Legislator Case Law & Legislation
2260/2014 AI generated

2260/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2260/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/11/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 29/11/2010 αγωγή της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4911/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 974/2013 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/1/2014 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

2260/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 393 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη κατά του περιεχομένου εγγράφου, έστω και αν η αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας είναι μικρότερη των 20.000 ευρώ, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 164 ΑΚ ο οριζόμενος από το νόμο για τη δικαιοπραξία τύπος απαιτείται και για τις τροποποιήσεις της.

Keywords

AI generated
charter contract marine equipment company agreement transitional provisions in maritime matters contractual obligation clause negotiation and conclusion
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2260 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2260/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Φ. ΝΑΥΠΗΓΙΚΗ - ΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χαϊλάζη, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΟΡΝΤΙΚ ΦΕΡΡΥ ΣΕΡΒΙΣΕΣ [ΕΛΛΑΣ] ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "DANSKE FAERGER A/S" (πρώην "NORDIC FERRY SERVICES A/S") που εδρεύει στο Bornholm Δανίας, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γρηγόριο Τιμαγένη και Πασχαλιά Πολιτσοπούλου-Τιμαγένη, που κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/11/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 29/11/2010 αγωγή της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4911/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 974/2013 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/1/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 5/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 408 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της από το άρθρο 14 παρ. 7 ν.2915/2001 προκύπτει ότι, οι από τις διατάξεις των άρθρων 393 και 395 επ ΚΠολΔ προβλεπόμενος, ως αποδεικτικό μέσο μάρτυρες καθώς και οι κατ' άρθρο 252 παρ. 3 ΚΠολΔ διοριζόμενοι για την διερμηνεία της κατάθεσής τους διερμηνείς, πριν εξεταστούν, οφείλουν, αφού προηγουμένως δηλώσουν τον τύπο του όρκου (θρησκευτικό ή πολιτικό) που επιθυμούν να δώσουν, να ορκιστούν σύμφωνα με τον τύπο που προβλέπεται από την παραπάνω διάταξη, ο οποίος, (τύπος), για το χριστιανικό όρκο εκφέρεται με τη διατύπωση " ορκίζομαι ενώπιον του Θεού να πω ή να διερμηνεύσω..." Η κατάθεση του μάρτυρα ή ο διορισμός διερμηνέα χωρίς την προηγουμένη, κατά τα παραπάνω, όρκισή τους επάγεται ακυρότητα ανεξαρτήτως βλάβης του διαδίκου, αποδεικνυομένη δε από την εισηγητική έκθεση ή τα πρακτικά θεμελιώνει τον από το άρθρο 559 αρ.11α ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο υπό τη μορφή της λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου που ο νόμος δεν επιτρέπει (ΑΠ 11/83, ΑΠ 568/99).

Η παράλειψη όμως καταχώρησης στην εισηγητική έκθεση ή στα πρακτικά αφενός της βεβαίωσης ότι ο εξεταζόμενος μάρτυρας (ή ο διορισθείς διερμηνέας), πριν την όρκισή του ερωτήθηκε σχετικά, με τον τύπο του όρκου που επιθυμεί να δώσει και αφετέρου της επίκλησης της "ενώπιον του Θεού" και του ιερού Ευαγγελίου όρκισής του δεν επάγεται ακυρότητα της κατάθεσης, αφού η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων ευχερώς αναπληρώνεται, συναγομένη από τον τύπο του όρκου που έδωσε ο εξετασθείς μάρτυρας ή ο διορισθείς διερμηνέας, σημειουμένου περαιτέρω ότι με την κατά τα άνω τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 408 από το ν. 2915/01 απαλείφθηκε η διαλαμβανομένη στην τροποποιηθείσα εν λόγω διάταξη υποχρέωση όρκισης δια της θέσεως της χείρας του ορκιζομένου επί του Ιερού Ευαγγελίου, και επομένως δεν απαιτείται η αναφορά του στοιχείου αυτού στη σχετική εισηγητική έκθεση ή τα πρακτικά .

Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 393 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη κατά του περιεχομένου εγγράφου, έστω και αν η αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας είναι μικρότερη των 20.000 ευρώ, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 164 ΑΚ ο οριζόμενος από το νόμο για τη δικαιοπραξία τύπος απαιτείται και για τις τροποποιήσεις της.

Η κατά το άρθρο όμως 138 ΑΚ εικονικότητα της δικαιοπραξίας, ακόμη και τυπικής, και η ύπαρξη της υπ' αυτήν καλυπτόμενης άλλης έγκυρης συμβάσεως μπορεί να αποδειχθεί με όλα τα επιτρεπόμενα, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα, επομένως και με μάρτυρες, καθόσον η τοιαύτη απόδειξη δεν στρέφεται κατά του περιεχομένου της δικαιοπραξίας το οποίο αναγνωρίζεται όπως έχει εξωτερικά αλλά κατά του κύρους της περιεχομένης σ' αυτήν πράξης, κατά τους ορισμούς του ουσιαστικού νόμου, η οποία έγινε χωρίς πρόθεση παραγωγής αποτελεσμάτων διαφορετικών από τη φαινομένη δικαιοπραξία (ΑΠ 1276/08, ΑΠ 10/2007).

Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, είναι ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο διακρινόμενο από τα έγγραφα και τους μάρτυρες, και για το λόγο αυτό πρέπει, στην απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου, να μνημονεύονται ειδικά ότι έχουν ληφθεί υπόψη χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή αναφορά της κάθε μιας απ' αυτές (ένορκες βεβαιώσεις), πλην του ότι για τη λήψη τους τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις (ΑΠ 188/2010, ΑΠ 1690/2010), ιδρυομένου, στην αντίθετη περίπτωση (της μη ειδικής δηλαδή αναφοράς αυτών (βεβαιώσεων), της από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας (ΑΠ767/11, 1253/10).

Οι ένορκες όμως βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί με αφορμή άλλη δίκη, πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση αυτής δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφα συνεκτιμώμενα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και επομένως δεν είναι απαραίτητη η ειδική αναφορά αυτών στην απόφαση, αλλά απλώς η μνεία ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμμιά αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης. (ΑΠ 1690/10, 338/2007, 24/2011).Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

α', β' και γ... ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λ.π.). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.

Α.Π. 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. Α.Π.1 3-14-15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το αρθρ 559 περ. 11γ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 87, 483, 495, 1461/13). Με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι, κατ' ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή τους εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ. 11α και γ ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση I)έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα α) τις υπ' αριθ. 540, 541 και 542/11-4-2011 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στην Κοπεγχάγη, οι οποίες πάσχουν ακυρότητα ενόψει του ότι δεν αναφέρεται σ' αυτές αν οι ενόρκως βεβαιώσαντες μάρτυρες καθώς και οι διορισθέντες για τη διερμηνεία της κατάθεσής τους διερμηνείς αφενός ερωτήθηκαν, πριν την όρκισή τους, εκφρασθείσα με τη διατύπωση "Ορκίζομαι να πω ευσυνείδητα ....." για τον τύπο του όρκου που επιθυμούν να δώσουν καθώς και αν αυτοί ορκίστηκαν βάζοντας το χέρι τους επί του ιερού Ευαγγελίου, και αν επικαλέστηκαν την " ενώπιον του Θεού" όρκιση τους, (πρώτος λόγος) και β) την εμμάρτυρη απόδειξη της εικονικότητας των ένδικων συμβάσεων ναυπηγήσεως πλοίου παρά το από τη διάταξη του άρθρου 393 παρ. 2 ΚΠολΔ προβλεπόμενο ανεπίτρεπτο αυτής (εμμάρτυρης απόδειξης) ως αφορώσας απόδειξη κατά του περιεχομένου έγγραφου (τέταρτος λόγος).

II) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα α) την 495/2010, νομοτύπως ληφθείσα και μετ' επικλήσεως προσκομισθείσα από την ίδια προς αντίκρουσή της από τους αναιρεσιβλήτους προβληθείσας ένστασης εικονικότητας, ένορκη βεβαίωση του M. P. K. " που δόθηκε στο πλαίσιο της άνω 2.10.09 (άλλης) αγωγής του Α.

Μ. κατά της Νορντικ Ελλάς" (δεύτερος λόγος) και β) τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από την ίδια έγγραφα προς απόκρουση της παραπάνω ένστασης (τρίτος λόγος ) και συγκεκριμένα: " 1) Τις από 20/5/2009 και 19/8/2009 ΕΞΩΔΙΚΕΣ ΠΡΟΣΚΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΜΑΣ (οι οποίες κοινοποιήθηκαν στην Α' ΑΝΤΙΔΙΚΟ στις 22/5/2009 και 27/8/2009 αντίστοιχα). 2) Την από 4/9/2007 Άδεια έναρξης εργασιών Ναυπήγησης του "I" πλοίου της ασφαλιστικής εταιρείας BUREAU VERITAS προς την ΝΟΡΝΤΙΚ (Ελλάς) στην οποία αναφέρεται, ότι στο πλοίο αυτό άρχισαν στο ναυπηγείο μας οι εργασίες ναυπήγησης ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΒΛΕΨΗ ΤΟΥ ΤΕΧΝΙΚΟΥ Ν.

Π.. 3) Την από 1/2/2008 ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ κατάθεσης των συμφωνητικών για τα πλοία " II και III " στην Ε' Δ.Ο.Υ Πειραιά. 4) Τις από 8/2/2008 Υπεύθυνες δηλώσεις μας προς το Ε' ΤΕΛΩΝΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ με τις οποίες "ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΑΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΔΑΣΜΩΝ, ΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΦΠΑ ΠΟΥ ΑΝΑΛΟΓΟΥΝ ΣΤΙΣ ΠΟΣΟΤΗΤΕΣ ΠΟΥ ΤΕΛΙΚΑ ΔΕΝ ΘΑ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΩΝ ΠΛΟΙΩΝ". 5) Το, ΣΧΕΤΙΚΟ, από 27/5/2009, ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ - ΠΑΡΑΛΑΒΗΣ του πλοίου "Σ.

