Supreme Court dismisses property claim due to loss of standing after compulsory expropriation. Plaintiff lacks active standing as title passed to state.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the plaintiff's claim for ownership recognition because the disputed land had been compulsorily expropriated, transferring title to the state. The court found that the plaintiff and their successors no longer possessed the active standing required to pursue the lawsuit. Consequently, the claim was rejected as inadmissible due to the lack of legal interest in the matter.
Legislator headnote
AI generatedArticles 179, 180, 181 of the Code of Civil Procedure; A claim for ownership recognition is inadmissible if the plaintiff lacks active standing because the subject matter has been compulsorily expropriated and title has passed to the state.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2261 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2261/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των καλούντων: Χ1 ως Χ21, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Αυγούστου 1960 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 11864/24-8-1960) διεκδικητική αγωγή, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της ως άνω εκδόθηκαν οι 11297/1963 μη οριστική και 15911/1967 οριστική αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου. Στη συνέχεια, μετά από άσκηση έφεσης εκδόθηκαν οι 2464/1969, 1176/1972, 620/1973, 5673/1974 προδικαστικές και 5105/1976 οριστική αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών. Στη συνέχεια, μετά από άσκηση αναίρεσης εκδόθηκε η 752/1978 απόφαση του Α' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω 5105/1976 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο Γ' Πολιτικό Τμήμα του Δικαστηρίου τούτου. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι 806/198, 387/1982, 2031/1983 και 1817/1987 μη οριστικές αποφάσεις του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου. Η υπόθεση, μετά από αλλεπάλληλες ματαιώσεις και αναβολές, εισήχθη για συζήτηση με την από 22 Νοεμβρίου 2005 κλήση.
Εκδόθηκε η 995/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, που διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο της ένδικης αγωγής, προκειμένου κατά τη νέα δικάσιμο να διενεργηθούν τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό της. Ήδη με την από 25/11/2008 κλήση, η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Στη συνέχεια προσήλθαν στο ακροατήριο οι ...., για να παράσχουν διασαφήσεις και διευκρινήσεις σχετικές με το ζήτημα της συντελέσεως ή μη της υπέρ του Ο.Σ.Κ. αναγκαστικής απαλλοτριώσεως του ανατολικώς της ... κειμένου τμήματος του επιδίκου και σε σχετική ερώτηση του Προέδρου απάντησαν ότι δεν γνωρίζουν τίποτα σχετικό για το προκείμενο θέμα.
Ο πληρεξούσιος των καλούντων ζήτησε την παραδοχή της από 20/8/1960 αγωγής, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων καθ'ων η κλήση την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Εισηγήτρια της παρούσας υπόθεσης ορίστηκε η Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση υπόθεση επαναφέρεται προς περαιτέρω συζήτηση, μετά τη διενέργεια των αναφερομένων, με την διατάξασα επανάληψη της συζήτησης υπ' αριθμ. 995/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, επιληφθέντος, κατά παραπομπή, μετά την υπ' αριθμ. 752/1978 αναιρετική απόφαση του Α' τμήματος αυτού, με την από 25-11-2008 κλήση των ..., ως κληρονόμων των αρχικώς εναγόντων-νυν αναιρεσειόντων, αντίγραφο της οποίας (κλήσης) με την πράξη ορισμού δικασίμου αυτής και κλήση προς συζήτηση γιά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων προς τους απολειπομένους εκ των αναιρεσιβλήτων-κληρονόμων του αρχικώς εναγομένου ..., όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αντιστοίχως, για τον καθένα εκ των απολειπομένων, εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού Αθηνών ..., οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε κατέθεσαν δήλωση του αρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και πρέπει να δικασθούν σαν να ήταν παρόντες (άρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Επειδή κατά το άρθρο 68 του ΚΠολΔ δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον. Εξάλλου, κατά το άρθρο 225 παρ. 2 και 3 του ίδιου Κώδικα η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος δεν επιφέρει καμιά μεταβολή στη δίκη. Ο ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση.
Αν ο ενάγων μεταβίβασε το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή σύστησε εμπράγματο δικαίωμα, δεν μπορεί να προταθεί εναντίον του έλλειψη νομιμοποιήσεως, εκτός αν η απόφαση που θα εκδοθεί δεν δεσμεύει τον ειδικό διάδοχο. Ως μεταβίβαση, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, θεωρείται κάθε μορφή ειδικής διαδοχής στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα είτε αυτή είναι εκούσια, στηριζόμενη στη δικαιοπρακτική βούληση των διαδίκων, είτε είναι αναγκαστική, που γίνεται με διάταξη νόμου ή με μονομερή πολιτειακή πράξη, εφόσον δεν συνιστά πρωτότυπο τρόπο κτήσεως του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος.
Τέτοιο νομοθετημένο πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας ακινήτου συνιστά και η συντελεσμένη αναγκαστική απαλλοτρίωση, με την οποία μετατίθεται η κυριότητα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου στον υπερού η απαλλοτρίωση και αντιστοίχως αποσβήνεται κάθε δικαίωμα του ιδιοκτήτη ή οποιουδήποτε τρίτου πάνω σε αυτό (άρθρ. 7 και 9 παρ. 3 ν.δ. 797/1971 και ήδη 7 παρ. 4 και 9 παρ. 4 ν. 2882/2001, βλ.
