Legislator Case Law & Legislation
225/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, upholding bank's dismissal due to breach of trust.

Case Number 225/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his employment contract termination. The court found that the bank's dismissal was justified by the employee's breach of trust and failure to honor a debt repayment promise, outweighing his personal hardships. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the bank's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281, 288, 672 of the Civil Code; Article 25 of the Constitution: The employer's right to terminate a contract for breach of trust prevails over the employee's personal circumstances when the breach undermines the employment relationship's foundation.

Keywords

AI generated
breach of trust termination of employment labor law dismissal justification supreme court appeal civil code provisions legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 281, 288, 672 of the Civil Code
Article 25 of the Constitution
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 57/2015
Case 1248/2014
Case 115/2013
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 225 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 225/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Θ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα, που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", ως καθολικής διαδόχου (λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κλεισιούνη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/11/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2441/2007 μη οριστική, 925/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 137/2015 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/12/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 28.12.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 137/19-1-2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (5ου Τμήματος), που εκδόθηκε κατόπιν έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 925/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών είχε απορρίψει την από 24.11.2005 αγωγή του ενάγοντος. Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση κατ' ουσία. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564παρ.3, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ ,όπως το άρθρο 564 παρ.3 ΚΠΟΛΔ ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 Ολ.ΑΠ 10/2018). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις του άρθρου 669 ΑΚ προκύπτει, ότι, σε αντίθεση με την σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει, όταν η διάρκειά της είναι σαφώς καθορισμένη, είτε διότι συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε διότι συνάγεται από τον σκοπό και το είδος της (ΑΠ 57/2015, 1248/2014, 115/2013). Σύμβαση ορισμένου χρόνου κατά την παραπάνω έννοια υπάρχει και όταν από τον κανονισμό ή τον οργανισμό λειτουργίας του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του μισθωτού με την συμπλήρωση του οριζομένου ορίου ηλικίας (ΟλΑΠ 8/2007, ΑΠ 57/2015).Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 672 εδ.

α' ΑΚ κάθε ένα από τα μέρη έχει την δυνατότητα να καταγγείλει την εργασιακή σύμβαση οποτεδήποτε, χωρίς να τηρήσει προθεσμία, εφόσον υφίσταται σπουδαίος προς τούτο λόγος, ως εκ τούτου δε, εάν ο εργοδότης καταγγείλει την σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου πριν την λήξη της χωρίς σπουδαίο λόγο, η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη (άρθ.174, 180 ΑΚ), εξακολουθεί να υφίσταται η σύμβαση εργασίας και ο εργοδότης αρνούμενος ν' αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού οφείλει κατ' άρθ.656 ΑΚ μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 504/2017, ΑΠ 57/2015, 1248/2014, 1115/2013).

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθ.672 εδ. α ΑΚ "σπουδαίο λόγο" καταγγελίας αποτελούν εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, ακόμη και το μεμονωμένο εκείνο περιστατικό, τα οποία, ανεξάρτητα από τη προέλευσή τους και την ύπαρξη υπαιτιότητας, καθιστούν στην συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή από τον καταγγέλλοντα την συνέχιση της σύμβασης μέχρι την (συμφωνημένη ή υποχρεωτική κατά το νόμο) λήξη της, για τον προσδιορισμό δε του σπουδαίου λόγου, την κρίση δηλ.

αν συντρέχουν τέτοια περιστατικά (η οποία ως αφορώσα αόριστη νομική έννοια υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο), συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχείρησης, ενώ τα περιστατικά αυτά που συνιστούν σπουδαίο λόγο μπορεί να είναι τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει, στην σφαίρα ποιου από τα συμβαλλόμενα μέρη γεννήθηκαν.

Τέτοιος λόγος, ειδικότερα, συντρέχει για τον εργοδότη σε περίπτωση παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού, (άρθ.673 ΑΚ), καθώς και όταν λόγω της συμπεριφοράς του εργαζομένου επήλθε κλονισμός της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, αλλά και σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία με βάση τα ως άνω ουσιαστικά κριτήρια η συνέχιση της εργασιακής σχέσης παρίσταται ως μη ανεκτή απ' αυτόν (ΟλΑΠ 8/2007, 10/1995, 858/1984, ΑΠ 504/2017, ΑΠ 57/2015, 1248/2014, 806/2014, 1115/2013. 1616/2011).

Πρέπει να επισημανθεί, ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση για την θεμελίωση σπουδαίου λόγου η πρόκληση ζημίας στον εργοδότη ή ο κίνδυνος πρόκλησης ζημίας αυτού στο μέλλον από αντισυμβατική συμπεριφορά του εργαζομένου, εάν διατηρηθεί στην θέση του (ΑΠ 824/2005). Με το εδ. β* του αυτού άρθ.672 ΑΚ θεσπίζεται αναγκαστικού δικαίου διάταξη (ΑΠ 1616/2011), σύμφωνα με την οποία το ως άνω δικαίωμα καταγγελίας για σπουδαίο λόγο δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία των μερών.

