2264/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/6/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 23/6/2000 αγωγή νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2527/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8567/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/1/2007 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated2264/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 15-8-1998, ώρα 05.45, ο ΑΑ, γιος του πρώτου ενάγοντος με την από 1-6-2002 αγωγή, αδελφός του δευτέρου, τρίτου, τετάρτης και θείος των πέμπτου, έκτης, έβδομης και ογδόου εκ των εναγόντων, με την ίδια αγωγή, ο οποίος ήταν ασφαλισμένος στο ενάγον, με την από 23-6-2000 αγωγή του Ι.Κ.Α.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2264 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2264/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ..., 4) Χ4, κατοίκου ..., 5) Χ5, 6) Χ6, 7) Χ7, κατοίκων ..., 8) Χ8, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κλάππα, ο οποίος ανακάλεσε την από 11/5/2009 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Πετρόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως υπεισελθόντος αυτοδίκαια εκ του νόμου, ως ειδικού διαδόχου στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που πηγάζουν εξ ασφαλιστικών συμβάσεων του κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκινητιστικά ατυχήματα, της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΣΤΙΑ", που έδρευε στην ... και εκπροσωπείτο νόμιμα, η άδεια της οποία ανεκλήθη, και το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/6/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 23/6/2000 αγωγή νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2527/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8567/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/1/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης ανέγνωσε την από 3/12/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δύο πρώτων λόγων της αναίρεσης από το άρθρο 559 περ.1 και 19 ΚΠολΔ και την απόρριψη των υπολοίπων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμ. 1 εδ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παράβαση εκδηλώνεται με ψευδή ερμηνεία ή με κακή εφαρμογή.
Περαιτέρω κατά την έννοια της περιπτώσεως με αριθμ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται με σαφήνεια.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή, η αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της νοούνται, μόνο ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά νομικά επιχειρήματα που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία ή έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 15-8-1998, ώρα 05.45, ο ΑΑ, γιος του πρώτου ενάγοντος με την από 1-6-2002 αγωγή, αδελφός του δευτέρου, τρίτου, τετάρτης και θείος των πέμπτου, έκτης, έβδομης και ογδόου εκ των εναγόντων, με την ίδια αγωγή, ο οποίος ήταν ασφαλισμένος στο ενάγον, με την από 23-6-2000 αγωγή του Ι.Κ.Α.
οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ε.Ι.Χ. αυτοκίνητο του εκινείτο επί της μονής κατευθύνσεως προς ..., οδού ... στον ... Η οδός αυτή διασταυρώνεται κάθετα με την οδό ... Την προτεραιότητα διέλευσης των οχημάτων που κινούνται επί των οδών αυτών δεν ρυθμίζουν φωτεινοί σηματοδότες ούτε υπάρχουν σχετικές πινακίδες ρυθμίσεως της κυκλοφορίας (αρθρ. 4 παρ.3, Ρ- 1 μέχρι Ρ- 72 του Κ.Ο.Κ.).
Συνεπώς στους κόμβους αυτούς η προτεραιότητα ανήκει σ' αυτόν, που έρχεται από τα δεξιά (αρθρ. 26 παρ.5 του Κ.Ο.Κ. υπό τις εξαιρέσεις των εδαφίων α', β, γ' και δ' της παραγράφου αυτής). Επί της οδού ..., η οποία και αυτή είναι μονής κατευθύνσεως από ... προς ..., την ίδια ως άνω στιγμή εκινείτο το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και με τις δύο αγωγές Ψ1, συγκυριότητος, των δύο πρώτων εναγομένων (και στις δύο αγωγές) και ήταν ασφαλισμένο για την περίπτωση προκλήσεως ζημιών σε τρίτους, στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΣΤΙΑ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε και στη θέση της υπεισήλθε το τρίτο και με τις δύο αγωγές εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. με το συντομογραφικό τίτλο "Επικουρικό Κεφάλαιο".
Όταν τα ως άνω δύο αυτοκίνητα έφθασαν προ της διασταυρώσεως των παραπάνω οδών οι οποίες στο ύψος εκείνο είναι ευθείες εισήλθαν και τα δύο στη διασταύρωση με αποτέλεσμα να συγκρουστούν. Από τη σύγκρουση των ως άνω οχημάτων ο οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ε.Ι.Χ. αυτοκινήτου, ΑΑ, τραυματίσθηκε πολύ σοβαρά και στις 20-8-1998 απεβίωσε εξ αιτίας τετραπληγίας που προήλθε από τα κατάγματα που υπέστη και τρώση του νωτιαίου μυελού. Από τα ως άνω συγκρουσθέντα οχήματα δεξιά εκινείτο το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι. Χ. Ε. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και στις δύο ένδικες αγωγές, Ψ1.
Έτσι με βάση τις πιο πάνω συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το εν λόγω θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης των οχημάτων είναι ο θανών ΑΑ, οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ε.Ι.Χ. αυτοκινήτου, συγγενής των εναγόντων με την από 1-6-2000 αγωγή και ασφαλισμένος του ενάγοντος με την από 23-6-2000 αγωγή Ι.Κ.Α., ο οποίος δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που μπορούσε και όφειλε να καταβάλει ανάλογα με τις αντικειμενικές περιστάσεις και τις ικανότητές του και με βάση τους νομικούς κανόνες και την κοινή πείρα, στοιχεία που θα επεδείκνυε ο μέσος συνετός οδηγός που θα βρισκόταν στη θέση του (αρθρ. 12 παρ.1 σε συνδυασμό με αρθρ. 19 παρ.1 του Κ. Ο. Κ.) και συγκεκριμένα διότι αυτός δεν παραχώρησε προτεραιότητα διελεύσεως από την ένδικη διασταύρωση στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και στις δύο αγωγές, Ψ1, το οποίο εκινείτο από δεξιά του. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι το ως άνω υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... Ι. Χ. Ε. αυτοκίνητο εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα (άνω των 50 χιλ/ωρα), είναι απορριπτέος ως αναπόδεικτος. Ούτε, όμως εμπίπτει η παρούσα περίπτωση σε οποιαδήποτε περίπτωση εξαίρεσης της από δεξιά προτεραιότητας του άρθρου 26 παρ 5 περίπτωση α'του ΚΟΚ).
