2264/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2264/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, κατά το άρθρο 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 4.11.1950 (που κυρώθηκε με το Ν.Δ 53/1974) και τις γενικές αρχές των κρατών μελών της Ε.Ε που αποτελούν πηγή του κοινοτικού δικαίου (βλ. και άρθρο 20 § 1 Σ), καθένας έχει το δικαίωμα σε δίκαιη (αστική και ποινική) δίκη που περιλαμβάνει και το δικαίωμα να ακουστεί από το Δικαστήριο, εφόσον βέβαια κληθεί στη σχετική δικάσιμο και λάβει γνώση αυτής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2264 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2264/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "Gjallica Sh.p.k.", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Καλογερόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ Σ. ΑΕ" και διακριτικό τίτλο "D. & C S. SA", που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) εταιρείας με την επωνυμία "Σ. ΑΕ", που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) Χ. Σ. του Ι., κατοίκου .... Οι 2η και 3ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τζούμα, ενώ η 1η δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2012 αίτηση κήρυξης εκτελεστών αλλοδαπών αποφάσεων της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκε με την από 31-5-2012 κύρια παρέμβαση των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 322/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 102/2013 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-11-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 6-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 102/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 § 1 και 498 § 1 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Αν όμως, ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε δεν έχει κλητευθεί εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Από την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 576, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ορίζεται ότι "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που έγινε στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (24-10-2014) παρέστησαν η αναιρεσείουσα και οι δεύτερη και τρίτος των αναιρεσιβλήτων, ενώ η πρώτη των αναιρεσιβλήτων δεν παρέστη, ούτε εκπροσωπήθηκε.
Η αναιρεσείουσα που παρέστη δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει σχετικά έγγραφα, από τα οποία να αποδεικνύεται ότι η μη εμφανισθείσα αναιρεσίβλητη επέσπευσε τη συζήτηση ή ότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην άνω δικάσιμο. Επομένως, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα στη μείζονα πρόταση, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτήν, δοθέντος ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων που επισκοπούνται παραδεκτώς, περί των οποίων θα γίνει λόγος κατωτέρω, οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, να χωριστεί η υπόθεση και να χωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 323 και 905 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι, εφόσον ο καθ' ου η εκτέλεση είναι ημεδαπός, το δικαστήριο οφείλει να μη κηρύξει εκτελεστή απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, πλην των άλλων, και όταν ο ηττηθείς διάδικος στερήθηκε του δικαιώματος της υπεράσπισης και γενικά της συμμετοχής στη δίκη, εκτός αν η στέρηση έγινε σύμφωνα με διάταξη που ισχύει και για τους υπηκόους του κράτους, στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση.
Τέτοια στέρηση επέρχεται και όταν ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην είτε γιατί δεν κλητεύθηκε καθόλου, είτε γιατί δεν κλητεύθηκε προσηκόντως, τουτέστιν κατά τρόπο που να διασφαλίζεται το δικαίωμά του προς υπεράσπιση και να μη παραβιάζεται η εκ του άρθρου 110 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώδης δικονομική αρχή του "μηδένα δικάζειν ανήκουστον" (ΑΠ 688/2003).
Επίσης, κατά το άρθρο 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 4.11.1950 (που κυρώθηκε με το Ν.Δ 53/1974) και τις γενικές αρχές των κρατών μελών της Ε.Ε που αποτελούν πηγή του κοινοτικού δικαίου (βλ. και άρθρο 20 § 1 Σ), καθένας έχει το δικαίωμα σε δίκαιη (αστική και ποινική) δίκη που περιλαμβάνει και το δικαίωμα να ακουστεί από το Δικαστήριο, εφόσον βέβαια κληθεί στη σχετική δικάσιμο και λάβει γνώση αυτής.
Αναφορικά, εξάλλου, με τις επιδόσεις δικογράφων αστικών και εμπορικών υποθέσεων σε διαδίκους που δεν κατοικούν στο κράτος όπου διεξάγεται η δίκη και των οποίων είναι γνωστή η διαμονή στο εξωτερικό, ισχύει μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας, η υπογραφείσα στις 17-5-1993 Σύμβαση δικαστικής αρωγής επί αστικών και ποινικών υποθέσεων, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2311 της 16/19-6-1995 (ΦΕΚ τ.
