Legislator Case Law & Legislation
2268/2009 AI generated

2268/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2268/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2268/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι διάδικοι, οι οποίοι έχουν και διατηρούν μέχρι σήμερα την Κυπριακή ιθαγένεια τέλεσαν στις 9-1-1994 νόμιμο γάμο από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα τον ...και την .... Ο αναιρεσείων σύζυγος ασκούσε επιτυχώς το επάγγελμα του αργυροχρυσοχόου και διατηρούσε δύο καταστήματα στο ... και άλλα δύο στήν Κύπρο, διέθετε δε αξιόλογη ακίνητη περιουσία στήν Κύπρο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2268 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2268/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Βασιλείου-Μιχαήλ, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: .... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θεοδοσίου, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-3-2003 και 21-10-2003 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1863/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5493/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-11-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 30-9-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τά άρθρα 3 και 4 του ισχύοντος στήν Κύπρο (και εφαρμοζόμενου στήν ένδικη διαφορά λόγω της Κυπριακής από την τέλεση του γάμου τους καί μέχρι σήμερα ιθαγένειας των διαδίκων) Ν. 232/1991 "Οι σύζυγοι έχουν ανάλογα με τις δυνάμεις τους, αμοιβαία υποχρέωση διατροφής. Αν η έγγαμη συμβίωση διακοπεί το Δικαστήριο μπορεί με αίτηση του συζύγου να εκδώσει διάταγμα διατροφής με το οποίο να διατάσσεται ο άλλος σύζυγος να καταβάλλει στον αιτητή διατροφή.

Η υποχρέωση διατροφής παύει ή το ποσό της αυξάνεται ή μειώνεται όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις". Κατά δε το άρθρο 6 ιδίου νόμου "Η διατροφή μπορεί να αποκλεισθεί ή να περιοριστεί αν αυτό επιβάλλεται από σπουδαίους λόγους, ιδίως αν ο δικαιούχος βαρύνεται με σοβαρή υπαιτιότητα γιά τη λύση του γάμου ή τη διακοπή της συμβίωσης".

Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως λόγω ελλείψεως νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δέν προκύπτουν σαφώς τά περιστατικά πού είναι αναγκαία γιά την κρίση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων γιά τήν εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως πρός το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών πού έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται γιά ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση καί αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον εκτίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δικάζοντας αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 1863/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχαν γίνει εν μέρει δεκτές οι από 3-3-2003 και 21-10-2003 αγωγές της αναιρεσίβλητης γιά καταβολή διατροφής, δέχθηκε τά ακόλουθα:

Οι διάδικοι, οι οποίοι έχουν και διατηρούν μέχρι σήμερα την Κυπριακή ιθαγένεια τέλεσαν στις 9-1-1994 νόμιμο γάμο από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα τον ...και την .... Ο αναιρεσείων σύζυγος ασκούσε επιτυχώς το επάγγελμα του αργυροχρυσοχόου και διατηρούσε δύο καταστήματα στο ... και άλλα δύο στήν Κύπρο, διέθετε δε αξιόλογη ακίνητη περιουσία στήν Κύπρο.

Η αναιρεσίβλητη σύζυγος οποία αγόρασε με χρήματα του πατέρα της με το υπ' αριθμ. ...συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Μαμάνδρα-Γκότση και απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα ένα διαμέρισμα επιφανείας 109,22 τμ μετά αποθήκης και χώρου στάθμευσης, σε πολυκατοικία στην οδό ... που χρησιμοποιήθηκε μέχρι τον Φεβρουάριο του 2000 ως συζυγική κατοικία κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, παρότι είχε σπουδάσει τουριστικές επιχειρήσεις στην Αγγλία, δεν εργαζόνταν επειδή απέκτησε αμέσως (διαδοχικά) τα δύο τέκνα και δεν ήταν απαραίτητη η βιοποριστική της ενασχόληση λόγω της άνω ιδιόκτητης συζυγικής κατοικίας και της οικονομικής ευμάρειας του άντρα της.

Παρά την οικονομική άνεση των διαδίκων η έγγαμη συμβίωσή τους δεν ήταν ομαλή. Η αναιρεσίβλητη σύζυγος δεν ενδιαφερόνταν για την επιμέλεια της συζυγικής κατοικίας και την ανατροφή των τέκνων τους, επαφιέμενη στις φροντίδες των οικιακών βοηθών, που της εξασφάλιζε ο άντρας της και αφιέρωνε τον περισσότερο χρόνο της στον προσωπικό της καλλωπισμό, παρακολούθηση τηλεοπτικών προγραμμάτων και εξόδους αναψυχής, παρουσιάζοντας μεγάλη συναισθηματική ανωριμότητα.

