Legislator Case Law & Legislation
2265/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil judgment due to defendant's absence and procedural errors found in appeal grounds.

Case Number 2265/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the anonymous company's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The defendant, a natural person, was absent from the hearing, and the court verified that proper service of process had been effected via door delivery and police station notification. Consequently, the court proceeded ex parte and rejected the appeal's arguments regarding procedural violations and evidentiary omissions as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2) of the Code of Civil Procedure; Articles 173 and 200 of the Civil Code: The Supreme Court may examine appeals ex officio when the defendant fails to appear after lawful service, and appeal grounds challenging factual evaluation or evidentiary assessment are inadmissible if they attack the final court's discretion.

Keywords

AI generated
ex parte hearing lawful service of process inadmissible appeal grounds factual evaluation evidentiary assessment procedural compliance civil appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 128(4)(b) and (c) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2265 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2265/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Χ ΑΕ" που εδρεύει στον ..., και εκπροσωπείται νόμιμα,η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Νικολακόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1916/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 6134/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσας όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια ... ανέγνωσε την από 17-9-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. αν ο αντίδικος εκείνου πού επισπεύδει τή συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή μέ τόν τρόπο πού ορίζει ό νόμος, ό Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα καί εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στή συζήτηση παρά την απουσία εκείνου πού έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ.... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου για τή σημειούμενη στην αρχή της παρούσης και κλήση πρός συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως μέ επιμέλεια της αναιρεσείουσας στον αναιρεσίβλητο, με θυροκόλληση, ενώ αντίγραφο του επιδοθέντος δικογράφου παραδόθηκε στον Αξιωματικό Υπηρεσίας (λόγω απουσίας του Διοικητή) του Αστυνομικού τμήματος της περιφέρειας (Παγκράτι) που διατηρεί κατοικία και γραφείο και ταχυδρομήθηκε σχετική ειδοποίηση σ' αυτόν κατ' άρθρο 128 παρ. 4 β καί γ Κ.Πολ.Δικ. (από 22-7-2009 αποδείξεις παραλαβής του Α.Τ.

Παγκρατίου καί από 23-7-2009 βεβαίωση του παραπάνω δικαστικού επιμελητή προσυπογραφόμενη από το αρμόδιο ταχυδρομικό υπάλληλο). Επομένως, εφ' όσον ο αναιρεσίβλητος δέν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να δικασθεί ερήμην και να προχωρήσει ή συζήτηση παρά τήν απουσία του σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προκύπτει ότι, κατά την ερμηνεία των συμβάσεων, αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις με βάση τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας έστω και εμμέσως εκφερόμενη, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην περίπτωση όμως που, μετά τη διάγνωση κενού ή αμφιβολίας, προσφεύγει στις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την ανεύρεση της αληθινής βουλήσεως των συμβληθέντων, αλλά δεν παραθέτει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών ή με τη δεδομένη ερμηνεία παραβιάζει τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, οπότε πρόκειται για νομικό θέμα, η κρίση του αυτή ελέγχεται αναιρετικώς.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Η πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία κατασκευάζει και εμπορεύεται τηλεπικοινωνιακό υλικό και έχει βασικούς πελάτες εντός Ελλάδος την "ΑΕ ΟΤΕ" και "ΑΕ ΙΝΤΡΑΚΟΜ", στην αρχή του έτους 2001 αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ρευστότητας, διότι, ενώ είχε πωλήσει μεγάλη ποσότητα των προϊόντων της προς τη ...

εταιρεία "Β S.A" και είχε κατ' αυτής απαίτηση 1.231.162.533 δραχμών, το τίμημα της πώλησης πιστώθηκε για μακρό χρονικό διάστημα (έως 34 μήνες), καθώς η ... εταιρεία αδυνατούσε να την εξοφλήσει σε σύντομο χρόνο. Προς αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού, η αναιρεσείουσα, δια των νομίμων εκπροσώπων της, αναζήτησε χρηματοοικονομικό σύμβουλο, ο οποίος θα αναλάμβανε να υποβάλλει προς διάφορες ελληνικές εταιρίες Ζ πλήρεις φακέλους με τα στοιχεία της και να επιτύχει τη σύναψη μεταξύ μιας εξ αυτών και της αναιρεσείουσας σύμβασης προεξόφλησης απαιτήσεων.

