Legislator Case Law & Legislation
2261/2014 AI generated

2261/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2261/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2261/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν περιλαμβάνει, όμως, και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Keywords

AI generated
voluntary unemployment health impairment in military insurance compensation for loss of earnings sick pay insurance benefits claim for insurance benefits admission to health insurance practice
AI generated
546/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
474/2026
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Αθανάσιο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
1435/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2604/2007 μη οριστική και 1096/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4144/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-3-2012 αίτησή του.
2264/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
1163/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2261 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2261/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. συζ. Α. Κ. και 2) Α. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζέρβα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ (ΟΣΕ ΑΕ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Δημάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την με αρ. κατ. δικογρ. 2240/2007 ανακοίνωση δίκη - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5470/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 4404/2010 και 3148/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-10-2013 αίτησή τους και τον από 20-6-2014 πρόσθετο λόγο αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Χυτήρογλου διάβασε την από 19-9-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των με αύξ. αρ. εκθ. καταθ. 773/2013 και 58/2014 αιτήσεως και πρόσθετου λόγου αναιρέσεως, αντίστοιχα, κατά της 3148/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου, καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει, όμως, και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ψέγεται η πρώτη αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 άρθ. 559 Κ.Πολ.Δ. διότι το Εφετείο, ήχθη στο αποδεικτικό πόρισμα περί μη πρόσληψής της στην εταιρεία ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ ΑΕΛΔΕ και μη απώλειας ως εκ τούτου εισοδημάτων από μισθωτές υπηρεσίες, από την εσφαλμένη ανάγνωση του εκκαθαριστικού σημειώματος του έτους 1999, ενώ, αν το είχε αναγνώσει ορθώς θα είχε καταλήξει στο αληθές συμπέρασμα ότι, αυτή, δηλαδή, προσλήφθηκε από την άνω εταιρεία την 15-12-98 και δήλωσε τα εισοδήματα της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου με συμπληρωματική δήλωση του ίδιου έτους τα οποία έτσι δεν συμπεριλήφθηκαν στο εκκαθαριστικό σημείωμα του έτους 1999.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφενός μεν, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση του δικαστηρίου για το περιεχόμενο του άνω εγγράφου και στο διαφορετικό πόρισμα που κατέληξε από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα και όχι σε εσφαλμένη ανάγνωσή του και αφετέρου διότι το αποδεικτικό πόρισμα για μη απώλεια εισοδημάτων από μισθωτές υπηρεσίες δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στο συγκεκριμένο έγγραφο (εκκαθαριστικό σημείωμα) αλλά και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία.

Κατά, το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο προσβάλλεται η απόφαση, διότι, το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, θα πρέπει στην αίτηση αναιρέσεως να αναφέρεται:

α) ποιες είναι οι αποδείξεις που προσκομίσθηκαν, με επίκληση, και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις, και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης. Με τον πρώτο εδάφιο (1.2) αναιρετικό λόγο η πρώτη εκ των αναιρεσειόντων προσβάλει την απόφαση για παράβαση εκ του αριθμού 11γ' άρθ. 559 Κ.Πολ.Δ., εκ του ότι το δικαστήριο "παρά την γενική παραδοχή ότι έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση" δεν έλαβε υπόψη του για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς το ύψος των διαφυγόντων κερδών της πρώτης, το εκκαθαριστικό της δήλωσης φόρου εισοδήματος του έτους 2001 (οικονομικό έτος 2000), από το οποίο προέκυπτε ότι κατά το άνω (2000) χρονικό διάστημα απασχολείτο ως υπάλληλος της εταιρείας "ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ ΑΕΛΔΕ".