I ". 6) Τα 6 ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ ΑΠΟ 7/12/2007 μέχρι 27/5/2009 που εκδώσαμε προς την ΝΟΡΝΤΙΚ (Ελλάς) βάσει των οποίων εισπράξαμε 2.506.465 Ευρώ για το "I" πλοίο ως αμοιβή της εργασίας μας (φατούρα) και 7) το από 15/5/2009 Πιστοποιητικό (το πρωτότυπο του οποίου κατατέθηκε στο Συμβ/φο Πειραιά Μαρία Νάκου) με το οποίο εμείς και ο Ν. Π. δηλώναμε ότι ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΑΜΕ (και οι δύο, εμείς την σιδηροκατασκευή, εκείνος τις εργασίες μετά την σιδηροκατασκευή) το πλοίο "Σ.

I ". Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι, οι μεν πρώτος και τέταρτος ως νομικά αβάσιμοι αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ούτε οι επικαλούμενες προς θεμελίωση του πρώτου λόγου παραλείψεις (ελλείψεις) επάγονται ακυρότητα των δοθεισών ενόρκων βεβαιώσεων, ώστε να εγείρεται ζήτημα λήψεως υπόψη ανεπίτρέπτου αποδεικτικού μέσου, καθόσον, η κατά τον παραπάνω τρόπο και με το ως άνω περιεχόμενο όρκιση των εξετασθέντων μαρτύρων και των διορισθέντων διερμηνέων καταδεικνύει την επιλογή του συγκεκριμένου τύπου (θρησκευτικού) όρκου, η κατά λέξη καταχώρηση του οποίου δεν τάσσεται με ποινή ακυρότητας, αρκούσης της αναφοράς της όρκισης ή της διαβεβαίωσης του μεν μάρτυρα ότι θα καταθέσει ευσυνείδητα όλη την αλήθεια του δε διερμηνέα ότι θα εκτελέσει πιστά και με ακρίβεια τα καθήκοντά του, ούτε η δια μαρτύρων απόδειξη της εικονικότητας της ένδικης σύμβασης προσκρούει, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, στην από τη διάταξη του άρθρου 393 παρ. 2 ΚΠολΔ προβλεπόμένη απαγόρευση, οι δε δεύτερος και τρίτος ως ουσιαστικά αβάσιμος αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, η τελευταία έλαβε υπόψη (και ) τα παραπάνω έγγραφα, με τη γενική μνεία της λήψης υπόψη "...και όλων των μετ' επικλήσεως προσκομιζομένων εγγράφων χρησιμεύοντων είτε προς άμεσο απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" από την οποία, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία περί του ότι (και) τα εν λόγω έγγραφα έχουν ληφθεί υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος.

H περαιτέρω, δια του πρώτου λόγου, προβαλλόμενη από την αναιρεσείουσα αιτίαση περί ακυρότητας των δοθεισών ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων απορρέουσας από το γεγονός ότι η προς αυτήν πρόσκληση (κλήση) των αναιρεσιβλήτων αντιδίκων της να παραβρεθεί κατά τη λήψη τους εγένετο κατά κατάχρηση (281 ΑΚ) της παρεχομένης από τη διάταξη του άρθρου 270 ΚΠολΔ ευχερείας " ενόψει του ότι η κλήση αφορούσε τις ημερομηνίες 8,9, και 11 Απριλίου και ώρες συνέχεια από 10η πρωινή μέχρι 16.20 απογευματινή ενώπιον του Γενικού Προξενείου Κοπεγχάνης Δανίας με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η προσέλευση μας" κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη αφού ούτε από την επικαλουμένη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ούτε από κάποια άλλη και ιδίως αυτή του άρθρου 116 ΚΠολΔ, που καθιερώνει την αρχή της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης, προβλέπεται, ακυρότητα, για την προβαλλομένη αιτίαση, της κλήσης, ενόψει της ευχερείας της αναιρεσειούσας προς διορισμό πληρεξουσίων δικηγόρων για την εκπροσωπησή της (ΑΠ 36/2006), και αυτό ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η συμπεριφορά αυτή των αναιρεσιβλήτων αντιδίκων τους ενδέχεται, υπό τη συνδρομή των οριζομένων σχετικών προϋποθέσεων, να θεμελιώσει δικαίωμα αποζημίωσης κατ' εφαρμογή των διατάξεων 281, 297, 298,914 ΑΚ και 116 ΚΠολΔ (ΑΠ 36/2006).

