Legislator Case Law & Legislation
2266/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment rejecting unjust enrichment claim in commercial dispute.

Case Number 2266/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Alpha Bank's appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment of 3553/2010. The lower court rejected the bank's claim for unjust enrichment, finding the plaintiff's request legally unfounded. The court held that the appellant lacked legal interest in challenging the dismissal of the primary tort claim and the procedural conversion of requests was properly handled by the defendant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment dismissing a claim for unjust enrichment is inadmissible if the appellant lacks legal interest and the lower court correctly applied procedural rules regarding the conversion of claims.

Keywords

AI generated
unjust enrichment claim final judgment appeal legal interest requirement procedural conversion dismissal of appeal commercial dispute tort claim rejection

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2266 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2266/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "AΛΦΑ BANK", που έχει έδρα στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία " …", που εδρεύει στην …και βρίσκεται σε εκκαθάριση, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές αυτής Ε. Χ. και Χ. Χ., ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαρτίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1857/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2851/2004 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 16/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εν μέρει την απόφαση του Εφετείου (2851/2004) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3553/2010 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί ήδη η αναιρεσείουσα με την 28 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 22 Φεβρουαρίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση λόγω συνταξιοδοτήσεως Αρεοπαγίτη Δημητρίου Τίγγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 3553/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία ύστερα από την υπ' αριθ. 16/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 2851/2004 απόφαση του ίδιου Εφετείου κατά το μέρος που η απόφαση αυτή, αφού δέχθηκε την από 19.4.2003 έφεση και τους από 30.10.2003 πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας και εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 1857/2003 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε την ένδικη από 20.3.2001 αγωγή της αναιρεσίβλητης ως μη νόμιμη κατά την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Με την ίδια εφετειακή απόφαση, η οποία κατά τα λοιπά κατέστη αμετάκλητη, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της από την αδικοπραξία, κατά την οποία είχε γίνει δεκτή με την πρωτόδικη απόφαση και είχε αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει νομιμοτόκως στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 161.736 ευρώ ως αποζημίωση για την υλική ζημία και ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που της προκάλεσε με την παράνομη από μέρους της είσπραξη της εγγυητικής επιστολής, την οποία με εντολή της αναιρεσίβλητης εξέδωσε η ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ υπέρ της ομόρρυθμης εταιρείας ATTRACT TRAVEL προς ασφάλεια απαίτησής κατά της αναιρεσίβλητης, η οποία όμως τελικώς δεν υπήρξε, όπως σαφώς γνώριζε η αναιρεσείουσα ως εκδοχέας της εγγυητικής επιστολής.

Ήδη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή κατά την ως άνω επικουρική βάση της, η οποία πρωτόδικα είχε μείνει αδίκαστη, και αναγνωρίστηκε ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλει νομιμοτόκως στην αναιρεσίβλητη 146.736 ευρώ, δηλαδή το ισόποσο της εγγυητικής επιστολής, κατά το οποίο έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της αντιδίκου της.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).

2. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, όχι όμως και όταν ο διάδικος εσφαλμένα δεν δικάσθηκε ερήμην, αλλά κατ' αντιμωλία, ή όταν η παράνομη ερημοδικία αφορά συζήτηση της υπόθεσης, σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, προηγούμενη εκείνης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Έτσι δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, αλλά αυτός από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν ο εφεσίβλητος που ερημοδικεί δικασθεί εσφαλμένα κατ' αντιμωλία, ενώ αν ερημοδικεί ο εκκαλών και δικασθεί εσφαλμένα κατ' αντιμωλία, με συνέπεια, αντί να απορριφθεί η έφεσή του, να γίνει αυτή δεκτή στην ουσία ως προς κάποιο από τους λόγους της, ιδρύεται λόγος αναίρεσης τόσο από τον αριθμό 14 όσο και από τον αριθμό 8α του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού παρά το νόμο το Εφετείο έλαβε στην περίπτωση αυτή υπόψη πράγματα που τελικώς δεν προτάθηκαν, δηλαδή τους λόγους της έφεσης που εμποδιζόταν εξ αιτίας της ερημοδικίας του εκκαλούντος να εξετάσει.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, κατ' εκτίμηση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο (άρθρ. 67§1 ΚΠολΔ) δεν ανέβαλε τη συζήτηση της ένδικης έφεσής της κατά τη δικάσιμο της 7.1.2010, προκειμένου η αναιρεσίβλητη να εκπροσωπηθεί νόμιμα από τους εκκαθαριστές της, αφού ήδη από το έτος 2007, όπως εκ των υστέρων πληροφορήθηκε η αναιρεσείουσα, είχε τεθεί σε εκκαθάριση, αλλά εσφαλμένα το Εφετείο θεώρησε ότι αυτή παρίστατο τότε νόμιμα χωρίς τους εκκαθαριστές της και συζήτησε έτσι την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων, ενώ έπρεπε να τη συζητήσει ερήμην της αναιρεσίβλητης.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό και με τις από 7.1.2010 έγγραφες προτάσεις της αναιρεσίβλητης στο Εφετείο, προκύπτει ότι αυτή παρέστη στη συζήτηση της ένδικης έφεσης κατά τη δικάσιμο της 7.1.2010 νόμιμα εκπροσωπούμενη, δηλαδή όπως νόμιμα τότε κατά τα άρθρ. 72, 74 ΑΚ και 49§7 του κ.ν.2190/1920 εκπροσωπείτο από τους εκκαθαριστές της, αφού με απόφαση της από 31.5.2007 έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της, που καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης και δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθ. 6759/2.7.2007 ΦΕΚ, Τεύχος Α.Ε.

και Ε.Π.Ε., είχε τεθεί ήδη σε εκκαθάριση και οι εκκαθαριστές της ήταν πλέον αυτοδικαίως οι νόμιμοι εκπρόσωποί της, με τους οποίους παραδεκτά συνεπώς κατά τα άρθρ. 64§2 ΚΠολΔ παρέστη στο Εφετείο. Το γεγονός εξ άλλου ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται ρητά ότι η αναιρεσίβλητη παρέστη στη συζήτηση της ένδικης έφεσης κατά την ως άνω δικάσιμο εκπροσωπούμενη από τους εκκαθαριστές της, δεν σημαίνει αναγκαίως, όπως η αναιρεσείουσα υπολαμβάνει, ότι παρέστη στη συζήτηση αυτή εκπροσωπούμενη από τρίτα σε σχέση με τους εκκαθαριστές της πρόσωπα.

Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.

3. Από τη διάταξη του άρθρ. 904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβάρυνσης, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.

Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου, όπως επί αποσβεστικής προθεσμίας ή παραγραφής, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια μ' αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Επομένως η παροχή που γίνεται για την εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση, δεν γίνεται αναίτια, ώστε να μπορεί να αναζητηθεί κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η σύμβαση αποτελεί κατά το άρθρ. 361 του ΑΚ νόμιμη αιτία και μπορεί, λοιπόν, κάθε συμβαλλόμενος, εφόσον αυτή είναι ισχυρή, να ασκήσει τα δικαιώματά του απ' αυτή.

Αξίωση έτσι κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προς αναζήτηση της παροχής που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης μπορεί να ασκηθεί μόνον αν η σύμβαση είναι ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο, όπως στην περίπτωση λύσης της σύμβασης λόγω υπαναχώρησης ή πλήρωσης διαλυτικής αίρεσης ή κατά το άρθρ. 388 του ΑΚ, και πρέπει τα σχετικά περιστατικά, που συνεπάγονται το ανίσχυρο ή την ανατροπή της σύμβασης και συνιστούν τη βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να τα επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, σύμφωνα με το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, αλλιώς η αγωγή είναι αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 23/2003?ΑΠ390/2011).

Αντίστοιχα και η ύπαρξη αξίωσης αποζημίωσης από αδικοπραξία, εφόσον θεωρηθεί ως αντάλλαγμα ισάξιο προς τον πλουτισμό του υπαίτιου της αδικοπραξίας, αποκλείει τη θεμελίωση εναντίον του αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (πρβλ. ΑΠ 16/2008). Κατά την έκφραση του νόμου δικαιούχος της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι αυτός από την περιουσία του οποίου ή με ζημία του επήλθε ο πλουτισμός σε άλλον χωρίς νόμιμη αιτία.

