Legislator Case Law & Legislation
2268/2014 AI generated

2268/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2268/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Aπό τις υπ' αριθμ. 9861Β', 9863Β', 9860Β', 9862Β'/25-2-2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ξάνθης Α. Α. και 11667Ε', 11668Ε'/24-2-2014 εκθέσεις ομοίως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ροδόπης Θ. Κ., προκύπτει ότι αντίγραφο της από 31-10-2013 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και νέας υπ' αριθμ. 26/13-2-2014 πράξης του Προέδρου Δ' Πολιτικού Τμήματος, που ορίζει νέα δικάσιμο της 9-5-2014, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στις αναιρεσίβλητες, οι οποίες δεν εμφανίστηκαν στην μετ' αναβολή σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε προσηκόντως από το οικείο πινάκιο. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 576 αρ. 2 ΚΠολΔ).

Legislator headnote

AI generated

2268/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): κατ. 14955/2006) της Μ. Μ. κατά της 34199/2005 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, την έκρινε ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, δέχτηκε δε περαιτέρω ότι όλες οι επιδόσεις της προδικασίας του πλειστηριασμού ακινήτου της ανωτέρω ανακόπτουσας, που έγιναν με θυροκόλληση, ήταν νόμιμες και έγκυρες.

Keywords

AI generated
failure to state reasons proper reasons for non-use voluntary withdrawal unpaid customs duties inadequate psychiatric report unpaid licensing royalties
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2268 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2268/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Π. του Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Αναγνώστου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Φ. Τ., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., 2) Μ. συζ. Δ. Κ., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ... και 3) Α. συζ. Σ. Χ., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-2006 ανακοπή της ήδη αποβιωσάσης Μ. Μ. του Γ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 8280/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41199/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1909/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η Μ. Μ. (ήδη αποβιώσασα) με την από 7-1-2010 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 344/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 1947/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-10-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς διάβασε την από 7-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 31-10-2013 αιτήσεως για αναίρεση της 1947/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Aπό τις υπ' αριθμ. 9861Β', 9863Β', 9860Β', 9862Β'/25-2-2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ξάνθης Α. Α. και 11667Ε', 11668Ε'/24-2-2014 εκθέσεις ομοίως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ροδόπης Θ. Κ., προκύπτει ότι αντίγραφο της από 31-10-2013 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και νέας υπ' αριθμ. 26/13-2-2014 πράξης του Προέδρου Δ' Πολιτικού Τμήματος, που ορίζει νέα δικάσιμο της 9-5-2014, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στις αναιρεσίβλητες, οι οποίες δεν εμφανίστηκαν στην μετ' αναβολή σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε προσηκόντως από το οικείο πινάκιο. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 576 αρ. 2 ΚΠολΔ).

2. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν δέχτηκε δεδικασμένο από την 863/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης, η οποία δικάζοντας επί ανακοπής (αριθ.

κατ. 14955/2006) της Μ. Μ. κατά της 34199/2005 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, την έκρινε ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, δέχτηκε δε περαιτέρω ότι όλες οι επιδόσεις της προδικασίας του πλειστηριασμού ακινήτου της ανωτέρω ανακόπτουσας, που έγιναν με θυροκόλληση, ήταν νόμιμες και έγκυρες.

Το Εφετείο σχετικά με τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί δεδικασμένου που απορρέει από την ανωτέρω εφετειακή απόφαση δέχτηκε τα ακόλουθα: "Τέλος, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ανακόπτουσα άσκησε κατά της υπ' αριθ. 34199/2005 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ' αριθ.

κατ. 14955/28-3-2006 εκ του άρθρου 632 ΚΠολΔ ανακοπή της, με την οποία προέβαλε ανυπαρξία της απαιτήσεως της καθ' ης. Η ανακοπή αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, με την υπ' αριθ. 18391/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της οποίας η ανακόπτουσα άσκησε την υπ' αριθ. κατ. 2381/13-6-2006 έφεση.