Η κατά τα ανωτέρω σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να καταγγελθεί, σύμφωνα με το άρθρο 672 ΑΚ, οποτεδήποτε χωρίς την τήρηση προθεσμίας, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος. Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία λήγει με την πάροδο ορισμένου χρονικού σημείου, χωρίς να απαιτείται προς τούτο καταγγελία ή προειδοποίηση, υφίσταται και όταν από τον κανονισμό ή οργανισμό λειτουργίας της επιχειρήσεως του εργοδότη προβλέπεται η αποχώρηση του μισθωτού λόγω συμπληρώσεως ορισμένου ορίου ηλικίας, οπότε η σύμβαση δύναται να λυθεί προ της συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας του μισθωτού μόνον ένεκα σπουδαίου λόγου δια καταγγελίας ενός των μερών, εάν όμως αναγνωρίζεται και δικαίωμα του εργοδότη ή του μισθωτού ή αμφοτέρων να καταγγείλουν ελευθέρως την σύμβαση και προ του χρόνου συμπληρώσεως από τον μισθωτό του ορίου ηλικίας χωρίς την συνδρομή σπουδαίου λόγου, η σύμβαση, ως εξαρτωμένη από γεγονός μέλλον και αβέβαιο, τελεί υπό διαλυτική αίρεση.

Μόνη η ύπαρξη της διαλυτικής αιρέσεως δεν μεταλλάσσει την σύμβαση από ορισμένου χρόνου σε αορίστου, αλλά απαιτείται προς τούτο να πληρωθεί η αίρεση, οπότε πλέον η σύμβαση μεθίσταται αυτοδικαίως σε αορίστου χρόνου και τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των Ν. 2112/1920 και 3198/1955 ως προς την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως, οι οποίες αφορούν μόνον συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Η εξάρτηση της συμβάσεως από την διαλυτική αίρεση αφορά αποκλειστικώς το ενδεχόμενο καταγγελίας αυτής χωρίς την επίκληση σπουδαίου λόγου, όχι δε και το ενδεχόμενο καταγγελίας ένεκα σπουδαίου λόγου, η οποία προβλεπομένη κατά τα ανωτέρω από την διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της συμβάσεως, εκ τούτου, η πλήρωση της αιρέσεως προκαλείται μόνον εάν καταγγελθεί η σύμβαση χωρίς την συνδρομή σπουδαίου λόγου, ενώ, εάν καταγγελθεί ένεκα σπουδαίου λόγου, δεν επέρχεται πλήρωση της αιρέσεως και δεν μεταβάλλεται η σύμβαση ως προς τον χαρακτήρα αυτής από ορισμένου χρόνου σε αορίστου, οπότε και δεν οφείλεται αποζημίωση (ΑΠ1037/2019).Επομένως, η καταγγελία για σπουδαίο λόγο της ορισμένου χρόνου συμβάσεως πριν τη λήξη του χρόνου, για τον οποίο συνομολογήθηκε, δεν την καθιστά, ούτε την μετατρέπει σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και συνεπώς δεν έχουν επ' αυτής εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 2 και 5 του Ν. 3198/1955, σύμφωνα με τις οποίες για το κύρος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου απαιτείται η προηγούμενη καταβολή της δι' αυτών προβλεπόμενης αποζημιώσεως.

Γενικότερα, πάντως, η πρόβλεψη στον κανονισμό πειθαρχικών παραπτωμάτων και αντιστοίχων πειθαρχικών ποινών, δεν αφαιρεί από τον εργοδότη το δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας, χωρίς προηγούμενη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους και των επιδιωκομένων αντίστοιχα διαφορετικών σκοπών, αφού με την πειθαρχική διαδικασία επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, ενώ με την καταγγελία για σπουδαίο λόγο απομακρύνεται ο εργαζόμενος, του οποίου δεν μπορεί να συνεχισθεί η εργασιακή σχέση ως επαχθής για τον εργοδότη (ΑΠ 1115/2013, 904/2012, 1616/2011, ΑΠ 308/2011, 1711/2007).

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η άσκηση του δικαιώματος της προβλεπομένης από το άρθρο 672 ΑΚ καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως και κάθε δικαιώματος υπόκειται στον περιορισμό του άρθ. 281 ΑΚ. της μη υπέρβασης δηλ. των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση των οποίων καθιστά άκυρη την καταγγελία σύμφωνα με τα άρθ.174 και 180 ΑΚ.

Το δικαστήριο ερευνά, επίσης, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκομένου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και της αρχής της μη κατάχρησης των δικαιωμάτων και έχει καθιερωθεί με το άρθ. 25 παρ.1 του Συντάγματος, ειδικότερα δε το δικαστήριο εξετάζει, ύστερα από σχετικό ισχυρισμό, αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα, εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτήν σκοπού (όπως μετάθεση, υποβιβασμός κλπ.), δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο, αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 2119/2013, ΑΠ 1115/2013, ΑΠ 458/2013, ΑΠ 1263/2012,ΑΠ 904/2012, ΑΠ 1616/2011, ΑΠ 308/2011, ΑΠ 77/2010).

Εξάλλου, η απορρέουσα από το άρθ.288 ΑΚ και ερειδομένη στα άρθ.22§1 του Συντάγματος και 119 ΣυνθΕΟΚ αρχή της ίσης μεταχείρισης επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή (χρηματική ή άλλη) παροχή σε ορισμένους εργαζομένους, να μην εξαιρεί άλλους μισθωτούς του, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν κάτω από τις ίδιες εργασιακές συνθήκες τις ίδιες υπηρεσίες (ΑΠ 677/2014), δεν έχει, όμως, εφαρμογή στην περίπτωση της καταγγελίας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο. Επομένως, δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο ακυρότητας της καταγγελίας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου μισθωτού, ερειδόμενο στην παράβαση της αρχής αυτής, η εκ μέρους του εργοδότη μη καταγγελία της σύμβασης εργασίας άλλων εργαζομένων που υπέπεσαν στο ίδιο παράπτωμα (ΑΠ 1164/2019, ΑΠ 1407/2005).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 21 του Ν. 3239/1955, όπως τροποποιήθηκαν και συνεπληρώθηκαν από τα Ν.Δ. 3755/57,186/69, 1198/72 και 73/74 "Περί τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας κλπ", που ίσχυαν πριν από το Ν. 1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, προκύπτει ότι περιεχόμενο των συλλογικών συμβάσεων είναι η ρύθμιση των όρων, των συνθηκών και της αμοιβής της εργασίας των εργαζομένων.

