Legislator Case Law & Legislation
2267/2014 AI generated

2267/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2267/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Το άρθρο 288 ΑΚ ορίζει, ότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση, ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή, ή από άλλη δικαιοπραξία, ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.

Legislator headnote

AI generated

2267/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μεταβολή των συνθηκών με την έννοια του άρθρου 288 ΑΚ μπορεί να αποτελέσουν η σημαντική αύξηση ή ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, η σημαντική αύξηση ή μείωση του τιμαρίθμου, η υποτίμηση του νομίσματος, η από διαφόρους λόγους αυξομείωση της ζήτησης των ακινήτων και άλλοι λόγοι. Εξάλλου, το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.

Keywords

AI generated
fair market value farm rent holiday compensation disability-related expenses market rent agricultural prices
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2267 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2267/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Παπαδημητρίου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Φ. του Κ., κατοίκου ... και 2) Ν. Φ. του Κ., κατοίκου ..., εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σεραφείμ Τσούκη και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο του.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου και διά των από 13-5-2008 προτάσεων ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2561/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6060/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 15-3-2010 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1229/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 2158/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-5-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς διάβασε την από 30-4-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 31-5-2013 αιτήσεως για αναίρεση της 2158/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Το άρθρο 288 ΑΚ ορίζει, ότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση, ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή, ή από άλλη δικαιοπραξία, ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.

Επομένως, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 44 του π.δ. 34/1995 εφαρμόζεται και επί των εμπορικών μισθώσεων. Έτσι παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα να προβεί στην αναπροσαρμογή του οφειλόμενου αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή, συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική) μισθώματος, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα, που αποκτούνται στις συναλλαγές και επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη - παρά την ανάγκη κατοχυρώσεως της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει να συνεκτιμάται - η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίδικο εκείνο, που αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη.

Μεταβολή των συνθηκών με την έννοια του άρθρου 288 ΑΚ μπορεί να αποτελέσουν η σημαντική αύξηση ή ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, η σημαντική αύξηση ή μείωση του τιμαρίθμου, η υποτίμηση του νομίσματος, η από διαφόρους λόγους αυξομείωση της ζήτησης των ακινήτων και άλλοι λόγοι. Εξάλλου, το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.

ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνον, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά, που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη συγκρότηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρισίμων περιστατικών, των γενομένων αποδεκτών υπό του ουσιαστικού δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Υπάρχει δε ανεπάρκεια αιτιολογιών και όταν η διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού είναι ενδοιαστική, μη δημιουργούσα εντεύθεν αναμφίβολο πόρισμα (ΑΠ 865/2002). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού εσωτερικού δικαίου.

Ο κανόνας παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ έπρεπε ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (ΑΠ 828/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δικάζοντας επί της ανταγωγής του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε τον καθορισμό του μισθώματος για το επίδικο μίσθιο κατάστημα, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατ' άρθρο 288 ΑΚ, στο επίπεδο εκείνο που αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών, ήτοι στο ποσό των 1.800 ευρώ μηνιαίως, καθώς και του ύψους της ετήσιας σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος σε ποσοστό 3,5%, που είναι ίσο προς τη μεταβολή του δείκτη τιμών καταναλωτή, για το διάστημα από τη συζήτησή της στον πρώτο βαθμό (13-5-2003), δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα περιστατικά: "Μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση μίσθωσης ακινήτου με το υπ' αρ. .../25-7-1997 συμβόλαιο μίσθωσης του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Μητρέλη που μεταγράφηκε νόμιμα, δυνάμει του οποίου οι ενάγοντες εκμίσθωσαν στον εναγόμενο ένα οικόπεδο που ανήκει στην ιδιοκτησία τους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα και βρίσκεται στη θέση Μαρτίνι του Δήμου Αχαρνών Αττικής, στο ….

της οδού Αθηνών - Πάρνηθος, το οποίο έχει εμβαδόν 3.321,45 τ.μ., για να ανεγείρει αυτός ένα κτίσμα εντός αυτού, αποκλειστικά με δικές του δαπάνες, για να το χρησιμοποιήσει ως ταβέρνα ή άλλη συναφή χρήση. Ειδικότερα, με τον πρώτο όρο του μισθωτηρίου συμφωνήθηκε: "η διάρκεια της μίσθωσης για δέκα χρόνια, με δικαίωμα ανανέωσης για άλλα δέκα χρόνια με τους ίδιους όρους".

Το μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 200.000 δραχμών μηνιαίως αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά ποσοστό 10%. Με βάση τη συμφωνηθείσα σταδιακή αναπροσαρμογή το μηναίο μίσθωμα διαμορφώνεται: από 1-4-2007 στο ποσό των 1.383,97 ευρώ, από 1-4-2008 στο ποσό των 1.522,37 ευρώ, από 1-4-2009 στο ποσό των 1.674,60 ευρώ, από 1-4-2010 στο ποσό των 1.842,07 ευρώ, από 1-4-2011 στο ποσό των 2.026,27 ευρώ, από 1-4-2012 στο ποσό των 2.228,90 ευρώ και από 1-4-2013 στο ποσό των 2.451,79 ευρώ.