Α' 119/1995) και άρχισε να ισχύει από 15-9-1995 (ΦΕΚ τ. Α' 194/1995), χωρίς η εφαρμογή της να αποκλείεται από τη μεταγενέστερη ισχύ μεταξύ των μερών, δηλαδή της Ελλάδας και της Αλβανίας, της Σύμβασης της Χάγης κατ' άρθρ. 25 της τελευταίας (Ολ.ΑΠ 22/2009 και ΑΠ 1840/ 2008). Ειδικότερα, το άρθρο 9 της συμβάσεως αυτής, μεταξύ Ελλάδος και Αλβανίας, ορίζει, ότι "1.
Η αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση πραγματοποιεί την επίδοση σύμφωνα με τη διαδικασία που ισχύει στο Κράτος της, αν το προς επίδοση έγγραφο έχει συνταχθεί στην εθνική γλώσσα ή συνοδεύεται από κυρωμένη μετάφραση σε αυτή τη γλώσσα ή στη γαλλική γλώσσα". Περαιτέρω, το επόμενο άρθρο 10 με τον τίτλο "απόδειξη της επιδόσεως" αναφέρει, ότι "Η αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση οφείλει να παράσχει απόδειξη της επιδόσεως, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους της.
Το έγγραφο αυτό θα αναφέρει τον τόπο, την ημερομηνία της επιδόσεως και το όνομα του προσώπου στο οποίο παραδόθηκαν τα έγγραφα". Από τις ως άνω διατάξεις σαφώς προκύπτει, ότι με αυτές καθιερώνεται η αρχή της πραγματικής περιελεύσεως του επιδοτέου εγγράφου στον παραλήπτη, η οποία αποδεικνύεται κατά τον μνημονευθέντα τρόπο, και, επομένως, δεν ισχύει κάθε άλλη αντίθετη ρύθμιση (ΑΠ 1840/2008).
Σύμφωνα δε με την ίδια Σύμβαση, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα αναγνωρίζει και θα εκτελεί στο έδαφός του αποφάσεις που εκδόθηκαν στο έδαφος του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους σχετικά με αστικές, οικογενειακές και εμπορικές υποθέσεις (άρθρο 23 § 1). Ειδικότερα οι αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 23 θα αναγνωρίζονται και θα εκτελούνται, αν πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)... β)... γ) Αν ο διάδικος που ερημοδίκησε και που δεν μετέσχε στη διαδικασία είχε κληθεί εμπρόθεσμα και με τον προσήκοντα τρόπο ή αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε και που δεν είχε την ικανότητα να παρίσταται σε δικαστήριο μπόρεσε να αντιπροσωπευθεί νόμιμα. Η κλήση με θυροκόλληση δεν θα λαμβάνεται υπόψη... (άρθρο 24).
Η ανωτέρω διμερής σύμβαση με την Αλβανία, ως ειδική, υπερισχύει των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου κάθε μέρους, ως προς τα ζητήματα που ρυθμίζει. Όπως δε προαναφέρθηκε, μεταξύ Ελλάδος και Αλβανίας ισχύει παραλλήλως και η από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνής Σύμβαση της Χάγης, την οποία έχει επικυρώσει και η Αλβανία, με έναρξη ισχύος γι' αυτήν από την 1.7.2007, η δε Ελλάδα με το Ν. 1334/1983, και με την οποία επίσης προβλέπεται η πραγματική επίδοση των εισαγωγικών της δίκης ή άλλων ισοδυνάμων δικογράφων και αποκλείεται η πλασματική τοιαύτη, καθόσον ορίζεται (άρθ. 15 και 16), ότι η απόδειξη της επιδόσεως των διαβιβαζομένων, για σκοπό επίδοσης ή κοινοποίησης, στο εξωτερικό εγγράφων, πρέπει να προκύπτει είτε από το χρονολογημένο και δεόντως επικυρωμένο αποδεικτικό παραλαβής, από αυτόν προς τον οποίον απευθύνεται, είτε με πιστοποιητικό της αρχής του κράτους προς το οποίο η αίτηση, που να εμφαίνει το γεγονός, τον τόπο και τη χρονολογία της επίδοσης, έτσι που να βεβαιώνεται, όπως προαναφέρθηκε, ότι αυτός προς τον οποίο γίνεται η επίδοση ή η κοινοποίηση έλαβε γνώση του προς επίδοση εγγράφου (ΑΠ 426/ 2011, ΑΠ 514/2011).
