Legislator Case Law & Legislation
226/2011 AI generated

226/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 226/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απολύσεις στις οποίες προβαίνει ο εργοδότης, ενόψει και λόγω της σχεδιαζόμενης μεταβίβασης με μοναδικό σκοπό να καταστήσει την επιχείρηση εμπορεύσιμη, διευκολύνοντας έτσι τη μεταβίβασή της, αντιβαίνουν στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του π.δ. 178/2002 και είναι εξ αυτού του λόγου άκυρες. Αντίθετα, η εν λόγω διάταξη δεν απαγορεύει απολύσεις, που σκοπεύουν στη λήψη μέτρων με σκοπό την ορθολογικότερη οργάνωση της επιχείρησης και την εξυγίανσή της, ακόμη και όταν τα μέτρα αυτά λαμβάνονται για να βελτιώσουν τις προπτικές πώλησης της επιχείρησης και συνδέονται χρονικά με τη σχεδιαζόμενη μεταβίβαση.

Legislator headnote

AI generated

226/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 4 του Π.Δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά µε την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου", δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο.

Keywords

AI generated
changed financial circumstances redundancy abandonment of employment reduction of salary unemployment due to technical progress withdrawal of debt enforcement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 226 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Απολύσεις στις οποίες προβαίνει ο εργοδότης, ενόψει και λόγω της σχεδιαζόμενης μεταβίβασης με μοναδικό σκοπό να καταστήσει την επιχείρηση εμπορεύσιμη, διευκολύνοντας έτσι τη μεταβίβασή της, αντιβαίνουν στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του π.δ. 178/2002 και είναι εξ αυτού του λόγου άκυρες. Αντίθετα, η εν λόγω διάταξη δεν απαγορεύει απολύσεις, που σκοπεύουν στη λήψη μέτρων με σκοπό την ορθολογικότερη οργάνωση της επιχείρησης και την εξυγίανσή της, ακόμη και όταν τα μέτρα αυτά λαμβάνονται για να βελτιώσουν τις προπτικές πώλησης της επιχείρησης και συνδέονται χρονικά με τη σχεδιαζόμενη μεταβίβαση.

Αριθμός 226/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Πούλλο.

Της αναιρεσίβλητης: Δ. Λ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-3-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 949/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6595/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-12-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 7-1-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 4 του Π.Δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά µε την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου", δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο.

Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο µε το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (παρ. 1). Με την επιφύλαξη της εποµένης παραγράφου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ. 2).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι η μεταβίβαση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από την εργασιακή σχέση επέρχεται, εφόσον αυτή υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης, αλλά και αν δεν έχει λήξει µε νόμιμο τρόπο, όπως συμβαίνει όταν η καταγγελία της σύμβασης, που έγινε από την εργοδοτική επιχείρηση είναι, για οποιονδήποτε τρόπο, άκυρη.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου Π.Δ., η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δε συνιστά αυτή καθ' αυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Η διάταξη του προηγουμένου εδαφίου δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, απολύσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως που συνεπάγονται μεταβολές εργατικού δυναμικού (παρ. 1).

Η εν λόγω διάταξη καθιερώνει έναν αυτοτελή λόγο ακυρότητας της καταγγελίας, ο οποίος ισχύει παράλληλα µε άλλους λόγους ακυρότητας η δε απαγόρευση που θεσμοθετεί αφορά τόσο τον μεταβιβάζοντα, όσο και τον διάδοχο. Έτσι, απολύσεις στις οποίες προβαίνει ο εργοδότης, ενόψει και λόγω της σχεδιαζόμενης μεταβίβασης µε μοναδικό σκοπό να καταστήσει την επιχείρηση εμπορεύσιμη, διευκολύνοντας έτσι τη μεταβίβασή της, αντιβαίνουν στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του πιο πάνω π.δ και είναι εξ αυτού του λόγου άκυρες.

