Legislator Case Law & Legislation
2266/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on divorce grounds, rejecting procedural defects and irrelevant arguments.

Case Number 2266/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's divorce judgment. The appellant argued that the trial court failed to consider specific claims regarding marital discord and documents submitted by her, but the court ruled these were merely justifications for denying the husband's divorce request rather than independent facts. Consequently, the appeal was rejected because the lower court's decision was legally sound and the appellant's arguments did not constitute independent grounds for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(8), 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that arguments serving as justifications for rejecting a party's claim are not independent factual assertions and thus do not constitute grounds for appeal under Article 559(8), while factual evaluations by lower courts remain beyond appellate review under Article 561(1).

Keywords

AI generated
divorce appeal independent facts justification argument factual evaluation Code of Civil Procedure marital discord appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 94(1) of the Code of Civil Procedure
Article 96(1) of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 1439(3) of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
OL AP 3/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2266 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2266/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο της Ευαγγελία Σταμούλη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Πολυχρονόπουλο.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, η δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης, διότι όπως δήλωσε, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας που χειρίζεται την υπόθεση δεν μπορεί να παρευρεθεί στο Δικαστήριο λόγω απουσίας του στο εξωτερικό. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος του αντιδίκου, ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.

Το Δικαστήριο διασκέφθηκε, ακολούθως δε απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6726/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 6151/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 7-2-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 30-9-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ορίζει α) Στό άρθρο 94 παρ. 1 ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) στο άρθρο 96 παρ. 1 ότι η πληρεξουσιότητα δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και γ) στο άρθρο 104 ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δέ δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σέ κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας.

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας που αυτεπαγγέλτως πλέον εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται μη παριστάμενος, μέ αποτέλεσμα, εφ' όσον έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσίβλητο, να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση παρά την απουσία εκείνου πού έχει κλητευθεί.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 143 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ. η επίδοση της κλήσης για την πρώτη συζήτηση αγωγής ή ενδίκου μέσου μπορεί να γίνει και σε όποιον τα έχει υπογράψει ως πληρεξούσιος. Στήν προκειμένη περίπτωση, από το σχετικό πινάκιο, τά πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου καί τά στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής:

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης πρός συζήτηση από τη σειρά του σχετικού πινακίου κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (12-10-2009), ο μεν αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε νομίμως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Πολυχρονόπουλο, η δε αναιρεσείουσα από την δικηγόρο Ευαγγελία Σταμούλη.

Όμως, δεν αποδεικνύεται ότι στη δικηγόρο αυτή πού παραστάθηκε μέ τον τρόπο που προαναφέρθηκε κατά την παρούσα δικάσιμο είχε χορηγήσει η αναιρεσείουσα μέ τούς συστατικούς τρόπους που προβλέπονται στο άρθρο 96 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. πληρεξουσιότητα, με συνέπεια να θεωρείται η αναιρεσείουσα απούσα. Περαιτέρω, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ...

έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθήνας ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου γιά τή σημειούμενη στην αρχή της παρούσης και κλήση πρός συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου στην ως άνω δικηγόρο Ευαγγελία Ι.

Σταμούλη, ως πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, υπογράψασα την αίτηση αναιρέσεως, όπως αποδεικνύεται από το αντίγραφο αυτής, επί του οποίου υπάρχει και προσδιορισμός της δικασίμου. Επομένως, πρέπει κατά τά προεκτεθέντα να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσείουσας (άρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ "εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος". Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των συζύγων, προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η τετραετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά από τον χρόνο της πρώτης, στο ακροατήριο συζητήσεως της αγωγής, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο χωρεί, μετά και τη διαπίστωση της προθέσεως για διάσταση, στη λύση του γάμου.

Ως διάσταση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται εκείνη κατά την οποία οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δικάζοντας αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί λύσεως του γάμου του με την αναιρεσείουσα λόγω τετραετούς διάστασης, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:

Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 15-1-1981 από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, τον ΑΑ και τον ΒΒ, που γεννήθηκαν στις 30-1-1982 και 27-7-1991 αντίστοιχα. Από το έτος 1982 εγκαταστάθηκαν στις ..., λόγω των επαγγελματικών υποχρεώσεων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ως υπαλλήλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με την πάροδο του χρόνου οι σχέσεις των διαδίκων σταδιακά διαταράχθηκαν και τελικά η έγγαμη συμβίωσή τους δεν εξελίχθηκε ομαλά και από το έτος 1999 διακόπηκε.

Ειδικότερα η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα από τον Αύγουστο του έτους 1999, αφού παρέλαβε το ανήλικο τέκνο τους ΒΒ, αναχώρησε από τη συζυγική κατοικία στις ... και εγκαταστάθηκε στην ... Η απομάκρυνση της αναιρεσείουσας από τη συζυγική κατοικία στις ... και η εγκατάσταση της στην Ελλάδα οφείλεται στα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στις σχέσεις των διαδίκων και την αδυναμία τους να συμβιώσουν ως σύζυγοι και δεν υπαγορεύθηκε από τις εκπαιδευτικές ανάγκες του ανήλικου τέκνου τους ΒΒ, που θα μπορούσε να συνεχίσει το σχολείο του στις ..., ούτε και από το γεγονός ότι το ανήλικο τέκνο του ΑΑ φοιτούσε στο Μετσόβειο Πολυτεχνείο.