Τα ανωτέρω ισχύουν, κατ' αρχήν, στην περίπτωση που ο διάδικος ερημοδίκησε, οπότε και ερευνάται η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του στη δίκη. Έτσι, αν το δικαστήριο αυτό κρίνει, ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε πράγματι αδυναμία του εναγομένου να προσβάλει την ερήμην σε βάρος του εκδοθείσα απόφαση στα δικαστήρια του κράτους προέλευσης, τότε το προσβληθέν δικαίωμα ακρόασης, συνεπεία μη σύννομης κοινοποίησης της εν λόγω απόφασης, θεραπεύεται με τον αποκλεισμό της αναγνώρισης ή εκτέλεσης της αλλοδαπής απόφασης από τα δικαστήρια του κράτους εκτέλεσης, ενώ αν ο εναγόμενος παρέλειψε να ασκήσει την προβλεπομένη από την νομοθεσία του κράτους μέλους προέλευσης "προσφυγή" κατά της εκδοθείσας σε βάρος του ερήμην απόφασης, αν και μπορούσε να πράξει τούτο, τότε δεν εμποδίζεται η αναγνώριση ή η εκτέλεση της σε βάρος του ερήμην αλλοδαπής απόφασης (πρβλ.
ΑΠ 349/2012). Όμως, κατ' αναλογίαν, και για την ταυτότητα του νομικού λόγου, η έρευνα αυτή απαιτείται και στην περίπτωση που ο ηττηθείς διάδικος, λόγω της μη σύννομης κοινοποίησης της ερήμην αυτού εκδοθείσας απόφασης και της εξ αυτής αδυναμίας του να την προσβάλει εμπροθέσμως, άσκησε εκπρόθεσμα ένδικο βοήθημα, το οποίο απορρίφθηκε, εκ του λόγου αυτού, ως απαράδεκτο.
Και τούτο διότι, η απόρριψη του ένδικου βοηθήματος ως εκπροθέσμου, εμπόδισε το δικαστήριο να ερευνήσει την ουσία της διαφοράς και να λάβει υπόψη του τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του διαδίκου και, ως εκ τούτου αυτός στερήθηκε, χωρίς υπαιτιότητά του, του δικαιώματος ακρόασης, υπεράσπισης και συμμετοχής στη δίκη, κατά παράβαση των οριζομένων από τις προαναφερθείσες διεθνείς συμβάσεις.
Η έρευνα της κλήτευσης του διαδίκου στο αλλοδαπό δικαστήριο, στην περίπτωση αυτή, δεν συνιστά ανεπίτρεπτο έλεγχο της ουσιαστικής κρίσης του αλλοδαπού δικαστηρίου από το ημεδαπό, δεδομένου ότι το αλλοδαπό δικαστήριο αρκέσθηκε στην απόρριψη του ένδικου βοηθήματος ως εκπροθέσμου και δεν εξέφερε κρίση για την ουσία της διαφοράς.
Αντίθετη παραδοχή θα οδηγούσε σε φαλκίδευση μέχρις αποκλεισμού του δικαιώματος του διαδίκου σε δίκαιη δίκη, υπό το πρόσχημα της εμφάνισής του στη δίκη, παραβλέποντας το προφανές, ότι δηλαδή παρέστη στη δίκη χωρίς να έχει δυνατότητα υπεράσπισης των συμφερόντων του, λόγω του εκπροθέσμου, το οποίο οφειλόταν στην προηγηθείσα μη σύννομη κλήτευσή του και όχι σε δική του υπαιτιότητα.
