Supreme Court annuls lower court ruling on early retirement pension due to continued employment after agency dissolution.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision awarding early retirement pensions to former employees of the dissolved ELKEPA agency. The plaintiffs argued their service continuity entitled them to benefits, while the State contended that the employment contract with ELKEPA was terminated upon its dissolution. The Court ruled that the statutory provisions regarding service transfer did not extend to the specific pension contract terms, meaning the employment relationship with ELKEPA ended and the pension claim was invalid.
Legislator headnote
AI generatedArt. 13 §5 of Law 2628/1998; The transfer of service time to a new employer does not extend to the pension contract of the former employer, meaning the employment relationship terminated upon the dissolution of the agency and the claim for early retirement benefits is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 226 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 226/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, αυτού του ιδίου καθώς και με την ιδιότητά του ως ειδικού διαδόχου του τεθέντος υπό εκκαθάριση ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ - ΕΛΚΕΠΑ" σύμφωνα με το άρθρο 33 του ν. 2937/2001 (ΦΕΚ Α΄169). Εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Τσώνη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων - καλούντων: ....(αναφέρονται 116 ονόματα) κατοίκων όλων ..... Οι 1ος, 2ος, 3ος, 4η, 5η, 6η, 7ος, 8ος, 9ος, 10ος, 11η, 12ος, 13η, 14η, 15ος, 16ος, 17οι, 18η, 19ος, 20η, 21η, 22η, 23η, 24η, 25η, 26η, 27ος, 28ος, 29ος, 30ος, 31η, 32η, 33η, 34η, 35ος, 36η, 37ος, 38η, 39ος, 40ος, 41ος, 42η, 43η, 44η, 45ος, 46η, 47η, 48ος, 49ος, 81ος, 89η, 95η, 101η, 104η, 109ος και 112η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η υπ΄ αριθμ. 17 αρχικώς διάδικος .... απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι της. Οι 50η, 51ος, 52η, 53η, 54ος, 55η, 56ος, 57η, 58η, 59η, 60ος, 61η, 62η, 63η, 64η, 65ος, 66ος, 67ος, 68ος, 69ος, 70ος, 71ος, 72η, 73ος, 74ος, 75η, 76ος, 77η, 78ος, 79η και 80η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρίστο Παπαδόπουλο. Οι 82η, 83ος, 84η, 85η, 86ος, 87ος, 88η, 90ος, 91η, 92η, 93η, 94η, 96η, 97ος, 98η, 99η, 100η, 102ος, 103οι, 105η, 106ος, 107ος, 108ος, 110η, 111ος, 113ος, 114ος, 115η και 116η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Πετρόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η υπ΄ αριθμ. 103 αρχικώς διάδικος .... απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι της. Της προσθέτως παρεμβαίνουσας (Υπέρ των αναιρεσίβλητων): Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας (Γ.Σ.Ε.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων - καλούντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2641/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 9003/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 19-6-2003 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1234/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι - καλούντες με την από 30-6-2006 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 29 Δεκεμβρίου 2004 έκθεση της Αρεοπαγίτου Νίκης Γιαννακάκη, η οποία έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πέντε πρώτων λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη του έκτου ως προς όλα τα σκέλη του. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων - καλούντων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από την υπ' αριθ. 5740/6-9-2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών .... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 24-8-2006 πράξεως ορισμού δικασίμου με κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσιβλήτους στη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Ε.), η οποία δεν εμφανίστηκε κατά την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσε δήλωση παραστάσεως κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Επειδή η δίκη, μετά τη βίαιη διακοπή της με το θάνατο των 17ης και 103ης από τις αναιρεσείουσες ... και ... στις 25-1-2003 και στις στις 22-2-2003, αντίστοιχα, νομίμως επαναλαμβάνεται από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτών και συγκεκριμένα τη μητέρα ... , τον αδελφό ... , και τις αδελφές ... και ... της πρώτης, και το σύζυγο ...