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, από την επισκόπηση της απόφασης προκύπτει ότι το έλαβε υπόψη της, αλλά, κρίνοντας ότι οι δηλώσεις της για εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα απέρριψε το σχετικό αίτημά της. Αντίθετα η αιτίασή της ότι δεν έλαβε υπόψη της για την διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος της αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη από μισθωτές υπηρεσίες τα εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 2002 - 2005, αντίγραφο της από 18-1-2000 ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ αυτής και της εταιρείας ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ ΑΕΛΔΕ, αντίγραφο της 4976/99 αίτησης δήλωσης αναγγελίας της πρόσληψής της στον ΟΑΕΔ, αντίγραφο της θεωρηθείσας την 7-2-2000 κατάστασης προσωπικού και ωρών εργασίας, αντίγραφο της 4371571 καρτέλλας του ΙΚΑ, αντίγραφα μισθοδοτικών καταστάσεων της ανωτέρω εταιρείας, αντίγραφο της από 15-1-2000 βεβαιώσεως αποδοχών της είναι απαράδεκτη και εντεύθεν απορριπτέα ως προβαλλόμενη το πρώτο με τις ενώπιον του Αρείου Πάγου προτάσεις και όχι το αναιρετήριο.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ του ίδιου αριθμού (11γ' άρθ. 559 Κ.Πολ.Δ.) εκ του ότι δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι λήφθηκε υπόψη για την διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, του αγωγικού αιτήματος για αποζημίωση λόγω διαφυγόντων κερδών από την άσκηση εργασιών μεσιτείας στην πώληση ακινήτων, η με αριθμό .../14-3-2006 ένορκη βεβαίωση του συνεργάτη της Ι.

Γ.. Από τις παραδοχές, όμως, της απόφασης και την ειδική μνεία της άνω ένορκης βεβαίωσης στο κείμενο της απόφασης αποδεικνύεται, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι την έλαβε υπόψη και την αξιολόγησε αρνητικά, χωρίς να είναι απαραίτητο να γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στο περιεχόμενό της όπως υποστηρίζει αβάσιμα με τον σχετικό λόγο αναιρέσεώς της η πρώτη των αναιρεσειόντων, ο οποίος και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Με τον δεύτερο και τέταρτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για πλημμέλεια εκ του άνω αριθμού, κατά το μέρος που απέρριψε το αγωγικό αίτημα αποζημίωσης της πρώτης αναιρεισείουσας για διαφυγόντα κέρδη της περιόδου 2006 - 2023 ως προώρως ασκούμενο, και, διότι δέχθηκε ότι η ζημία του δεύτερου αυτών (αναιρεσείοντος), λόγω στέρησης των υπηρεσιών της πρώτης (συζύγου του), εξαιτίας του τραυματισμού της, περιορίστηκε μόνο μέχρι τον Νοέμβριο του έτους 2002, στο ποσό των 5.600 ευρώ.

Το δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως ως προς τα άνω θέματα τα εξής: "... Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα, πριν τον τραυματισμό της ασκούσε το επάγγελμα της ασφαλίστριας, έχοντας κάνει έναρξη εργασιών, ως ασφαλιστικός πράκτορας, στις 27-5-1998 αποκτώντας από το Επιμελητήριο Ημαθίας άδεια πράκτορα ασφαλειών και διαθέτοντας δικό της ασφαλιστικό πρακτορείο στη Νάουσα, στην πλατεία Καρατάσου αριθ. 18, όπου και αντιπροσώπευε διάφορες ασφαλιστικές εταιρείες.

Έκτοτε και μέχρι το χρόνο του ατυχήματος ήτοι από 1998 έως 2000 εργάσθηκε ως πράκτορας συνάπτοντας ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό των ασφαλιστικών εταιρειών "ARGO" "METRO LIFE Εμπορική" και "INTER LIFE ΑΕΕΓΑ". Συγκεκριμένα από την παραπάνω εργασία της στην εταιρία ARGO, η πρώτη ενάγουσα κέρδιζε από προμήθειες το συνολικό ποσό των 368,07 ευρώ, κατά μέσο όρο μηνιαίως (σχετ.

προσκομιζόμενα και επικαλούμενα πινάκια παραγωγής ασφαλίστρων), έχοντας μια έντονη επαγγελματική δραστηριότητα, παράγοντας 243 ασφαλισμένους πελάτες, στους οποίους αντιστοιχούσαν 294 αυτοκίνητα. Στις 19-6-2001 ανακλήθηκε η άδεια της εταιρίας "ARGO", πλην όμως η ενάγουσα, εάν δεν είχε μεσολαβήσει το προπεριγραφέν ατύχημα, θα μπορούσε, με μια απλή αίτησή της, να μεταφέρει το πελατολόγιό της, το οποίο και ήταν προϊόν αποκλειστικά δικού της μόχθου και ικανοτήτων, σε μια άλλη ασφαλιστική εταιρεία από αυτές που ήδη αντιπροσώπευε ή σε άλλη με την οποία το πρώτον θα συνήπτε σύμβαση αντιπροσωπείας.