ΑΠ 243/1999). Ενόψει των ανωτέρω διατάξεων, επί διεκδικητικής ακινήτου αγωγής, εάν στη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, απαλλοτριωθεί αναγκαστικώς το ακίνητο και συντελεστεί η απαλλοτρίωση, η αγωγή πάσχει πλέον από έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως, που, κατ' άρθρο 73 του ΚΠολΔ, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, λόγω ανυπαρξίας άμεσου έννομου συμφέροντος του ενάγοντος προς συνέχιση της δίκης, αφού και η αναγνώριση αυτού ως κυρίου του επιδίκου κατά το χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως και η απόδοση τούτου σε αυτόν, κι αν ήταν κύριος αυτού κατά την έναρξη της δίκης, προσκρούει στη σύννομη ιδιοκτησία του υπερού η απαλλοτρίωση τρίτου, ο οποίος δεν δεσμεύεται από το κατά το άρθρο 325 αρ. 2 του ΚΠολΔ δεδικασμένο της εκδοθησομένης μεταξύ των διαδίκων αποφάσεως.
Διαφορετική εκδοχή στην περίπτωση συντελέσεως αναγκαστικής απαλλοτριώσεως του επιδίκου υπέρ τρίτου δεν μπορεί να βρει στήριξη στο συμφέρον του ενάγοντος προς συνέχιση της δίκης και επίτευξη νίκης, προκειμένου να λάβει την αποζημίωση του απαλλοτριωθέντος, διότι για τη λήψη της αποζημιώσεως αυτής πρέπει ο ενάγων να αναγνωριστεί δικαιούχος σε δίκη με τον υπόχρεο καταβολής της αποζημιώσεως κατά τον αναγνωριζόμενο από το νόμο διαδικαστικό τρόπο αναγνωρίσεώς του ως δικαιούχου της αποζημιώσεως (άρθρ. 24 επ.
ν.δ. 797/1971 και ήδη 26 και 27 ν. 2882/2001), η οποία δεν επηρεάζεται από την απόρριψη, για την προαναφερόμενη αιτία, της διεκδικητικής αγωγής (ΑΠ 28/1979). Στην προκείμενη περίπτωση, από τις καταθέσεις των πρωτοδίκως εξετασθέντων μαρτύρων, από τα διαδικαστικά και όλα τα άλλα έγγραφα, που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, από την διενεργηθείσα από το Εφετείο, αυτοψία, από όλες τις εκθέσεις των διεξαχθεισών δικαστικών πραγματογνωμοσυνών και όλες τις προσκομιζόμενες λοιπές τεχνικές εκθέσεις καθώς και από τα προσαχθέντα σχεδιαγράμματα και τις ενώπιον του ακροατηρίου του παρόντος δικαστηρίου δοθείσες διασαφήσεις, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 995/2007 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία διατάχθηκε επανάληψη της συζητήσεως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Μετά την με τις αναφερόμενες στην προηγούμενη αιτιολογία δύο αποφάσεις του Α' Τμήματος του Αρείου Πάγου αναίρεση της 5105/1976 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε τις εφέσεις του εναγομένου και των προσεπικληθέντων και προσθέτων υπέρ αυτού παρεμβάντων κατά της 15911/1967 οριστικής αποφάσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η προσεπίκληση και η πρόσθετη παρέμβαση και έγινε δεκτή η ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή, εκδόθηκε η 806/1981 απόφαση του κατά παραπομπή δικάσαντος την ουσία της υποθέσεως Γ' Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Με την απόφαση αυτή, αφού ανακλήθηκαν οι μνημονευόμενες προδικαστικές αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες είχαν διαταχθεί νέες πραγματογνωμοσύνες, έγιναν δεκτές οι εφέσεις και εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, διατάχθηκε νέα πραγματογνωμοσύνη, την οποία διενήργησαν οι νομίμως διορισθέντες ως πραγματογνώμονες τοπογράφοι μηχανικοί ..., οι οποίοι συμφώνησαν μεν ως προς τη θέση, τα όρια και την έκταση του επίδικου ακινήτου, αλλά διαφώνησαν ως προς τα εριζόμενα άλλα ζητήματα της κατευθύνσεως της νότιας οριογραμμής του μεγαλύτερης εκτάσεως κτήματος του ενάγοντος και των τμημάτων του επιδίκου, που περιλαμβάνονται στους δικαιοκτητικούς τίτλους αυτού και του εναγομένου και των προσθέτως παρεμβάντων.
