Legislator Case Law & Legislation
2266/2014 AI generated

Supreme Court annuls lower court judgment and orders restitution of executed payments due to insufficient legal reasoning.

Case Number 2266/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court's judgment due to insufficient legal reasoning regarding the application of substantive law. The appellant had voluntarily executed the judgment by paying over 160,000 euros to the respondent. Consequently, the court ordered the restitution of these funds and awarded legal costs to the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 579(2) of the Code of Civil Procedure; A cassation ground for lack of legal basis exists when the factual circumstances constituting the substantive rule are not clearly stated in the reasoning, making review impossible, and when the judgment has contradictory or incomplete legal characterization of accepted facts.

Keywords

AI generated
cassation appeal insufficient reasoning restitution of funds substantive law application legal costs award execution of judgment retrial procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 579(2) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2266 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2266/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "NP INSURANCE - ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΑΕΑΕ", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Λαγού.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Μήτση, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 22-10-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης και συνεκδικάστηκε με την από 12-3-2009 αγωγή του Π. Φ. του Β., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 14-5-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "INTERLIFE ΑΑΕΓΑ", που επίσης δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2010 μη οριστική και 26/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 24/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-4-2014 αίτησή της, με τις δε από 24-9-2014 προτάσεις της ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Χυτήρογλου διάβασε την από 15-10-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δεύτερου (εκ των αρ. 1, 19 και 11γ του άρθ. 559 ΚΠολΔ) λόγων αναιρέσεως της με αύξοντα αριθμό εκθ. καταθ. 21/2014 αιτήσεως αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 24/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων και την απόρριψη των λοιπών (εκ των αριθμών 8, 9, 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ). Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθ. 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίο εφαρμόστηκε (υπαγωγικώς συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του ιδίου, έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση έγιναν ανελέγκτως δεκτά, τα εξής: "...Την 12-8-2007 και περί ώρα 06:55 π.μ. ο πρώτος εναγόμενος - ενάγων Π. Φ. οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλ. ... Δ.Χ.Ε. ταξί, τύπου MERCEDES 1999, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων, αστική ευθύνη, στην δεύτερη εναγομένη της από 10-7-2009 αγωγής ασφαλιστική εταιρία εκινείτο επί της Λεωφόρου Ειρήνης της Πρέβεζας, με κατεύθυνση από το "Φόρο" προς Ο.Τ.Ε.

Την ίδια ώρα, ο ενάγων της αυτής ως άνω αγωγής, Χ. Γ., οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας της εναγομένης στην από 14-5-2009 αγωγή Α. Γ., μητέρας του, προστηθείς στην οδήγηση της εν λόγω μοτοσικλέτας απ' αυτήν και η οποία ήταν ασφαλισμένη για τις προς τρίτους ζημίες στην εναγομένη στην από 12-3-2009 αγωγή ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "INTERLIFE Ασφαλιστική Α.Ε.Γ.Α." εκινείτο επί της ιδίας οδού με αντίθετη προς το ως άνω αυτοκίνητο κατεύθυνση ήτοι από ΟΤΕ προς τον κόμβο του "Φόρου".

Όταν το οδηγούμενο από τον ανωτέρω Π. Φ. όχημα έφτασε πλησίον της συμβολής της ως άνω οδού Λεωφόρου Ειρήνης με την δημοτική οδό Χρήστου Κ. και συγκεκριμένα μπροστά του ΟΑ49 της Λεωφόρου Ειρήνης, όπου αυτή έχει πλάτος 7,30 μέτρα, αποτελείται από μία ανά κατεύθυνση λωρίδα κυκλοφορίας, οι οποίες διαχωρίζονται μεταξύ τους από διπλή συνεχή γραμμή, που διακόπτεται στην ως άνω διασταύρωση και είναι ευθεία, ο οδηγός αυτού εκτράπηκε της πορείας του και εισήλθε αιφνιδίως στο ρεύμα πορείας που προοριζόταν για την αντίθετη, προς την κατεύθυνσή του, κυκλοφορία, όπου εκινείτο κανονικά η οδηγούμενη από τον ως άνω Χ.

Γ. δίκυκλη μοτοσικλέτα και επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του στο πλάγιο αριστερό τμήμα της δίκυκλης μοτοσικλέτας κτυπώντας τον Χ. Γ. στο αριστερό του πόδι. Μάλιστα δε λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης το πόδι του Χ. Γ. συνεθλίβη και εν συνεχεία αποκόπηκε τελείως από το υπόλοιπο σώμα, ενώ ο ίδιος εκτινάχθηκε προς τα εμπρός και κατέπεσε αιμόφυρτος στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του κοντά στη διασταύρωση της Λεωφόρου Ειρήνης με τη δημοτική οδό Χρήστου Κ..

Υπό τα περιστατικά αυτά η παραπάνω σύγκρουση οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου - ενάγοντος Π. Φ., οδηγού του ταξί, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός, έχοντας αναπτύξει υπερβολική για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα, το ακριβές ύψος της οποίας δεν διαπιστώθηκε, η οποία όμως οπωσδήποτε υπερέβαινε και μάλιστα κατά πολύ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλ.