Κατά τον υπ' αριθμ. 3 όρο του μισθωτηρίου "σκοπός της μισθωτικής σύμβασης είναι η κατασκευή στο οικόπεδο κτίσματος κατάλληλου για να λειτουργήσει ως κοσμική ταβέρνα ή οποιαδήποτε άλλης συναφούς χρήσης θα ήθελε να το χρησιμοποιήσει ο μισθωτής. Τα κτίσματα θα κατασκευασθούν σταδιακά, το αργότερο μέχρι 31-3-2000 κατά τους όρους της οικοδομικής άδειας που θα εκδοθεί σύμφωνα με τους ισχύοντες όρους δόμησης της περιοχής".

Περαιτέρω, με τον όρο 4 του μισθωτηρίου "οι δαπάνες κατασκευής και ολοκλήρωσης των κτισμάτων θα γίνουν εξ ολοκλήρου με χρήματα του μισθωτή και τα κτίσματα μετά των παραρτημάτων, εξαρτημάτων, προσαυξημάτων και παρακολουθημάτων, πλην των επίπλων και σκευών θα παραμένουν μετά τη λήξη της μίσθωσης ή την καθ' οιονδήποτε τρόπο λύση αυτής προς όφελος των εκμισθωτών, χωρίς καμμία αποζημίωση του κατασκευαστή μισθωτή και χωρίς καμμία απαίτησή του από τους εκμισθωτές".

Ο εναγόμενος για την αιτούμενη αναπροσαρμογή του μισθώματος επικαλείται με τις προτάσεις του στοιχεία παρακειμένων του μισθίου ακινήτων, χωρίς όμως στην παρούσα συζήτηση να προσκομίζει και τα σχετικά μισθωτήρια, ήτοι: α) ισόγειο κτίσμα επιφανείας 128,16 τ.μ. με υπόγειο της αυτής επιφανείας και περιβάλλοντα χώρο 1.295 τ.μ.

που βρίσκεται στις Αχαρνές επί των οδών Λεωφ. Πάρνηθος και Νούση και χρησιμοποιείται ως ταβέρνα, με καταβαλλόμενο από 1-1-2007 μίσθωμα 1.080 ευρώ, δηλαδή 4,21 ευρώ ανά τ.μ. (1.080 : 256,32 τ.μ.), β) ισόγειο κτίσμα επιφανείας 270 τ.μ. επί ακαλύπτου χώρου 1.500 τ.μ. που βρίσκεται στο 19° χιλ. της Λεωφ. Πάρνηθος και χρησιμοποιείται ως ταβέρνα, με καταβαλλόμενο από 30-1-2008 μίσθωμα 2.858,44 ευρώ, δηλαδή 10,58 ευρώ ανά τ.μ. (2.858,44 : 270 τ.μ.), γ) κτίσμα ισογείου και 1ου ορόφου επιφανείας 180 τ.μ.

εκάστου με περιβάλλοντα χώρο 6.500 τ.μ. που βρίσκεται στο 16° χιλ. της Λεωφ. Πάρνηθος και χρησιμοποιείται ως ταβέρνα, με καταβαλλόμενο από 1-1-2008 μίσθωμα 4.800 ευρώ, ήτοι 13,33 ευρώ ανά τ.μ. (4.800 : 360 τ.μ.). Από τα ανωτέρω στοιχεία αποδεικνύεται ότι το μίσθωμα που καταβάλλει ο εναγόμενος υπολείπεται κατά πολύ των ακινήτων αυτών που φέρει προς σύγκριση, εφόσον το μηνιαίο μίσθωμα του επιδίκου ακινήτου, επιφανείας 650 τ.μ.

βάσει του από 1-4-2008 μισθωτηρίου ανέρχεται σε 1.522,37 ευρώ, ήτοι 2,34 ευρώ ανά τ.μ. (1.522,37 : 650 τ.μ.). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το από 26-6-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεκμίσθωσης που προσάγει και επικαλείται ο ενάγων - αντεναγόμενος, ο εναγόμενος - αντενάγων έχει υπεκμισθώσει το ένδικο μίσθιο έναντι μηνιαίου μισθώματος 3.228,17 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενου κατά ποσοστό 6% κάθε έτος, ενώ με το από 6-6-2011 μισθωτήριο που προσάγει και επικαλείται ο αντεναγόμενος υπεκμίσθωσε τούτο στον Γ.

Ν. με μηνιαίο μίσθωμα 3.500 ευρώ, δηλαδή 5,38 ευρώ ανά τ.μ. (3.500 : 650 τ.μ.). Εξάλλου, οι επικαλούμενες συνθήκες μείωσης του δείκτη τιμών καταναλωτή, μείωσης του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, της αγοραστικής και μισθωτικής αξίας των ακινήτων δεν συνέτρεχαν κατά το επίδικο και μέχρι την άσκηση της αγωγής (2008) χρονικό διάστημα σε σημείο ώστε να προκαλούν χάσμα μεταξύ της παροχής και αντιπαροχής.