Συνήθως τα δυο κριτήρια συμπίπτουν και μάλιστα στο ίδιο πρόσωπο, αρκεί όμως να συντρέχει και οποιοδήποτε απ' αυτά, αδιάφορο ποιό από τα δυο, για τη θεμελίωση αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ωστόσο αν συντρέχουν και τα δυο κριτήρια, αλλά σε διαφορετικά πρόσωπα, δεν έχουν αντίστοιχες αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό τα διαφορετικά πρόσωπα, αφού μια τέτοια παραδοχή θα επιβάρυνε αδικαιολόγητα το λήπτη του πλουτισμού να τον αποδώσει διπλό, αλλά μια μόνο αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γεννιέται και στην περίπτωση αυτή στο πρόσωπο αυτού που πράγματι ζημιώθηκε.

Κρίσιμο δηλαδή κριτήριο για τον προσδιορισμό του δικαιούχου της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι το ουσιαστικό κριτήριο της ζημίας, αφού αυτό, συγκρινόμενο με το τυπικό κριτήριο της προέλευσης του πλουτισμού, ανταποκρίνεται καλλίτερα στο σκοπό του νόμου, που επιβάλλει το αδικαιολόγητο όφελος να αποδοθεί σ' αυτόν που πράγματι πλήγηκε (ΑΠ 1351/2011).

Ενδέχεται στη σχέση δότη και λήπτη του πλουτισμού να παρεμβάλλεται και τρίτο πρόσωπο, οπότε δημιουργείται τριμερής σχέση μεταξύ του τρίτου, του δότη και του λήπτη του πλουτισμού, αναλυόμενη συνήθως σε δυο μερικότερες σχέσεις, δηλαδή τη σχέση του τρίτου προς το δότη του πλουτισμού (σχέση κάλυψης) και αυτή του τρίτου προς το λήπτη του πλουτισμού (σχέση αξίας).

Σε μια τέτοια περίπτωση πραγματικά ζημιούμενος και συνεπώς δικαιούχος της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό μπορεί να είναι ο τρίτος, όπως συμβαίνει όταν ο δότης του πλουτισμού, με υπόδειξη του τρίτου και προκειμένου να αποσβέσει χρέος του τρίτου προς το λήπτη του πλουτισμού, που όμως στην πραγματικότητα δεν οφείλεται, κατέβαλε σ' αυτόν το ισόποσο του υποτιθέμενου χρέους, το οποίο ακολούθως υποχρεούται να αποδώσει ο τρίτος στο δότη του πλουτισμού, δηλαδή στην περίπτωση αυτή η μεν σχέση κάλυψης είναι ισχυρή, πάσχει όμως η σχέση αξίας.

Έτσι και στην περίπτωση της έκδοσης εγγυητικής επιστολής από τράπεζα ύστερα από εντολή πελάτη της για την κάλυψη χρέους του προς το λήπτη της επιστολής, που όμως είναι ανύπαρκτο, ο λήπτης της εγγυητικής επιστολής γίνεται με την είσπραξή της αδικαιολόγητα πλουσιότερος με ζημία όχι της τράπεζας (δότριας του πλουτισμού), αλλά του πελάτη της τράπεζας, αφού με χρέωσή του έγινε από την τράπεζα η εξόφληση της εγγυητικής επιστολής και προς αυτόν επομένως ως τρίτο υποχρεούται ο λήπτης της εγγυητικής επιστολής να αποδώσει τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του.