Με την από 25/5/2001 επιστολή της αναιρεσείουσας, η οποία υπογράφηκε από τη διευθύνουσα σύμβουλό της, (δεύτερη εναγομένη και μη διάδικο στην παρούσα δίκη), ανατέθηκε στον αναιρεσίβλητο η παροχή υπηρεσιών χρηματοοικονομικού συμβούλου, με ειδικότερο έργο την έγκριση σύναψης πιστωτικού ορίου προεξόφλησης και πρακτορείας απαιτήσεων Ζ με αναγνωρισμένη εταιρεία του εσωτερικού, την οποία θα επέλεγε κατά την κρίση του.

Την επιστολή αυτή υπέγραψε αυθημερόν ο αναιρεσίβλητος, οποίος αποδέχθηκε να εκτελέσει το ανατεθέν σ' αυτόν έργο, έναντι αμοιβής. Κατά το περιεχόμενο της επιστολής αυτής - συμβάσεως έργου, συμφωνήθηκε να λάβει από την αναιρεσείουσα ως αμοιβή του το ποσό των 300.000 δραχμών με την υπογραφή της επιστολής - σύμβασης και περαιτέρω ποσοστό 2% επί του ύψους του πιστωτικού ορίου, το οποίο θα συνομολογείτο μετά της εταιρείας Ζ, εάν αυτό δεν υπερέβαινε το ποσό των 500.000.000 δραχμών και το οποίο θα καταβάλλετο εντός δέκα (10) ημερών από την είσπραξή του από την εταιρεία.

Για την περίπτωση εγκρίσεως ποσού άνω των 500.000.000 δραχμών, συμφωνήθηκε επιπρόσθετη αμοιβή ποσοστού 1% επί του ποσού που θα εισπράττετο. Παρότι η αναιρεσείουσα δια των νομίμων εκπροσώπων της επιθυμούσε την προεξόφληση κυρίως της απαίτησης του εξωτερικού που είχε κατά της προαναφερομένης ... εταιρείας, στην πιο πάνω σύμβαση δεν έγινε διάκριση μεταξύ απαιτήσεων εξωτερικού και εσωτερικού.

Επίσης, δεν έγινε πρόβλεψη σχετικά με τα χρονικά όρια, εντός των οποίων δεν έπρεπε να ενεργήσει ο αναιρεσίβλητος και να επιτύχει τη σύναψη σύμβασης Ζ. Σύμφωνα, όμως, με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, με βάση τις οποίες ερμηνεύονται οι συμβάσεις (αρθ. 200 και 288 του ΑΚ), θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, εφόσον δεν έγινε διάκριση, τα μέρη κατά την αληθινή βούληση τους, χωρίς προσήλωση στις λέξεις (αρθρ. 173 του ΑΚ), προσέβλεπαν στη σύναψη σύμβασης Ζ, που θα αφορούσε απαιτήσεις της αναιρεσείουσας τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού και ότι αμφότερα τα μέρη απέβλεπαν στην εκτέλεση του έργου αυτού το ταχύτερο δυνατό, ώστε να λυθεί το πρόβλημα της έλλειψης ρευστότητας της αναιρεσείουσας, είτε με την ικανοποίηση απαιτήσεων εξωτερικού, είτε με την ικανοποίηση απαιτήσεων εσωτερικού, που καθυστερούσαν τουλάχιστον σαράντα πέντε (45) ημέρες ή εξήντα (60) ημέρες για να ικανοποιηθούν (Βλ.

και το από 2/7/2001 αίτημα δανείου για την κάλυψη αναγκών κεφαλαίου κίνησης ύψους 500.000.000 δραχμών της αναιρεσείουσας προς την "Τράπεζα Κύπρου ΑΕ") και να εισπράξει ο αναιρεσίβλητος την επιπρόσθετη αμοιβή. Ο αντίθετος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι δηλαδή απέβλεψαν στη σύναψη σύμβασης Ζ για απαιτήσεις της αποκλειστικά και μόνον του εξωτερικού και ειδικότερα μόνον για απαιτήσεις της κατά της πιο πάνω ρουμανικής εταιρίας, γιατί δεν υπήρχαν καθόλου απαιτήσεις εσωτερικού την περίοδο εκείνη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του.

