίκου του, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, το οποίο κρίνεται σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως όταν ο διάδικος βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης, και ειδικότερα αν δημιουργείται από αυτή δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, οπότε δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση της αποφάσεως μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά της δίκης έγγραφα, προκύπτουνν τα εξής: Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά της αναιρεσείουσας την από 29-12-2007 αγωγή τους, με την οποία, επικαλούμενοι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ζητούσαν την καταβολή σ' αυτούς αποζημίωσης, για εργασία κατά τις Κυριακές και υπερωριακή απασχόληση, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα.
Από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έγινε δεκτή εν όλω η αγωγή. Κατά της σχετικής απόφασης ασκήθηκε έφεση από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με την οποία παρεπονείτο, ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή και ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την απόρριψη της αγωγής στο σύνολό της.
Από το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και σχετικά με το αγωγικό αίτημα για καταβολή αμοιβής "για παροχή εργασίας σε ημέρα αναπαύσεως και ειδικότερα για καταβολή προσαυξημένου ωρομισθίου, λόγω σμίκρυνσης της περιόδου των συνεχών 48 ελευθέρων ωρών εργασίας", κρίθηκε ότι το αίτημα αυτό είναι αόριστο, για τους αναφερομένους στην απόφαση λόγους και απέρριψε, κατά τούτο την αγωγή, κάνοντας δεκτό τον σχετικό λόγο εφέσεως.
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο της, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι έσφαλε το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η αγωγή είναι αόριστη, κατά το ως άνω αίτημά της, ενώ έπρεπε να την θεωρήσει ως νόμω βάσιμη και, στη συνέχεια, να την απορρίψει επί της ουσίας. Ο λόγος αυτός, για την θεμελίωση του οποίου γίνεται επίκληση των διατάξεων του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14, είναι απορριπτέος, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, αφού, από την σχετική απορριπτική της αγωγής διάταξη και τις αιτιολογίες στις οποίες αυτή στηρίζεται, ουδόλως θίγονται τα έννομα συμφέροντά της.
εφόσον νικά κατά τούτο, ούτε από τις ως άνω αιτιολογίες, περί αοριστίας της αγωγής, κατά το εν λόγω κεφάλαιό της, δημιουργείται δυσμενές για την αναιρεσείουσα δεδικασμένο, το οποίο θα είναι βλαπτικό για τα έννομα συμφέροντά της σ' άλλη δίκη. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 και 7 της από 16-10-1980 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που αφορά στους όρους εργασίας του προσωπικού ξένων αεροπορικών εταιρειών και η οποία δημοσιεύτηκε με την υπ' αριθμ. 