Ούτε επικαλείται ή αποδεικνύει ο αντενάγων περιστατικά που να συνηγορούν στο ότι η επιχείρησή του δεν έχει τα αναμενόμενα από αυτόν αποτελέσματα.

Συνεπώς, το καταβαλλόμενο μίσθωμα των 1.522,37 ευρώ και όχι των 3.999,72 ευρώ που αβάσιμα κατά τα άνω ο αντενάγων ισχυρίζεται, υπολείπεται των λοιπών προς σύγκριση ακινήτων, δεν είναι δυσανάλογο της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου και δεν συντρέχουν οι συνθήκες αναπροσαρμογής του κατ' άρθρο 288 ΑΚ, ήτοι παράβαση των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών και συναλλακτικών ηθών".

Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών, που δέχτηκε, στην ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, αφού δέχεται ότι το μίσθωμα, που καταβάλλεται από τον αντενάγοντα (αναιρεσείοντα) ύψους 1.522,37 ευρώ (και όχι των 3.999,72 ευρώ που αυτός προσδιορίζει υπολογίζοντας και τις δαπάνες ανέγερσης του κτίσματος στο μίσθιο οικόπεδο), δεν είναι δυσανάλογο με την αντικειμενική αξία, δεδομένου ότι αυτό, για τον επίδικο χρόνο από τη συζήτηση της ανταγωγής (13-5-2008), υπολείπεται κατά πολύ της μισθωτικής αξίας των ανωτέρω προς σύγκριση ακινήτων και άρα δεν συντρέχουν οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα συνθήκες μείωσης της μισθωτικής αξίας των ακινήτων της περιοχής, της μείωσης του δείκτη τιμών καταναλωτή και του τιμαρίθμου του κόστους ζωής σε σημείο, ώστε να προκαλούν δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Το αρνητικό αυτό πόρισμα, αν και διατυπώνεται με συνοπτική αιτιολογία, είναι σαφές και χωρίς αντιφάσεις. Δεν δημιουργεί δε ενδοιασμό το αναφερόμενο στην απόφαση, ότι "οι ανωτέρω επικαλούμενες συνθήκες δεν προκαλούν χάσμα μεταξύ παροχής και αντιπαροχής", διότι αναφέρεται προφανώς στη μη ύπαρξη δυσαναλογίας μεταξύ αυτών.

Εξάλλου, η αιτιολογία της απόφασης, με την οποία εκτίθεται, ότι ο αντενάγων "ούτε επικαλείται ή αποδεικνύει περιστατικά που να συνηγορούν στο ότι η επιχείρησή του δεν έχει τα αναμενόμενα απ' αυτόν αποτελέσματα", είναι πλεοναστική και δεν στηρίζει το διατακτικό, αναφέρθηκε δε ως εκ περισσού. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

2. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται κάθε αίτηση που συνιστά ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί εκκρεμοδικία, άρα και κάθε μία από τις σωρευόμενες στο ίδιο δικόγραφο κατά το άρθρο 218 Κ.Πολ.Δ. περισσότερες αιτήσεις.

Εξάλλου, "αδίκαστη" μένει μία αίτηση, όταν το δικαστήριο, καίτοι υπεχρεούτο, παρέλειψε να αποφανθεί επί αυτής, δηλαδή να την δεχθεί ή την απορρίψει. Η ίδρυση έτσι του αναιρετικού αυτού λόγου προϋποθέτει παντελή σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας, τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεώς του, επί αυτοτελούς αιτήσεως του διαδίκου (ΑΠ 1347/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση, ότι άφησε αδίκαστο το αίτημα της ανταγωγής του για καθορισμό του ύψους της ετήσιας σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος σε ποσοστό 3,5%, ίσο προς τη μεταβολή του δείκτη τιμών καταναλωτή.

Από την επισκόπηση του περιεχομένου της ανταγωγής και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων συναρτά το ανωτέρω αίτημα με την παραδοχή δυσαναλογίας της παροχής (μισθίου) και αντιπαροχής (μισθώματος) και με το δείκτη τιμών καταναλωτή. Έτσι, το Εφετείο, εφόσον έκρινε ότι δεν συντρέχει δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την ανταγωγή στο σύνολό της, απέρριψε, συνακόλουθα, σιωπηρά και το ανωτέρω αίτημα.

Συνεπώς, το Εφετείο έλαβε υπόψη το ανωτέρω αίτημα και το απέρριψε κατ' ουσίαν και άρα ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-5-2013 αίτηση του Γ. Τ. για αναίρεση της 2158/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Και Διατάζει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο με αριθμούς 3582097, 3582095, 2738283 σειρά Α' (Δημοσίου) και 041014, 041015, 041016 σειρά Α' (ΤΑΧΔΙΚ).

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2014.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