Εξ' άλλου, (συνεχίζει το Εφετείο) πρέπει να γίνει δεκτό ότι, εφόσον συμφωνήθηκε ότι επιπρόσθετη αμοιβή θα καταβάλλετο οπωσδήποτε μετά την είσπραξη των απαιτήσεων της αναιρεσείουσας από την εταιρεία Ζ, τα συμβαλλόμενα μέρη θέλησαν να μην καταβληθεί επιπρόσθετη αμοιβή σε περίπτωση μη επίτευξης σύναψης σύμβασης Ζ, από λόγους που αφορούσαν τον αναιρεσίβλητο και τρίτους παράγοντες.

Αμέσως μετά την κατάρτιση της συμβάσεως, η αναιρεσείουσα κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο τη συμφωνημένη εφάπαξ αμοιβή των 300.000 δραχμών και στη συνέχεια του παρέδωσε δια των νομίμων εκπροσώπων της όλα τα απαραίτητα έγγραφα και δικαιολογητικά, ώστε να ετοιμάσει το φάκελο παρουσίασης της εταιρείας. Ο αναιρεσίβλητος, σε εκτέλεση αυτής της συμβάσεως, ετοίμασε πλήρη φάκελο της εταιρίας, ώστε να πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις των πιστωτικών φορέων, στους οποίους θα εγίνετο η παρουσίαση της αναιρεσείουσας.

Κατόπιν σχετικής έρευνας της αγοράς, την οποία πραγματοποίησε ο αναιρεσίβλητος, ο τελευταίος υπέβαλε τον πιο πάνω φάκελο στην αρχή του μηνός Ιουνίου 2001 στην "ΕΜΠΟΡΙΚΗ Ζ AE", η οποία έδειξε ενδιαφέρον. Με σχετική αίτηση ζητήθηκε η έγκριση πιστωτικού ορίου 500.000.000 δραχμών για απαιτήσεις εσωτερικού και 500.000.000 δραχμών για απαιτήσεις εξωτερικού (εξαγωγικό Ζ.

Κατόπιν σχετικού ελέγχου των στοιχείων της πρώτης των εναγομένων, η "ΕΜΠΟΡΙΚΗ Ζ Α.Ε." ενέκρινε τη σύναψη σύμβασης Ζ με αυτή και με πιστωτικό όριο 500.000.000 δραχμών, μόνο για τις απαιτήσεις της του εσωτερικού, ενώ, αντίθετα, επειδή η απαίτηση της αναιρεσείουσας κατά της πιο πάνω ρουμανικής εταιρείας ήταν επισφαλής, δηλαδή υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να μην εισπραχθεί το πιστωτικό όριο για τις απαιτήσεις του εξωτερικού, δεν εγκρίθηκε.

Η σχετική αίτηση για την έγκριση πιστωτικού ορίου εξαγωγικών απαιτήσεων της αναιρεσείουσας δεν απορρίφθηκε από την "ΕΜΠΟΡΙΚΗ Ζ A.E.", διότι το καλοκαίρι του έτους 2001 είχε διαδοθεί ευρέως ότι ο ΟΤΕ, ο οποίος ήταν μέτοχος της ρουμανικής εταιρείας Β με ποσοστό συμμετοχής στο μετοχικό της κεφάλαιο 20% επρόκειτο να αγοράσει μέρος του μετοχικού της κεφαλαίου και να αυξήσει τη συμμετοχή του μέχρι και σε ποσοστό 51% και σε μία τέτοια περίπτωση η απαίτηση της αναιρεσείουσας έναντι της Β θα έπαυε να είναι επισφαλής, καθώς η "ΕΜΠΟΡΙΚΗ Ζ A.E." θα μπορούσε να την εισπράξει από τον ΟΤΕ που ήταν φερέγγυος πιστωτής.

Την 5/10/2001 η "ΕΜΠΟΡΙΚΗ Ζ A.E." γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα ότι προϋπόθεση ενεργοποίησης του αιτηθέντος πιστωτικού ορίου εξαγωγικού Ζ αποτελούσε η προηγούμενη αύξηση της συμμετοχής του ΟΤΕ στο μετοχικό κεφάλαιο της ρουμανικής εταιρείας Β, ώστε αυτή να ανέλθει σε ποσοστό 48% τουλάχιστον, δηλαδή έθεσε ως όρο, για την προεξόφληση της απαίτησης της αναιρεσείουσας κατά της Β, την προηγούμενη αγορά από τον ΟΤΕ του μεγαλύτερου ποσοστού των μετοχών της.