Πρέπει να σημειωθεί ότι η μη ειδική αναφορά της προσβαλλομένης απόφασης στην 495/2010 ένορκη βεβαίωση δεν μπορεί να θεμελιώσει την (από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ) προβαλλομένη αιτίαση αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η εν λόγω ένορκη βεβαίωση, ως ληφθείσα στο πλαίσιο άλλης και όχι της ένδικης δίκης δεν αποτελεί αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, ώστε να επιβάλλεται η ειδική μνημόνευση της αλλά (αποτελεί) ένα από τα νομοτύπως επικληθέντα και προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα για τα οποία, κατά τα αναφερθέντα αμέσως παραπάνω, δεν καταλείπεται καμμιά αμφιβολία περί του ότι και το εν λόγω έγγραφο έχει ληφθεί υπόψη, σημειουμένου ότι η δια των ερευνομένων ως άνω λόγων προβαλλομένη περαιτέρω αιτίαση ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 609/13, ΑΠ495/13, ΑΠ1127/13).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά το άρθρο 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. 'Όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο ανέγνωσε σωστά, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.

ΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 1401/10, ΑΠ 25/11, ΑΠ 437/05). Για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος. (ΑΠ 128/13, ΑΠ 1654/05, ΑΠ 1208/08).

Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της νομοτύπως προσκομισθείσας από τις αναιρεσίβλητες προς απόδειξη της προβληθείσας ενστάσεως εικονικότητας, από 31-5-2007 επιστολής αναφορικά αφενός με τον αποστολέα-συντάκτη της και αφετέρου με τον προσδιορισμό των συμβάσεων στις οποίες αυτή αφορούσε καθόσον, παρά την ορθή ανάγνωσή της " το Εφετείο κατέληξε σε επιζήμιο γι' αυτήν (αναιρεσείουσα) αποδεικτικό πόρισμα, αφού απέδωσε λανθασμένα το κείμενο του εγγράφου στην εταιρεία μας(αναιρεσείουσα) και έκρινε ότι αφορούσε και τις συμφωνίες για τα δυο πλοία".Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ανεξάρτητα από την αβασιμότητά του, απορρέουσα από το ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε όχι αποκλειστικώς ή κυρίως με βάση την παραπάνω επιστολή την οποία και δεν εξαίρει, αλλά ύστερα από συνεκτίμηση αυτής με τα λοιπά προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, όπως αυτό ευχερώς συνάγεται από την σχετική παραδοχή της προσβαλλομένης ότι "περί των ανωτέρω (δηλαδή της εικονικότητας) είναι σαφείς και κατηγορηματικές οι καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα εφόσον...", αποκλειομένης, κατά τον τρόπο αυτό, της ευδοκίμησης της προβαλλομένης αιτιάσεως, (κρίνεται απορριπτέος), ως απαράδεκτος αφού, η κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη η, παρά την ορθή ανάγνωση, συν αγωγή, από το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο, αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλομένο αναιρετικό λόγο καθόσον με την επίκλησή του πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 138, 139, 180, 211 και214 ΑΚ προκύπτει ότι, δήλωση βούλησης που εν γνώσει του δηλούντος, δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά είναι εικονική, πάσχουσα ακυρότητα εκ του λόγου αυτού. Σκοπός της εν λόγω δήλωσης είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής κατάστασης χωρίς να υπάρχει στο δηλούντα πρόθεση τέτοιας πραγματικής μεταβολής.

Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος. Σε περίπτωση που ο δηλών είναι άμεσος αντιπρόσωπος άλλου, εικονική είναι η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του αντιπροσώπου και όχι του αντιπροσωπευομένου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα (ΑΠ 633/2006).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 179/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 467/2013, ΑΠ 568/2013, 1285/13).

Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, εσφαλμένως η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε, κατ' αποδοχή ως και ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού λόγου της έφεσής των αναιρεσιβλήτων κατά της αντιθέτως κρίνασας 4911/2011 πρωτόδικης απόφασης, ως ουσιαστικά αβάσιμη την κατά των αναιρεσιβλήτων ασκηθείσα και επί των διατάξεων των άρθρων 681 επ ΑΚ θεμελιουμένη από [ 5-11-10] αγωγή αυτής, κατ' αποδοχή της προταθείσας από τις εναγόμενες - αναιρεσίβλητες από το άρθρο 138 ΑΚ ένστασης, δεχθείσα, με ελλιπείς αιτιολογίες της ελλάσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό του εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, την κατάφαση της συνδρομής της εικονικότητας των, επικαλουμένων προς θεμελίωση της ασκούμενης με την παραπάνω αγωγή αξίωσής της, δυο συμβάσεων ναυπηγήσεως πλοίου, παρόλο που τα ως αποδειχθέντα, γενομένα δεκτά πράγματα περιστατικά απέκλειαν την παραπάνω κρίση.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθ. 561 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή, μετ' εκτίμηση των από τους διαδίκους προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Η δεύτερη των εναγομένων, εδρεύουσα στη Δανία εταιρεία υπό την επωνυμία "Danske Faerger A/S" (πρώην "Nordic Ferry Services A/S") δραστηριοποιείται στη Βαλτική Θάλασσα, εκμεταλλευόμενη επιβατηγά πλοία και πορθμεία.