Τα θέματα των όρων και των συνθηκών εργασίας ανήκουν κατά κανόνα στο νόμιμο περιεχόμενο των Κανονισμών εργασίας, χωρίς να αποκλείεται Κανονισμοί εργασίας να αποτελούν αυτοτελώς περιεχόμενο συλλογικών συμβάσεων. Στην τελευταία περίπτωση, η ρύθμιση αυτή, δηλαδή ο περιεχόμενος σε συλλογική σύμβαση Κανονισμός, ανήκει στο κανονιστικό μέρος της συλλογικής συμβάσεως και επομένως έχει ισχύ νόμου.

Έτσι, Κανονισμός εργασίας, που έχει αποτελέσει περιεχόμενο ειδικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του παραπάνω Ν. 3239/1955, κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας και δημοσιεύθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, έχει ισχύ νόμου ουσιαστικού και όχι συμβάσεως.

Οι Κανονισμοί εργασίας, που καταρτίσθηκαν κατά τα προεκτεθέντα, σκοπό έχουν να εξασφαλίσουν ενιαία τάξη, ομοιομορφία και ίση μεταχείριση στην εκμετάλλευση, πράγμα που επιτυγχάνεται με τη θέσπιση γενικών και αφηρημένων διατάξεων, οι οποίες έχουν άμεση και αναγκαστική ενέργεια σε όλο το προσωπικό, χωρίς να απαιτείται σχετική συμφωνία των μερών.

Οι ειδικές συλλογικές συμβάσεις, αν και καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του Ν. 3239/1955, υπάγονται, ως προς τα αποτελέσματά τους και γενικώς την ισχύ τους, στις διατάξεις του ισχύοντος ήδη Ν. 1876/1990, που είναι άμεσης εφαρμογής και με τον οποίο, σημειωτέον, εισήχθη το πρώτον η επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση, που είναι η συλλογική σύμβαση, η οποία καταρτίζεται μεταξύ της συνδικαλιστικής οργανώσεως της επιχειρήσεως και του εργοδότη και η ισχύς της οποίας καταλαμβάνει όλους ανεξαιρέτως τους μισθωτούς της επιχειρήσεως.

Αυτές οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις αντιστοιχούν στις ειδικές συλλογικές συμβάσεις του προϊσχύσαντος Ν. 3239/1955. Εξάλλου, οι όροι εργασίας, που ρυθμίζει ειδική συλλογική σύμβαση, στην οποία περιέχεται Κανονισμός, ο οποίος έχει ισχύ νόμου, κατά τα προαναφερόμενα, μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη συλλογική σύμβαση του αυτού είδους και πεδίου ισχύος και συγκεκριμένα με επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση.

Η νεότερη αυτή επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας τόσο υπέρ όσο και σε βάρος των εργαζομένων. Και τούτο διότι, στη συσχέτιση των συλλογικών συμβάσεων, ήτοι πηγών του αυτού επιπέδου και πεδίου ισχύος, δεν ισχύει η αρχή της προστασίας, η οποία αφορά τη ρύθμιση του αυτού αντικειμένου από περισσότερες πηγές διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, οπότε η ιεραρχικά υποδεέστερη πηγή μπορεί να εξειδικεύει και να τροποποιεί τους όρους εργασίας της ιεραρχικά ανώτερης, μόνον, όμως, προς το συμφέρον των εργαζομένων, ούτε η αρχή της εύνοιας, η οποία ρυθμίζει τη σχέση συλλογικής και ατομικής συμβάσεως εργασίας, σύμφωνα με την οποία οι ευνοϊκότεροι όροι της ατομικής συμβάσεως υπερισχύουν των κανονιστικών όρων των συλλογικών συμβάσεων, αλλά ισχύει η αρχή της τάξεως (άρθρα 7, 10 του Ν. 1876/1990).

Η αρχή της τάξεως σημαίνει ότι, όταν επιχειρείται μία συλλογική ρύθμιση των όρων εργασίας, η οποία, σημειωτέον, αποσκοπεί στην καθιέρωση τάξεως στο χώρο εργασίας, πρέπει η ρύθμιση αυτή να είναι γενική και αφηρημένη, δίκαιη και ενιαία και γι' αυτό εφαρμόζεται η διαδοχή των ρυθμίσεων, σύμφωνα με την οποία η νεότερη συλλογική σύμβαση, κατά το μέρος που ρυθμίζει διαφορετικά το ίδιο θέμα, καταργεί την προηγούμενη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις.