Από τη συνεργασία της ενάγουσας με την εταιρεία "INTERLIFE ΑΕΕΓΑ" προκύπτει ότι κατά την τελευταία διετία πριν το ατύχημα είχε συνολικές αποδοχές 677.905 δραχμές (565.891 δρχ. για το 1998 και 112.014 δρχ. για το 1999) ήτοι 1.989,44 ευρώ για τα δύο χρόνια και κατά μέσο όρο μηνιαίως 82,89 ευρώ. Από τη συνεργασία της ενάγουσας με την εταιρεία "METROLIFE Εμπορική" προκύπτει ότι κατά την τελευταία διετία, πριν το ατύχημα, είχε συνολικές αποδοχές 3.229.820 δραχμές ήτοι 9.478,56 ευρώ για τα δύο χρόνια και κατά μέσο όρο μηνιαίως 394,94 ευρώ.

Από τις παραπάνω αιτίες συνολικά η ενάγουσα είχε μηνιαίως εισόδημα (368,07 + 82,9 + 394,94) = 845,91 ευρώ. Συνακόλουθα, εάν δεν είχε μεσολαβήσει το προπεριγραφέν ατύχημα συνεπεία του οποίου η ενάγουσα κωλύεται απολύτως στην άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων της πιθανολογείται ότι, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αυτή θα απεκέρδαινε από το χρόνο του ατυχήματος (Ιούνιος του 2000) έως τη συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (22-11-2012), από την προαναφερθείσα αιτία το συνολικό ποσό των (845,91 Χ 149 μήνες) = 126.040,59 ευρώ.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι, την ως άνω απαίτηση της ενάγουσας δεν επηρεάζει το γεγονός ότι δυνάμει της υπ' αριθ. 78/5-4-2001 αποφάσεως της Α'/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής ΤΕΒΕ η ενάγουσα, κριθείσα ανίκανη προς άσκηση του επαγγέλματός της λόγω αναπηρίας, με ποσοστό αναπηρίας 67%, συνταξιοδοτήθηκε από τον πιο πάνω ασφαλιστικό φορέα με αναπηρική σύνταξη ποσού 320,30 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 1-8-2001 έως 30-4-2005, αφού το επίμαχο ατύχημα συνέβη, και η σχετική αξίωση της ενάγουσας έχει γεννηθεί, στις 26-6-2000 ήτοι πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 3518/2006 και αυτή δεν επηρεάζεται από το νέο νόμο.

Περαιτέρω, από την εκτίμηση των παραπάνω αποδείξεων, λαμβάνοντας, όμως, υπόψη τη διεθνή αλλά και την έντονα πιεστική εγχώρια οικονομική κρίση, η οποία έχει, μεταξύ άλλων, καθοριστική επίδραση στην ασφαλιστική αγορά, (ρευστές και αβέβαιες συνθήκες της αγοράς, ανακλήσεις αδειών λειτουργίας ασφαλιστικών εταιρειών, δραματική απομείωση των πωλουμένων αλλά και των κυκλοφορούντων οχημάτων, αρνητική ανταπόκριση του κοινού σε διαφόρων ειδών συμβάσεις ασφαλίσεως περιοριζομένων μόνον στις υποχρεωτικές τοιαύτες, έντονος ανταγωνισμός επιχειρηματικός κ.λπ.), η κρινομένη αγωγή και κατά το αίτημά της να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει αποζημίωση για απώλεια των αποδοχών της για το διάστημα από 23-11-2012 μέχρι και το έτος 2023 είναι απορριπτέα ως ασκουμένη προώρως, καθόσον, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων είναι αβέβαιο το ύψος των αποδοχών που αυτή θα απεκόμιζε, το παραπάνω χρονικό διάστημα, χωρίς όμως εντεύθεν να δημιουργείται ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή οριστική της διαφοράς επί της ουσίας, όπως έχει ήδη αναφερθεί.