Εξάλλου, η αξιολογική κρίση για το αν οι πραγματικές συνθήκες που συγκροτούν τη διαδικασία στο αλλοδαπό δικαστήριο, αποτελούν ή όχι τη νομική έννοια της στέρησης από το διάδικο που νικήθηκε από το δικαίωμα της υπερασπίσεώς του είναι νομικό ζήτημα και ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 531/2011, ΑΠ 1383/1987). Η κρίση, όμως του δικαστηρίου της ουσίας, που δικάζει αίτηση για αναγνώριση δεδικασμένου από αλλοδαπή απόφαση, ότι ο διάδικος στερήθηκε ή δεν στερήθηκε του δικαιώματος υπεράσπισης είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη ως αφορώσα εκτίμηση πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 1255/2006, ΑΠ 672/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την από 16-2-2012 αίτησή της, την οποία ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων εναντίον των ήδη αναιρεσιβλήτων, ζήτησε να κηρυχθούν εκτελεστές οι αναφερόμενες στο δικόγραφο αυτής τρεις αποφάσεις του Πρωτοδικείου Τιράνων. Επί της αίτησης αυτής και της συνεκδικασθείσας με αυτήν κύριας παρέμβασης των καθ' ων εκδόθηκε η 322/2012 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η κύρια παρέμβαση και έγινε δεκτή η αίτηση. Κατ' αυτής άσκησαν έφεση οι καθ' ων οι αίτηση - κυρίως παρεμβαίνοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με τις υπ' αριθ. 911/2010, 835/2008 και 312/2008 αποφάσεις του Πρωτοδικείου Τιράνων, που εκδόθηκαν μετά από αιτήσεις της εφεσιβλήτου, αλλοδαπής εταιρίας, εδρεύουσας στα Τίρανα Αλβανίας, κηρύχθηκαν εκτελεστοί και απέκτησαν πλήρη ισχύ, οι τίτλοι -αποφάσεις των διαχειριστών της εφεσιβλήτου, σύμφωνα με το Αλβανικό δίκαιο, με τις οποίες οι ήδη εκκαλούντες κηρύχθηκαν οφειλέτες αυτής για διάφορα χρηματικά ποσά. Στη συνέχεια η εφεσίβλητη, με την από 16.02.2012 και αριθ. κατάθ. 359/2012 αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ζήτησε να κηρυχθούν εκτελεστές στην Ελλάδα οι ανωτέρω τρεις αποφάσεις του Πρωτοδικείου Τιράνων.
Εκδόθηκε σχετικώς η υπ' αριθ. 322/2012 απόφαση του Μον. Πρωτοδ. Ιωαννίνων, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση... Οι επίμαχες αποφάσεις του Πρωτοδικείου Τιράνων, οι οποίες προσομοιάζουν προς τις διαταγές πληρωμής του Ελληνικού δικαίου, υπόκεινται σε ειδικό ένδικο βοήθημα, "αντιρρήσεις" τις αναφέρει το Εφετείο Δυρραχίου.
Εξάλλου οι εκκαλούντες, εδρεύουν και κατοικούν αντίστοιχα, στα Ιωάννινα, γεγονός γνωστό στην εφεσίβλητη εταιρία, όπως προκύπτει από πληθώρα εγγράφων, αλλά και δικογράφων και δικαστικών αποφάσεων, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερθείσες αποφάσεις του Πρωτοδικείου Τιράνων και του Εφετείου Δυρραχίου στις οποίες οι εκκαλούντες φέρονται ως κάτοικοι Ιωαννίνων.
Παρά το στοιχείο αυτό αλλοδαπότητας, η εφεσίβλητη δεν κοινοποίησε τις επίμαχες αποφάσεις του πρωτοδικείου Τιράνων στους εκκαλούντες, στην έδρα και την κατοικία τους αντίστοιχα, στα Ιωάννινα, όπως όφειλε, αφού ήταν γνωστής, σ' αυτήν, διαμονής και έδρας, αλλά προέβη σε πλασματική επίδοση με τη δημοσίευση ανακοίνωσης σε δύο αλβανικές εφημερίδες στην αλβανική γλώσσα, σύμφωνα με άλλες διατάξεις του αλβανικού δικαίου και δη του Ν. 8471/1999.