Κατά την ίδια έννοια ενδέχεται στην όλη σχέση να παρεμβάλλονται και άλλα πρόσωπα, οπότε ανάλογα μπορεί να μεταβάλλεται το πρόσωπο αυτού που τελικά αδικαιολόγητα πλούτισε. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση που ο αρχικός λήπτης της εγγυητικής επιστολή, παρόλο που αυτή ασφαλίζει ανύπαρκτη στην πραγματικότητα απαίτησή του έναντι εκείνου που ζήτησε την έκδοσή της, την εκχωρεί σε δικό του δανειστή για την κάλυψη αντίστοιχου χρέους του, αφού τότε η είσπραξη από αυτόν (εκδοχέα) της εγγυητικής επιστολής δεν τον κάνει αδικαιολόγητα πλουσιότερο, εφόσον με το ποσό της εγγυητικής επιστολής ικανοποιεί ισόποση απαίτησή του κατά του αρχικού λήπτη αυτής, υποβαλλόμενος έτσι σε αντίστοιχη με την απόσβεση της απαίτησής του οικονομική θυσία, αλλά αδικαιολόγητα πλουσιότερος είναι τελικά ο αρχικός λήπτης της επιστολής, ο οποίος με την εκχώρησή της εξόφλησε χρέος του προς άλλον, χωρίς ο ίδιος να είναι στην πραγματικότητα δανειστής εκείνου που με εντολή του εκδόθηκε η εγγυητική επιστολή.

Υπό την έννοια αυτή το όφελος από την περιουσιακή μετακίνηση καταλήγει σ' αυτόν και ο πλουτισμός του θεωρείται άμεσος (πρβλ. ΑΠ 898/2003? 1239/2005). Εξ άλλου κατά το άρθρ. 580§4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.

Συνεπώς είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, εφόσον επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, είναι δε κατά το άρθρ. 562§1 ΚΠολΔ απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με το λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε με την αναιρετική.

Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων ως νομικά ζητήματα νοούνται όχι μόνο τα αναγόμενα στο ουσιαστικό δίκαιο, αλλά και αυτά που ανάγονται στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 66/2004? 137/2004? 480/2004? 698/2012), καλύπτεται δε από τη δεσμευτικότητα της αναιρετικής απόφασης και ο νομικός απ' αυτή χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης (ΑΠ 479/2010).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι σ' αυτή εκτίθεται ότι παρόλο που δεν επήλθε η αιτία για την οποία με εντολή της αναιρεσίβλητης η ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ εξέδωσε υπέρ της ομόρρυθμης εταιρείας με το διακριτικό τίτλο ATTRACT TRAVEL και σε πρώτη αυτής ζήτηση την υπ' αριθ. .../3.9.1999 εγγυητική επιστολή ποσού 50.000.000 δραχμών και ισχύος μέχρι τις 30.5.2000, εντούτοις η αναιρεσείουσα, στην οποία η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία εκχώρησε και παρέδωσε στις 10.9.1999 την εγγυητική αυτή επιστολή προς ασφάλεια των κατ' αυτής απαιτήσεων της αναιρεσείουσας από τη μεταξύ τους σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, ζήτησε την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής και εισέπραξε στις 2.6.2000 το ποσό της, ζημιώνοντας έτσι υπαίτια και κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη την αναιρεσίβλητη, αφού γνώριζε τόσο ότι η αρχική λήπτρια της εγγυητικής επιστολής δεν είχε δικαίωμα εκχώρησής της όσο και ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε παραβεί τις υποχρεώσεις της προς αυτή (αρχική λήπτρια) από τη μεταξύ τους σύμβαση προμήθειας (κράτησης) αεροπορικών θέσεων, που ασφάλιζε η εγγυητική επιστολή, ώστε να δικαιολογείται η κατάπτωσή της.

Με βάση το ιστορικό αυτό η αναιρεσίβλητη, περιορίζοντας με τις πρωτόδικες προτάσεις της την ένδικη αγωγή της από καταψηφιστική σε απλή αναγνωριστική, ζήτησε, κατά μεν την κύρια βάση της αγωγής της, να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα, που αδικοπράκτησε σε βάρος της και τη ζημίωσε κατά το ποσό της εγγυητικής επιστολής, το οποίο αυτή υποχρεούται να αποδώσει στην εκδότρια της εγγυητικής επιστολής τράπεζα, οφείλει να καταβάλει απευθείας στην τράπεζα αυτή νομιμοτόκως, αλλιώς στην ίδια, αποζημίωση ίση με το ποσό της εγγυητικής επιστολής, καθώς και χρηματική σ' αυτή ικανοποίηση 100.000.000 δραχμών λόγω της ηθικής βλάβης που επίσης υπαίτια της προκάλεσε, ενώ επικουρικά ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα της οφείλει το ποσό της εγγυητικής επιστολής νομιμοτόκως κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι η αντίδικός της με την είσπραξη της εγγυητικής επιστολής για ανύπαρκτη κατ' αυτής απαίτησή της έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της.