Επιπλέον, είναι απορριπτέο, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, το αίτημά της να υπολογισθεί, μηνιαίο ποσό με προσαύξηση 5% ετησίως, αφού τούτο, δεν προβλέπεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, λαμβάνοντας υπόψη και την ρευστότητα της ασφαλιστικής αγοράς (ανακλήσεις αδειών λειτουργίας ασφαλιστικών εταιρειών, ανταγωνισμός επιχειρηματικός, διεθνής και εγχώρια οικονομική κρίση κ.λπ.).

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, πέραν της συνεργασίας της με τις ανωτέρω ασφαλιστικές εταιρείες στον κλάδο αυτοκινήτων, αυτή από τις αρχές του έτους 2000 είχε θέσει σε εφαρμογή και ένα παράλληλο σχέδιο δημιουργίας δικτύου τεσσάρων τουλάχιστον ασφαλιστών (με προοπτική αυξήσεώς τους) που θα ενεργοποιούνταν ευρύτερα στο νομό Ημαθίας, συνεργαζόμενοι με το ασφαλιστικό Πρακτορείο που είχε ιδρύσει, ήδη από το Μάιο του 1998, στη Νάουσα.

Ήδη δε μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2000 ενέταξε στο δίκτυο αυτό τους δυο ασφαλιστές, και συγκεκριμένα τους Β. Β., κάτοικο ... (Δήμος …), και Δ. Κ., κάτοικο ..., με τους οποίους και είχε συνάψει και τις από 1-11-1999 και από 1-3-2000 αντίστοιχες έγγραφες συμβάσεις, και περαιτέρω συμφώνησε να λαμβάνει ποσοστό υπερπρομήθειας 6% επί των ασφαλίστρων, (σε συμβάσεις που αυτοί θα κατήρτιζαν με τρίτους), ενώ αυτοί θα λάμβαναν ποσοστό 15%, τα ποσοστά δε αυτά συνηθίζονται στην πρακτική των ασφαλιστικών συναλλαγών και είναι αυτά που εφαρμόζονται και στη σημερινή συνεργασία των δύο ασφαλιστών.

Αυτοί δε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, λόγω της προσεκτικής επιλογής των προσώπων και της εισαγωγικής εκπαίδευσης που τους παρείχε η ενάγουσα, συγκρότησαν πελατολόγιο που, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ανερχόταν για τον μεν πρώτο στα 500 αυτοκίνητα, για τον δε δεύτερο στα 1000 αυτοκίνητα, λαμβάνοντας δε υπόψη ότι το ετήσιο ασφάλιστρο για κάθε αυτοκίνητο ανέρχεται, το παραπάνω χρόνο, περίπου στα 250 ευρώ, ο Β.

είχε ετήσια ασφαλιστική παραγωγή της τάξεως των 125.000 ευρώ, ενώ ο Κ. 250.000 ευρώ. Κατά τα έτη 2001 - 2005 η αύξηση της απόδοσης του πελατολογίου των δύο ως άνω ασφαλιστών ήταν σταδιακή, και συγκεκριμένα: το έτος 2001 αυτοί είχαν το 1/5 της παραγωγής κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής. Επομένως, και η υπερπρομήθεια που θα κατέβαλαν στην ενάγουσα θα ανερχόταν στο 1/5 αυτής ήτοι (1875/5 =) 375 ευρώ μηνιαίως και 4.500 ευρώ ετησίως.

Με τον ίδιο ρυθμό αυξανόμενη η παραγωγή των δύο αυτών ασφαλιστών θα απέφερε στην ενάγουσα τα ακόλουθα ποσά το 2002 για τα 2/5 της παραγωγής κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, 750 ευρώ μηνιαίως και 9.000 ευρώ ετησίως. Το 2003 για τα 3/5 της αντίστοιχης παραγωγής, 1.125 ευρώ μηνιαίως και 13.500 ευρώ ετησίως, το 2004 για τα 4/5 της σημερινής παραγωγής, 1.500 ευρώ μηνιαίως και 18.000 ευρώ ετησίως, και το 2005 για το σύνολο της παραγωγής κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (23-6-2005), 1.875 ευρώ μηνιαίως και 22.500 ευρώ ετησίως.