Αντίθετα, η εν λόγω διάταξη δεν απαγορεύει απολύσεις, που σκοπεύουν στη λήψη μέτρων µε σκοπό την ορθολογικότερη οργάνωση της επιχείρησης και την εξυγίανσή της, ακόμη και όταν τα μέτρα αυτά λαμβάνονται για να βελτιώσουν τις προοπτικές πώλησης της επιχείρησης και συνδέονται χρονικά µε τη σχεδιαζόμενη μεταβίβαση.

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 KΠολΔ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ασαφώς, ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται µε πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής:

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε στις 15-5-2002 από την ανώνυμη εταιρεία µε την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΗΣ ΑΕ Χρηματοδοτικών Μισθώσεων" µε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου αρχικά χρόνου, η οποία ακολούθως κατέστη αορίστου, ως υπάλληλος γραμματείας. Σ' αυτήν, εκτός από τα γραμματειακά καθήκοντα, ανατέθηκε και η αποτύπωση και ανάλυση των οικονομικών καταστάσεων των πελατών.

Ακολούθως τοποθετήθηκε στο Τμήμα Πιστοδοτήσεων ως βοηθός Προϊσταμένου και απασχολούνταν πέραν της αποτύπωσης και ανάλυσης των οικονομικών καταστάσεων και µε την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των πελατών και τη διαμόρφωση εισηγητικών προτάσεων, για την κατάρτιση σχετικών συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης.

Ότι, ενώ η εργασιακή σχέση της αναιρεσίβλητης εξελισσόταν ομαλά και ήταν απολύτως επωφελής και για την εργοδότιδα, κατά τα μέσα Δεκεμβρίου 2006 η τελευταία ανακοίνωσε σ' αυτήν ότι, ενόψει συγχωνεύσεως της από η μητρική της εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα) με απορρόφηση, θα προβεί σε απολύσεις τεσσάρων, από τους δέκα συνολικά, υπαλλήλων της, μεταξύ των οποίων και της ίδιας (της αναιρεσίβλητης).

Ότι ακολούθως η εργοδότιδα της προέβη στην από 22-12-2006 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της. Πράγματι, μετά τη δημοσίευση, στις 7-8-2006, του ν. 3483/2006, που επέτρεπε στις τράπεζες να παρέχουν υπηρεσίες χρηματοδοτικών μισθώσεων, η δεύτερη εναγομένη (ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ) αποφάσισε τη συγχώνευση σ' αυτήν της θυγατρικής της, πρώτης εναγομένης (ΑΤΤΙΚΗΣ ΛΗΖΙΝΓΚ).

Ειδικότερα, στην από 17-8-2006 μελέτη της δεύτερης εναγομένης, που καταρτίστηκε κατόπιν εντολής του Προέδρου και Δ/ντος Συμβούλου αυτής και υποβλήθηκε στο Διοικητικό της Συμβούλιο, αναπτύχθηκαν τα οφέλη από την παροχή χρηματοδοτικών μισθώσεων απευθείας από την ίδια την Τράπεζα, τα οποία συνίσταντο στη μείωση του χρηματοδοτικού κόστους, στην απλοποίηση των διαδικασιών και μηδενισμό των λειτουργικών εξόδων των τυπικών υποχρεώσεων διατήρησης μιας ανώνυμης εταιρείας, στη μείωση του λειτουργικού κόστους παροχής της υπηρεσίας leasing (µε τη μείωση του προσωπικού και τη μείωση έτσι κόστους μισθοδοσίας) και στα κίνητρα που παρουσιάζονται για τα καταστήματα της Τράπεζας να αυξήσουν τη δραστηριότητά τους στο leasing".

Έτσι, προτάθηκε η συγχώνευση της πρώτης εναγομένης στην δεύτερη, µε απορρόφηση από αυτήν, καθώς και η σύζευξη των υπηρεσιών leasing (υπηρεσίες χρηματοδοτικής μίσθωσης) της απορροφώμενης εταιρείας με τις υπηρεσίες factoring (υπηρεσίες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων) της απορροφώσας εταιρείας και η υπαγωγή τους σε μια νέα κοινή Διεύθυνση Leasing Factoring.