και την ανήλικη θυγατέρα .... της δεύτερης. Eπειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ.1 και 2 του Ν. 2628/1998 καταργήθηκε το Ελληνικό Κέντρο παραγωγικότητας (ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ.) και τέθηκε υπό εκκαθάριση, όλη δε η περιουσία του περιήλθε στο Δημόσιο το οποίο υποχρεούται να επιχορηγεί το υπό εκκαθάριση νομικό πρόσωπο για την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών της εκκαθάρισης και την εξόφληση οφειλών προς τρίτους.
Ειδικά για το προσωπικό του ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ. ορίζονται στο άρθρο 13 παρ. 3, 5 και 6 τα εξής: "3. Το προσωπικό του καταργούμενου νομικού προσώπου, που είχε προσληφθεί σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο πρώτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 8 του Ν.Δ. 639/1963 (ΦΕΚ 188 Α'), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 2 του Ν. 1232/1982 (ΦΕΚ 22 Α') και του άρθρου 6 του Ν. 1400/1983 (ΦΕΚ 156 Α'), με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και υπηρετεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, δύναται να επιλέξει είτε την αποχώρησή του και την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπεται από το Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Α.Ν. 173/1967, όπως ισχύουν, για την τακτική καταγγελία της σύμβασης εργασίας, είτε την πρόσληψή του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και την τοποθέτησή του σε κενές οργανικές θέσεις ή συνιστώμενες προσωποπαγείς στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, το ΚΕ.Π.Ε., τον Ο.Α.Ε.Δ.
ή της Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις και Γενικές Γραμματείες Περιφέρειας. Ο αριθμός των κενών οργανικών θέσεων, καθώς και των συνιστώμενων κατά φορέα προσωποπαγών θέσεων, ορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Το δικαίωμα επιλογής ασκείται με την υποβολή αίτησης στην Επιτροπή της επόμενης παραγράφου μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της παραπάνω Κ.Υ.Α. στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στην αίτηση αυτή αναφέρονται υποχρεωτικά κατά σειρά προτίμησης οι φορείς στους οποίους οι εργαζόμενοι επιθυμούν να τοποθετηθούν.
Σε περίπτωση που μέσα στην προαναφερόμενη προθεσμία δεν υποβληθεί η παραπάνω αίτηση, καταβάλλεται η νόμιμη αποζημίωση και ο εργαζόμενος αποχωρεί υποχρεωτικά... 5. Ο χρόνος υπηρεσίας στο ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ., καθώς και ο αναγνωρισθείς από αυτό, για τη μισθολογική και υπηρεσιακή εξέλιξη του προσωπικού του, χρόνος προϋπηρεσίας, θεωρείται ως διανυθείς στο φορέα που αυτό τοποθετείται. 6.
Μέχρι την ημέρα καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης ή της τοποθέτησής του στους παραπάνω φορείς, το προσωπικό της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου εξακολουθεί να υπηρετεί στον υπό εκκαθάριση φορέα και να μισθοδοτείται από αυτόν". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι μετά την κατάργηση του ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ., παρασχέθηκε στο προσωπικό του το δικαίωμα να επιλέξουν, είτε την αποχώρησή τους από αυτό, είτε την πρόσληψή τους με την ίδια σχέση εργασίας και τοποθέτησή τους σε κενές οργανικές θέσεις ή συνιστώμενες προσωποπαγείς στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, το ΚΕΠΕ, τον ΟΑΕΔ ή τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις και Γενικές Γραμματείες Περιφέρειας.
Στη δεύτερη περίπτωση δεν θεωρείται ότι ο μισθωτός αποχωρεί από την υπηρεσία, ενόψει του ότι η υπηρεσία του συνεχίζεται, χωρίς διακοπή, στο νέο φορέα που τοποθετείται, στον οποίο μάλιστα θεωρείται ότι έχει διανυθεί και ο χρόνος προϋπηρεσίας του στο ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα:
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από το ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ., το οποίο έχει διαδεχθεί, ως προς όλες τις υποχρεώσεις, το Ελληνικό Δημόσιο, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες. Με την υπ' αριθ. 2005/18-12-1961 σύμβαση, το εναγόμενο συνήψε με την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών Η ΕΘΝΙΚΗ" σύμβαση ομαδικής ασφάλισης υπέρ του προσωπικού του, και ανέλαβε την καταβολή του ασφαλίστρου.
