Legislator Case Law & Legislation
2260/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on non-contradiction grounds regarding employer's right to reject employee services.

Case Number 2260/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the employer's appeal against the First Instance Court's rejection of its request to reinstate the terminated employee. The employer argued that the lower court's findings on the invalidity of the dismissal and the employee's misconduct were contradictory. The court rejected this claim, explaining that the first finding addressed the legality of the dismissal request based on the alleged facts, while the second constituted the court's substantive ruling on the employee's liability for wages in default.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 653, 656 of the Civil Code; The employer possesses the right to organize the enterprise and is not obliged to accept services unless the rejection is illegal or violates good faith and social purpose.

Keywords

AI generated
employer's right to reject services wages in default invalidity of dismissal contradiction in reasoning appeal admissibility good faith principle labor dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 653, 656 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 57 of the Civil Code
Article 919 of the Civil Code
Article 559, No. 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 174, 180 of the Civil Code
Articles 349, 656 of the Civil Code
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2260 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 653 και 656 Ακ προκύπτει ότι ο εργοδότης, διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του για την επίτευξη των σκοπών της, δεν έχει κατ' αρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερομένων υπηρεσιών του δεν έχει κατά τις διατάξεις υατές, άλλες συνέπειες από εκείνες που ορίζουν οι ως άνω διατάξεις και ειδικότερα αυτή του άρθρου 656 ΑΚ, εκτός αν η απόκρουση των προσφερομένων υ πηρεσιών είναι παράνομη, όπως, όταν γίνεται υπό περιστάσεις που υπερβαίνουν προφανώς τα τιθέμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια, ή που συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας ( άρθρο 57 ΑΚ), ή όταν εκ προθέσεως ζημιώνεται ο εργαζόμενος κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ( άρθρο 919 ΑΚ), ή προσβάλλεται το δικαίωμά του στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και της συμμετοχής του στην οικονομική ζωή.

Η αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι μεταξύ των παραδοχών της απόφασης, που αναφέρονται στηνα πόρριψη του αιτήματος επαναπρόσληψης και στην ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και την υπερημερία της, υπάρχει αντίφαση δεν είναι βάσιμη διότι η πρώτη παραδοχή αναφέρεται στη νομιμότητα του πρώτου αιτήματος με βάση τα εκτιθέμενα στηνα γωγή πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι διαφορετικά από εκείνα στα οποία θεμελιώνεται το δεύτερο και η δεύτερη αποτελεί επί της ουσίας πόρισμα του δικαστηρίου, ως ρπος τα ζητήματα, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που αφορά την επιδίκαση μισθών υπερημερίας.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Απορρίπτεται η αναίρεση.

Αριθμός 2260/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Τουριστική Ανώνυμη Ξενοδοχειακή Τουριστική Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Μικρουλέα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μπιτσάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2178/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1063/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-1-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 4-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).

Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία/ αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους -που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος -εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 653 κα 656 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης, διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεως του για την επίτευξη των σκοπών της, δεν έχει κατ' αρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερομένων υπηρεσιών του δεν έχει κατά τις διατάξεις αυτές, άλλες συνέπειες από εκείνες που ορίζουν οι ως άνω διατάξεις και ειδικότερα αυτή του άρθρου 656 ΑΚ, εκτός αν η απόκρουση των προσφερομένων υπηρεσιών είναι παράνομη, όπως, όταν γίνεται υπό περιστάσεις που υπερβαίνουν προφανώς τα τιθέμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια, ή που συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας (άρθρο 57 ΑΚ), ή όταν εκ προθέσεως ζημιώνεται ο εργαζόμενος κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη (άρθρο 919 ΑΚ), ή προσβάλλεται το δικαίωμα του στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του και της συμμετοχής του στην οικονομική ζωή.

Στις περιπτώσεις μόνο αυτές γεννάται αξίωση του εργαζομένου για την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον. Τέλος ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται αν από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες που σχετίζονται με τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση, δηλαδή, των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση, στάθμιση, συσχετισμό και αξιολόγηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα παρακάτω: Με την από 20-1-2006 (αριθ. εκ. κατ. 4739/2006) αγωγή της η ενάγουσα επικαλείται ότι προσλήφθηκε στις 1-4-1996 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την ανώνυμη ξενοδοχειακή εταιρία "ΟΛΥΜΠΟΣ ΖΕΥΣ ΑΕ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΠΑΛΑΣ" για να εργαστεί στο ξενοδοχείο ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΠΑΛΑΣ, ως καμαριέρα, το Νοέμβριο δε του έτους 2005 διαδέχθηκε την παραπάνω εργοδότρια εταιρία η εναγομένη, χωρίς καμία διακοπή της σύμβασης εργασίας της, η οποία συνέχισε να εργάζεται κανονικά υπό τις ίδιες συνθήκες και όρους εργασίας.

Ότι, έκτοτε, απασχολήθηκε στην εν λόγω επιχείρηση υπό την ανωτέρω ιδιότητα, μέχρι την 30-11-2005, οπότε καταγγέλθηκε η ως άνω σύμβαση εργασίας από την εναγομένη. Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη: Α)Γιατί δεν της καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης της, και Β}ως καταχρηστική, γιατί έγινε για λόγους εκδίκησης διότι απαίτησε την δικαιούμενη υπερωριακή της αμοιβή, την πλήρη ασφάλιση της στο αρμόδιο ασφαλιστικό ταμείο και τη μη συμψήφιση των ημερών απουσίας της λόγω ασθενείας με τις ημέρες εβδομαδιαίας ανάπαυσης.

