Supreme Court allows appeal against appellate court dismissal of damages claim for issuing uncashed cheques.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the appellate court's dismissal of a damages claim based on the illegal issuance of uncashed cheques. The appellant argued that the lower court erred in applying civil liability statutes by failing to recognize the tortious nature of the act. The court held that issuing cheques without funds constitutes a wrongful act causing damage, thereby establishing liability under the relevant civil code provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 914 of the Civil Code; Article 1 of Law 1352/1972: The court establishes that issuing a cheque without available funds constitutes a wrongful act that causes damage, thereby creating a civil liability for compensation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2267 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2267/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΛΕΒΕΝΤΑΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΠΤΗΝΟΤΟΡΦΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΛΕΒΕΝΤΑΚΗΣ ΑΕΒΕ" που εδρεύει στην (ΒΙ.ΠΕ) Ηρακλείου Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φωκά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Μ. ΒΟΣΚΑΚΗ ΕΠΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΖΕΦΥΡΟΣ Ε.Π.Ε" που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα από τη διαχειρίστρια και νόμιμο εκπρόσωπο αυτής ... και 2. ..., Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Σωμαράκη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 226/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 299/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 7-2-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 17-9-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη κατά τα λοιπά της αιτήσεως αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλο παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.
Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1352/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της επιταγής.
Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία όχι μόνο του δημοσίου αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.
Η αξίωση προς αποζημίωση από το άρθρο 914 και επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του Ν. 5960/1933 και απόκειται στον δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει. Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά τον χρόνο της εμφανίσεώς της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν.
Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία ο κομιστής της επιταγής τη μεταβιβάσει σε άλλον λόγω ενεχύρου, οπότε δικαίωμα να εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή έχει ο τελευταίος (ενεχυρούχος δανειστής), ασκώντας ίδιο δικαίωμα εκ του τίτλου (άρθρο 1255 ΑΚ). Αν όμως η επιταγή δεν πληρωθεί και την πληρώσει ο ενεχυράσας οφειλέτης, αποκτώντας εκ νέου τον τίτλο, εκείνος που ζημιώνεται και πάλι από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι ο τελευταίος.
Σημειώνεται ότι το δικαίωμα αναγωγής του (τελευταίου) κομιστή κατά του εκδότη και των προγενεστέρων υπογραφέων της επιταγής, παρέχεται από τις διατάξεις του Ν. 5960/1933 (άρθρο 44), σε οποιοδήποτε υπογραφέα της επιταγής, ο οποίος την πλήρωσε. Ο οπισθογράφος δε, που πλήρωσε την επιταγή, δύναται επιπλέον να διαγράψει την οπισθογράφησή του, καθώς και τις οπισθογραφήσεις των επομένων οπισθογράφων, με συνέπεια να εμφανίζεται και ως τελευταίος κομιστής που στηρίζει το δικαίωμα του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων (άρθρα 19 και 47 παρ. 2 του Ν. 5960/1933).
Αντίθετη άποψη, ότι δηλ. δικαιούχος της αποζημιώσεως από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής αυτής, δεν συνάγεται ούτε από τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, που είχε προστεθεί με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, και κατά την οποία η ποινική δίωξη (για την πράξη της παρ. 1) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε.
Τούτο δε διότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής χρησιμοποιείται στην παραπάνω διάταξη μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Κατά συνέπεια, ως "κομιστής" θεωρείται κατά τη διάταξη αυτή και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής της.
Εξάλλου, η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε ήδη από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006 και ορίζεται πλέον ρητώς ότι δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως έχουν τόσο ο κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όσο και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος εξόφλησε την επιταγή και έγινε κομιστής της. Στην ίδια διάταξη προστέθηκε με το παραπάνω άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, για την άρση κάθε αμφισβήτησης, ότι ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος εξόφλησε την επιταγή, δικαιούται να λάβει αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 επ.).