Επομένως, εάν δε μεσολαβούσε το ατύχημα που κατέστησε την ενάγουσα ανίκανη προς εργασία, αυτή πιθανολογείται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ότι θα ελάμβανε απ' αυτούς από τις υπερπρομήθειες, των ετών 2001 - 2005, 67.500 ευρώ. Όσον αφορά δε το χρονικό διάστημα από το έτος 2006 έως το 2023, οπότε και η ενάγουσα θα συμπλήρωνε τριακονταπενταετία για τη συνταξιοδότησή της, η κρινομένη αγωγή και κατά το αίτημά της να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει αποζημίωση για απώλεια των αποδοχών της από την είσπραξη υπερπρομηθειών για το παραπάνω διάστημα (2006 - 2023), είναι απορριπτέα ως ασκουμένη προώρως, καθόσον, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων είναι αβέβαιο εάν θα συγκροτούσε δίκτυο τουλάχιστον τεσσάρων ασφαλιστών, όπως ισχυρίζεται, που θα δρούσε στο νομό Ημαθίας και από την εργασία του οποίου θα απεκόμιζε αυτή υπερπρομήθειες, λαμβάνοντας υπόψη το συγκεκριμένο χωρικό πεδίο και το περιορισμένο εύρος των δυνατοτήτων μιας ασφαλιστικής αγοράς στην επαρχία, υπό τις συγκεκριμένες οικονομικές δυνατότητες που διαμορφώθηκαν ήδη, χωρίς όμως εντεύθεν να δημιουργείται ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή οριστική της διαφοράς της ουσίας, όπως έχει ήδη αναφερθεί...

Εξαιτίας, ωστόσο, του προπεριγραφόμενου σοβαρού τραυματισμού η ενάγουσα από τον τραυματισμό της (την 26-6-2000) και εφεξής κατέστη παντελώς ανίκανη για εργασία, η ανικανότητά της δε αυτή για εργασία και μάλιστα για εργασίες που απαιτούν κινητικότητα και ορθοστασία είναι μόνιμη και μη αναστρέψιμη για όλη της τη ζωή με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67% οι δε σωματικές βλάβες που υπέστη και οι επιπτώσεις τους στην υγεία της θα επιδεινώνονται σταδιακά με την αύξηση της ηλικίας της, όπως αποφάνθηκε και ο πραγματογνώμονας ιατρός.

Η παραπάνω μόνιμη κατάσταση της υγείας της παθούσας - ενάγουσας και η αναπηρία της αυτή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, επιδρά αρνητικά στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη, την οποία κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα είχε, αν δεν είχε τραυματιστεί, αφού σύμφωνα με τις ιατρικές γνωματεύσεις που προαναφέρθηκαν οι σωματικές βλάβες που υπέστη και οι επιπτώσεις τους στην υγεία της θα επιδεινώνονται σταδιακά με την αύξηση της ηλικίας της και συνεπώς δεν θα μπορεί να μετέλθει κάποια εργασία στο μέλλον.

Επομένως, συντρέχει νόμιμη περίπτωση και πρέπει να επιδικαστεί σ' αυτήν πρόσθετη εύλογη αποζημίωση, κατ' άρθρ. (931 ΑΚ,) η οποία, ενόψει ιδίως της ηλικίας της, του είδους και των συνεπειών της αναπηρίας της, της έλλειψης οποιασδήποτε υπαιτιότητάς της στο επίμαχο ατύχημα, πρέπει να οριστεί στα 80.000 ευρώ, κατά μερική παραδοχή του αντιστοίχου λόγου της κρινομένης εφέσεως της ενάγουσας...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, σύζυγος του δευτέρου ενάγοντος από τις 26-12-1981 και μητέρα δύο κοριτσιών, συνεισέφερε στις ανάγκες της οικογένειάς της, με τα παραπάνω αναφερόμενα εισοδήματά της, αλλά και με τη προσωπική της εργασία, φροντίζοντας για την ανατροφή των παιδιών της, την καθαριότητα και συντήρηση του σπιτιού, την ετοιμασία του φαγητού, την καθαριότητα των ρούχων, την προμήθεια των απαραίτητων αγαθών.

Ο δεύτερος ενάγων εργαζόταν στην επιχείρηση κατασκευής καρεκλών Δαούτη, στη Νάουσα, με μηνιαίο εισόδημα 900 ευρώ. Τη συνεισφορά της πρώτης ενάγουσας (συζύγου), με την παροχή των προσωπικών της υπηρεσιών, ανερχόμενη σε ποσοστό 70%, στερήθηκε μετά το ατύχημα ο ενάγων. Από το σύνολο των εισοδημάτων της η πρώτη ενάγουσα διέθετε για τις οικιακές ανάγκες και για τη διατροφή του συζύγου της, κατά την κρίση του δικαστηρίου, 200 ευρώ το μήνα και ήταν κατά νόμο (άρθρα 1390 ΑΚ) υποχρεωμένη να διατρέφει το σύζυγό της.