Οι διατάξεις όμως αυτές δεν δύναται να τύχουν εφαρμογής εν προκειμένω, δεδομένου του προαναφερθέντος στοιχείου αλλοδαπότητας, δηλαδή της γνωστής (στην εφεσίβλητη) κατοικίας των εκκαλούντων στα Ιωάννινα, το οποίο στοιχείο από μόνο του συνεπάγεται την εφαρμογή της Συμβάσεως Δικαστικής Αρωγής Ελλάδας - Αλβανίας, (η οποία άλλωστε ως ειδική κατισχύει των αντιθέτων ρυθμίσεων των εσωτερικών δικαίων των συμβαλλομένων μερών), ή της Συμβάσεως της Χάγης, οι οποίες επιβάλλουν την πραγματική επίδοση και αποκλείουν την πλασματική, όπως προεκτέθηκε.
Επικαλείται βεβαίως η εφεσίβλητη, ότι, ανεξαρτήτως του νομίμου της κλητεύσεώς τους, οι εκκαλούντες έλαβαν γνώση των ενδίκων αποφάσεων του πρωτοδικείου Τιράνων και άσκησαν κατ' αυτών το προβλεπόμενο ένδικο βοήθημα ("αντιρρήσεις"), το οποίο απερρίφθη. Πλην όμως, η απόρριψη του ενδίκου αυτού βοηθήματος, το οποίο οι εκκαλούντες άσκησαν πολύ χρόνο μετά την επικαλούμενη γνωστοποίηση μέσω εφημερίδων, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες σχετικές αποφάσεις, έγινε λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς του και μόνο, χωρίς να ερευνηθεί η ουσία των ισχυρισμών τους...
Έσφαλε επομένως η εκκαλουμένη, η οποία απέρριψε τη σχετική ένσταση των καθ' ων και κυρίως παρεμβαινόντων περί συνδρομής των όρων του άρθ. 323 Κ.Πολ.Δ. για την κήρυξη εκτελεστών των επίμαχων αλλοδαπών αποφάσεων, διότι στερήθηκαν του δικαιώματος υπερασπίσεως και συμμετοχής στη δίκη, με την αιτιολογία ότι εφόσον οι καθ' ων άσκησαν το προβλεπόμενο ένδικο βοήθημα, έστω και αν αυτό απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμο, ικανοποιήθηκε η απαίτηση συμμετοχής τους στη δίκη και δεν μπορεί το ημεδαπό δικαστήριο να προβεί σε περαιτέρω έρευνα ως προς το νόμιμο της κλητεύσεώς τους.
Συνεπώς, ο σχετικός υπό κρίση λόγος έφεσης αποδεικνύεται βάσιμος τόσο νομικά όσο και κατ' ουσίαν. Ο ισχυρισμός της εφεσιβλήτου, περί καταχρηστικής ασκήσεως του λόγου αυτού της εφέσεως, διότι η πλασματική επίδοση την οποία προέβλεψε ο Ν. 8471/1999 της Αλβανικής Δημοκρατίας, κατ' απόκλιση από τα οριζόμενα στη διμερή Σύμβαση Δικαστικής Αρωγής Ελλάδας - Αλβανίας, με βάση τις διατάξεις του οποίου νόμου κλητεύθηκαν οι εκκαλούντες, συνιστά ειδικό έκτακτο δίκαιο το οποίο αναγκάστηκε να θεσπίσει η Αλβανική πολιτεία ενόψει έκρυθμων και εξαιρετικών περιστάσεων και δη πολεμικών γεγονότων και καταστροφών που έλαβαν χώρα στην επικράτεια το έτος 1999 (βλ. σελ. 4 - 7 προτάσεών της στην παρούσα δίκη), δεν είναι δυνατόν να στοιχειοθετήσει την εκ του άρθ. 281 Α.Κ. ένσταση, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά και αν ακόμη είναι αληθή, δεν είναι δυνατόν να καταστήσουν ανεκτή την αναίρεση του δικαιώματος ενός διαδίκου (εν προκειμένω των εκκαλούντων), για δίκαιη δίκη κατά τα διεθνώς κρατούντα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν σε προηγούμενη νομική σκέψη".