Στην ίδια μελέτη επισημάνθηκε επίσης, ότι "το ήδη πλεονάζον προσωπικό του Leasing (της απορροφώμενης εταιρείας) θα καταστεί υπεράριθμο και μάλιστα στα Τμήματα Ανάπτυξης Εργασιών, Παρακολούθησης Απαιτήσεων, Οικονομικών Υπηρεσιών και Πιστωτικής Ανάλυσης, όπου ορισμένες θέσεις εργασίας υπερκαλύπτονται από το προσωπικό της Τράπεζας".

Στις 6-9-2006 εγκρίθηκε από το ΔΣ της δεύτερης εναγομένης η ως άνω μελέτη και οι διαδικασίες συγχώνευσης της πρώτης εναγομένης δια απορροφήσεως σ' αυτήν (δεύτερη εναγομένη) και η δημιουργία νέας Διεύθυνσης Υπηρεσιών Leasing και Factoring. Ανάλογη απόφαση συγχώνευσης της από την ανωτέρω μητρική της εταιρεία, έλαβε στις 12-12-2006 και το ΔΣ της πρώτης εναγομένης, ενώ αποφάσισε επίσης, ότι από 1-1-2007 όλες οι πράξεις (leasing) της θα διενεργούνται για λογαριασμό της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ.

Οι αποφάσεις περί συγχωνεύσεως των δύο εταιρειών (οι οποίες λήφθηκαν σύμφωνα με τα άρθρα 69 επ και 78 του κ.ν.2190/1920 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 2515/1997 και άρθρα 1 - 5 του ν. 2166/1993), εγκρίθηκαν µε την υπ' αριθ. Κ2-18191/20.12.2007 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, η οποία καταχωρήθηκε αυθημερόν στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών του ανωτέρω Υπουργείου και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ µε αριθμό 14357/21-12-2007 του τεύχους ΑΕ και ΕΠΕ για την εναγομένη ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ και στο ΦΕΚ µε αριθμό 14468/27-12-2007 του ίδιου τεύχους για την εναγομένη "ΑΤΤΙΚΗΣ ΛΗΖΙΝΓΚ" .

Εξάλλου, το ΔΣ της πρώτης εναγομένης (ΑΤΤΙΚΗΣ ΛΗΖΙΝΓΚ) αποφάσισε από 19-12-2006 "τη λύση των συµβάσεων εργασίας των Ι. Τ., Α. Ο., Μ. Κ. και Δ. Λ., λόγω συγχώνευσης της εταιρείας µε απορρόφηση της από τη μητρική της εταιρεία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ ΑΕ". Έτσι, από 22-12-2006 καταγγέλθηκαν από την πρώτη εναγομένη οι συµβάσεις εργασίας των ως άνω υπαλλήλων της, μεταξύ των οποίων και της ενάγουσας, και στη συνέχεια τοποθετήθηκαν στις αντίστοιχες θέσεις, στο Τµήµα Leasing της δηµιουργηθείσας νέας Διεύθυνσης Leasing Factoring της δεύτερης εναγομένης υπάλληλοι της τελευταίας, που μετακινήθηκαν από διάφορες άλλες Διευθύνσεις και τμήματα της.

Έτσι στη θέση της ενάγουσας στο Τμήμα Πιστοδοτήσεων, τοποθετήθηκε ο υπάλληλος Π. Β., μετακινηθείς από άλλο τμήμα της εναγομένης Τράπεζας. Στη θέση της Α. Ο., Προϊσταμένης του Τµήµατος Παρακολούθησης Απαιτήσεων, τοποθετήθηκε η υπάλληλος Ά. Μ. που μετακινήθηκε από τη Διεύθυνση της Καταναλωτικής Πίστης της εναγομένης Τράπεζας.