Εξαιτίας του ατυχήματος της συζύγου του, ο δεύτερος ενάγων στερήθηκε την διατροφή αυτή μέχρι και το Νοέμβριο του έτους 2002, οπότε τοποθέτησε τεχνητό μέλος η πρώτη ενάγουσα και συνεπώς ήταν σε κατάσταση και θέση να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην έκταση που τις παρείχε και πριν από το τραυματισμό της, ενόψει και των επαγγελματικών απασχολήσεων που είχε, και συνεπώς για την αναπλήρωσή της πρέπει να λάβει, ο δεύτερος ενάγων, ισόποση αποζημίωση από το χρόνο του ατυχήματος μέχρι το Νοέμβριο 2002.

Έτσι, η ισόποση αποζημίωση, λόγω στέρησης διατροφής που δικαιούται ο δεύτερος ενάγων ανέρχεται στο ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως και συνολικά στο ποσό των 5.600 ευρώ (200 ευρώ Χ 28 μήνες), όπως ορθώς αποφάνθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένων ως αβασίμων κατ' ουσίαν των αντιστοίχων λόγων εφέσεως του δευτέρου ενάγοντος και του εναγομένου ΟΣΕ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Με τα δεδομένα αυτά, η κύρια, από 22-6-2005 και υπ' αριθ. καταθ. 95815/ 5694/23-6-2005 αγωγή, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου ΟΣΕ να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 292.729,59 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 5.600 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση".

Υπό τα άνω δεδομένα η απόφαση περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το βασικό θέμα της απώλειας των εισοδημάτων και του χρόνου των διαφυγόντων κερδών των αναιρεσειόντων και της θετικής ζημίας αυτών και δεν είναι απαραίτητο για την πληρότητα αυτής να παρατεθούν περαιτέρω "εξηγήσεις" για την κρίση του δικαστηρίου ότι τα άνω αιτήματα για επιδίκαση διαφυγόντων κερδών μέχρι το 2023 ασκούνται πρόωρα, δεδομένου ότι, οι παραδοχές περί αβεβαιότητας της ύπαρξης διαφυγόντων κερδών εξαιτίας της ρευστότητας και των αβέβαιων συνθηκών της αγοράς, των ανακλήσεων αδειών λειτουργίας ασφαλιστικών εταιρειών, της δραματικής απομείωσης των πωλουμένων αλλά και των κυκλοφορούντων οχημάτων, της αρνητικής ανταπόκρισης του κοινού σε διαφόρων ειδών συμβάσεις ασφαλίσεως περιοριζομένων μόνον στις υποχρεωτικές τοιαύτες του έντονου ανταγωνισμού είναι σαφείς και πλήρεις για την απόρριψη των άνω κονδυλίων και δεν είναι απαραίτητη η παράθεση περισσοτέρων στοιχείων.

Ομοίως, αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος για όσα αφορούν τον περιορισμό του αιτήματος αποζημίωσης του δεύτερου των αναιρεσειόντων στο μέχρι τον Νοέμβριο του έτους 2002 χρονικού διαστήματος, αφού οι αιτιολογίες για τον περιορισμό του αιτούμενου κονδυλίου μέχρι το συγκεκριμένο χρονικό σημείο, είναι πλήρεις και σαφείς.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, 215 § 1 εδαφ. α' και 221 § 1 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνον διαδικαστική πράξη αλλά έχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως που εμπεριέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυντέα προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής ανεξαρτήτως του διαδικαστικού χαρακτήρα της ως στοιχείου ασκήσεως της αγωγής και μέσου ενάρξεως της δίκης, ώστε ως εναρκτήρια αυτής διαδικαστική πράξη να συνεπάγεται την τοκογονία του ληξιπροθέσμου χρέους χωρίς η υπερημερία του εναγόμενου οφειλέτη (ΑΚ 346) και ως όχληση να καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο υπό την επιφύλαξη της ενστάσεως του άρθρου 342 ΑΚ και υπόχρεο να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας όχι ως άμεσο αποτέλεσμα της αγωγής, η οποία δεν έχει τέτοια συνέπεια, αλλά της οχλήσεως που όταν ασκείται με την αγωγή της οποίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο, ούτε τη νομική φύση της, ούτε την αυτοτέλειά της έναντι της αγωγής αποβάλλει.