Η σχετική μεταβίβαση των μετοχών της Β προς τον ΟΤΕ δεν υλοποιήθηκε. Τότε, ο αναιρεσίβλητος απευθύνθηκε προς την Τράπεζα Κύπρου, στην οποία επίσης υπέβαλε πλήρη φάκελο παρουσίασης της αναιρεσείουσας με τα αυτά αιτήματα. Κατόπιν ελέγχου των στοιχείων της αναιρεσείουσας, ή Τράπεζα Κύπρου θεώρησε και αυτή την απαίτηση της αναιρεσείουσας κατά της Β επισφαλής και απάντησε στον αναιρεσίβλητο ότι, προκειμένου να συνάψει με την αναιρεσείουσα σύμβαση Ζ και να προεξοφλήσει την απαίτησή της θα έπρεπε η απαίτηση να ασφαλισθεί από τον Οργανισμό Ασφάλισης Εξαγωγικών Πιστώσεων.

Ο αναιρεσίβλητος απευθύνθηκε τότε προς τον Οργανισμό αυτό, ο οποίος μετά από σχετικό έλεγχο των στοιχείων της αναιρεσείουσας και της Β, έθεσε όρο για την ασφάλιση αυτής της απαίτησης της αναιρεσείουσας κατά της Β, όπως και η εταιρεία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ Ζ A.E.", την προηγούμενη αγορά από τον ΟΤΕ του μεγαλύτερου ποσοστού των μετοχών της ρουμανικής εταιρείας.

Κατόπιν αυτών και εφόσον είχε καταστεί πλέον φανερό ότι ουδείς πιστωτικός ή ασφαλιστικός οργανισμός θα αναλάμβανε τον κίνδυνο να προεξοφλήσει ή να ασφαλίσει, αντίστοιχα, την απαίτηση αυτή της αναιρεσείουσας και, συνεπώς, δεν ήταν δυνατή η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου επίτευξη του ανατεθέντος σ' αυτόν έργου, αναφορικά με την σύναψη σύμβασης εξαγωγικού Ζ, η αναιρεσείουσα κατήγγειλε την όλη σύμβαση που είχε συνάψει με τον αναιρεσίβλητο, διότι απέβλεπε κυρίως και στην προεξόφληση της απαίτησης αυτής του εξωτερικού.

Συγκεκριμένα, την 30/11/2001 απέστειλε σ' αυτόν τηλεομοιοτυπική επιστολή, με την οποία ζητούσε τη διακοπή της μεταξύ τους συνεργασίας, διότι οι ενέργειές του απέβησαν άκαρπες. Επίσης, την 4/12/2001 του απέστειλε και δεύτερη τηλεομοιοτυπική επιστολή, με την οποία του ζητούσε να διακόψει όλες τις ενέργειές του και επαφές του με την Τράπεζα Κύπρου.

Η καταγγελία της σύμβασης, κατά το μέρος που αφορούσε το εξαγωγικό Ζ, είναι δικαιολογημένη εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, εφόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το ανατεθέν στον αναιρεσίβλητο έργο δεν εκτελέσθηκε, ούτε ήταν δυνατόν να εκτελεστεί και να εισπραχθεί η απαίτηση του εξωτερικού. Για το μέρος αυτό της συμβάσεως, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν οφείλεται από την αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο η επιπρόσθετη αμοιβή, διότι συμφωνήθηκε υπό την αναβλητική αίρεση της είσπραξης της απαίτησης, η οποία όμως δεν εισπράχθηκε.

Αντίθετα, δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης, κατά το μέρος που αφορούσε απαιτήσεις του εσωτερικού της πρώτης εναγομένης, ήταν αδικαιολόγητη και επάγεται την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο τη συμφωνηθείσα επιπρόσθετη αμοιβή κατ' άρθρο 700 του ΑΚ, διότι αυτός (αναιρεσίβλητος) επέτυχε την έγκριση πιστωτικού ορίου προεξόφλησης απαιτήσεων εσωτερικού της πρώτης εναγομένης από την εταιρεία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ Ζ A.E." και η μη σύναψη σύμβασης Ζ μεταξύ των δύο τελευταίων εταιρειών οφείλεται στην, αντίθετη προς την καλή πίστη, μη σύμπραξη της αναιρεσείουσας και, συνεπώς, η αίρεση υπό την οποία καταρτίστηκε η σύμβαση θεωρείται πλασματικά, κατ' άρθρον 207 του ΑΚ, ότι πληρώθηκε.

Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, εφόσον το εγκριθέν πιστωτικό όριο ανέρχεται στο ποσό των 500.000.000 δραχμών και η συμφωνηθείσα επιπρόσθετη αμοιβή ανέρχεται σε ποσοστό 2% επί του ποσού αυτού, η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 10.000.000 δραχμών ή 29.347,02 Ευρώ (500.000.000 Χ 2%), ενώ ο αντίθετος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι ουδέποτε παρασχέθηκε τέτοια έγκριση ούτε άλλωστε ήταν ποτέ δυνατόν να παρασχεθεί διότι ουδέποτε απέβλεψε στη σύναψη συμβάσεως Ζ για απαιτήσεις της του εσωτερικού, έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του, η κρίση του δε αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος με την από 10/10/2001 συστημένη επιστολή του προς την αναιρεσείουσα ενημέρωσε αυτήν ότι η "ΕΜΠΟΡΙΚΗ Ζ A.E." ενέκρινε τη χορήγηση πιστωτικού ορίου προεξοφλήσεως απαιτήσεων της, ως εξής:

α) όριο προεξοφλήσεως εγχωρίων απαιτήσεων με αναγωγή ύψους 500.000.000 δραχμών, β) όριο προεξοφλήσεως απαιτήσεων προς την αλλοδαπή, άνευ αναγωγής, ύψους 500.000.000 δραχμών και υπό την προϋπόθεση της ασφαλίσεως των σχετικών πιστώσεων και ότι η αναιρεσείουσα δεν διαμαρτυρήθηκε προς τον αναιρεσίβλητο για την έγκριση αυτή του ορίου προεξοφλήσεως εγχωρίων απαιτήσεων, για την οποία θα έπρεπε να διαμαρτυρηθεί, εφόσον, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν απέβλεψε κατά την κατάρτιση της συμβάσεως στη σύναψη συμβάσεως Ζ για απαιτήσεις της του εσωτερικού.

Αντίθετα, ενώ δεν διαμαρτυρήθηκε προς τον αναιρεσίβλητο για την έγκριση ορίου προεξοφλήσεως εγχωρίων απαιτήσεων, απέστειλε σ' αυτόν στις 31/10/2001 την από 31/10/2001 επιστολή της, με την οποία τον ενημέρωσε (κατόπιν τηλεφωνικής συνομιλίας) ότι η συνολική αξία των εμπορευμάτων, που είχαν αποσταλεί στην Β S.A. έως την 15/10/2001, ανέρχεται στο ποσό των 1.231.162.533 δραχμών.

Επίσης, στις 26/10/2001 η αναιρεσείουσα απέστειλε προς τον "Οργανισμό Ασφάλισης Εξαγωγικών Πιστώσεων" επιστολή, με την οποία ζητούσε να προβεί ο τελευταίος στις απαραίτητες ενέργειες για τη σύνταξη ασφαλιστηρίου συμβολαίου εξαγωγής της προς την Β S.A., το οποίο αυτός είχε προεγκρίνει και συνιστούσε, για κάθε περαιτέρω διευκρίνιση και πληροφορία, να επικοινωνήσει με τον αναιρεσίβλητο συνεργάτη της, έτσι ώστε να πληρωθεί η πιο πάνω προϋπόθεση της ασφαλίσεως των απαιτήσεων εξωτερικού και να γίνει ολικά δεκτή η προαναφερόμενη σχετική αίτηση αυτής (αναιρεσείουσας) από την "ΕΜΠΟΡΙΚΗ Ζ A.E." και να εγκριθεί από την τελευταία και το πιστωτικό όριο των 500.000.000 δρχ.

και γα απαιτήσεις εξωτερικού (εξαγωγικό Ζ), προς τις οποίες η αναιρεσείουσα αποσκοπούσε κυρίως. Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως προς την αναιρεσείουσα και αναγνωρίσθηκε ότι αυτή υποχρεούται να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 29.347,02 ευρώ.