Στο περιεχόμενο των Κανονισμών εργασίας ανήκει και η θέσπιση ορίου ηλικίας για την αποχώρηση των μισθωτών από την εργασία. Το όριο αυτό, όταν έχει θεσπισθεί με συλλογική σύμβαση εργασίας, στην οποία περιέχεται Κανονισμός εργασίας, μπορεί να τροποποιηθεί, κατά τα προεκτεθέντα, με επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας και μάλιστα αποσπασματικά, χωρίς να είναι αναγκαία η ρύθμιση και άλλων θεμάτων, καθόσον η ρύθμιση θεμάτων, που αποτελούν αντικείμενο συλλογικής συμβάσεως εργασίας, όπως και το προαναφερόμενο, υπαγόμενο στα ζητήματα τα σχετικά με τη λήξη της συμβάσεως εργασίας (άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 1876/1990), μπορεί να γίνει και μεμονωμένα, αρκεί όμως να πρόκειται περί ρυθμίσεως, που θα καταλαμβάνει κατά τρόπο ενιαίο, γενικό και αφηρημένο όλους τους μισθωτούς της επιχειρήσεως, έτσι ώστε να μη δημιουργούνται προβλήματα άνισης μεταχειρίσεως και καταχρήσεως (ΑΠ 252/2012, 1494/2010).

Περαιτέρω, ο Οργανισμός Προσωπικού της εναγόμενης ανώνυμης τραπεζιτικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε ", διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζιτική εταιρεία, με την επωνυμία "ALPHA BANK", περιέχεται στην από 11-11-1977 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 46806/10314 της 21/26-11-1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 1255), κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15869 της 10/27-7- 1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 446) και έχει ισχύ νόμου, ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις (Ολ.

ΑΠ 22/1999). Με το άρθρο 31 ("Λύσις υπαλληλικής σχέσεως") του παραπάνω Οργανισμού οριζόταν, εκτός άλλων, και ότι "Η μεταξύ Τραπέζης και του προσωπικού αυτής σύμβασις εργασίας λύεται άμα τη συμπληρώσει του 62ου έτους της ηλικίας διά τους άνδρας και του 57ου έτους της ηλικίας διά τας γυναίκας υπαλλήλους". Το όριο αυτό ηλικίας επαναπροσδιόρισε ο κοινός νομοθέτης για όλες τις Τράπεζες με τα άρθρα 1 παρ. 4 και 9 παρ. 1 του Ν. 1232/1982 "Επαναφορά τριακονταπενταετίας και λοιπά θέματα", σε συνδυασμό και με το άρθρο 1 παρ. 6 στοιχ.

ε' του Ν. 1256/1982 "Για την πολυθεσία, την καθιέρωση ανωτάτου ορίου απολαβών στο δημόσιο τομέα και άλλες διατάξεις", στο 56ο έτος και για τα δύο φύλα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αποχωρών υπάλληλος θα συμπλήρωνε τριακονταπενταετή συντάξιμη υπηρεσία. Με την 2334/30-5-1989 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 416, Β' της 31-5-1989), η οποία εκδόθηκε με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 19 του Ν. 1682/1987, τροποποιήθηκε η προηγούμενη Κοινή Υπουργική Απόφαση 1154/13-4-1988, που εισήγαγε "εξαίρεση δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών από εφαρμογή κανόνων δημόσιου τομέα" και εξαιρέθηκε και η Εμπορική Τράπεζα από την εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 1 παρ.4 του Ν.1232/1982 (αυτοδίκαιη αποχώρηση των υπαλλήλων της με την συμπλήρωση του 56ου έτους της ηλικίας και τριακονταπενταετή πραγματική και συντάξιμη υπηρεσία) και έτσι αναβίωσε η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 31 του Οργανισμού Προσωπικού της εναγόμενης Τράπεζας, με αποτέλεσμα την επάνοδο του ορίου ηλικίας για την αποχώρηση του προσωπικού αυτής στο 62ο έτος για τους άνδρες και στο 57ο έτος για τις γυναίκες υπαλλήλους, χωρίς άλλη προϋπόθεση.

Η επαναφορά του ορίου αυτού ηλικίας προκάλεσε λειτουργική ανωμαλία στην ιεραρχική εξέλιξη και την ανανέωση του προσωπικού της εναγομένης, με περαιτέρω συνέπεια την αδυναμία αυτής να ανταπεξέλθει στις σύγχρονες απαιτήσεις λειτουργίας της, όπως είναι, η έντονη ιδιωτικοποίηση, ο ανταγωνισμός των ξένων τραπεζών, η διεθνοποίηση των τραπεζικών εργασιών και η καθιέρωση νέων αντικειμένων τραπεζικής εργασίας, που απαιτούν και σύγχρονη εκπαίδευση.

Προς αντιμετώπιση του παραπάνω προβλήματος, η εναγομένη και το σωματείο των εργαζομένων σ' αυτή, με την επωνυμία "Σύλλογος εργαζομένων της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος", προήλθαν, κατόπιν διαβουλεύσεων, σε συμφωνία για μείωση του ορίου ηλικίας αυτοδίκαιης αποχωρήσεως των υπαλλήλων της εναγομένης και δη για τους άνδρες από το 62ο έτος στο 58ο έτος της ηλικίας τους, δηλαδή συμφώνησαν να τροποποιηθεί το άρθρο 31 του Οργανισμό Προσωπικού της Τράπεζας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 32 παρ. 5 του Οργανισμού αυτού, σύμφωνα με το οποίο "Τροποποίησις του παρόντος Οργανισμού δύναται να γίνει μόνο με κοινή συμφωνία Τραπέζης και Συλλόγου των Υπαλλήλων, μετ' έγκρισιν της Γενικής Συνελεύσεως τούτων".