Ενόψει της διαφωνίας αυτής των πραγματογνωμόνων και των αντίθετων και αλληλοσυγκρουομένων πορισμάτων των προγενέστερων πραγματογνωμοσυνών και τεχνικών εκθέσεων, το τμήμα τούτο του Αρείου Πάγου, που επιλήφθηκε ακολούθως της υποθέσεως, με την 2031/1983 απόφασή του, διέταξε νέα πραγματογνωμοσύνη, την οποία διενήργησε ο ορισθείς με αυτή ως πραγματογνώμονας ..., τοπογράφος μηχανικός, καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί των θεμάτων, που όρισε η προηγούμενη 806/1981 απόφαση του δικαστηρίου τούτου.
Ο πραγματογνώμονας αυτός διεξήγαγε την πραγματογνωμοσύνη και κατέθεσε την από 21-9-1987 έκθεσή του, με την οποία συμφωνεί με τη γνωμοδότηση του προηγούμενου πραγματογνώμονα .... Το επίδικο ακίνητο, κατά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το συνημμένο σε αυτή σχεδιάγραμμα με τον αριθμό 5 του ..., εικονιζόμενο με το στοιχείο Ε1 και τεμνόμενο από την ..., διαχωρίζεται σε τρία τμήματα.
Το πρώτο τμήμα, εμφαινόμενο με το στοιχείο Ε1/γ', έχει συνολική έκταση 1.177 τ.μ., συνορεύει ανατολικώς με την ..., δυτικώς με αμφισβητούμενη μεταξύ των διαδίκων έκταση, βορείως με έκταση των εναγόντων και πέραν αυτής με την ... και νοτίως με την .... Οι ενάγοντες ομολογούν, ότι το τμήμα αυτό του επιδίκου περιλαμβάνεται στο οικοδομικό τετράγωνο 216 του πολεοδομικού σχεδίου του ...υ, το οποίο, ολόκληρο, με την 330/1998 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου αυτού, που δημοσιεύτηκε νομίμως, έχει απαλλοτριωθεί αναγκαστικώς για δημόσια ωφέλεια και συγκεκριμένα για την κατασκευή κτιρίων Δημαρχείου, εγκαταστάσεως δημόσιων υπηρεσιών, δημοτικής αγοράς, και πολιτιστικών εκδηλώσεων και ότι η απαλλοτρίωση αυτή έχει ήδη συντελεστεί.
Κατά συνέπεια, με τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως ο ... έχει αποκτήσει την κυριότητα του πιο πάνω τμήματος του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο κι έτσι ως προς αυτό η ένδικη διεκδικητική αγωγή πάσχει πλέον από έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως (ΑΠ 28/1979). Το δεύτερο τμήμα του επιδίκου, εκτεινόμενο ανατολικώς του προηγουμένου, εικονίζεται στο ως άνω σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα ...
με το στοιχείο Ε1/β', έχει συνολική έκταση 428 τ.μ. και καταλαμβάνεται από την .... Η οδός αυτή, όπως και οι ενάγοντες εκθέτουν στην υπό κρίση αγωγή τους, έχει διαμορφωθεί και τεθεί στην κοινή χρήση από το έτος 1937 κι έτσι κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής αυτής (το έτος 1960) το εν λόγω τμήμα του επιδίκου δεν κατείχαν και δεν το νέμονταν οι εναγόμενοι.
Τέλος, το τρίτο τμήμα του επιδίκου εκτείνεται ανατολικώς της ανωτέρω ..., εικονίζεται στο πιο πάνω σχεδιάγραμμα με τα στοιχεία Ε1/α και έχει συνολική έκταση 877 τ.μ. Οι ενάγοντες, με τις προτάσεις τους, αναφερόμενοι στα συμπεράσματα του ανωτέρω πραγματογνώμονα, δέχονται ότι και το τμήμα αυτό μαζί με άλλη συνεχόμενη έκταση έχει απαλλοτριωθεί αναγκαστικώς υπέρ του Ο.Σ.Κ., ενώ δεν αρνούνται ότι και η απαλλοτρίωση που αφορά το τελευταίο αυτό τμήμα έχει ήδη συντελεσθεί, με αποτέλεσμα η κυριότητα να έχει περιέλθει στο Δημόσιο, κατά πρωτότυπο τρόπο.
Ενόψει αυτού, οι αρχικώς ενάγοντες και οι διάδοχοί τους δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς προς δικαστική επιδίωξη της αναγνωρίσεως της κυριότητάς τους επί του επιδίκου και απόδοσή του από το αρχικώς εναγόμενο και τους διαδόχους του ως στερούμενοι έννομου προς τούτο συμφέροντος. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί η ένδικη διεκδικητική αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως της διαδικαστικής προϋποθέσεως της ενεργητικής νομιμοποιήσεως.
Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, τόσο για τον πρώτο και το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, όσο και για τις ενώπιον του κατά παραπομπή παρόντος Τμήματος του Αρείου Πάγου συζητήσεις, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, λόγω εύλογης αμφιβολίας των αρχικών εναγόντων και των διαδόχων τους, για την έκβαση της δίκης, κατ' άρθρο 179 περ.
γ' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, το οποίο έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 2 του Νόμου αυτού, που ήταν εκκρεμής κατά την έναρξη ισχύος του σχετικού κεφαλαίου του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αγωγή. Συμψηφίζει, στο σύνολό τους, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