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής των προϋποθέσεων της αδικοπραξίας, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες από τις οποίες είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.
Ειδικότερα αναφέρονται όλα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η αποκλειστική υπαιτιότητα του θανατωθέντος οδηγού ΑΑ και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς αυτού με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Η υπαγωγή δε αυτών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών που εφαρμόστηκαν δεν βρίσκεται σε καμία αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Οι ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αναιρεσείοντες αναφέρονται σε περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του ισχυρισμού τους για συνυπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου τα οποία έπρεπε να ισχυρισθούν και να αποδείξουν οι αναιρεσείοντες και συγκεκριμένα προβάλλονται αιτιάσεις ότι α) δεν καθορίζεται η ταχύτητα των δύο οχημάτων κατά τη σύγκρουση, β) δεν προσδιορίζεται το ακριβές σημείο της οδού στο οποίο έγινε η σύγκρουση, ούτε και τα ακριβή σημεία των βλαβέντων μερών και των δύο αυτοκινήτων γ) δεν καθορίζονται οι διαστάσεις του οδοστρώματος και των πεζοδρομίων, αν υπήρχαν λωρίδες κυκλοφορίας και ποιες ήταν εκείνες στις οποίες εκινούντο τα αυτοκίνητα δ) δεν καθορίζεται η θέση των αυτοκινήτων πριν και κατά τη σύγκρουση, και η αντίδραση των οδηγών για να αποφύγουν το ατύχημα και γενικά δεν γίνεται λεπτομερής αναφορά των συνθηκών του ατυχήματος και της συμπεριφοράς του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου για να αποφύγει το ατύχημα.
Όλες όμως οι εν λόγω ελλείψεις και ασάφειες αφορούν περιστατικά τα οποία, όπως προαναφέρθηκε ήταν απαραίτητα για να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό, για συνυπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου και επομένως έπρεπε να τα επικαλεστούν και να τα αποδείξουν οι αναιρεσείοντες, το δικαστήριο δε της ουσίας κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά δεν αποδείχτηκαν, ενώ η υπαιτιότητα του θανατωθέντος οδηγού δέχτηκε ότι αποδεικνύονταν από το ότι αυτός παραβίασε την εκ δεξιών προτεραιότητα.
Κατά συνέπεια το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις περί αδικοπραξιών που εφαρμόστηκαν ούτε και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή στους ανωτέρω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, των περιστατικών τα οποία κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τα άρθρα 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ που αποδίδουν οι αναιρεσείοντες με τους δύο πρώτους λόγους της αναίρεσης και οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι στην ουσία και πρέπει να απορριφθούν.
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα τα οποία δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προκύπτει ότι πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση, του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση, ή αντένσταση δικαιώματος, όχι δε και οι ισχυρισμοί οι οποίοι συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης, ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της κάθε μιας απ αυτές, αφού, αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης, ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων (Ολ.
ΑΠ 469/84). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους που νομότυπα και εμπρόθεσμα προέβαλλαν και ήταν ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης α) ότι το όχημα του θανόντος οδηγού εισήλθε και εκινείτο πρώτο εντός της διασταυρώσεως και ότι σ' αυτό προσέκρουσε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος με το εμπρόσθιο μέρος του στη δεξιά πλευρά του β) ότι το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα την οποία δεν ανέκοψε και όταν εισήλθε στη διασταύρωση με αποτέλεσμα να μην αποφύγει τη σύγκρουση των δύο οχημάτων η οποία ήταν ιδιαίτερα σφοδρή με θανατηφόρο αποτέλεσμα.
Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας εξέτασε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί υπερβολικής ταχύτητας τού πρώτου εναγομένου στον οποίο εμπεριέχονται όλες οι ως άνω αιτιάσεις και τον απέρριψε ως αναπόδεικτο. Κατά συνέπεια το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια που αποδίδεται με τον ανωτέρω τρίτο λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ και ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος στην ουσία και πρέπει να απορριφθεί.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης , υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να εξαίρει ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ,Δ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 42/2002). Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο αναιρετήριο και συγκεκριμένα η με αριθμ. 403/201 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά και η με αριθμ. 355/2002 απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου με τις οποίες ο πρώτος εναγόμενος καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως ενός έτους για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του ΑΑ κατά το ως άνω τροχαίο ατύχημα.
Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης σε αυτήν υπάρχει σαφέστατη διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα τα οποία νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι. Από το συνδυασμό δε της διαβεβαίωσης αυτής με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως αδίστακτα προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και οι ως άνω δικαστικές αποφάσεις που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες και συνεκτιμήθηκαν με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.
Κατά συνέπεια ο ανωτέρω τέταρτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος στην ουσία και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση της αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων λόγω της ήττας τους (αρθρ. 176,183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Ιανουαρίου 2007 αίτηση για αναίρεση της 8567/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