Επίσης, καθ' υποφορά, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δεν υπήρχε συγκεκριμένος λόγος είτε οικονομοτεχνικός είτε υπηρεσιακός που να αφορά το πρόσωπο της και να δικαιολογεί την άσκηση του δικαιώματος αυτής εκ μέρους της εναγομένης, ενόψει του ότι η ίδια πρόσφερε τις υπηρεσίες της κατά τον προσήκοντα τρόπο και ουδέποτε εκφράστηκαν παράπονα από την εναγομένη.

Ότι, ακόμη και αν συνέτρεχαν τέτοιοι λόγοι (οικονομικοτεχνικής φύσεως), η εναγομένη θα έπρεπε να απολύσει άλλους εργαζομένους της, με λιγότερα προσόντα και μικρότερη προϋπηρεσία από τη δική της, εφαρμόζοντας την αρχή της αναλογικότητας. Ότι, για το λόγο αυτό, η τελευταία κατέστη υπερήμερη περί την αποδοχή των υπηρεσιών της και της οφείλει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την άκυρη απόλυση της μέχρι την συζήτηση της υπόθεσης.

Ζητούσε δε, αναγνωριζομένης της ακυρότητας της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται την εργασία της, να της καταβάλει τους μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση, λόγω της παράνομης καταγγελίας της εργασιακής της συμβάσεως και της προσβολής της προσωπικότητα της.

Στη συνέχεια, με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε ότι με το παραπάνω περιεχόμενο η υπό κρίση αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, "κατά το αίτημα της για επαναπρόσληψη της ενάγουσας από την εναγόμενη, διότι στο δικόγραφο της δεν γίνεται επίκληση περιστατικών, σύμφωνα με τα οποία η άρνηση της εργοδότιδάς της να αποδεχθεί τις προσφερόμενες εκ μέρους της υπηρεσίες, γίνεται κάτω από περιστάσεις, οι οποίες υπερβαίνουν προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ ή συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της ή ότι εκ προθέσεως ζημιώνεται κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή ότι υπαιτίως προσβάλλεται το δικαίωμα στην ανάπτυξη της προσωπικότητας της και της συμμετοχής της στην οικονομική ζωή, στοιχεία απαραίτητα για τη νομική θεμελίωση του", εφόσον δε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά το ανωτέρω αίτημα της και στη συνέχεια την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία, παραβίασε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, για το λόγο δε αυτό, κατ ' αυτεπάγγελτη έρευνα, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή κατά το αίτημα της επαναπρόσληψης.

Τέλος, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, κινούμενη από ταπεινά ελατήρια και προς εκφοβισμό των υπολοίπων εργαζομένων, διότι η ενάγουσα διαμαρτυρόταν για τη μη καταβολή της αμοιβής της για την υπερωριακή εργασία της και το συμψηφισμό των ημερών της εβδομαδιαίας αναπαύσεως με εκείνες κατά τις οποίες δεν μετέβαινε στην εργασία της από λόγους υγείας και γιαυτό η απόλυση της υπερβαίνει προφανώς τα όρια που τίθενται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του διευθυντικού δικαιώματος της εφεσίβλητης (αρθρ. 281 Α.Κ) και είναι άκυρη και ως τέτοια θεωρείται ως μη γενομένη (άρθρα 174,180,Α.Κ), η δε εφεσίβλητη περιήλθε έκτοτε σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότου (άρθρα 349,656 Α.Κ) και υποχρεούται να της καταβάλει τους μισθούς υπερημερίας από την άκυρη απόλυση της μέχρι τη συζήτηση της αγωγής.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού, όπως από το σύνολο των παραδοχών της προκύπτει, με σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης είναι άκυρη και συνεπώς η αναιρεσείουσα κατέστη υπερήμερη και οφείλει μισθούς υπερημερίας σ' αυτήν.

Η αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι μεταξύ των παραδοχών της απόφασης, που αναφέρονται 1)στην απόρριψη του αιτήματος επαναπρόσληψης και 2)στην ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και την υπερημερία της, υπάρχει αντίφαση δεν είναι βάσιμη διότι, όπως προκύπτει από αυτές, η πρώτη παραδοχή αναφέρεται στη νομιμότητα του πρώτου αιτήματος με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όπως στην αρχή της απόφασης αυτής αναφέρεται, είναι διαφορετικά από εκείνα στα οποία θεμελιώνεται το δεύτερο και η δεύτερη αποτελεί επί της ουσίας πόρισμα του δικαστηρίου, ως προς τα ζητήματα, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που αφορά την επιδίκαση μισθών υπερημερίας.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, προβάλλοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ακυρότητα της καταγγελίας και την υπερημερία της, αποδίδει σε αυτήν πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης(αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-1-2009 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Τουριστική Ανώνυμη Ξενοδοχειακή Τουριστική Εταιρεία", για αναίρεση της 1063/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200)ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