Από το άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του προκύπτει ότι το Εφετείο διέγνωσε την ύπαρξη ασάφειας ως προς το αντικείμενο της επιδιωκόμενης από τους διαδίκους να συναφθεί σύμβασης Ζ, εάν δηλαδή η σύμβαση αυτή αφορούσε τις απαιτήσεις της αναιρεσείουσας κατά των δανειστών της τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού ή αποκλειστικά και μόνο τις απαιτήσεις της κατά των οφειλετών της του εξωτερικού και ότι, για την άρση της ασάφειας αυτής και τον σχηματισμό της κρίσης τους ότι οι διάδικοι "προσέβλεψαν στη σύναψη σύμβασης Ζ που θα αφορούσε απαιτήσεις της αναιρεσείουσας τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού και ότι αμφότερα τα μέρη απέβλεπαν στην εκτέλεση του έργου αυτού το ταχύτερο δυνατό ώστε να λυθεί το πρόβλημα της έλλειψης ρευστότητας της αναιρεσείουσας, είτε με την ικανοποίηση απαιτήσεων εξωτερικού είτε με την ικανοποίηση απαιτήσεων εσωτερικού που καθυστερούσαν τουλάχιστον σαράντα πέντε (45) ή εξήντα (60) ημέρες για να ικανοποιηθούν", προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους και ορθώς εφάρμοσε, αφού παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών.

Με τη συναγωγή δε, από τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση στοιχεία, του παραπάνω ερμηνευτικού του συμπεράσματος, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της υπαγορευμένης από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη ερμηνείας της επίμαχης συμφωνίας των διαδίκων.

Δεν ήταν δε αναγκαίο να παρατίθενται στην απόφαση η ταυτότητα ή η φερεγγυότητα των οφειλετών της αναιρεσείουσας στην ημεδαπή, ούτε το ύψος και ο χρόνος πίστωσης τέτοιων οφειλών, ούτε επίσης οι ειθισμένες στη σύναψη συμβάσεων Ζ πρακτικές, εν όψει και της απόρριψης από αυτό (Εφετείο) ως κατ' ουσίαν αβασίμου του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ότι η σύμβαση Ζ αφορούσε μόνο τις απαιτήσεις της κατά της προαναφερθείσας ρουμανικής εταιρίας γιατί δεν είχε απαιτήσεις εσωτερικού κατά την περίοδο εκείνη.

Επίσης, η παραδοχή του Εφετείου, ότι η αναιρεσείουσα αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας γιατί η απαίτησή της κατά της ρουμανικής εταιρίας, που ανερχόταν στο ποσό των 1.231.162.533 δραχμών, είχε πιστωθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα (έως 34 μήνες) και ότι για τον λόγο αυτό αναζητήθηκε δια μέσου του αναιρεσιβλήτου, που είχε την ιδιότητα του χρηματοοικονομικού συμβούλου, η σύναψη σύμβασης Ζ, δεν έρχεται σε αντίθεση με την ερμηνεία που δέχθηκε, αναφορικά με το αντικείμενο της σύμβασης Ζ.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔικ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τόσον ευθέως, μέ εσφαλμένη ερμηνεία καί εφαρμογή, όσον και εκ πλαγίου με την ειδικότερη μορφή των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι.

Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας αποδίδουν στήν προσβαλλόμενη ασάφειες ή αντιφάσεις αναγόμενες στά επιχειρήματα πού παραθέτει τό Εφετείο πρός στήριξη του ερμηνευτικού του συμπεράσματος ή, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως τους, πλήττουν τήν αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων καί των μαρτυρικών καταθέσεων, είναι απαράδεκτοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ., προβάλλεται πράγματι η από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔικ αιτίαση, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα, ήτοι α) την κατάθεση του μάρτυρά της,...και β) το από 5-10-2001 έγγραφο της εμπορικής Ζ, από τα οποία (αποδεικτικά μέσα) προέκυπτε ότι δεν υπήρξε ποτέ έγκριση για την προεξόφληση εγχώριων απαιτήσεων.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτίμησε "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα, με την εκκαλουμένη (πρωτόδικη) απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθώς και όλα τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν", σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, παρόλο που στην απόφασή του δεν γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Κατά τα λοιπά, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί ή αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-2-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας μέ τήν επωνυμία "Χ ΑΕ" γιά αναίρεση της υπ' αριθ. 6134/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