Τέλος, η άποψη, ότι ο εξ αναγωγής δικαιούχος ή ο ενεχυράσας την επιταγή κομιστής δεν έχουν δικαίωμα αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 914 και επ. του ΑΚ, οδηγεί σε ανεπιεική αποτελέσματα, που δεν συνάγονται από τον σκοπό του νόμου, αφού έτσι ωφείλεται τελικά ο εκδότης, παρότι η δόλια συμπεριφορά του αποτελεί εκτροπή του θεσμού της επιταγής από την κατά νόμο λειτουργία του και συντελεί στη μείωση της αξιοπιστίας της επιταγής ως ex lege οργάνου πληρωμών.
Το ότι οι παραπάνω ζημιωθέντες έχουν δικαίωμα να στραφούν κατά του εκδότη ή των προηγουμένων οπισθογράφων, ασκώντας το προαναφερόμενο δικαίωμα αναγωγής αυτών, δεν οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα, αφού η παρεχόμενη από τις σχετικές διατάξεις προστασία είναι ενδεχόμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποβαίνει αναποτελεσματική.
Επομένως, και υπό την ισχύ της παρ. 5 του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, όπως αυτή είχε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, ο ενεχυράσας την επιταγή οφειλέτης, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε εκ νέου κομιστής αυτής, έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του εκδότη, ως αμέσως ζημιωθείς από την παράνομη και υπαίτια πράξη του τελευταίου σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (Ολ.
ΑΠ 29/2007). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 23-1-2002 αγωγής της ισχυρίζεται ότι η δεύτερη εναγόμενη (και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων), ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειρίστρια της πρώτης εναγόμενης εταιρείας (και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων), εξέδωσε, στο πλαίσιο των ανατεθειμένων σ' αυτή καθηκόντων, στο ..., σε διαταγή της, τις αναφερόμενες στην αγωγή τέσσερις τραπεζικές επιταγές επί της τράπεζας "ΤΗΕ ΒΑΝΚ OF NOVASCOTIA", συνολικού ποσού 7.070.000 δραχμών (20748,34 ευρώ), γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια.
Ότι τις επιταγές αυτές οπισθογράφησε η ίδια (αναιρεσείουσα) και παρέδωσε λόγω ενεχύρου τις τρεις από αυτές στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΕΛΛΑΣ) Α.Ε" και την τέταρτη στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EYROBANK ERGASIAS Α.Ε". Ότι, αν και οι κομίστριες αυτές των επιταγών τις εμφάνισαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα, αυτές δεν πληρώθηκαν, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, με αποτέλεσμα αυτή (ενάγουσα) να αναγκασθεί να τις εξοφλήσει και να τις αναλάβει στη συνέχεια.
Ότι έναντι του ποσού των επιταγών που πλήρωσε η πρώτη των αναιρεσιβλήτων της κατέβαλε 400.000 δρχ. (1173,88) ευρώ, αρνούμενη να καταβάλει το υπόλοιπο. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητες, εις ολόκληρον καθεμιά, να της πληρώσουν το ποσό των 19.574,47 ευρώ, για την αποκατάσταση ισόποσης θετική ζημίας που υπέστη από τη μη πληρωμή των επιταγών και ακόμη να διαταχθεί η προσωπική κράτηση της δεύτερης τούτων (αναιρεσιβλήτων), ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης.
Κατόπιν τούτων, το Εφετείο έκρινε ότι "με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή δεν είναι νόμιμη... και έπρεπε να απορριφθεί για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης, αφού πρόκειται για αγωγή της αναιρεσείουσας, μετέπειτα κομίστριας, κατόπιν της από αυτήν εξοφλήσεως των επιταγών, που δεν πληρώθηκαν στο νόμιμο κομιστή τους κατά την εμφάνιση για πληρωμή, στηριζόμενη μόνο στην αδικοπραξία και διώκουσα την αποζημίωση της για τη ζημία πού η ίδια υπέστη από την αιτία αυτή..." Ακολούθως δε, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα, απέρριψε την αγωγή.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 ΑΚ, 19, 44, 79 του ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, και υπέπεσε ως εκ τούτου στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., κατά τον βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, παρελκούσης της εξετάσεως του δεύτερου λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πο.Δικ., η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει.
Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 299/2005 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση γιά περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