Αυτή, αναζητήσασα μέσω των μεσιτών της προσφορές ανά την Ευρώπη δια τη ναυπήγηση μίας σειράς αδελφών επιβατηγών - οχηματαγωγών πλοίων - τα οποία επιθυμούσε να εκμεταλλευθή στην Δανία ίνα πραγματοποιή δρομολόγια μεταξύ της ηπειρωτικής χώρας της Δανίας και των νήσων που την περιβάλλουν, ως νήσος Σαμσό - κατέληξε στην προσφορά του Ν.

Π., ναυπηγού στον Πειραιά, κρίνασα την υπ' αυτού υποβληθείσα προσφορά ως πλέον συμφέρουσα. Αρχικώς θα κατεσκευάζετο ένα πλοίο και εφ' όσον έβαινε ομαλώς η διαδικασία ναυπηγήσεως του πρώτου πλοίου, η εταιρεία θα προέβαινε στην παραγγελία άλλων τεσσάρων πλοίων, βάσει δικαιώματος προαιρέσεως, συμφωνηθέντος μετά του Ν.

Π.. Δια την ανάπτυξη της επιχειρηματικής της δράσεως εν Ελλάδι η ειρημένη εταιρεία την 30-05-2007 συνέστησε νομίμως, συμφώνως προς τις διατάξεις του Ν. 959/1979, την πρώτη των εναγομένων "Νόρντικ Φέρρυ Σέρβισες (Ελλάς) Ναυτική Εταιρεία". Η τελευταία αύτη (Nordic Hellas) κατά μήνα Ιούνιο 2007 συνήψε μετά του Ν. Π. μία σύμβαση, αποτελούμενη εξ 70 σελίδων περίπου με τα αναλυτικά παραρτήματα και αφορώσα στη ναυπήγηση ενός επιβατηγού-οχηματαγωγού πλοίου, αντί τιμήματος 9.475.000 ευρώ και με προβλεπόμενη ημερομηνία παραδόσεως την 16 Μαΐου 2008.

Επειδή, προκειμένου περί νηολογήσεως πλοίων υπό ναυπήγηση απαιτείται κατά νόμον η ύπαρξη συμβάσεως με ναυπηγείο, που διαθέτει άδεια και εγκαταστάσεις ναυπηγήσεως, ο Ν. Π.ς εζήτησε από την Nordic Hellas να υπογράψη μία επιπλέον σύμβαση μεθ' ενός των υπεργολάβων του, που είχε αναλάβει τις σιδηροκατασκευές του πλοίου, παρασχών διαβεβαιώσεις ότι τούτο εγένετο δια πρακτικούς λόγους και μόνον προς διευκόλυνση της νηολογήσεως, αποτελούσε δε συνήθη πρακτική στις ναυπηγήσεις στην Ελλάδα, άνευ δημιουργίας υποχρεώσεων.

Προς τούτο την 26-09-2007 μεταξύ της εναγούσης και της πρώτης των εναγομένων υπεγράφη, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των υπογραψάντων φυσικών προσώπων, ιδιωτικό συμφωνητικό ναυπηγήσεως του Ε/Γ-Ο/Γ "Σ. Ι". Επίσης, την 26-09-2007 μεταξύ Nordic Hellas και Ν. Π. υπεγράφη μία πρόσθετος (addendum no. 2) συμπληρωματική της αρχικής συμβάσεως συμφωνία, φέρουσα ημερομηνία 14-09-2007 και θεωρηθείσα ως προς το γνήσιο της υπογραφής, στην οποία ρητώς εδηλώθη ότι δια πρακτικούς λόγους θα υπογραφή με τα Ναυπηγεία Φ., ως το ναυπηγείο σε σχέση με την λαμαρινοδουλειά, μια ξεχωριστή συμφωνία που θα κατεχωρίζετο στο Νηολόγιο και ανεφέρθη ότι ο Ν.

Π. αναλαμβάνει την υποχρέωση να διασφάλιση ότι αυτή η χωριστή συμφωνία (και ως προς τους όρους της και ως προς την εκτέλεση της) θα είναι απολύτως συμβατή προς τους όρους της συμβάσεως ναυπηγήσεως, άνευ δημιουργίας υποχρεώσεως τινός της Nordic Hellas. Περαιτέρω, η Nordic Hellas εζήτησε και έλαβε από την ενάγουσα μία επιστολή με ημερομηνία(26-09-2007)και θεώρηση γνησίου υπογραφής στην οποία αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "Υποχρέωση γνωστοποίησης- πληροφορηθήκαμε ότι ο Ν.