18615|1980 (ΦΕΚ Β'1109 |1980) του Υπουργού Εργασίας, "Εβδομάδα, για την εφαρμογή της παρούσας συμβάσεως νοείται το χρονικό διάστημα που αρχίσει την 00.01 της Δευτέρας και λήγει την 24.00 της Κυριακής" (1). "Σε περίπτωση εργασίας κατά Κυριακή, θα χορηγείται σ οποιαδήποτε περίπτωση προσαύξηση 75%, υπολογιζομένη επί της βάσεως του ωρομισθίου, ανάλογα με τις ώρες της προγραμματισμένης εργασίας"(3). Περαιτέρω, με το άρθρο 7 της εν λόγω ΣΣΕ, καθορίζονται αναλυτικά οι ημέρες υποχρεωτικής αργίας, ορίζεται δε ότι "σε περίπτωση εργασίας σε ημέρα αργίας, θα χορηγείται προσαύξηση 75%, υπολογιζομένη κατ' ελάχιστο όριο επί ημερησίου ωραρίου 7 ωρών, ανεξάρτητα από την πραγματοποίησή τους και μία άλλη ημέρα της ίδιας εβδομάδας, σε αναπλήρωση..... Είναι επιτρεπτό, αντί για την χορήγηση άλλης ημέρας αναπλήρωσης, να προσαυξάνεται το παραπάνω ωρομίσθιο, κατά 75%. Σε περίπτωση συμπτώσεως ημέρας αναπαύσεως και ημέρας αργίας, θα χορηγείται μια άλλη ημέρα μέσα σε διάστημα ενός μηνός, με κοινή συμφωνία εργαζομένου και εργοδότη ή θα προστίθεται μία επί πλέον ημέρα στην ετήσια άδεια".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εργάσθηκαν κατά τις αναφερόμενες στην απόφαση Κυριακές, που συνέπιπταν με αργίες, δικαιούνται προσαυξήσεως 75%, πέραν της, από το νόμο προβλεπόμενης, γενικά προσαύξησης, για την εργασία κατά τις Κυριακές, ήτοι του 75%, που προβλέπεται από το άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 435|1976), δηλαδή δικαιούνται συνολικής προσαύξησης 150% επί του ισχύοντος ωρομισθίου. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι η εναγομένη κατέβαλε στους ενάγοντες το ωρομίσθιο τους με μία προσαύξηση 75% ήτοι αυτή της αργίας, πλην όμως όφειλε να τους καταβάλει, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 3 παρ. 7 της ανωτέρω ΣΣΕ και επιπλέον προσαύξηση 75% για την εργασία τους σε ημέρα που ήταν Κυριακή, καθόσον, όπως ρητά αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο "σε περίπτωση εργασίας σε ημέρα Κυριακή θα χορηγείται σε οποιαδήποτε περίπτωση προσαύξηση 75% υπολογιζόμενη επί τη βάσει του ωρομισθίου και κατ' ελάχιστο όριο επί ημερησίου ωραρίου τουλάχιστον επτά (7) ωρών, ανεξάρτητα από την πραγματοποίηση του".
Συνεπώς, σύμφωνα με την εν λόγω ρητή πρόβλεψη στο ως άνω άρθρο ότι η προσαύξηση 75% επί του ωρομισθίου για την εργασία σε ημέρα Κυριακής "θα χορηγείται σε οποιαδήποτε περίπτωση", η εναγομένη όφειλε να καταβάλει στους ενάγοντες την εν λόγω προσαύξηση 75%, ανεξάρτητα από την καταβολή κάθε άλλης προσαυξήσεως για εργασία κατά την ημέρα αυτή και δη εκείνη της προσαυξήσεως 75% λόγω αργίας, καθόσον η θέσπιση καταβολής "σε οποιαδήποτε περίπτωση" της επίμαχης αυτής προσαυξήσεως του 75% επί του ωρομισθίου, τέθηκε για να κατοχυρώσει το δικαίωμα λήψης της προσαυξήσεως αυτής (75%) για την εργασία της Κυριακής σε κάθε περίπτωση, αυτοτελώς και ανεξάρτητα από την καταβολή κάθε άλλης προβλεπομένης από το νόμο ή την άνω Σ.Σ.Ε.
προσαυξήσεως για εργασία την ημέρα της Κυριακής (όπως και της προσαυξήσεως 75% που αφορά την εργασία σε ημέρα αργίας), διότι διαφορετικά δεν θα συνέτρεχε λόγος και θα ήταν περιττή η θέσπισή της εν λόγω διάταξης, αφού για την εργασία της Κυριακής προβλέπεται από το νόμο προσαύξηση 75%, η δε θέσπισή της με τη ρητή και σαφή μνεία ότι η προβλεπόμενη προσαύξηση 75% για την εργασία της Κυριακής καταβάλλεται "σε οποιαδήποτε περίπτωση" έγινε ακριβώς για την κατοχύρωση του συνομολογηθέντος αυτού δικαιώματος των εργαζομένων να λαμβάνουν την εν λόγω προσαύξηση πέραν και ανεξαρτήτως της χορηγήσεως κάθε άλλης τυχόν προσαυξήσεως για εργασία την ημέρα αυτή (Κυριακή).
Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η αναφορά της φράσεως "σε οποιαδήποτε περίπτωση" δεν αφορά την περίπτωση συμπτώσεως Κυριακής και αργίας, αλλά αποβλέπει στην υπογράμμιση ότι η προσαύξηση του 75% θα χορηγηθεί σωρευτικά προς τις προσαυξήσεις περί των οποίων οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 4 της ανωτέρω ΣΣΕ, δεν ευσταθεί διότι αν η βούληση των μερών ήταν να περιοριστεί η σωρευτική χορήγηση της εν λόγω προσαυξήσεως 75% για την εργασία της Κυριακής ειδικά και μόνο προς τις τελευταίες αυτές προσαυξήσεις του άρθρου 4 παρ. 4 και 5 της άνω ΣΣΕ, θα το ανέφερε ρητά αυτό, ενώ αντίθετα από τη γενική, ευρεία και χωρίς κανένα περιορισμό διατύπωση της άνω διατάξεως ("σε οποιαδήποτε περίπτωση") προκύπτει ότι η βούληση των μερών ήταν η χορήγηση της επίμαχης αυτής προσαυξήσεως 75% για την εργασία της Κυριακής να αφορά, όπως ακριβώς διατυπώθηκε "οποιαδήποτε περίπτωση" και συνεπώς να περιλαμβάνει και την ως άνω περίπτωση της συμπτώσεως Κυριακής με αργία.
Ακολούθως, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι έχει δημιουργηθεί εργατικό έθιμο, άλλως εργατική συναλλακτική συνήθεια, άλλως επιχειρησιακή συνήθεια, ερμηνεύουσα τον όρο "σε οποιαδήποτε περίπτωση" κατά τρόπο που να αποκλείει την υποχρέωση καταβολής διπλής προσαύξησης 75%, δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Ειδικότερα, ούτε από τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις τις οποίες η εναγομένη νόμιμα με επίκληση προσκομίζει, ούτε από άλλα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν οι προϋποθέσεις στην ένδικη περίπτωση δημιουργίας εργατικού εθίμου, ούτε ερμηνευτικού, ούτε άλλου, με το ανωτέρω περιεχόμενο και δη ουδόλως αποδείχθηκε μακροχρόνια και ομοιόμορφη ερμηνεία (ούτε άλλωστε και εφαρμογή), σε ευρύ κύκλο ξένων αεροπορικών εταιρειών, όπως απαιτείται, για τη δημιουργία εργατικού εθίμου (και όχι μόνο στην επιχείρηση της εναγομένης), της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 3 παρ. 7 της άνω ΣΣΕ που να αποκλείει την υποχρέωση καταβολής προσαυξήσεως 75% για την αργία και 75% για την Κυριακή, όταν οι ημέρες αυτές συμπίπτουν, με την κοινή πεποίθηση ότι αυτό ισχύει ως κανόνας δικαίου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη.
Επίσης, ούτε η ύπαρξη σχετικής συναλλακτικής συνήθειας, ούτε και επιχειρησιακής συνήθειας με το ανωτέρω περιεχόμενο αποδείχθηκε, καθόσον ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες - εργαζόμενοι γνώριζαν και αποδέχονταν την ανωτέρω επικαλούμενη από την εναγομένη ερμηνευτική συναλλακτική συνήθεια και επιχειρησιακή συνήθεια, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι ουδέποτε αποδέχθηκαν ούτε ρητά, ούτε σιωπηρά την ερμηνεία του ως άνω όρου "σε οποιαδήποτε περίπτωση" κατά τρόπο, ώστε να αποκλείεται η υποχρέωση καταβολής διπλής προσαύξησης 75% για την εργασία της Κυριακής που συμπίπτει με αργία και ουδέποτε αυτό αποτέλεσε ερμηνευτικό όρο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 3 παρ. 7 της άνω ΣΣΕ, ούτε και "σιωπηρό όρο" των ατομικών τους συμβάσεων εργασίας".
Έτσι, όπως έκρινε, το Εφετείο, ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις, των προαναφερθεισών ΣΣΕ, σύμφωνα και με τις ορθές νομικές σκέψεις, οι οποίες παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, και επομένως ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. και κατά το πρώτο αυτού σκέλος δεύτερος αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο αυτούς σκέλος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με τον οποίο, χωρίς επαρκείς αιτιολογίες απορρίφθηκε ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι είχε δημιουργηθεί εργασιακό έθιμο, άλλως επιχειρησιακή συνήθεια, σύμφωνα με την οποία είχε αποκλεισθεί η υποχρέωσή της, για καταβολή διπλής προσαύξησης, κατά τα ανωτέρω, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει επαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα αυτό, αναφέροντας ειδικότερα ότι "...Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι έχει δημιουργηθεί εργατικό έθιμο, άλλως εργατική, συναλλακτική συνήθεια, άλλως επιχειρησιακή συνήθεια, ερμηνεύουσα τον όρο "σε οποιαδήποτε περίπτωση" κατά τρόπο, που να αποκλείει την υποχρέωση καταβολής διπλής προσαύξησης 75%, δεν αποδείχθηκε βάσιμος.