Επί της άνω εφέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 863/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, πού, δεχόμενο και αυτό την εκπρόθεσμη άσκηση της ανακοπής, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, τον δε ενώπιόν του με το δικόγραφο της εφέσεως το πρώτον προβληθέντα ισχυρισμό της ανακόπτουσας - τότε εκκαλούσας ότι η καθ' ης, Ε. Π., ενήργησε δολίως και σε συμπαιγνία με άλλα μη κατονομαζόμενα πρόσωπα, τα οποία εμπλέκονται στην υπόθεση, ώστε αυτή να μη λάβει γνώση των κοινοποιουμένων εγγράφων με θυροκόλληση, ως συνιστώντα νέο λόγο ανακοπής, απέρριψε, ως απαραδέκτως προβαλλόμενο.

Με επάλληλη δε αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό και ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Η αιτιολογία όμως αυτή της υπ' αριθ. 863/2007 απόφασης, η οποία έγινε πλεοναστικώς και επομένως δεν στηρίζει το διατακτικό της, δεν είναι δεσμευτική και δεν παράγει βλαπτικό δεδικασμένο για την ανακόπτουσα. Επομένως, ο οικείος λόγος αμφοτέρων των εφέσεων, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη, διότι δεν έλαβε υπόψη της το δεδικασμένο πού απορρέει, αναφορικά με τον πρώτο λόγο της ανακοπής, από την παραπάνω απόφαση, δεν αποτελεί, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, δεδικασμένο, και είναι εντεύθεν απορριπτέος ως αβάσιμος".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, με το να δεχθεί ότι δεν πηγάζει δεδικασμένο από την ανωτέρω απόφαση, που δίκασε ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ, για την υπό κρίση διαφορά, που αφορά ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Διότι πράγματι αντικείμενο της πρώτης ως άνω ανακοπής ήταν η ακυρότητα της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, η οποία κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, ενώ η προκειμένη δεύτερη ως άνω ανακοπή (ΚΠολΔ 933) αφορά την ακυρότητα του αναγκαστικού πλειστηριασμού, που διενεργήθηκε την 15-2-2006 ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Κωνσταντίνας Καλογιάννη και της 1158/2006 περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως της ιδίας Συμβ/φου.

Η επιπλέον δε κρίση του Εφετείου, ότι οι επιδόσεις των πράξεων προδικασίας του πλειστηριασμού είναι νόμιμες και έγκυρες, είναι πλεοναστική, διότι δεν ήταν αντικείμενο της δίκης της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ και το κύρος των πράξεων αυτών και άρα δεν στήριζε η κρίση αυτή το διατακτικό της άνω αποφάσεως.

Επομένως ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη για ανεπάρκεια της αιτιολογίας της σχετικά με τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 934 και 935 ΚΠολΔ, που επιβάλλουν την κατά στάδια προσβολή των πράξεων της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης.

Το Εφετείο για τον ισχυρισμό αυτό δέχθηκε τα ακόλουθα: "Επίσης, ο οικείος λόγος των εφέσεων, με τον οποίο οι εκκαλούντες αιτιώνται την εκκαλουμένη για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 934 και 935 ΚΠολΔ, που επιβάλλουν την κατά στάδια προσβολή των πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και ειδικότερα των λόγων της εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ ανακοπής, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με τα προαποδειχθέντα, ουδένα έγγραφο της προδικασίας επιδόθηκε πράγματι στην ανακόπτουσα, η οποία δεν έλαβε αλλά ούτε και, με τον τρόπο πού γίνονταν οι επιδόσεις, είχε την δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου των εγγράφων της προδικασίας και επομένως, δεν έγινε και έναρξη των αντιστοίχων προθεσμιών για την σταδιακή προσβολή των πράξεων της επισπευσθείσας σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο των ανωτέρω διατάξεων 934 και 935 ΚΠολΔ, ανεξαρτήτως του ότι παραβιάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου δεν ελέγχονται με τον από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1489/2009). Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

3. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔλ αναίρεση ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτο τον πρώτο λόγο της υπό κρίση από 3-5-2006 ανακοπής (αριθ.