Π. υπέγραψε με την Nordic Ferry Services (Ηellas)Ναυτική Εταιρεία ναυπηγική σύμβαση για την κατασκευή ενός αμφίδρομου ε/γ-ο/χ Πλοίου (το "Πλοίο") και ο Ν. Π. με την σειρά του υπέγραψε σύμβαση μαζί μας αναφορικά με την σιδηροδουλειά και άλλες εργασίες, τις οποίες πρέπει να πραγματοποιήσουμε εμείς αναφορικά με την κατασκευή του Πλοίου.

Δια του παρόντος αναλαμβάνουμε να σας γνωστοποιήσουμε εάν οποιαδήποτε πληρωμή από τον Ν. Π. προς εμάς σύμφωνα με το προρρηθέν συμφωνητικό μεταξύ του Ν. Π. και ημών δεν έχει πραγματοποιηθεί το αργότερο 14 ημέρες από την δήλη ημέρα". Εξ άλλου, η Nordic Hellas εζήτησε και έλαβε μία επιστολή από τον Ν. Π. επίσης με ημερομηνία 26-09-2007 και θεώρηση γνησίου υπογραφής, στην οποία ο Ν.Π.

αναφέρει ότι δια λόγους πρακτικούς είναι απαραίτητο να συμβληθή η Nordic Hellas δι' ιδιωτικής ναυπηγικής συμφωνίας με την Γ. Φ. ΜΕΠΕ και δηλώνει ότι αναλαμβάνει να αποζημίωση την Nordic Hellas δι' οιαδήποτε τυχόν έξοδα, ευθύνες, απαιτήσεις και εν γένει ζημίες υποστή αύτη συνεπεία της υπογραφής της ανωτέρω συμφωνίας.

Ούτως το πρώτο πλοίο (Ρ87) την 28-09-2007 ενεγράφη στα νηολόγια Α/Π Β' κλάσεως του λιμένος Πειραιώς ως ναυπηγούμενο με τα όνομα "Σ.". Τον μήνα Δεκέμβριο του 2007 υπεγράφησαν πάλι μετά του Ν. Π. άλλες δύο (2) παρόμοιες ναυπηγικές συμβάσεις, αντί του ιδίου τιμήματος δι εκατέρα, δια την ναυπήγηση δύο Ε/Γ-ΟΓ πλοίων, και δη του ... ("Σ.

II ") με προβλεπόμενη ημερομηνία παραδόσεωςτην 15-8-2009 και του ... ("Σ. III ") με προβλεπόμενη ημερομηνία παραδόσεως 15-12-2009. Στις δύο αυτές νέες ναυπηγικές συμβάσεις με τον Ν. Π. ρητώς περιελήφθη ο όρος στο άρθρο XIV ότι δια "πρακτικούς λόγους θα υπογραφή μία ξεχωριστή συμφωνία" μεταξύ Nordic Hellas και της "Γ. Φ. ΜΕΠΕ ή/και της Κ.

Αφοί ΕΠΕ, που θα είναι το ναυπηγείο σχετικό με τη σιδηροδουλειά" και ότι "αυτή η συμφωνία θα καταχωρηθεί στο νηολόγιο", ενώ ο Ν. Π.ς εγγράφως εδήλωνε ότι ουδεμία υποχρέωση θα επεβάρυνε τη Nordic Hellas σχετικώς προς τα πρόσθετα συμφωνητικά, τα οποία θα έπρεπε να είναι σε πλήρη συμφωνία με την εκάστοτε κυρία ναυπηγική σύμβαση.

Η ιδία πρακτική ηκολουθήθη και με τα δύο νέα πλοία και ολίγες ημέρες προ της νηολογήσεως των, υπεγράφησαν μεταξύ εναγούσης και Nordic Hellas δύο νέα, παρομοίου περιεχομένου προς το πρώτο, συμφωνητικά (ένα για το πλοίο ... και ένα για το ...) αμφότερα με ημερομηνία 1-2-2008 και θεώρηση γνησίου υπογραφής 8-2-2008 δια την εκπρόσωπο της εναγούσης και 11-2-2011 δια τον εκπρόσωπο της Nordic Hellas).

Ούτως, την 13-2-2008 κατέστη δυνατόν να εγγραφούν τα πλοία ... και ... στα ειρημένα νηολόγια ως ναυπηγούμενα με τα ονόματα "Σ. II " και "Σ. III". Εις εκτέλεση των υποχρεώσεων, των απορρεουσών εκ των συμβάσεων ναυπηγήσεως που είχε συνάψει η Nordic Hellas με τον Ν. Π., αύτη προέβαινε περιοδικώς σε καταβολές χρηματικών ποσών, έναντι του συμφωνημένου τιμήματος προς εκείνον, ούτος δε είχε την υποχρέωση καταβολής των αμοιβών στους υπεργολάβους του, μεταξύ των οποίων και την αμοιβή της εναγούσης.

Αρχικώς οι καταβολές προς τα Ναυπηγεία Φ. εγένοντο είτε υπό του Ν. Π. είτε υπό της συνεργαζόμενης με εκείνον μεσιτική εταιρεία Alemar Shipping Limited. Επίσης, κατόπιν εντολών του Ν.Π., εγένοντο απευθείας καταβολές προς την ενάγουσα (Ναυπηγεία Φ.) εκ του λογαριασμού της Nordic Hellas του τηρουμένου στην Τράπεζα Πειραιώς.