Ειδικότερα ούτε από τις ένορκες βεβαιώσεις ούτε από τα άλλα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν οι προϋποθέσεις στην ένδικη περίπτωση, δημιουργίας εργατικού εθίμου, ούτε ερμηνευτικού, ούτε άλλου, με το ανωτέρω περιεχόμενο και δη ουδόλως αποδείχθηκε μακροχρόνια και ομοιόμορφη ερμηνεία (ούτε άλλωστε και εφαρμογή) σε ευρύ κύκλο ξένων αεροπορικών εταιρειών, όπως απαιτείται για τη δημιουργία εργατικού εθίμου της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 3 παρ. 3 της ως άνω ΣΣΕ, που να αποκλείει την υποχρέωση καταβολής προσαυξήσεως 75% για την αργία και 75% για την Κυριακή, όταν οι ημέρες αυτές συμπίπτουν, με την κοινή πεποίθηση, ότι αυτό ισχύει ως κανόνας δικαίου...".
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Ειδικότερα, οι από τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ θεσπιζόμενοι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους κατά την ερμηνεία των συμβάσεων και γενικώς των δικαιοπραξιών αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις των δηλώσεων, λαμβανομένης υπόψη της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας υφίσταται κενό ή αμφιβολία για την έννοια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας, λόγω αοριστίας ή ατελούς διατυπώσεως της δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεως (ΟλΑΠ 509/1968, 246/1970).
Το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες για την ανεύρεση της αληθινής βουλήσεως και αν παραλείψει να το πράξει υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ. Εάν δε το δικαστήριο μετά την διάγνωση κενού ή αμφιβολίας ως προς τις δηλώσεις των δικαιοπρακτούντων προσφύγει στις διατάξεις αυτές, αλλά με την ερμηνεία παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες, πρόκειται για θέμα νομικό και η κρίση του ελέγχεται αναιρετικώς.
Η δε έννοια της δικαιοπραξίας ή κάποιου όρου της δεν είναι πραγματικό γεγονός, αλλά εξευρίσκεται από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο αναζητεί την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων με ερμηνεία του περιεχομένου των δηλώσεων τους, χωρίς να δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, δυνάμενο να αντλήσει αυτεπαγγέλτως την κρίση του από τους κανόνες της λογικής και της εμπειρίας, προσφεύγοντας και σε γεγονότα εκτός του εγγράφου της δικαιοπραξίας, εφόσον αυτά τείνουν στην διασάφηση της εννοίας της.
Η κάθε μία από τις προαναφερόμενες διατάξεις, συμπληρώνει την άλλη στην ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως. Και η μεν πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δηλώσεως, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δηλώσεως, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση, η δε δεύτερη διάταξη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Έτσι, κάθε δήλωση βουλήσεως θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στην συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βουλήσεως από τον τρίτο. Εξάλλου, η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων μπορεί όμως να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.
Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες στους εργαζομένους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους, παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής θέλησης.
Για την ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη να είναι γενική και απρόσωπη, να αντιμετωπίζεται δηλαδή το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο, μπορεί δε η συνήθεια αυτή να αναφέρεται και στο ύψος των καταβαλλόμενων αποδοχών (ΑΠ 2/1992). Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 288 ΑΚ, 22 παρ.1 του Συντάγματος και 141 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που κυρώθηκε με τον 3001/2002 (πρώην άρθρο 119), αρχή της ίσης μεταχείρισης των μισθωτών που απασχολούνται στον ίδιο εργοδότη, επιβάλλει όπως ο εργοδότης, όταν προβαίνει από κάποιο λόγο, που ελεύθερα εκτιμά, σε εκούσια παροχή στους μισθωτούς του να μην εξαιρεί από αυτά κάποιον ή κάποιους μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες (ΑΠ Ολομ.348/1985, ΑΠ.Ολομ.1191/1983).