Με την εν λόγω σύμβαση, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ.2005/1987 μεταγενέστερη σύμβαση, είχε συμφωνηθεί, μεταξύ άλλων, ότι κάθε εργαζόμενος αποκτά δικαίωμα εφάπαξ παροχής, εφόσον συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας του και επί πλέον αποχωρήσει από την υπηρεσία του εναγομένου ή συμπληρώσει τα ανώτατα προβλεπόμενα όρια παροχής και αποχωρήσει από την ασφάλιση.
Η αποχώρηση διακρινόταν σε κανονική και πρόωρη, θεωρείται δε πρόωρη η αποχώρηση από την υπηρεσία πριν από τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας του εργαζόμενου, αλλά μετά τη συμπλήρωση τριών ετών ασφαλίσιμης υπηρεσίας ή στην περίπτωση που ο εργαζόμενος αποβιώσει πριν από τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας του και μετά τη συμπλήρωση τριών ετών ασφαλίσιμης υπηρεσίας του (κεφ.
Ι αρθρ. 8 και 9). Στο άρθρο 9 της συμβάσεως καθορίζεται το ύψος της εφάπαξ παροχής, που είναι ανάλογο με τα έτη της ασφαλίσιμης υπηρεσίας του μισθωτού (κεφ. II αρθρ. 2). Συγκεκριμένα, η παροχή αυτή ανέρχεται, σε περίπτωση κανονικής αποχώρησης, σε ποσό ίσο με το γινόμενο των ετών ασφαλίσιμης υπηρεσίας με το 1,30 του μέσου τελικού μισθού και, σε περίπτωση πρόωρης αποχώρησης, σε ποσό ίσο με το 50% του παραπάνω για μέχρι 4 έτη ασφαλίσιμης υπηρεσίας, 55% για μέχρι 6 έτη, 60% για μέχρι 8 έτη, 65% για μέχρι 10 έτη, 70% για μέχρι 12 έτη, 75% για μέχρι 14 έτη και 80% για 15 έτη και πλέον.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο ασφαλισμένος μισθωτός, εφόσον συνέτρεχαν στο πρόσωπο του όλες οι προϋποθέσεις, αποκτούσε έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας ίδιο και άμεσο δικαίωμα επί του ασφαλίσματος, ενόψει του ότι η ασφάλιση είχε το χαρακτήρα γνήσιας υπέρ τρίτου σύμβασης. Από το Σεπτέμβριο του 1998 το Ελληνικό Δημόσιο, που ανέλαβε τις υποχρεώσεις του διαλυθέντος ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ., παρέλειψε, από αμέλεια των οργάνων του, την καταβολή των ασφαλίστρων με συνέπεια, σύμφωνα με τα άρθρα 15 του κεφαλαίου Ι και 4 εδ.
β του κεφαλαίου II της ασφαλιστικής σύμβασης, να επέλθει αυτοδικαίως η διακοπή και η λύση της. Ηδη όμως από τις 7 Αυγούστου 1998, το εναγόμενο ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ. είχε καταργηθεί και τεθεί σε εκκαθάριση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 2628/1998, σύμφωνα με τις οποίες στο προσωπικό του είχε παρασχεθεί το δικαίωμα επιλογής μεταξύ της αποχώρησης με την καταβολή της αποζημίωσης που οφείλεται για την τακτική καταγγελία της σύμβασης εργασίας του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τον Α.Ν. 173/1967 και της πρόσληψής του με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου και της τοποθέτησής του σε κενές οργανικές ή συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, το Κ.Ε.Π.Ε., τον Ο.Α.Ε.Δ.
ή τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις ή τις Γενικές Γραμματείες Περιφέρειας. Όλοι οι ενάγοντες επέλεξαν τη δεύτερη περίπτωση και από την 1-1-1999 προσλήφθηκαν στους φορείς της επιλογής τους. Οι ίδιοι, μετά την πρόσληψή τους στο ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ., είχαν υπαχθεί στο πρόγραμμα της παραπάνω ομαδικής ασφάλισης, η υπαγωγή τους δε αυτή ήταν, όπως και για το υπόλοιπο προσωπικό, μια επί πλέον πρόσθετη παροχή, την οποία αυτοί αποδέχτηκαν από τότε και έτσι αποτέλεσε όρο της σύμβασης εργασίας τους στο εναγόμενο.