Επί πλέον ωρισμένες καταβολές απευθείας προς τα Ναυπηγεία Φ. έλαβον χώρα υπό της μητρικής εταιρείας δευτέρας των εναγομένων (τότε Nordic Ferry Services A/S) μέσω του λογαριασμού της στην Τράπεζα Nordea,. Οι τοιούτες απευθείας προς τρίτους πληρωμές εγένοντο επ' ονόματι και δια λογαριασμόν της Nordic Hellas κατόπιν έγγραφων υποδείξεων (τιμολογήσεων) του Ν.

Π., ο οποίος απέστελλε ιδικά του έγγραφα προς τη Nordic Hellas σχετικώς προς τα καταβλητέα χρηματικά ποσά. Περαιτέρω, ωρισμένα νόμιμα φορολογικά παραστατικά (τιμολόγια-δελτία αποστολής) προμηθευτών ή υπεργολάβων του Ν. Π. συνήθως εξεδίδοντο επ' ονόματι της Nordic Hellas, καίτοι αύτη δεν είχε συνάψει σύμβαση μετ' αυτών, εκ λόγων νομίμου απαλλαγής από τον ΦΠΑ.

Επί τη βάσει των ως άνω προλεχθέντων αποδεικνύεται ότι μεταξύ της εναγούσης και της πρώτης των εναγομένων δεν συνήφθησαν αληθείς συμβάσεις ναυπηγήσεως των προαναφερθέντων πλοίων, και ιδίως οι επίδικες τοιούτες περί των πλοίων "Σ. II" και "Σ. III". Οι περί ναυπηγήσεως τούτων συμβάσεις συνήφθησαν μεταξύ της Nordic Hellas και του Ν.

Π. κατά τα προεκτεθέντα. Τα από 26-9-2007, 1-2-2008, 1-2-2008 "ιδιωτικά συμφωνητικά ναυπήγησης", τα οποία υπεγράφησαν μεταξύ της εναγούσης και της πρώτης των εναγομένων, συνετάγησαν ουχί σπουδαίως, αλλά μόνον κατά φαινόμενον. Κατά την βούληση των συμβληθέντων, εξ αυτών δεν απέρρεον δικαιώματα και δεν εδημιουργούντο αυτοτελώς υποχρεώσεις, αλλά εχρησιμοποιήθησαν δια τυπικούς λόγους, και δη δια την νηολόγηση των πλοίων, ως προανεφέρθη.

Οι όροι και προϋποθέσεις δια την ναυπήγηση των ανωτέρω πλοίων είχον τεθή στις ειρημένες συμβάσεις ναυπηγήσεως μεταξύ Nordic Hellas και του Ν. Π.. Ο τελευταίος ούτος ετύγχανε ο ναυπηγός και εργολάβος του έργου των ναυπηγήσεων, προς εκπλήρωση δε των τοιούτων συμβατικών του υποχρεώσεων εχρησιμοποίει υπεργολάβους, σημαντικώτερος των οποίων ετύγχανε η ενάγουσα.

Η τοιαύτη δυνατότης αναθέσεως υπεργολαβίας σχετικώς προς την σιδηροκατασκευή ( steel work) των πλοίων παρείχετο στον Π. δυνάμει του 8ου όρου του άρθρου Ι των συμβάσεων, με την πρόβλεψη της πλήρους ευθύνης τούτου ως εργολάβου δια την εκτέλεση των εργασιών συμφώνως προς τα οριζόμενα στις εν λόγω συμβάσεις (ναυπηγήσεως).

Και είναι αληθές ότι η ενάγουσα εξετέλεσε στο ναυπηγείο της την σημαντικώτατη εργασία των σιδηροκατασκευών, οι οποίες ωλοκληρώθησαν ως προς το "Σ. Ι " και απέμειναν ημιτελείς ως προς το "Σ. II ". Πλην, τις τοιαύτες εργασίες εξετέλεσε όχι προς εκπλήρωση των ως άνω "ιδιωτικών συμφωνητικών ναυπήγησης", αλλά προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων, οι οποίες απέρρεαν εκ της συμφωνίας που είχε η ιδία συνάψει μετά του Ν.

Π., ως αναφέρει στην προπαρατεθείσα επιστολή της προς την πρώτη των εναγομένων, και δη σε χρόνο προγενέστερο της συνάψεως του πρώτου συμφωνητικού. Επίσης, η ιδία η ενάγουσα στην από 31-5-2007 επιστολή της προς τον Π. ανέφερε, μεταξύ άλλων τα εξής: "....Όπως με πληροφορήσατε χθες δεν πρόκειται να κατασκευασθούν τρία πλοία για την Δανέζικη εταιρεία......αλλά μόνον ένα, και τα άλλα θα κατασκευασθούν στο μέλλον.