Έτσι, οι "οικειοθελείς" παροχές του εργοδότη αποτελούν την προϋπόθεση και το κύριο αντικείμενο τόσο της επιχειρησιακής συνήθειας-πρακτικής της εκμετάλλευσης, όσο και της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Αλλά η επιχειρησιακή συνήθεια προϋποθέτει τη μακροχρόνια και ομοιόμορφη χορήγηση της παροχής στο προσωπικό και εφόσον σ' αυτή προβαίνει ο εργοδότης ανεπιφύλακτα ανακύπτει η σιωπηρή συμφωνία βάσει της οποίας ο εργοδότης υποχρεούται να συνεχίσει να χορηγεί την παροχή αυτή, η οποία παύει πλέον να είναι οικειοθελής και παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης.
Κατά την αρχή της ίσης μεταχείρισης ο εργοδότης που χορηγεί την οικειοθελή παροχή στο προσωπικό, ανεξάρτητα αν έχει δημιουργηθεί ή όχι συμβατική δέσμευση χορήγησής της και στο μέλλον και επομένως ανεξάρτητα αν η παροχή αυτή έχει αποτελέσει αντικείμενο δεσμευτικής πρακτικής-επιχειρησιακής συνήθειας, υποχρεούται, για όσο διάστημα τη χορηγεί, να μεταχειρίζεται τους εργαζομένους κατά τον ίδιο τρόπο.
Κατά συνέπεια η αξίωση του εργαζομένου είναι δυνατό να θεμελιώνεται στην επιχειρησιακή συνήθεια και στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Έτσι, αν ο εργοδότης παρά την ύπαρξη μιας διαμορφωμένης πλέον στο χώρο της εκμετάλλευσης επιχειρησιακής συνήθειας με αντικείμενο πρόσθετη χρηματική παροχή, εξαιρεί αυθαίρετα από αυτήν έναν ή περισσότερους εργαζομένους, τότε αυτοί έχουν αφενός αξίωση που στηρίζεται στην επιχειρησιακή συνήθεια και αφετέρου αξίωση που στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Στην περίπτωση αυτή, αν αποδειχθεί η ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας, ο εργαζόμενος έχει ήδη αξίωση βάσει της σιωπηρής συμφωνίας, που δημιουργεί τη συμβατική δέσμευση. Η αρχή της ίσης μεταχείρισης έχει επικουρικό χαρακτήρα και για τη θεμελίωσή της αρκεί ότι ο εργοδότης εξαιρεί αυθαίρετα από την παροχή έναν ή περισσότερους εργαζόμενους υπό τις αυτές συνθήκες και προϋποθέσεις, αν και οφείλει να τους μεταχειρίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από την επιχειρησιακή συνήθεια και την εντεύθεν συμβατική πλέον δέσμευση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: ".....Περαιτέρω με το άρθρο 3 παρ. 2 της από 6/12/1985 ΣΣΕ του Προσωπικού Ξένων Αεροπορικών Εταιρειών ορίζεται ότι "το σύνολο των ωρών εργασίας ανά εβδομάδα ορίζεται από 1/5/1985 οε τριάντα επτάμιση (37,5) ώρες που κατανέμονται σε εβδομάδα πέντε (5) εργασίμων ημερών, ενώ με την παράγραφο ιι του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "σαν υπερωρία θεωρείται εναλλακτικά ή η υπέρβαση του προγραμματισμένου ωραρίου, είτε ημερήσιου, είτε εβδομαδιαίου, ή η υπέρβαση του καθημερινού ή εβδομαδιαίου ωραρίου, όπως καθορίζεται με την παρούσα.
Το ωρομίσθιο της θα καταβάλλεται πάντοτε προσαυξημένο κατά 75% ανεξάρτητα και χωριστά από την αμοιβή ή αποζημίωση για Κυριακή ή για άλλη εργασία". Δηλαδή με την άνω ΣΣΕ έχει συμφωνηθεί συμβατικό ωράριο εργασίας 37,5 ωρών εβδομαδιαίως για πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση. Επίσης, με την ανωτέρω ΣΣΕ δεν προβλέπεται "υπερεργασία", αλλά θεωρείται "υπερωρία" αμειβόμενη με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75% η υπέρβαση είτε του ημερήσιου είτε του εβδομαδιαίου ως άνω ωραρίου.