Ο αναιρεσείων εξάλλου απέφευγε να έχει σαρκικές (ερωτικές) σχέσεις με την αναιρεσίβλητη μετά την γέννηση του δεύτερου τέκνου τους, με αποτέλεσμα σταδιακά να επέλθει αποξένωση των συζύγων και να παρουσιάσει η αναιρεσίβλητη συμπτώματα αγχώδους καταθλιπτικής συνδρομής, να ζητήσουν οι διάδικοι τη συνδρομή στις 22-10-1998 του ειδικού ψυχιάτρου ..., που συνέστησε στην αναιρεσίβλητη τη ληφθείσα από αυτή φαρμακευτική αγωγή, χωρίς να βελτιωθούν όμως στη συνέχεις οι μεταξύ τους σχέσεις.

Τον Αύγουστο 2000 κατά τη διάρκεια ταξιδιού των διαδίκων στη Κύπρο η αναιρεσίβλητη ζήτησε από το σύζυγό της τη λύση του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο, άλλως τη συμβατική διατήρηση αυτού, προτάσεις που απέκρουσε ο αναιρεσείων. Τελικά και ενώ οι διάδικοι συμβίωναν τυπικά χωρίς να έχουν καμμία σωματική ή ψυχική επαφή στις 5-9-2000 η αναιρεσίβλητη κατελήφθη από το σύζυγό της συνοδευόμενο από συγγενικά του πρόσωπα και υπαλλήλους του να παραβιάζει τη συζυγική πίστη και να συνευρίσκεται ερωτικά με τρίτον άντρα μέσα σε αυτοκίνητο κατοχής της στην περιοχή της ....

Από την ημερομηνία αυτή η αναιρεσίβλητη αποπέμφθηκε από τη συζυγική κατοικία και από τότε οι διάδικοι ζουν χωριστά και διακόπηκε οριστικά η έγγαμη συμβίωσή τους, ενώ η αναιρεσίβλητη φιλοξενήθηκε για λίγες ημέρες διαδοχικά στα σπίτια των δύο αδελφών του αναιρεσείοντος στην Ελλάδα και στη συνέχεια μετέβη στην Κύπρο, όπου κατοικούν οι γονείς της, μετά επέστρεψε στην Ελλάδα και τελικά εγκαταστάθηκε στην Κύπρο.

Από 5-9-2000 οι διάδικοι βρίσκονται συνεχώς σε αντιδικία δικαστική σχετικά με την επιμέλεια των τέκνων τους, την περιουσιακή και προσωπική τους κατάσταση, τη έκδοση διαζυγίου, την ανταλλαγή μηνύσεων σε ποινικά δικαστήρια κ.λ.π. και έχουν εκδοθεί πάρα πολλές σχετικές δικαστικές αποφάσεις Ελληνικών δικαστηρίων.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι - σύμφωνα με τις διατάξεις του εφαρμοζόμενου στην ένδικη υπόθεση ισχύοντος ουσιαστικού Κυπριακού Δικαίου, που θεσπίζουν ρύθμιση ανάλογη με την ισχύουσα κατά το ελληνικό δίκαιο (άρθρα 1389, 1390, 1391, 1392 ΑΚ), οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση διατροφής και η αναιρεσίβλητη μετά την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης με τον αναιρεσείοντα δικαιούται χρηματική διατροφή από τον τελευταίο ανάλογη με αυτή που της διέθετε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, η οποία όμως πρέπει να περιορισθεί επειδή η δικαιούχος αναιρεσίβλητη βαρύνεται με σοβαρή υπαιτιότητα για τη διακοπή της συμβίωσης, λόγω της παραβίασης από αυτή της συζυγικής πίστης στις 5-9-2000, κατά παραδοχή και ως ουσία βάσιμης της νόμιμης, κατά το άρθρο 6 του ισχύοντος στην Κύπρο ν. 232/1991, σχετικής ένστασης του αναιρεσείοντος.

Ότι η αναιρεσίβλητη στο επίδικο διάστημα (από 7-3-2003 έως 7-3-2005) δεν είχε εισοδήματα ή περιουσία, εφόσον το μοναδικό της περιουσιακό στοιχείο (το άνω διαμέρισμα στα ...) μετά την αποπομπή της από τη συζυγική κατοικία στις 5-9-2000 και την οριστική διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, το μεταβίβασε δια πληρεξουσίου στον αναιρεσείοντα κατ' επικαρπία και κατά ψιλή κυριότητα στα δύο τέκνα της με το υπ' αριθμ. ...

συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Γαβριέλη-Αναγνωσταλάκη και με τα υπ' αριθμ. ..., ...και ...συμβολαιογραφικά πληρεξούσια της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Δέδε και ότι στο επίδικο διάστημα αρχικά διέμενε σε μισθωτό διαμέρισμα στην Ελλάδα και βαρύνετο με την καταβολή μισθώματος ύψους 300 ευρώ μηνιαίως, μετά όμως την έκδοση της υπ' αριθμ. 5718/3-6-2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που ανέθεσε την επιμέλεια των ανηλίκων στον αναιρεσείοντα πατέρα, αυτή εγκαταστάθηκε και κατοικεί στην ...Κύπρου σε οικία των γονέων της (η ίδια είναι μοναχοκόρη) και δεν βαρύνετο με την καταβολή μισθώματος.