κατ. 19990/2006) λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως αυτής, δεχόμενη ότι "η επίδοση της περίληψης της κατασχετήριας εκθέσεως, έγινε μη σύννομα, αφού το θυροκολληθέν έγγραφο αποκολλήθηκε σε χρόνο, κατά τον οποίο ούτε η ανακόπτουσα ούτε κανείς από τους περιοίκους της είχε την δυνατότητα να λάβει γνώση αυτού και η συστημένη επιστολή της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης ουδέποτε έφτασε στα χέρια της ανακόπτουσας, η οποία δεν έλαβε έγκαιρα γνώση του επισπευδόμενου σε βάρος της πλειστηριασμού, γεγονός που την εξομοιώνει με ανυπαρξία επιδόσεως.

Συνακόλουθα, ο κατά τα ανωτέρω γενόμενος πλειστηριασμός πρέπει να ακυρωθεί, αφού, η ακυρότητα του πλειστηριασμού, την οποία συνεπάγεται η εκπρόθεσμη ή ανύπαρκτη επίδοση της περιλήψεως κατασχετήριας έκθεσης στον οφειλέτη, πρέπει να ισχύει και όταν ο επισπεύδων την επίδοση παρακωλύει με δόλο την εμπρόθεσμη λήψη του εγγράφου από τον παραλήπτη και την εκ μέρους του τελευταίου τούτου δυνατότητα να λάβει πραγματικά γνώση του περιεχομένου της και όχι να θεωρείται νομότυπη η επίδοση και έγκυρος ο πλειστηριασμός, γεγονός που θα οδηγούσε σε αποτελέσματα μη λογικά και ανεκτά από το Δίκαιο", καθώς και ότι με τις ανωτέρω παραδοχές της διέλαβε ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Με την ανωτέρω κρίση του το Εφετείο ορθά δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού δέχεται ότι η επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης έγινε μη σύννομα, καθόσον η Μ. Μ. σε βάρος της οποίας επισπευδόταν ο πλειστηριασμός, δεν έλαβε γνώση αυτής λόγω των αναφερομένων δόλιων ενεργειών της αναιρεσείουσας και επομένως δεν έγινε έναρξη των αντιστοίχων προθεσμιών για τη σταδιακή προσβολή των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης.

Διέλαβε με τις ανωτέρω παραδοχές σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 και 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.

4. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Εξάλλου, τα δικαστικά τεκμήρια είναι, κατ' άρθρ. 336 παρ. 3 ΚΠολΔ, συμπεράσματα, τα οποία με βάση αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα συνάγει το δικαστήριο για άλλα γεγονότα, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, όταν στηρίζονται επί βέβαιης και αναμφισβήτητης βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι έλαβε υπόψη πράγμα ως αληθινό χωρίς απόδειξη και ειδικότερα ότι έγινε αποκόλληση θυροκολληθέντων εγγράφων από την εξώθυρα της κατοικίας της ανακόπτουσας Μ. Μ. από τρίτο. Το Εφετείο σχετικά με το ζήτημα αυτό δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά είναι φανερό ότι γινόταν αποκόλληση των θυροκολληθέντων εγγράφων από την εξώθυρα της κατοικίας της ανακόπτουσας (οδός …), ενώ στη συνεχεία εμφανιζόταν τρίτο πρόσωπο και παραλάμβανε τις συστημένες επιστολές, πού ταχυδρομούσε ο δικαστικός επιμελητής, με τρόπο ώστε η ανακόπτουσα να μην έχει την δυνατότητα να λάβει γνώση των επιδόσεων και συγκεκριμένα της επιδόσεως της περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως, που ενδιαφέρει εν προκειμένω.