Η ρύθμιση αυτή της ανωτέρω ΣΣΕ ως ευνοϊκότερη για τους εργαζόμενους του νόμου, υπερισχύει του τελευταίου, σύμφωνα με το άρθρο γ παρ. 3 του ν. 1876/1990. Όμως, ήδη τουλάχιστον από το έτος 1987 η εναγομένη χορηγούσε στους εργαζομένους της εν λόγω επιχείρησης της, σε περίπτωση υπερβάσεως του ανωτέρω, είτε ημερήσιου είτε εβδομαδιαίου ωραρίου της, από την πρώτη ώρα της υπερβάσεως, προσαύξηση του ωρομισθίου τους, ανώτερη της παραπάνω προβλεπόμενης (75%) και ειδικότερα χορηγούσε προσαύξηση 100 % επί του ωρομισθίου τους.
Η καταβολή της εν λόγω πρόσθετης μεγαλύτερης παροχής για την αμοιβή της υπερωριακής εργασίας από την εναγομένη γινόταν κατά τρόπο σταθερό, γενικό, απρόσωπο, ομοιόμορφο προς όλους τους εργαζομένους της επιχειρήσεως της, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, χωρίς να έχει αυτή επιφυλαχθεί για την ανάκληση της και επί μακρό χρόνο τουλάχιστον μιας εικοσαετίας, και δη τουλάχιστον από το έτος 1987 έως το Μάιο του έτους 2007.
Από την εργασιακή αυτή συμπεριφορά της εναγομένης ως εργοδότριας προς τους εργαζομένους της επιχειρήσεως της και προς τους ενάγοντες, που ήταν όπως προαναφέρθηκε, σταθερή γενική, απρόσωπη, ομοιόμορφη, μακροχρόνια και ανεπιφύλακτη, δημιουργήθηκε επιχειρησιακή συνήθεια, με αντικείμενο την καταβολή μεγαλύτερης της προβλεπόμενης στην ανωτέρω ΣΣΕ προσαύξησης εκ ποσοστού 75% επί του ωρομισθίου τους για την αμοιβή της "υπερωρίας", που πραγματοποιείτο καθ' υπέρβαση του άνω συμβατικού ωραρίου εργασίας τους και ειδικότερα με αντικείμενο την καταβολή ποσοστού προσαυξήσεως για την αιτία αυτή εκ ποσοστού 100 % επί του ωρομισθίου τους.
Την επιχειρησιακή αυτή συνήθεια είχαν πλήρως αποδεχθεί οι ενάγοντες και έτσι είχε καταρτιστεί σιωπηρή συμφωνία μεταξύ αυτών και της εναγομένης, με βάση την οποία υποχρεούτο η τελευταία να καταβάλει για την ως άνω αιτία προσαύξηση 100 % και όχι 75% επί του ωρομισθίου τους, δεδομένου ότι η εν λόγω επιχειρησιακή συνήθεια είχε έτσι καταστεί "σιωπηρός όρος" των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους και δεν ήταν πλέον οικειοθελής παροχή, ελεύθερα ανακλητή.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί, ότι αντικείμενο της εν λόγω επιχειρησιακής συνήθειας, που κατέστη και σιωπηρός όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, ήταν, όπως προαναφέρθηκε, η καταβολή προσαυξήσεως εκ ποσοστού 100% επί του ωρομισθίου τους και όχι η μη τήρηση από την εναγομένη της προβλεπόμενης από το νόμο διαδικαστικής αναγγελίας των υπερωριών στην αρμόδια αρχή.
Τη διαδικασία αυτή η εναγομένη εδικαιούτο αναμφισβήτητα να ακολουθεί, πλην όμως η αμοιβή των εναγόντων για την πραγματοποίηση υπερωριών καθ' υπέρβαση του άνω συμβατικού ημερήσιου ή εβδομαδιαίου ωραρίου τους, έπρεπε να είναι αυτή εκ ποσοστού προσαυξήσεως 100 % επί του ωρομισθίου τους, σύμφωνα με την ως άνω επιχειρησιακή συνήθεια που είχε κατά τα προαναφερόμενα, καταστεί σιωπηρός όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους και ο οποίος υπερισχύει με βάση την αρχή της εύνοιας υπέρ των εργαζομένων (άρθρο 7 παρ. 2 ν. 1876/1990), τόσο της ρυθμίσεως ως προς το ύψος της σχετικής αμοιβής που προβλέπει ο νόμος, όσο και της ρυθμίσεως ως προς το ύψος της σχετικής αμοιβής που προβλέπει η ανωτέρω ΣΣΕ.