Το γεγονός αυτό δεν αλλάζει τίποτε στην αρχική μας συμφωνία. Το πρώτο πλοίο θα κατασκευασθεί στον ναυπηγείο μου και εάν υπάρξει συμφωνία και για άλλα πλοία, μπορώ να τα κατασκευάσω ομοίως στο ναυπηγείο μου. Εκτός από τον χώρο του ναυπηγείου που θα νοικιάσω σε εσάς για την ναυπήγηση, αναλαμβάνω επίσης να κατασκευάσω και το σκάφος του πλοίου και όλη την σιδηροδουλειά, όπως συμφωνήσαμε...".

Περαιτέρω, και προς επίρρωση των προλεχθέντων αποδεικνύεται ότι οι εργασίες σιδηροκατασκευής του πλοίου είχον ήδη αρχίσει προ της υπογραφής του συμφωνητικού, ενώ από 25-7 έως' 18-9-2007 είχαν παραδοθή από την "Αφοί Κ. ΑΕΒΕ" προς την ενάγουσα 312 τόνοι χάλυβος.(βλ. προσκ. δελτία αποστολής). Τα αυτά, ως προς την ανάληψη των εκ των ναυπηγικών συμβάσεων υποχρεώσεων, ίσχυσαν και στις δύο μεταγενέστερες συμβάσεις των ανωτέρω πλοίων περί ων οι επίδικες αξιώσεις.

Κατά ταύτα, εκ των προαναφερθέντων αποδεικνύεται ότι τα υπό της εναγούσης επιβληθέντα συμφωνητικά ήσαν κατά την βούληση των συμβληθέντων εικονικά, εντεύθεν οι δι' αυτών καταρτισθείσες συμβάσεις τυγχάνουν άκυρες, μη δυνάμενες κατά νόμον να επιφέρουν έννομα αποτελέσματα. Εκ των ανωτέρω παρέπεται, ότι η πρώτη των εναγομένων δεν συνδέεται συμβατικώς μετά της εναγούσης, όσον αφορά γενικώς στην ναυπήγηση των ανωτέρων πλοίων και ειδικώτερον στις εκτελεσθείσες εργασίες, εντεύθεν δεν ευθύνεται προς αποκατάσταση της επικαλούμενης θετικής και αποθετικής ζημίας εκ της μη εκπληρώσεως των συμβάσεων τούτων".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή, την παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ διαλαβόν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προβαλλομένης απόφασής του, που αναφέρεται στο πραγματικό της εφαρμοσθείσας εν λόγω διατάξεως πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, δεχθείσα τη συνδρομή των απαιτουμένων για την απόδειξη της προταθείσας εικονικότητας των ενδίκων συμβάσεων προϋποθέσεων με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή ορθή αιτιολογία "αποδεικνύεται ότι μεταξύ της εναγούσης και της πρώτης των εναγομένων δεν συνήφθησαν αληθείς συμβάσεις ναυπηγήσεως των προαναφερθέντων πλοίων, και ιδίως οι επίδικες τοιαύτες περί των πλοίων "Σ.

II " και "Σ. III". Οι περί ναυπηγήσεως τούτων συμβάσεις συνήφθησαν μεταξύ της Nordic Hellas και του Ν. Π. .Τα από 26-9-2007, 1-2-2008, 1-2-2008 "ιδιωτικά συμφωνητικά ναυπήγησης", τα οποία υπεγράφησαν μεταξύ της εναγούσης και της πρώτης των εναγομένων, συνετάγησαν ουχί σπουδαίως, αλλά μόνον κατά φαινόμενον. Κατά την βούληση των συμβληθέντων, εξ αυτών δεν απέρρεον δικαιώματα και δεν εδημιουργούντο αυτοτελώς υποχρεώσεις, αλλά εχρησιμοποιήθησαν δια τυπικούς λόγους, και δη δια την νηολόγηση των πλοίων, ως προαναφέρθη.η πρώτη των εναγομένων δεν συνδέεται συμβατικώς μετά της εναγούσης, όσον αφορά γενικώς στην ναυπήγηση των ανωτέρων πλοίων και ειδικώτερον στις εκτελεσθείσες εργασίες, εντεύθεν δεν ευθύνεται προς αποκατάσταση της επικαλούμενης θετικής και αποθετικής ζημίας εκ της μη εκπληρώσεως των συμβάσεων τούτων".

Οι παραπάνω παραδοχές αφενός καλύπτουν με πληρότητα το πραγματικό του εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνα δικαίου (138 ΑΚ) και αφετέρου καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο με αποτέλεσμα να ελέγχεται αρνητικά, κρινόμενη απορριπτέα ως αβάσιμη, η προσβαλλομένη με τον παραπάνω από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο, αιτίαση.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προ έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-1-14 και με αριθμό κατάθεσης 6/2014 αίτηση αναίρεσης της 974/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δυο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2014. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2014 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