Ενόψει αυτών, μετά την καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης από την ασφαλιστική εταιρία, η οποία οφείλεται στην προαναφερόμενη υπαίτια μη καταβολή των ασφαλίστρων, οι ενάγοντες δεν έχουν αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, έχουν όμως, με βάση τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας, αξίωση πληρωμής κατά του εναγομένου, λόγω πλασματικής πληρώσεως της αιρέσεως, διότι το Ελληνικό Δημόσιο, ενεργώντας εναντίον της καλής πίστεως, ενόψει του ότι ελάχιστος χρόνος υπολειπόταν για την πρόωρη, με τον τρόπο που προεκτέθηκε, αποχώρηση των εναγόντων από την υπηρεσία του, από υπαιτιότητά του, προκάλεσε τη λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως και έτσι ματαίωσε το προαναφερόμενο υπό αίρεση δικαίωμα τους, δηλαδή το δικαίωμα εισπράξεως του εφάπαξ ποσού, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, αποτέλεσε συμβατική παροχή.
Το ότι, με ειδική πρόβλεψη του άρθρου 13§5 του Ν. 2628/1998, ο χρόνος υπηρεσίας στο ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ., καθώς και ο αναγνωρισμένος από αυτό, για τη μισθολογική και υπηρεσιακή εξέλιξη του προσωπικού του, χρόνος προϋπηρεσίας, θεωρείται ότι διανύθηκε στο νέο φορέα, που τοποθετείται ο εργαζόμενος, δεν ασκεί επιρροή στη λύση της εργασιακής σύμβασης με το ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ., που επήλθε αναμφίβολα μετά την κατάργησή του τελευταίου και την τοποθέτηση του προσωπικού του στο φορέα της επιλογής του.
Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν λύθηκε η εργασιακή σχέση των εναγόντων με το ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ., οπότε, σύμφωνα με τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης, δεν θα είχαν αξίωση για καταβολή ασφαλίσματος. Ούτε και το γεγονός ότι οι ενάγοντες εξακολούθησαν να παρέχουν την εργασία τους και μετά την κατάργηση του ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ., σε άλλον εργοδότη, και μάλιστα με το παραπάνω ευεργέτημα της αναγνώρισης του χρόνου της προϋπηρεσίας τους, καθιστά την ένδικη αξίωση τους για αποζημίωση καταχρηστική, εφόσον στη νέα αυτή σχέση εργασίας τους δεν συνεχίστηκε και η παραπάνω ασφαλιστική σύμβαση, η από την οποία παροχή αποτελούσε, όπως προαναφέρθηκε, όρο της με τον προηγούμενο εργοδότη σύμβασης εργασίας τους.
Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται, ως αποζημίωση, τα ποσά που θα ελάμβαναν κατά την ασφαλιστική σύμβαση στην περίπτωση της πρόωρης αποχώρησής τους από την υπηρεσία και ακολούθως, κατά παραδοχή της εφέσεως των εναγόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχτηκε την αγωγή για καταβολή των παραπάνω ποσών.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 2628/1998 κατά το βάσιμο, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, πρώτο λόγο της αναιρέσεως, αφού, παρότι δέχτηκε ότι οι ενάγοντες, αμέσως μετά την κατάργηση του ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ. προσλήφθηκαν σε κενές οργανικές ή προσωποπαγείς θέσεις των φορέων που αναφέρονται στην παρ. 3 του άρθρου 13 του προαναφερόμενου νόμου, και ότι κατά συνέπεια η εργασιακή τους σχέση συνεχίστηκε χωρίς διακοπή στους νέους αυτούς φορείς με όλες τις ευεργετικές γι' αυτούς συνέπειες, που ορίζονται στις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 13 του ως άνω νόμου, έκρινε τελικά ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό τους οι προϋποθέσεις για την καταβολή του εφάπαξ ποσού που προβλέπεται από την ασφαλιστική τους σύμβαση, λόγω πρόωρης διακοπής της εργασιακής τους σχέσης.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 9003/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