Πλην, όμως, η εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από το Μάιο έως και τον Οκτώβριο του έτους 2007 κατέβαλε στους ενάγοντες για πραγματοποίηση υπερωριών προσαύξηση 75% επί του ωρομισθίου τους και όχι 100%, όπως όφειλε, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, κατά παράβαση της ανωτέρω επιχειρησιακής συνήθειας που αποτελούσε κατά τα προεκτιθέμενα και όρο των ατομικών εργασιακών συμβάσεων των εναγόντων και ο οποίος δέσμευε συμβατικά την εναγομένη, δεδομένου ότι δεν είχε λάβει χώρα νόμιμος τρόπος κατάργησης ή τροποποίησης αυτούς.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι για την πραγματοποίηση των άνω υπερωριών οι ενάγοντες δικαιούνται προσαύξηση 100 % επί του ωρομισθίου τους δεν έσφαλε και όσα αντίθετα υποστηρίζει η εναγομένη με το σχετικό λόγο της εφέσεως της κρίνονται κατ' ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα".
Η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια των αριθ. ι και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι αφενός παραβίασε το νόμο και ειδικότερα τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, σε ότι αφορά της προϋποθέσεις γένεσης επιχειρησιακής συνήθειας, και αφετέρου διέλαβε ελλιπείς, και ανεπαρκείς αιτιολογίες και παραβίασε εκ πλαγίου τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ στο ζήτημα του ακριβούς περιεχομένου της επικαλούμενης από τους ενάγοντες "επιχειρησιακής συνήθειας" αναφορικά με την αμοιβή της υπερωριακής εργασίας".
Ο λόγος αυτός και κατά τα δύο σκέλη του, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με τις ως άνω παραδοχές του, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αναλυτικές και πλήρεις αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, ήτοι ότι είχε δημιουργηθεί επιχειρησιακή συνήθεια, σύμφωνα με την οποία, οι υπερωρίες των εναγόντων αμείβονταν με προσαύξηση 100% επί του καταβαλλομένου ωρομισθίου και, συνεπώς και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, η αναιρεσείουσα έπρεπε να πράξει το ίδιο, αφενός και αφετέρου ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις σχετικές διατάξεις και ειδικότερα αυτή του άρθρου 361 Α.Κ.
Επίσης, ορθά δεν προήλθε στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., προκειμένου να ερμηνεύσει τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών, αφού δεν διαπίστωσε κενό ή κάποια αμφιβολία στο τι πραγματικά θέλησαν τα μέρη, ώστε αυτή να έχει ανάγκη ερμηνείας, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των εν λόγω άρθρων, αλλά, όπως δέχθηκε, υπήρχε απόλυτη, σιωπηρή σύμπτωση των βουλήσεων των μερών, επί εικοσαετία εφαρμοζόμενη, ως προς το επίμαχο ζήτημα, του ύψους δηλαδή της καταβλητέας αποζημίωσης, για την υπερωριακή εργασία, που παρείχαν οι αναιρεσίβλητοι στην αναιρεσείουσα.
Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ., ήτοι ότι (και σε σχέση με το αναφερόμενο στην προηγούμενη σκέψη αίτημα) "επιδίκασε περισσότερα από τα αιτηθέντα, γιατί, ενώ το αίτημα των εναγόντων ήταν η συνέχιση της πρακτικής της μη αναγγελίας των υπερωριών, έτσι ώστε να απολαμβάνουν το "κεκτημένο δικαίωμα" της προσαύξησης σε ποσοστό 100% του ωρομισθίου, για τις παράνομες υπερωρίες και μόνο, το Εφετείο αναγνώρισε την ύπαρξη δήθεν "επιχειρησιακής συνήθειας", βάσει της οποίας αμείβονται με προσαύξηση 100% όλες οι πραγματοποιούμενες στην επιχείρηση υπερωρίες, αδιάφορο αν τηρήθηκαν γι' αυτές οι νόμιμες διατυπώσεις ή όχι". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι με αυτόν δεν πλήττεται η απόφαση κατά το διατακτικό της, αλλά ως προς τις αιτιολογίες της, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, οι ενάγοντες αναφέρουν ότι : α).....γ) "ενώ από το 1980 αποζημίωνε την κάθε ώρα υπερωριακής απασχόλησης με ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 100%, για το διάστημα από τον Μάιο του 2007 μέχρι και τον Νοέμβριο του 2007 προέβη στην αποζημίωση με προσαύξηση 75%", ζήτησαν δε, στη συνέχεια, να τους επιδικασθεί η προκύπτουσα διαφορά. Επί του αιτήματος αυτού απάντησε το δικαστήριο της ουσίας και το έκανε δεκτό, κατά τα ανωτέρω.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔικ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, εφόσον τα πράγματα αυτά, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υπό την έννοια ότι αν αποδειχθούν αληθινοί θα έχουν ως συνέπεια την παραδοχή ή την απόρριψη άλλου αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού ή της αίτησης για παροχή έννομης προστασίας.