την ώρα, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση με αποτέλεσμα να ξεφύγει από την πορεία του, να παραβιάσει τη διπλή διαχωριστική γραμμή και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας παραβαίνοντας τα άρθρα 12 παρ. 1, 16 παρ. 1 και 4, 18 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 20 παρ. 1 Ν. 2696/ 1999 (ΚΟΚ).

Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκαν στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε υπαιτιότητα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας Χ. Γ., ο οποίος εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του, αλλά λόγω της αιφνίδιας εισόδου σ' αυτό του Δ.Χ. αυτοκινήτου ταξί δεν είχε τον αναγκαίο χρόνο να αντιδράσει. Βέβαια, ο οδηγός του μοτοποδηλάτου βρέθηκε να οδηγεί υπό την επήρεια αλκοόλ κατά ποσοστό 2,11 g, πλην δεν αποδείχθηκαν άλλα περιστατικά πλημμελούς οδικής συμπεριφοράς του, ιδίως ότι αυτός, (ο Χ.

Γ.), οδηγούσε με μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα και ότι εισήλθε στο ρεύμα πορείας του ΔΧΕ ταξί. Αλλά και το γεγονός ότι αυτός στερούνταν άδειας ικανότητας οδηγού δεν συνδέεται αιτιωδώς με τον τρόπο που η σύγκρουση έλαβε χώρα, διότι, λόγω της αιφνίδιας εισόδου του ζημιογόνου αυτοκινήτου ο Χ. Γ. δεν είχε τη δυνατότητα να αντιδράσει.

Τα σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος πραγματικά περιστατικά που προαναφέρθηκαν προκύπτουν κυρίως από τα εξής στοιχεία: 1) Από το σχεδιάγραμμα και την έκθεση αυτοψίας που συνέταξαν αμέσως μετά το ατύχημα η Τροχαία Πρέβεζας, ύστερα από επιτόπια έρευνα. Συγκεκριμένα στο σχεδιάγραμμα αυτό, στο οποίο σημειωτέον δεν προσδιορίζεται το πιθανό σημείο συγκρούσεως των δύο οχημάτων σημειώνονται ως ανευρεθέντα από τον συντάκτη του θραύσματα μοτοσικλέτας εντός του προς "Φόρο" ρεύματος κυκλοφορίας της οδού Λεωφόρου Ειρήνης, στο οποίο κινούνταν ο Χ.

Γ., καθώς επίσης και λίμνη αίματος εντός του ιδίου ρεύματος κυκλοφορίας εντελώς δεξιά, ως προς την προαναφερθείσα κατεύθυνση του Χ. Γ.. Το συγκρουσθέν τμήμα του αυτοκινήτου ταξί είναι το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα και της δίκυκλης μοτοσικλέτας το πλάγιο αριστερό τμήμα της και 2) Από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος στην από 10-7-2009 αγωγή Β.

Μ. που δόθηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Ο μάρτυρας αυτός, που βρέθηκε λίγα μόλις λεπτά μετά τη σύγκρουση βεβαιώνει ότι το Δ.Χ.E αυτοκίνητο ταξί ξέφυγε ξαφνικά από την πορεία του, μπήκε στο αντίθετο ρεύμα του δρόμου και συγκρούσθηκε με την δίκυκλη μοτοσικλέτα του Χ. Γ.. Τα παραπάνω τεκμηριωμένα στοιχεία, που θεμελιώνουν την υπαιτιότητα του οδηγού του ταξί δεν μπόρεσαν να κλονίσουν οι εναγόμενοι στην από 10-7-2009 αγωγή.

Ο ισχυρισμός τους ότι το ατύχημα έλαβε χώρα στο ρεύμα πορείας προς Ο.Τ.Ε., όπου εκινείτο ο πρώτος εναγόμενος στην πιο πάνω αγωγή Π. Φ. δεν είναι σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ακριβώς. Στηρίζονται προς τούτο στο ότι στην έκθεση αυτοψίας αναγράφεται, αλλά και στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα αποτυπώνεται ότι η μοτοσικλέτα παρεξέκλεινε της πορείας της και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.

Όμως τα ανωτέρω αντικρούονται με ασφαλές στοιχείο, δηλαδή τα ευρήματα στο οδόστρωμα (θραύσματα μοτοσικλέτας, λίμνη αίματος, τελική θέση των οχημάτων). Με βάση τα ανωτέρω ενισχύεται η αλήθεια της κατάθεσης του μάρτυρα του ενάγοντα στην από 10-7-2009 αγωγή, Β. Μ., ενώ αντικρούεται η προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Α.

Σ. και αυτή του πρώτου εναγομένου στην ίδια αγωγή Π. Φ.". Και υπό τις παραδοχές αυτές, έκρινε ως απορριπτέα, κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης - νυν αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο ομοίως είχε αποφανθεί ως προς την ύπαρξη αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού, του ασφαλισμένου στην εναγόμενη - νυν αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου, για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος.