Με την υπ' αριθ. 16/2008 προηγούμενη απόφαση του Αρείου Πάγου η επικουρική βάση της ένδικης αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία έμεινε αδίκαστη από την πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε κατ' έφεση από την υπ' αριθ. 2851/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως μη νόμιμη, με τη σκέψη ότι στηρίζεται στα ίδια περιστατικά στα οποία στηρίζεται και η κύρια αγωγική βάση, κρίθηκε ότι είναι παραδεκτή και νόμιμη, αφού στηρίζεται σε διαφορετικά εν μέρει περιστατικά από αυτά της κύριας αγωγικής βάσης και ειδικότερα δεν απαιτείται για τη θεμελίωση αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό το στοιχείο της υπαιτιότητας αυτού που αδικαιολόγητα πλούτισε, το οποίο αντίθετα είναι αναγκαίο στοιχείο για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης του.

Επομένως το Εφετείο, στο οποίο η υπόθεση επανήλθε προκειμένου να ερευνηθεί η επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, ως προς την οποία αναιρέθηκε η παραπάνω απόφασή του, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, κρίνοντας με την προσβαλλόμενη ήδη απόφασή του νόμιμη την επικουρική αγωγική βάση, ως προς την οποία δέχθηκε και κατ' ουσία την αγωγή, αφού η βάση αυτή στηρίζεται πράγματι σε διαφορετικά εν μέρει περιστατικά από αυτά της κύριας αγωγικής βάσης, όπως δεσμευτικά σε κάθε περίπτωση έκρινε για το νομικό αυτό ζήτημα ο Άρειος Πάγος με την ως άνω απόφασή του.

Η απόφαση αυτή του Αρείου Πάγου καλύπτει και το ειδικότερο ζήτημα της αμεσότητας του πλουτισμού, τον οποίο αδικαιολόγητα και με ζημία τελικά της αναιρεσίβλητης προσπορίστηκε η αναιρεσείουσα με την είσπραξη από αυτή της εγγυητικής επιστολής, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, αλλά και κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης η μεν αναιρεσίβλητη οφείλει να αποδώσει το ποσό της εγγυητικής επιστολής στην εκδότρια αυτής ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, η δε αναιρεσείουσα δεν έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτε η αναιρεσίβλητη άλλωστε το επικαλέστηκε, ότι υποβλήθηκε για την απόκτηση της εγγυητικής επιστολής σε ανάλογη οικονομική θυσία, που θα συνιστούσε, κατά τις προηγούμενες νομικές σκέψεις, η πίστωση της αρχικής λήπτριας της εγγυητικής επιστολής ομόρρυθμης εταιρείας ATTRACT TRAVEL με το ποσό της εγγυητικής επιστολής σε εξόφληση αντίστοιχης κατ' αυτής απαίτησης της αναιρεσείουσας από τη λειτουργία του μεταξύ τους αλληλόχρεου λογαριασμού.

Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τους πρώτο και πέμπτο κατά το πρώτο μέρος του λόγους της αίτησης αναίρεσης και πρέπει να απορριφθούν αντίστοιχα οι λόγοι αυτοί, οι οποίοι εκτιμώνται ορθά ως λόγοι από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και όχι και από τους αριθμούς 8 και 9 του ίδιου άρθρου, που επικαλείται με τον πρώτο ειδικότερα αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα. 4.