Και υπό τις ως άνω παραδοχές δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε την κύρια παρέμβαση και απέρριψε την αίτηση.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, αφού πράγματι, υπό τις παραδοχές του αυτές, υπάρχει, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην μείζονα πρόταση, η ως άνω στέρηση του δικαιώματος υπεράσπισης και γενικώς της συμμετοχής των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, ο τρίτος περί του αντιθέτου λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Επίσης, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν παραβίασε αυτές ούτε εκ πλαγίου και η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, διέλαβε επαρκείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ανωτέρω ζήτημα της στέρησης του δικαιώματος συμμετοχής στη δίκη και υπεράσπισης των αναιρεσιβλήτων, και συγκεκριμένα δέχθηκε, ότι η εφεσίβλητη - αναιρεσείουσα δεν κοινοποίησε τις επίμαχες αποφάσεις του Πρωτοδικείου Τιράνων στους εκκαλούντες - αναιρεσιβλήτους, όπως όφειλε, αλλά προέβη σε πλασματική επίδοση με τη δημοσίευση ανακοίνωσης σε δύο αλβανικές εφημερίδες, στην αλβανική γλώσσα, εξ αυτού δε του λόγου οι εν λόγω εκκαλούντες δεν έλαβαν έγκαιρα γνώση των αποφάσεων αυτών, ώστε να έχουν επαρκές χρονικό διάστημα για να αμυνθούν, αλλά άσκησαν τις αντιρρήσεις τους πολύ χρόνο μετά την ως άνω δημοσίευση, εκπροθέσμως χωρίς δική τους υπαιτιότητα.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. Ο τέταρτος λόγος, καθ' όσο μέρος πλήττει την κρίση του Εφετείου περί του ότι οι αναιρεσίβλητοι πράγματι στερήθηκαν του δικαιώματος υπεράσπισης, με την αιτίαση ότι αυτοί είχαν λάβει έγκαιρα γνώση της απόφασης και είχαν τη δυνατότητα να ασκήσουν εμπρόθεσμα αντιρρήσεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της πλημμελείας από τον αρ. 19 του άρθρου 559, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008). Επίσης δεν είναι πράγματα, υπό την άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (Ολ.ΑΠ 3/ 1997).
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/ 2003, ΑΠ 1299/2009), είτε ρητώς, είτε εκ του πράγματος με την περί του αντιθέτου παραδοχή (ΑΠ 403/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., διότι, κατά την αναιρεσείουσα, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν από αυτήν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, α) την αναφορά της στις εφαρμοζόμενες αδιακρίτως σε αλβανούς και αλλοδαπούς υπηκόους διατάξεις του Αλβανικού δικαίου (του ν. 8471/1999) σχετικά με την γνωστοποίηση της κήρυξής αυτών ως οφειλετών, δια δημοσιεύσεως στον τύπο των αποφάσεων, οι οποίες τους αφορούν, β) το γεγονός ότι και άνευ της δια του τύπου γνωστοποίησης, οι αναιρεσίβλητοι γνώριζαν στην ουσία την κήρυξή αυτών, ως οφειλετών, και είχαν πολλαπλώς το χρόνο να κινήσουν τις διαδικασίες είτε του διακανονισμού των οφειλών τους, είτε της δικαστικής αμφισβήτησης της κήρυξής τους ως οφειλετών και, συνεπώς, δεν στερήθηκαν "εν τοις πράγμασι" του δικαιώματος υπεράσπισης αυτών.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, και κατά τα δύο μέρη αυτού, εκ των οποίων ο υπό στοιχείο α' αποτελεί νομικό επιχείρημα και ο υπό στοιχείο β' επιχείρημα της αναιρεσείουσας από την εκτίμηση των αποδείξεων, σε κάθε περίπτωση δε, ως αβάσιμος, αφού το Δικαστήριο της ουσίας το έλαβε υπόψη και το απέρριψε εκ του πράγματος, με την παραδοχή ότι οι εκκαλούντες - αναιρεσίβλητοι άσκησαν το ένδικο βοήθημα εκπρόθεσμα, λόγω της μη πραγματικής και μη σύννομης κλήτευσής τους.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως προς τους δεύτερη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της 6/16-1-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ' αρ. 102/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ως προς την 1η των αναιρεσιβλήτων.
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση, ως προς τους δεύτερη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2014.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