Αν οι ισχυρισμοί είναι επουσιώδεις, οπότε δεν έχουν καμιά επίδραση στο διατακτικό της αποφάσεως, είτε έχουν ληφθεί υπόψη παρά το νόμο αν και δεν προτάθηκαν είτε δεν έχουν ληφθεί υπόψη αν και προτάθηκαν δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔικ, στην περίπτωση που το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα-αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων υπό την αναφερθείσα έννοια, μεταξύ των οποίων και οι λόγοι εφέσεως με τους οποίους διατυπώνονται παράπονα του εκκαλούντος σχετικά με την παραδοχή ή την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, της αγωγής, ένστασης κλπ, δεν θεμελιώνεται αν το δικαστήριο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του κάποιο ουσιώδη ισχυρισμό του διαδίκου για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον 5ο λόγο της ένδικης αίτησής της, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό της, που είχε προταθεί και με την έφεσή της και ο οποίος είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα, με το να δεχθεί, κατά τα ανωτέρω, ότι η υπερωριακή εργασία των αναιρεσιβλήτων έπρεπε να αμείβεται, κατά τη συμφωνία τους, με προσαύξηση 100%, δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της ότι, η μέχρι τότε τακτική που ακολουθούσε, σχετικά με τις υπερωρίες, τις οποίες δεν δήλωνε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, δεν ήταν σύμφωνη με το νόμο και, συνεπώς, οι υπερωρίες αυτές ήταν παράνομες και ότι, συνεπώς, δεν ήταν δυνατόν, από το λόγο αυτό να προκύψει επιχειρησιακή συνήθεια, όπως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και, συνεπώς, μια τέτοια συμφωνία, έστω και σιωπηρή, ήταν παράνομη.
Ο από τον αριθμό 8β'του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, αφού, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη του αυτόν, που είχε προβληθεί με λόγο εφέσεως και στον οποίο (λόγο εφέσεως) αναφέρεται ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με το να μη δεχθεί τον ισχυρισμό της, "ότι επιχειρησιακή συνήθεια που προβλέπει την κατάργηση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου (σχετικά με τις υπερωρίες), δεν νοείται", τον οποίο, όμως, δεν δέχθηκε ως βάσιμο και τον απέρριψε.
Ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με τον οποίο, " αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά". Ο λόγος, όμως, αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται και συνεπώς είναι απαράδεκτος, στις ειδικές διαδικασίες, κατά τις οποίες το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να διατάξει αποδείξεις, η δε συζήτηση ολοκληρώνεται, κατά κανόνα, σε μία συνεδρίαση επ' ακροατηρίου, όπου εξετάζονται οι μάρτυρες και προσκομίζονται τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία.
Συνεπώς, ο 6ος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται, ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη και ειδικότερα (δέχθηκε) ότι υπήρχε επιχειρησιακή συνήθεια μεταξύ των διαδίκων, σχετικά, σχετικά με το ύψος της αποζημίωσης για υπερωριακή εργασία, χωρίς, όμως, να προσκομισθούν ή να διαταχθούν σχετικές αποδείξεις περί αυτού, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού ο λόγος αυτός, στην προκειμένη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. Κ.Πολ.Δικ.) δεν ιδρύεται Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-1-2013 αίτηση της "Deutsche Lufthansa AG", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2180|2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2014..
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