Legislator Case Law & Legislation
226/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal on inadmissibility grounds and reverses judgment for failure to consider evidence.

Case Number 226/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the second ground of appeal while dismissing the first, finding the appeal admissible. The appellant argued the lower court failed to consider specific evidence, including a contract termination notice and a sworn affidavit, despite their submission. The court ruled that the lower court's failure to explicitly mention these documents in its reasoning constituted a violation of the right to a fair trial, necessitating a remand for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 297, 298, 299, 553, 573, 577 of the Code of Civil Procedure; Article 559(11) of the Code of Civil Procedure: A party may accept a judgment before or after filing an appeal, but acceptance after filing requires explicit declaration; failure of the court to consider evidence submitted by parties constitutes a ground for appeal if the decision does not clearly indicate such consideration.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal acceptance of judgment failure to consider evidence sworn affidavit contract termination notice remand for retrial Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 297, 298, 299 of the Code of Civil Procedure
Article 553(1) of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 671(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Articles 339 and 342 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 226 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 226/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15η Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Μ. Ζ. του Γ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φρίξο Βασιλειάδη.

Του αναιρεσίβλητου : Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του, Άγγελο Τσιχριτζή και Μαρία Βενιέρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Μαϊου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1398/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 7218/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 6 Μαΐου 2003 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας διάβασε την από 21 Οκτωβρίου 2005 έκθεση του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αμελαδιώτη, που κωλύεται να μετάσχει στη σημερινή συνεδρίαση, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και ν' απορριφθεί ο πρώτος.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσίβλητου την απόρριψη και κάθε πλευρά την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298, 299, 553 παρ. 1, 573 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο διάδικος που νικήθηκε μπορεί να αποδεχθεί την απόφαση που εκδόθηκε σε βάρος του. Η αποδοχή που γίνεται προ της ασκήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως, καθιστά απαράδεκτο το ένδικο αυτό μέσο.

Η αποδοχή αυτή, για την οποία δεν απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου, δύναται να γίνει είτε ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297, δηλαδή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, είτε σιωπηρώς με πράξεις από τις οποίες συνάγεται σαφώς η πρόθεση αποδοχής.

Η αποδοχή όμως αποφάσεως, η οποία γίνεται μετά την άσκηση αναιρέσεως κατ' αυτής, δύναται να γίνει μόνο ρητώς, ήτοι με ένα από τους παραπάνω τρόπους, δεδομένου ότι η αποδοχή της αποφάσεως στο στάδιο αυτό έχει την έννοια της παραιτήσεως από το ένδικο μέσο που ασκήθηκε κατ' αυτής και συνεπώς μπορεί να γίνει μόνο κατά τους παραπάνω τύπους και όχι σιωπηρώς.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την 7218/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό που αναφέρεται εκεί για αξιώσεις του από σύμβαση εργασίας. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν αιτήσεις αναιρέσεως και οι δύο διάδικοι. Μετά τη συζήτηση της από 27-9-2002 αιτήσεως αναιρέσεως του εναγομένου και πριν λήξει η προθεσμία υποβολής των εκατέρωθεν υπομνημάτων, οι διάδικοι, με το από 11-3-2004 κοινό έγγραφό τους προς τον Πρόεδρο του Τμήματος αυτού, δήλωσαν ότι δεν επιθυμούν την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως εκείνης, διότι είχε ήδη επέλθει συμφωνία μεταξύ τους και η διαφορά τους είχε επιλυθεί συμβιβαστικώς.

Πριν από τη συζήτηση της κρινόμενης από 6-5-2003 αιτήσεως αναιρέσεως του ενάγοντος, η οποία ασκήθηκε στις 9-5-2003, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο πρότεινε με τις κατατεθείσες εμπρόθεσμα προτάσεις του (άρθρο 570 παρ.1 ΚΠολΔ) την ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως αυτής, ισχυριζόμενο ότι ο αναιρεσείων αποδέχθηκε την προσβαλλόμενη απόφαση με την προαναφερόμενη κοινή δήλωση.

Εφόσον όμως η -κατά το αναιρεσίβλητο- αποδοχή της αποφάσεως εκ μέρους του αναιρεσείοντος έλαβε χώρα μετά την άσκηση της αναιρέσεως και δεν γίνεται επίκληση παραίτησης με τον τύπο που ορίζεται στο άρθρο 297 ΚΠολΔ, ήτοι με δήλωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο, ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι μη νόμιμος και πρέπει γι αυτό να απορριφθεί.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, δεν στοιχειοθετεί τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο.

Εξάλλου, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, καθώς και ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν νομότυπα κατά το άρθρο 671 παρ.1 εδ. δ' του ΚΠολΔ. Οι βεβαιώσεις αυτές δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ.

του ΚΠολΔ, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, που διακρίνεται από τα έγγραφα και γι' αυτό ακριβώς, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας αναφέρει μόνο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, δεν αποδεικνύεται ότι έλαβε υπόψη και τις ένορκες βεβαιώσεις, που είχαν αυτοί προσκομίσει και επικαλεστεί και ιδρύεται έτσι ο ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, παρά τη βεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη και τα έγγραφα, που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι, καταλείπονται αμφιβολίες για το αν έλαβε υπόψη και το έγγραφο της από 15-5-2000 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος, αφού δέχθηκε ότι το ύψος του μισθού του ήταν διαφορετικό από το αναφερόμενο στην καταγγελία αυτή, χωρίς να αποκρούσει το εν λόγω έγγραφο ή να αιτιολογήσει τη διαφορετική κρίση του.

Εξάλλου, ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που κατέθεσε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλέστηκε και προσκόμισε για την απόδειξη της αγωγής του και την ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου 2555/28-11-2001 ένορκη βεβαίωση τρίτου που συντάχθηκε με επιμέλειά του και ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου.

Από το περιεχόμενο όμως της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την ένορκη αυτή βεβαίωση, αφού δεν τη μνημονεύει ειδικώς στην απόφασή του, ενώ μνημονεύει άλλες ένορκες βεβαιώσεις. Επομένως πρέπει, κατά τον βάσιμο, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7218/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