Εξαιτίας δε του γεγονότος τούτου η ανακόπτουσα στερήθηκε της δυνατότητας να ασκήσει εμπροθέσμως τα προβλεπόμενα ένδικα βοηθήματα, ώστε να αποτρέψει την σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση, με αποτέλεσμα να εκπλειστηριασθεί το ακίνητό της, χωρίς να προβάλει δικαστικά τις αντιρρήσεις της, τούτο δε συνιστά και βλάβη αυτής.

Οι ενέργειες αυτές δεν κατατέθηκε από τους μάρτυρες αποδείξεως ότι έγιναν από την ίδια την πρώτη των καθ' ων η ανακοπή, και μάλιστα εν γνώσει και με την σύμπραξη του δευτέρου των καθ' ων ή άλλων τρίτων προσώπων, αφού κάτι τέτοιο δεν είναι σε θέση να το γνωρίζουν, αναφέρουν όμως κατηγορηματικά το γεγονός, που υπέπεσε στην αντίληψή τους, ότι δηλ.

η ανακόπτουσα δεν έλαβε ποτέ κάποιο έγγραφα ούτε με θυροκόλληση ούτε με άλλο τρόπο". Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα), κατέληξε στην ανωτέρω κρίση του, συνάγοντας αυτεπαγγέλτως, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, συμπέρασμα (δικαστικό τεκμήριο), κατ' άρθρο 336 παρ. 3 ΚΠολΔ, που χρησιμεύει ως αποδεικτικό μέσο (άρθρ. 339 ΚΠολΔ), ως προς την αποκόλληση των θυροκολληθέντων εγγράφων από την εξώθυρα της κατοικίας της ανακόπτουσας Μ.

Μ. από τρίτο πρόσωπο, το οποίο παραλάμβανε τις συστημένες επιστολές που ταχυδρομούσε ο δικαστικός επιμελητής. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος από το ίδιο άρθρο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι έλαβε υπόψη γεγονότα χωρίς απόδειξη, ήτοι περί επισκέψεως το Σεπτέμβριο του 2005 γυναίκας στην ανακόπτουσα, η οποία ισχυριζόμενη ότι είναι η διαχειρίστρια της πολυκατοικίας, ζήτησε από αυτήν να υπογράψει κατάσταση για την επισκευή της πολυκατοικίας και ότι αυτή δεν εκδήλωσε ποτέ επιθυμία να πωλήσει το διαμέρισμά της, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πρόκειται για γεγονότα που δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού αντικείμενο αυτής είναι η εγκυρότητα των ανωτέρω πράξεων της επίδικης αναγκαστικής εκτέλεσης. 5.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που επικαλέστηκε και προσκόμισε, δηλαδή την 34199/2005 διαταγή πληρωμής με τις εκθέσεις επιδόσεως αυτής στην αντίδικο, την 2056/15-12-2005 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, την περίληψη 1158/2006 κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου, την 2060/14-3-2006 έκθεση βιαίας αποβολής και όλα τα διαδικαστικά έγγραφα του πλειστηριασμού ακινήτου με τις αντίστοιχες εκθέσεις επιδόσεως αυτών των αρμοδίων δικαστικών επιμελητών, καθώς και το 1082/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Θεσ/νίκης.

Από το περιεχόμενο όμως της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει σαφώς, ότι αυτή έλαβε υπόψη τα έγγραφα αυτά και τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 6. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Για τη διάγνωση της ιδρύσεως ή μη του λόγου αυτού αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να προσκομίζει το έγγραφο ενώπιον του Αρείου Πάγου προς απόδειξη του προτεινομένου λόγου. Διαφορετικά ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν ο έκτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των επικαλούμενων και προσκομιζόμενων από αυτήν καταστάσεων τηλεφωνικών εξερχομένων κλήσεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον δεν προσκομίστηκαν τα εν λόγω έγγραφα, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της συνδρομής ή μη του λόγου αυτού αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-10-2013 αίτηση της Ε. Π. για αναίρεση της 1947/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Διατάζει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2014.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