Αυτή λόγω της εξειδίκευσής της και των σπουδών της που αναφέρονται ανωτέρω καθώς και της νεαρής ηλικίας της και των γνωριμιών της στην Κύπρο είχε την δυνατότητα να εργασθεί ως υπάλληλος σε τουριστικές επιχειρήσεις ή να απασχοληθεί σε παρεμφερή εργασία και να κερδίζει μηνιαίως 600 ευρώ τουλάχιστον. Επίσης δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ασκούσε στο επίδικο διάστημα επιτυχώς το επάγγελμα του αργυροχρυσοχόου και διατηρεί δύο καταστήματα στο ...

και δύο στη ...με το ανάλογο προσωπικό και από τις επιχειρήσεις αυτές έχει κέρδη περί τις 5.000 ευρώ μηνιαίως.

Αυτός διαθέτει ικανή ακίνητη περιουσία στην Κύπρο (ποσοστό εξ αδιαιρέτου σε κατοικία στη ..., αγρόκτημα στον ..., οικόπεδο στο ... κ.λ.π.) και δύο πολυτελή αυτοκίνητα jeep και Mercedes, που φέρονται ότι ανήκουν τυπικά σε συγγενείς του και τέλος έχει την επικαρπία του άνω ακινήτου στην οδό ... και εισπράττει μίσθωμα 700 ευρώ μηνιαίως, ενώ διαμένει σε μισθωμένο διαμέρισμα με τα ανήλικα τέκνα του για το οποίο καταβάλλει μίσθωμα 600 ευρώ και βαρύνεται με την διατροφή των ανηλίκων. Έκρινε δέ το Εφετείο ότι με βάση τις οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων και τις εν γένει περιστάσεις και συνθήκες χωριστής διαβίωσής τους η αναιρεσίβλητη δικαιούται περιορισμένη χρηματική διατροφή από τον αναιρεσείοντα, που πρέπει να ορισθεί κατά μήνα σε 400 ευρώ για το πρώτο επίδικο έτος και σε 500 ευρώ για το δεύτερο επίδικο έτος. Στή συνέχεια, αφού εξαφάνισε τήν πρωτόδικη απόφαση που είχε επιδικάσει μεγαλύτερα ποσά, υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη ως διατροφή τά παραπάνω ποσά.

Με την εκτεθείσα κρίση του το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3, 4 και 6 του ισχύοντος στην Κύπρο (και εφαρμοζόμενου στην ένδικη διαφορά) ν. 232/1991, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων και δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος, στο οποίο κατέληξε. Ειδικότερα, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη, με σαφήνεια και πληρότητα οι διαταρακτικές του γάμου και κλονιστικές της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων συμπεριφορές αμφοτέρων και λαμβάνονται υπόψη και αξιολογούνται οι οικονομικές δυνατότητες τούτων, οι ανάγκες και συνθήκες διαβίωσης τους μετά την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, καθώς και οι υποχρεώσεις του αναιρεσείοντος έναντι των τέκνων τους. Δεν ήταν δε αναγκαίο κατά νόμο να αποτιμώνται σε χρήμα, συνολικά ή κατά μήνα, οι ανάγκες της αναιρεσίβλητης, ενώ δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τί συνίσταται η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα αντίφαση των αιτιολογιών και που αυτή εντοπίζεται. Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τά αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα πού προτάθηκαν καί έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι αρνητικοί απλώς ισχυρισμοί ή εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η αναιρεσίβλητη δεν δικαιούται διατροφής, ούτε τη στοιχειώδη διότι η διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους επήλθε λόγω της μοιχείας της.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο ερεύνησε τον ισχυρισμό αυτό, αφού όπως προεκτέθηκε, δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται μειωμένη διατροφή γιατί βαρύνεται με σοβαρή υπαιτιότητα, για τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης λόγω της παραβίασης από αυτή της συζυγικής πίστης. Με τον δεύτερο λόγο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ.

αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά, ήτοι ότι ο αναιρεσείων απέφυγε να έχει σαρκικές (ερωτικές) σχέσεις με την αναιρεσίβλητη μετά τη γέννηση του δεύτερου τέκνου τους, με αποτέλεσμα σταδιακά να επέλθει αποξένωση των συζύγων...", χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, στήριξε το σχετικό αποδεικτικό του πόρισμα στα μνημονευόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα, ήτοι στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, στις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις και στα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα.

Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339 και 346 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα "και όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνονται προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που δόθηκαν στα πλαίσια άλλων δικών μεταξύ των διαδίκων".

Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο, παρόλο που δεν μνημονεύει ειδικώς και δεν την αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και την αναφερόμενη στο αναιρετήριο ιδιόγραφη επιστολή της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα, την οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο τελευταίος.

Συνεπώς ο πέμπτος από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. λόγος με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-11-2007 αίτηση του ... γιά αναίρεση της υπ' αριθ. 5493/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