Με την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση έγινε δεκτό ότι αναιρεσείουσα, η οποία χωρίς νόμιμη αιτία εισέπραξε την εγγυητική επιστολή που με εντολή της αναιρεσίβλητης εκδόθηκε στις 3.9.1999 από την ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ υπέρ της ομόρρυθμης εταιρείας με το διακριτικό τίτλο ATTRACT TRAVEL, δεν γνώριζε κατά την είσπραξη της επιστολής, στις 2.6.2000, ότι δεν υπήρχε νόμιμη αιτία για την είσπραξή της, δηλαδή ότι αυτή ήταν αχρεώστη, γι' αυτό και αναγνωρίστηκε από το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ισόποσο της εγγυητικής επιστολής, κατά το οποίο έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της αντιδίκου της, δηλαδή 146.736 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης σ' αυτή αντιγράφου της ένδικης αγωγής και όχι από το χρόνο της είσπραξής της, όπως με την αγωγή ζητήθηκε, αφού η έλλειψη γνώσης της αναιρεσείουσας ως προς την ανυπαρξία αιτίας, που να δικαιολογεί την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, αποκλείει την αυξημένη ευθύνη της κατά το άρθρ. 911 ΑΚ.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι αναγνώρισε επί του ως άνω ποσού της εγγυητικής επιστολής οφειλή τόκων από την επόμενη ημέρα της επίδοσης στην αναιρεσείουσα αντιγράφου της ένδικης αγωγής, μολονότι δεν υπήρξε αντίστοιχο αίτημα της αναιρεσίβλητης, αλλά αίτημα για αναγνώριση τόκων αποκλειστικά από 2.6.2000, το οποίο και απορρίφθηκε.

Όμως στο αίτημα της αγωγής για επιδίκαση τόκων από 2.6.2000 εμπεριέχεται σιωπηρά, για την περίπτωση απόρριψης του αιτήματος αυτού, και το επικουρικό αίτημα για επιδίκαση τόκων από το μεταγενέστερο χρόνο της επίδοσης αντιγράφου της στην αναιρεσείουσα, αφού το κύριο αίτημα που αφορά σε μεγαλύτερο διάστημα τοκοφορίας καλύπτει και το αίτημα τοκοφορίας για μέρος του ίδιου διαστήματος στο οποίο αντιστοιχεί και μικρότερο ποσό τόκων.

Συνεπώς ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, που εκτιμάται ως λόγος μόνον από τον αριθμό 9α του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξ άλλου με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο η απόφαση αυτή δεν θεώρησε απαράδεκτη την μετατροπή όλων των αγωγικών αιτημάτων από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, αφού η μετατροπή αυτή, που συνιστά περιορισμό των αγωγικών αιτημάτων και έγινε με τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης, έπρεπε, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, να γίνει, κατά τα άρθρ. 295§1(β) και 297 ΚΠολΔ, είτε με καταχωρημένη στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δήλωση της αναιρεσίβλητης κατά τη συζήτηση εκεί της ένδικης αγωγής της είτε με δικόγραφό της που θα έπρεπε να επιδοθεί στην αναιρεσείουσα.

Όμως κατά τη διάταξη του άρθρ. 223 ΚΠολΔ ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις και μέχρι να περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει γενικώς το αίτημα της αγωγής του, δηλαδή και να το μετατρέψει από καταψηφιστικό σε απλό αναγνωριστικό, οπότε ο αντίθετος τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 5.

Με το δεύτερο μέρος του πέμπτου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, ότι εσφαλμένα η απόφαση αυτή επιδίκασε το αιτούμενο με την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής ποσό απευθείας στην αναιρεσίβλητη, ενώ, κατά το σχετικό αίτημά της, το οποίο το Εφετείο παρέλειψε να εξετάσει, η επιδίκαση έπρεπε να γίνει προς την ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, από την οποία παράνομα, κατά την άποψη της αναιρεσίβλητης, εισπράχθηκε από την αναιρεσείουσα το ποσό της επίδικης εγγυητικής επιστολής.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, που εκτιμάται ως λόγος από τον αριθμό 9 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και όχι από τους αριθμούς 14, 17 και 19 του ίδιου άρθρου που επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία και δεν έχει άλλωστε έννομο συμφέρον για την προβολή του (ΑΠ 881/1988? 523/1993), αφού δεν επικαλείται την οποιαδήποτε σχετική βλάβη της, στηρίζεται, σε κάθε περίπτωση, σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι γι' αυτό πρωτίστως απορριπτέος, αφού με την ένδικη αγωγή ζητήθηκε να γίνει πρωταρχικά προς την ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ η επιδίκαση όχι του ποσού της επικουρικής αγωγικής βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αλλά της κύριας αγωγικής βάσης από την αδικοπραξία, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, απορρίφθηκε ήδη αμετάκλητα με την αρχική υπ' αριθ. 2851/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.2.2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3553/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