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ελλειπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις των άρθ. 914 ΑΚ και άρθ. 10 του ν.

ΓΠΝ/1911. Ειδικότερα, δεν διευκρινίζεται μετά το ατύχημα, από την διασταύρωση της Λεωφόρου Ειρήνης με την Χ. Κ., ποιά η πορεία της μοτοσικλέτας μετά την σύγκρουση, ήτοι αν ανατράπηκε στο σημείο που συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο ή διήνυσε κάποια μέτρα πριν ανατραπεί και ποια ήταν η τελική θέση αυτής. Ομοίως, δεν διευκρινίζεται η πορεία του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος μετά την σύγκρουση και η τελική θέση του προκειμένου να διαπιστωθεί ότι αληθώς το σημείο σύγκρουσης είναι στο σημείο που το τοποθετεί η προσβαλλομένη απόφαση.

Επίσης, αν και γίνεται δεκτό στην απόφαση, ότι στην έκθεση αυτοψίας περιέχεται και στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα αποτυπώνεται ότι η μοτοσικλέτα παρέκλινε της πορείας της και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, καταλήγει στο αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, ότι το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων ήταν στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας, κυρίως εκ του γεγονότος ότι σ' αυτό βρέθηκαν θραύσματα και κηλίδες αίματος, χωρίς, όμως, να διευκρινίζεται αν τα θραύσματα και οι κηλίδες αίματος προήλθαν κατά ή μετά την σύγκρουση και την κατάληξη της μοτοσικλέτας στην θέση αυτή όπου, σύμφωνα, επίσης, με τις παραδοχές της απόφασης, εκτινάχθηκε και κατέπεσε αιμόφυρτος ο οδηγός της μοτοσικλέτας (στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του), ενώ, δεν προσδιορίζεται και η ταχύτητα, έστω και κατά προσέγγιση, με την οποία εκινείτο ο οδηγός του αυτοκινήτου, παρά το ότι κατά την βασική παραδοχή της απόφασης η υπερβολική ταχύτητα ήταν η αιτία που ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου απώλεσε τον έλεγχο κίνησής του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, αρκούμενη, μόνο, στην παραδοχή ότι ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη του ορίου των 50 χλμ.

ανά ώρα το οποίο, όμως, δεν είναι, βεβαίως, επαρκές στοιχείο για τον καθορισμό της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος. Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ.

κρίνονται βάσιμα. Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολο της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των διατυπουμένων δι' αυτής λοιπών λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι αφορούν το ίδιο ως άνω ζήτημα. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), και καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθ. 183 Κ.Πολ.Δ.), η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, όπως στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή των παραβόλων που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (062923, 062924 και 062925 παράβολα του ΤΑΧΔΙΚ και τα 1643862, 1643863 και 1643864 παράβολα του Δημοσίου, συνολικά 300 ευρώ).

II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με σωρευόμενη. (στις κατατεθείσες στο δικαστήριο έγγραφες προτάσεις της ήδη από τις 26-9-2014), αίτηση, ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην, προ της εκτέλεσης της αναιρούμενης απόφασης κατάσταση, ώστε να επιστραφούν σ' αυτήν τα ποσά που κατέβαλε την 11-4-2014 και την 17-4-2014 σε εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης στον αναιρεσίβλητο για κεφάλαιο και δικαστικά έξοδα μετά την έκδοση της από 14-4-2014 προσωρινής διαταγής του Προεδρεύοντα του Αρείου Πάγου με την οποία ανεστάλη η εκτέλεση της 24/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων για το κεφάλαιο το πέραν των 160.000 ευρώ ποσού που επιδικάστηκε με αυτήν.

Με το ιστορικό αυτό και το αντίστοιχο αίτημά της η κρινόμενη αίτηση επαναφοράς που συνδικάζεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και νόμιμη, αλλά και βάσιμη στην ουσία της, όπως αυτό προκύπτει από την προαναφερθείσα αναιρετική κρίση, την αναιρεθείσα απόφαση και τα προσκομιζόμενα φωτοαντίγραφα των εξοφλητικών αποδείξεων.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατέβαλε την 11-4-2014 στον αναιρεσίβλητο, ποσό 16.000 ευρώ για δικαστική δαπάνη και έξοδα και την 17-4-2014 ποσό 160.000 ευρώ για μέρος του επιδικασθέντος κεφαλαίου. Η καταβολή των άνω ποσών στον αναιρεσίβλητο αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες εξοφλητικές αποδείξεις, υπογραφόμενες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Οικονόμου.

Τα πιο πάνω ποσά θα επιστραφούν στην αναιρεσείουσα από τον αναιρεσίβλητο με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ αριθ. 24/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Δέχεται το αίτημα της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το συνολικό ποσό των εκατόν εβδομήντα εξ χιλιάδων (176.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση.

Διατάσσει την απόδοση στην καταθέσασα των στο σκεπτικό παραβόλων, που κατατέθηκαν κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2014.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