Σημειώνεται ότι προτάσεις ή με δήλωση στο ακροατήριο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής ως αναγνωριστικό, που έχουν ως αποτέλεσμα το ότι η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα στην πρώτη περίπτωση και στη δεύτερη ως μη ασκηθείσα κατά το καταψηφιστικό της αίτημα, συνεπάγεται την ανατροπή εξ υπαρχής μόνο των αποτελεσμάτων που επήλθαν με και από την άσκηση αυτής, δεν αφορά όμως και την επίδοση της αγωγής κατά το μέρος που η επίδοσή της έχει χαρακτήρα οχλήσεως, δημιουργική υπερημερίας του οφειλέτη και οφειλής για αντιστοίχους τόκους σύμφωνα με το άρθρο 345 Α.Κ. (Ολ.

ΑΠ 13/1994). Ακόμη, το αποτέλεσμα της όχλησης που έγινε με την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής προς τον οφειλέτη δεν ανατρέπεται, αν η αγωγή αυτή απορρίφθηκε για λόγους που δεν ανάγονται στο υποστατό της αξίωσης, αλλά στην έλλειψη δικονομικών προϋποθέσεων, συνεπαγομένων ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής ή απαραδέκτου αυτής (π.χ.

λόγω αοριστίας). Αντιθέτως, αν η αγωγή απορρίφθηκε για ουσιαστικό λόγο, το ανωτέρω αποτέλεσμα της περιέλευσης του οφειλέτη σε υπερημερία δεν επέρχεται, αφού στην περίπτωση αυτή η όχληση δεν αφορά σε νόμιμη απαίτηση. Επομένως ο ενάγων, ο οποίος με προγενέστερη αγωγή του, επιδοθείσα νομίμως, που απορρίφθηκε λόγω έλλειψης δικονομικής προϋπόθεσης, είχε ζητήσει την επιδίκαση της ίδιας απαίτησης, που ενασκεί με τη νέα αγωγή, δικαιούται να ζητήσει και λάβει τόκους από την επίδοση της πρώτης αγωγής, η οποία δεν εξέλιπε ως όχληση δημιουργική υπερημερίας.

Με τον πρόσθετο λόγο που άσκησαν οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 άρθ. 559 ΚΠολΔ διότι με την επιδίκαση τόκων υπερημερίας επί των κονδυλίων των διαφυγόντων κερδών και αποζημίωσης του άρθ. 931 ΑΚ στην πρώτη, και, αποζημίωσης λόγω στέρησης υπηρεσιών στον δεύτερο, από την επίδοση της ένδικης αγωγής και όχι της από 8-3-2001 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 540/2001 προηγούμενης, όμοιας, αγωγής που είχε απορριφθεί λόγω αοριστίας, παραβιάστηκε η διάταξη του άρθ. 346 ΑΚ. Ο λόγος, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η άσκηση και η πορεία της από 8-3-2001 προηγούμενης αγωγής που απορρίφθηκε τελεσίδικα με την 257/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης λόγω αοριστίας των επιμέρους αιτημάτων της, αναφέρεται στην ένδικη αγωγή διηγηματικά και μόνον, χωρίς να συνδέεται και με αίτημα επιδικάσεως τόκων από την επίδοση εκείνης, ώστε να συντρέχει περίπτωση παραβίασης του άρθ. 346 ΑΚ όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρόσθετο λόγο αναιρέσεώς των. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων στο δημόσιο ταμείο και καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσίβλητου Οργανισμού ο οποίος παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 773/2013 αίτηση αναίρεσης της 3148/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινήτων.

Διατάσσει την εισαγωγή των με αριθμούς 1594666, 1594667, 1594668 σειρά Α τριών παραβόλων του Δημοσίου και των αντιστοίχων με αριθμούς 051472, 036903, 036904 σειρά Α του ΤΑΧΔΙΚ στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2014.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