Η εν λόγω διάσταση συνεχίσθηκε μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Κατά το διάστημα αυτό ο αναιρεσίβλητος πραγματοποιούσε επισκέψεις στα τέκνα του στην Ελλάδα και διέμενε στην κατοικία της αναιρεσείουσας, όπου και τα τέκνα τους κατοικούσαν, για μικρό διάστημα κάθε φορά, κυρίως κατά τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων, συμμετέχοντας και σε κοινωνικές εκδηλώσεις περιστασιακά, χωρίς να υπάρχει πρόθεση συμβίωσης των διαδίκων, αλλά από ενδιαφέρον για τα τέκνα του και προς διευθέτηση θεμάτων που αφορούσαν αυτά.

Περαιτέρω (συνεχίζει το Εφετείο), οι διάδικοι προσπάθησαν κατά τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2003 να αποκαταστήσουν τις σχέσεις τους και προέβησαν από κοινού στη μίσθωση διαμερίσματος στις ... στην οδό ... αρ. ..., προκειμένου να επανασυμβιώσουν, χωρίς όμως αποτέλεσμα, γιατί δεν μπόρεσαν να διευθετήσουν τις διαφορές τους, και τελικά στις 9-9-2004 ο αναιρεσίβλητος επέδωσε στην αναιρεσείουσα την ένδικη αγωγή διαζυγίου.

Μετά την επίδοση της αγωγής, η αναιρεσείουσα, με δική της πρωτοβουλία και χωρίς να προηγηθεί συνεννόηση με τον αναιρεσίβλητο, επέστρεψε από την Ελλάδα στις ... μαζί με το ανήλικο τέκνο της και εγκαταστάθηκε στο άνω διαμέρισμα για διάστημα τριών περίπου μηνών, από όπου αναχώρησε στις 14-12-2004 και εγκαταστάθηκε σε άλλη διεύθυνση στις ..., υπέβαλε δε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο Πρωτοδικείο Βρυξελλών για τη διατροφή του ανηλίκου και της ιδίας.

Η διαμονή της στην ίδια κατοικία με τον αναιρεσίβλητο κατά το άνω διάστημα ήταν τυπική συνοίκηση χωρίς ψυχική ή φυσική μεταξύ τους επαφή και χωρίς πρόθεση να έχουν κοινωνία βίου. Με βάση τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι διάδικοι βρίσκονται συνεχώς σε διάσταση από τον Αύγουστο του έτους 1999 μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων ετών, συνεχώς, η οποία και έκτοτε συνεχίζεται, χωρίς να έχουν ψυχική ή φυσική επαφή και χωρίς πρόθεση επανασυμβίωσης και εκ του λόγου αυτού τεκμαίρεται αμάχητα ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης.

Η άνω δε αναφερόμενη κοινή συνοίκηση των διαδίκων κατά τις επισκέψεις του αναιρεσίβλητου έγινε για την επικοινωνία του με τα τέκνα του και προς διευθέτηση διάφορων οικονομικών μεταξύ των διαδίκων εκκρεμοτήτων και άλλων θεμάτων που αφορούν τα τέκνα τους. Ούτε η τρίμηνη τελευταία συγκατοίκηση των διαδίκων διέκοψε την άνω διάσταση, αφενός μεν διότι δεν υπήρχε ουσιαστική συμβίωση, αλλά και αν ήθελε θεωρηθεί ως προσπάθεια αποκατάστασης της έγγαμης σχέσης αυτή απέτυχε κατά τα αναφερόμενα παραπάνω.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου, περί λύσεως του γάμου του με την αναιρεσείουσα, λόγω τετραετούς διάστασης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό από τον Άρειο Πάγο τον έλεγχο της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης στις ανωτέρω διατάξεις.

Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας πλήττει την ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ ΑΠ 3/1997) και όχι εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή νομικά και πραγματικά επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ότι δεν υπήρξε ισχυρός κλονισμός κατά τη διάρκεια του συζυγικού βίου των διαδίκων ή απομάκρυνση, ψυχική ή σωματική τούτων μέχρι τον Νοέμβριο του 2004, ούτε και πρόθεση διακοπής της εγγάμου συμβιώσεως, ή οιοσδήποτε άλλος λόγος που να επέφερε σοβαρό κλονισμό της έγγαμης συμβίωσης τους. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι ισχυρισμοί αυτοί, τους οποίους φέρεται ότι δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, δεν είναι αυτοτελείς αλλά αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.

Ο ίδιος λόγος, που υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας προσάπτει στο Εφετείο ότι δεν εκτίμησε σωστά το περιεχόμενο των εγγράφων τα οποία με επίκληση προσκόμισε η αναιρεσείουσα και δη α) το υπ' αριθ. ... ειδικό πληρεξούσιο του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στις Βρυξέλλες με το οποίο ο αναιρεσίβλητος την 15-10-2004 έδωσε στην αναιρεσείουσα την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να προβεί σε εκποίηση περιουσιακών του στοιχείων και β) τη σύμβαση στεγαστικού δανείου μεταξύ των διαδίκων και της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας "ΑΣΠΙΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", είναι απαράδεκτος αφού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται, καθεαυτή στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-2-2008 αίτηση της Χ περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 6151/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σέ χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