Επίσης, τα αντίστοιχα καθήκοντα µε της Μ. Κ., που εργαζόταν στο Λογιστήριο της απορροφηθείσας εταιρείας, άρχισαν να εκτελούνται από την Α. Δ., υπάλληλο της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης SECURICON, η οποία, µέχρι τότε, παρείχε υπηρεσίες στην εναγομένη Τράπεζα στο αντικείμενο Factoring, δυνάµει συμβάσεως παροχής υπηρεσιών της εταιρείας της µε την τελευταία.

Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, καταλήγει το Εφετείο, αποδεικνύεται ότι η απόλυση της ενάγουσας δεν έγινε για λόγους οικονομικούς ή τεχνικούς ή οργάνωσης της επιχείρησης της εργοδότιδας της, πρώτης εναγομένης και που, για την αντιμετώπιση τους, είχε κρίνει αυτή απαραίτητη τη μείωση του προσωπικού της.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι έγινε αποκλειστικά, λόγω της συγχώνευσής της στη δεύτερη εναγομένη και προκειμένου να ωφεληθεί η τελευταία από τη μείωση των λειτουργικών της εξόδων και δη της καταβολής μισθών, όπως ρητά αναφέρεται στην προαναφερόμενη μελέτη της. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο ακολούθως, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή, δέχτηκε αυτήν εν μέρει, ως προς την αναιρεσείουσα, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 ν.δ. 178/2002, που προαναφέρθηκε καθώς και των άρθρων 6 παρ. 1 ν.δ. 2112/1929, 9 παρ. 1 β.

δ. 16/18-7-1920 και 8 π.δ. της 8-12-1928, που αναφέρονται στην προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων, σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεως. Διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικά µε το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, αν η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας, στην οποία προέβη η μεταβιβάζουσα επιχείρηση, έγινε ενόψει και λόγω της σχεδιαζόμενης μεταβίβασης, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό των αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή µη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.

Οι εν λόγω δε αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό πόρισμα περί ακυρότητας της γενόµενες καταγγελίας, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 1 του π.δ. 178/2002. Οι λοιπές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, που αναφέρονται στην διάδοχο επιχείρηση και ήδη αναιρεσείουσα, και ειδικότερα στην έλλειψη σχετικά µε αυτήν των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 5 παρ. 1 εδ.

δεύτερο του ιδίου π.δ., είναι πλεοναστικές, ενόψει του ότι η καταγγελία έλαβε χώρα πριν από τη μεταβίβαση της επιχείρησης. Επομένως, ο δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, µε τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο τόσο ευθεία όσο και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω διατάξεων (άρθρο 559 αριθ. 1 και 19), είναι αβάσιμοι.

Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που οι αποδιδόμενες αιτιάσεις αναφέρονται στις προαναφερόμενες πλεοναστικές αιτιολογίες, είναι αλυσιτελείς. Ο πρώτος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 KΠολΔ., λόγος αναίρεσης, µε τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και ειδικότερα ότι δεν απέρριψε ως απαράδεκτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, που έγινε κατά την αποδεικτική διαδικασία µε την επίκληση, προς επιστήριξη της επικουρικής βάσεως της αγωγής, περί ακυρότητας της καταγγελίας ως καταχρηστικής λόγω µη τηρήσεως των κοινωνικοοικονομικών κριτηρίων, υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, αντί των εργαζομένων της εργοδότιδας, που επικαλέστηκε µε την αγωγή, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση αφού, από τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν προκύπτει ότι έγινε δεκτή οποιαδήποτε μεταβολή της βάσεως της αγωγής, η δε αναφορά υπαλλήλων της αναιρεσείουσας γίνεται στις προαναφερόμενες πλεοναστικές αιτιολογίες της εν λόγω απόφασης, οι οποίες δεν αναφέρθηκαν για να στηρίξουν το αποδεικτικό πόρισμα, αλλά για να στηρίξουν µη αυτοτελείς ισχυρισμούς και επιχειρήματα της αναιρεσείουσας.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 16-12-2009, αίτηση αναιρέσεως της 6595/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