Ακολούθως δε, τόσο η Γενική Συνέλευση των μετόχων της εναγομένης, που έλαβε χώρα στις 4-6-1999, όσο και η Γενική Συνέλευση των μελών του Συλλόγου των υπαλλήλων της Εμπορικής Τράπεζας, που έλαβε χώρα στις 24-4-1999, ενέκριναν την παραπάνω τροποποίηση του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης και, τελικά, με την από 22-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ της εναγομένης και του ως άνω Σωματείου και κατατέθηκε νομίμως, τροποποιήθηκε το άρθρο 31 ("Λύση υπαλληλικής σχέσεως") του εν λόγω Οργανισμού Προσωπικού, ως προς το όριο ηλικίας για την αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεων εργασίας των υπαλλήλων της εναγομένης, ως εξής: "1.

Η σύμβαση εργασίας μεταξύ της Τράπεζας και κάθε εργαζομένου σ' αυτή λύνεται με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας για τους άνδρες και του 57ου έτους της ηλικίας για τις γυναίκες. 2. Οι εργαζόμενοι, που συμπληρώνουν το παραπάνω όριο ηλικίας κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, αποχωρούν αυτοδικαίως την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους.

Η συμπλήρωση του ορίου ηλικίας αποδεικνύεται, όπως ορίζεται στο άρθρο 9 του παρόντος Οργανισμού. 3. Η όπως πιο πάνω σύμβαση εργασίας παρατείνεται οπωσδήποτε και πέραν του ορίου ηλικίας, που ορίζεται στην παρ. 1 του παρόντος άρθρου, αλλά όχι πέραν του 62ου έτους της ηλικίας για τους άνδρες και του 58ου έτους της ηλικίας για τις γυναίκες, προκειμένου με την παράταση αυτή ο εργαζόμενος να συμπληρώσει από οποιαδήποτε αιτία 35 συντάξιμα έτη σε κύριο και 35 συντάξιμα έτη σε επικουρικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης (από εργασία εντός και εκτός Τράπεζας) και εφόσον με την ασφάλιση αυτή θεμελιώνει απαιτητό δικαίωμα πλήρους κύριας και επικουρικής σύνταξης.

Ως χρόνος πλήρωσης όλων των παραπάνω προϋποθέσεων λύσης της σύμβασης ορίζεται η ημέρα που πληρώνονται αθροιστικά όλες οι ως άνω προϋποθέσεις. Οι εργαζόμενοι που θα πληρούν όλες τις παραπάνω προϋποθέσεις λύσης της σύμβασης κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, αποχωρούν αυτοδικαίως την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους.

Οι εργαζόμενοι για τους οποίους έχουν πληρωθεί στο παρελθόν και μέχρι σήμερα οι εν λόγω προϋποθέσεις, αποχωρούν αυτοδίκαια την 1-1-2000". Έτσι, με τη νέα αυτή από 22-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας τροποποιήθηκε το τμήμα της από 11-11-1977 ειδικής συλλογικής συμβάσεως, που περιέχει τον Οργανισμό Προσωπικού της εναγόμενης Τράπεζας, το οποίο (τμήμα) αναφέρεται στο όριο ηλικίας αυτοδίκαιης αποχωρήσεως των υπαλλήλων της και, όπως προκύπτει από την τροποποίηση αυτή (του άρθρου 31 του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης), μειώθηκε το όριο ηλικίας για την αυτοδίκαιη αποχώρηση και λύση των συμβάσεων εργασίας των ανδρών υπαλλήλων της εναγομένης από το 62ο έτος στο 58ο έτος της ηλικίας τους και καθορίσθηκε, για μεν τους άνδρες το 62ο έτος της ηλικίας τους για δε τις γυναίκες το 58ο έτος της ηλικίας τους, ως απώτατο όριο ηλικίας υποχρεωτικής αποχωρήσεως από την Τράπεζα, ανεξαρτήτως της συμπληρώσεως τριακονταπενταετούς συντάξιμης υπηρεσίας (σε κύριο και επικουρικό φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως) και της συμπληρώσεως ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως.

Η εν λόγω δε τροποποίηση του άρθρου 31 του Οργανισμού Προσωπικού τη εναγομένης έγινε με την τήρηση της προβλεπόμενης από το άρθρο 32 παρ.5 του Οργανισμού αυτού διαδικασίας, δηλαδή με κοινή συμφωνία των ενδιαφερομένων, βάσει της οποίας καταρτίσθηκε μάλιστα η ως άνω από 22-6- 1999 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία παρέχει οπωσδήποτε μεγαλύτερη και αποτελεσματικότερη προστασία και ασφάλεια στους εργαζόμενους (σε σύγκριση με την απλή ενοχική συμφωνία), και έγκριση της τροποποιητικής αυτής συμφωνίας από τις Γενικές Συνελεύσεις της Εμπορικής Τράπεζας και του Συλλόγου των υπαλλήλων της (σύμφωνα πάντοτε με το ως άνω άρθρο 32 παρ. 5 του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης).

Επιπλέον, η τροποποίηση αυτή του άρθρου 31 του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης, η οποία έλαβε χώρα με την παραπάνω από 22- 6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, δηλαδή με συλλογική σύμβαση του αυτού είδους και πεδίου ισχύος με την από 11-11-1977 ειδική συλλογική σύμβαση (τροποποιηθείσα), που είχε θεσπίσει το όριο του 62ου έτους της ηλικίας για την αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεων εργασίας των ανδρών υπαλλήλων της εναγομένης, ως νεότερη ρύθμιση κατάργησε, βάσει της ισχύουσας εν προκειμένω, κατά τα προεκτεθέντα, αρχής της τάξεως, την παλαιότερη ρύθμιση και έχει αυτή πλέον (νεότερη ρύθμιση) άμεση και αναγκαστική εφαρμογή σε όλο το προσωπικό της εναγομένης, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερους όρους εργασίας γΓ αυτό.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, η από 22-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας δεν ρυθμίζει συνταξιοδοτικά θέματα, αλλά μόνο θέματα έχοντα σχέση με τη λήξη της συμβάσεως εργασίας του προσωπικού της εναγομένης. Ενόψει δε του ότι η νέα ρύθμιση, που έγινε με την ως άνω από 22-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, έχει γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό χαρακτήρα, αφορά δηλαδή το σύνολο του προσωπικού της εναγομένης και αποσκοπεί στην ανανέωσή του και στην απρόσκοπτη ιεραρχική εξέλιξη αυτού, δεν διαταράσσει, το σύστημα των εργασιακών σχέσεων των υπαλλήλων, όπως αυτές ρυθμίζονται από τις λοιπές διατάξεις του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης και ειδικότερα από εκείνες που αναφέρονται στη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη αυτών, ούτε αντιτίθεται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 2, 5 παρ.1, 22 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος.

Άλλωστε, η μείωση του ορίου ηλικίας για την αυτοδίκαιη αποχώρηση των ανδρών υπαλλήλων της εναγομένης στο 58ο έτος της ηλικίας τους, αντισταθμίζεται με την τριακονταπενταετή συντάξιμη υπηρεσία, καθόσον, σύμφωνα πάντοτε με την παραπάνω τροποποίηση του άρθρου 31 του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης, εάν αυτή δεν συντρέχει, δεν υποχρεώνονται οι υπάλληλοι σε αποχώρηση εκ του λόγου και μόνον ότι έχουν συμπληρώσει το 58ο έτος της ηλικίας τους, αλλά παρατείνεται η παραμονή τους μέχρι την συμπλήρωσή της (τριακονταπενταετίας), με απώτατο όριο το 62ο έτος της ηλικίας τους.

Επίσης στο άρθρο 31 του άνω οργανισμού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 της από 22-6-1999 Επιχειρησιακής Σύμβασης, που καταρτίστηκε σύμφωνα με τον Ν. 1876/1990, ορίζονται τα εξής: "Η σύμβαση εργασίας μεταξύ της Τράπεζας και κάθε εργαζομένου σ' αυτή λύνεται με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας για τους άνδρες και του 57ου έτους της ηλικίας για τις γυναίκες" (παρ. 1). "Η σύμβαση εργασίας λύνεται και πριν τη συμπλήρωση των οριζόμενων ως άνω ορίων ηλικίας στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) λόγω θανάτου του εργαζομένου, β) λόγω αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζομένου για τριάντα εργάσιμες ημέρες, γ) λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο και δ) λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 5 (υποβολή μηνύσεως κ.λπ.) του Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της εναγομένης Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσίβλητη ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", είναι με βάση τον έχοντα ισχύ νόμου κανονισμό εργασίας της, που αποτελεί υποχρεωτικό περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας του μισθωτού, ορισμένου χρόνου και η καταγγελία αυτών με την επίκληση σπουδαίου λόγου δεν τις καθιστά, ούτε τις μετατρέπει, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου( ΑΠ 1164/2019,ΑΠ 691/2012.) Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 24-11-2005 (αριθμός κατάθεσης 34/5-1-2006) αγωγή του ισχυρίσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι, στις 9-2-1987, προσελήφθη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", ως στέλεχος ειδικών προσόντων με ένταξη στο βαθμό του Τμηματάρχη Β', και αφού προήχθη κατ' εκλογή στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β', τοποθετήθηκε εν τέλει ως Σύμβουλος Διοίκησης.

Ότι στις 8-11-2005 η εναγομένη, μετά από απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου που ελήφθη στη συνεδρίαση της 18-10-2005, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας με το από 27-10-2005 έγγραφο, σύμφωνα με τον Οργανισμό Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος και το άρθρο 672 ΑΚ, επικαλούμενη ως σπουδαίο λόγο ότι με τις εκτεθείσες στην έγγραφη καταγγελία ενέργειές του επέδειξε λειτουργικότητα ασυμβίβαστη με τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντά του έναντι της εργοδότριας τράπεζας, θέτοντας σε κίνδυνο τα συμφέροντα και τη φήμη της, με συνέπεια να της προκαλέσει υλική και ηθική ζημία και να κλονιστεί ανεπανόρθωτα η εμπιστοσύνη της στο πρόσωπο του.

Ότι ωστόσο, η σύμβαση εργασίας που τον συνέδεε με την εναγομένη ήταν αορίστου χρόνου, αφού ο θεσπισθείς βάσει του Ν. 3239/1955 με την από 11-11-1977 Ειδική Συλλογική Εργασίας "περί Οργανισμού Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος" Κανονισμός, με τον οποίο προβλέπεται και η ορισμένου χρόνου διάρκεια των εργασιακών συμβάσεων του προσωπικού, είναι ανίσχυρος, με συνέπεια να εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου.

Ότι η καταγγελία είναι άκυρη, διότι δεν καταβλήθηκε η προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση, ενώ σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας ήταν ορισμένου χρόνου, ο επικαλούμενος σπουδαίος λόγος είναι αναληθής και προσχηματικός, άλλως η καταγγελία είναι καταχρηστική, διότι η πάροδος ικανού χρόνου από τη γνώση της εναγομένης των περιστατικών που θεμελιώνουν τον σπουδαίο λόγο έως την καταγγελία αποδυνάμωσαν το δικαίωμά της, προσέτι δε παραβιάσθηκε και η αρχή τη αναλογικότητας, καθόσον το συμφέρον της εναγόμενης τράπεζας μπορούσε να ικανοποιηθεί με την επιλογή ηπιότερου μέτρου από την απόλυση.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε ν' αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει ως μισθούς υπερημερίας αφενός το ποσό των 7.9127,65 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 8-11-2005 έως τη συζήτηση της αγωγής, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του μήνα του οποίου έκαστος μισθός κατέστη απαιτητός, άλλως από την επομένη επίδοσης της αγωγής, αφετέρου τις αποδοχές όπως αυτές θα αναπροσαρμοσθούν για το μετά τη συζήτηση της αγωγής χρονικό διάστημα και μέχρι τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων της πλήρους συνταξιοδότησής του, άλλως μέχρι την άρση της υπερημερίας της.

Ισχυριζόμενος δε περαιτέρω ότι υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία προσεβλήθη η προσωπικότητά του με συνέπεια να υποστεί ηθική βλάβη, ζήτησε, μετατρέποντας το αίτημα σε εν μέρει αναγνωριστικό με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου που καταχωρίστηκε στα υπ' αριθμ. 2441/2007 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 12.000,00 ευρώ και ν' αναγνωριστεί ότι είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει για την ίδια αιτία το ποσό των 488.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 8-11-2005, άλλως από την επομένη επίδοσης της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε αρχικά την υπ' αριθμ. 2441/2007 απόφαση, με την οποία ανέβαλε κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, την εκδίκαση της υπόθεσης μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της από 27-7-2005 αγωγής, που άσκησε ο εκκαλών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ ακολούθως, εξέδωσε την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 925/2012 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή στο σύνολο της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Κατά της απόφασης αυτής και της αναγκαστικά συμπροσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2441/2007 (άρθρο 513 παρ. 2 ΚΠολΔ) ο ενάγων άσκησε την από 6-2-2014 έφεση, στρέφοντας αυτήν κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA BANK", ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, απορρόφησε την εναγομένη και έτσι υπεισήλθε αυτοδικαίως στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της ως καθολική διάδοχος, ζητώντας να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να γίνει δεκτή στο σύνολο της η από 24-11-2005 αγωγή .Επί της έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 595/2019,ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση τα εξής: Η εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", στις 9-21987, προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως υπάλληλο λογιστικού κλάδου, τον εκκαλούντα, Δ.

Θ. (βλ. την από 9-21987 έγγραφη σύμβαση), οικονομολόγο - πτυχιούχο της Ανώτατης Εμπορικής Σχολής. Η ανωτέρω εναγόμενη τράπεζα συγχωνεύθηκε με απορρόφησή της από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68 παρ. 2, 78 του Ν. 2190/1920 και 16 του Ν. 2515/1997 "περί συγχωνεύσεως πιστωτικών ιδρυμάτων", δυνάμει των από 20-3-2013, 21-32013 και 20-6-2013 αποφάσεων των διοικητικών τους συμβουλίων και της υπ' αριθμ.

…./…-6-2013 πράξης του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Στεφανάκου, της συγχώνευσης αυτής εγκριθείσας με την Κ2-4580/28-6-2013 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, η οποία νομίμως καταχωρίστηκε στο Γ.Ε.Μ.Η και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 3931 /1 -7-2013 ΦΕΚ, με συνέπεια η εφεσίβλητη να υπεισέρχεται αυτοδικαίως στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", ως καθολική της 6διάδοχος.

Κατά το άρθρο 31 του Οργανισμού Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε, που καταρτίστηκε με την από 11-11-1997 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας "περί Οργανισμού Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος", σύμφωνα με το Ν. 3239/1955, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ' αριθμ. 46806/-10314 της 21/26-11-1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 1255) και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθμ. 15869 της 10/27-7-1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 446), ως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 της από 22-6-1999 Επιχειρησιακής Σύμβασης, που καταρτίστηκε σύμφωνα με τον Ν. 1876/1990, "Η σύμβαση εργασίας μεταξύ της Τράπεζας και κάθε εργαζομένου σ' αυτή λύνεται με τη συμπλήρωση του 580υ έτους της ηλικίας για τους άνδρες και του 570υ έτους της ηλικίας για τις γυναίκες" (παρ. 1). "Η σύμβαση εργασίας λύνεται και πριν τη συμπλήρωση των οριζόμενων ως άνω ορίων ηλικίας στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) λόγω του θανάτου του εργαζομένου, β) λόγω αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζομένου για τριάντα εργάσιμες ημέρες, γ) λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο και δ) λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 5 του Ν. 2112/1920" (παρ. 3). Επομένως, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας, η μεταξύ των διαδίκων συναφθείσα εργασιακή σχέση έχει τη μορφή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού από τον ως άνω Οργανισμό του προσωπικού της εναγομένης προβλέπεται η λήξη της με τη συμπλήρωση ορισμένου ορίου ηλικίας ήτοι του 58ου έτους της ηλικίας του εκκαλούντος και δεν προκύπτει ότι συμφωνήθηκε συγχρόνως δικαίωμα να καταγγείλει η εναγομένη οποτεδήποτε τη σύμβαση αυτού χωρίς σπουδαίο λόγο.

Η άνω δε Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας έχει ισχύ νόμου και οι όροι του-εφαρμοζόμενου με ισχύ νόμου Οργανισμού του προσωπικού της εναγομένης αποτελούν περαιτέρω υποχρεωτικό περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης εργασίας του εκκαλούντος, χωρίς τούτο ν' αναιρείται από το γεγονός ότι η Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας καταρτίστηκε με βάση το Ν. 3239/1955, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών με τον πρώτο λόγο έφεσης, ισχυριζόμενος ότι ο Οργανισμός προσωπικού της εναγομένης δεν εφαρμόζεται και συνεπώς η σύμβαση εργασίας του είναι αορίστου χρόνου, αφού, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη, οι ειδικές συλλογικές συμβάσεις, ακόμη και αν καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του Ν. 3239/1955, υπάγονται ως προς τα αποτελέσματά τους και γενικώς την ισχύ τους στις διατάξεις του ισχύοντος ήδη Ν. 1876/1990, που είναι άμεσης εφαρμογής, από τις οποίες προκύπτει ότι στο περιεχόμενο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ανήκει, πλην άλλων, και η ρύθμιση σχετικά με τη λήξη των ατομικών συμβάσεων εργασίας.

Ο εκκαλών (ενάγων και ήδη αναιρεσείων), κατά την πρόσληψή του, λόγω της εξειδίκευσης και εμπειρίας που διέθετε στα τραπεζικά ζητήματα και ιδίως στον τομέα των επενδύσεων, καθώς είχε ήδη διατελέσει, επί μία σχεδόν δεκαετία, διευθυντικό στέλεχος της τράπεζας "CITIBANK Ν Α", τοποθετήθηκε ως υπεύθυνος του Τμήματος Συναλλάγματος Διατραπεζικής Αγοράς στη Διεύθυνση Διαχείρισης Διαθέσιμων (ΔΔΔ) και, μετά από επιτυχή δοκιμασία, εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό της Τράπεζας, στο βαθμό του Τμηματάρχη Β', με valeur την ημερομηνία πρόσληψης.

Ακολούθως, προήχθη κατ' εκλογή το έτος 1991 στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' και τοποθετήθηκε Διευθυντής Τομέα στη ΔΔΔ με δικαίωμα Α' υπογραφής και ευθύνη τη διαχείριση των επενδύσεων και διαθεσίμων της τράπεζας, το έτος 1994 στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β' με χρέη αναπληρωτή Διευθυντή Διεύθυνσης στη ΔΔΔ, στις 15-6-2000 στο βαθμό του Συμβούλου Διεύθυνσης παρά τον Γενικό Διευθυντή της Τράπεζας με δικαίωμα Α' υπογραφής και τέλος, στις 29-122000, στο βαθμό του Συμβούλου Διοίκησης.

Στις 4-1-2001 αποσπάστηκε ως Σύμβουλος Διοίκησης στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο με σύμβαση δανεισμού και ευθύνη τη διαχείριση των επενδύσεων και διαθεσίμων του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, έως τις 29-3-2004, οπότε επανήλθε στην εναγομένη ως Σύμβουλος Διοίκησης (βλ. τις από 22-7-1988, 13-12-1988,28-6-1989, 3-91992, 16-11-1994 και 29-12-2000 εγγραφές επιστολές της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγομένης προς τη ΔΔΔ και την από 23-1-2001 έγγραφη επιστολή της εναγομένης προς το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο).

Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι τις 8-11-2005, οπότε η εναγόμενη "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" του κοινοποίησε την από 27-10-2005 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με τον Οργανισμό προσωπικού και το άρθρο 672 ΑΚ. Ο σπουδαίος λόγος που επικαλέστηκε η εναγομένη στην έγγραφη καταγγελία της συνίστατο στην επίδειξη από μέρους του εκκαλούντος λειτουργικότητας ασυμβίβαστης με της τράπεζας, που έθεσε σε κίνδυνο τα συμφέροντα και την καλή της φήμη, προκάλεσε την υλική και ηθική ζημία της και κλόνισε ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη της στο πρόσωπο του, καθόσον α) δημιούργησε με τις χωρίς κάλυμμα συναλλαγές που διενήργησε (αγοραπωλησία μετοχών) υποχρεώσεις προς τον Όμιλο της Εμπορικής Τράπεζας δυσανάλογες του εισοδήματος του, στις οποίες δεν μπορεί ν' ανταποκριθεί, γεγονός που οδήγησε τη θυγατρική της εναγομένης εταιρία Τράπεζα Επενδύσεων" στη διεκδίκηση των απαιτήσεών της μέσω αστικών ενεργειών, β) εγγυήθηκε και αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα υποχρεώσεις και χρέη τρίτων προς την επίσης θυγατρική της εναγομένης εταιρία "Εμπορική Χρηματιστηριακή" που παραμένουν εκκρεμή και γ) δημιούργησε οφειλές μεγάλου ποσού και προς άλλες χρηματιστηριακές εταιρίες (βλ.

την από 27-10-2005 έγγραφη καταγγελία). Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι, στις 25-5-1998, ο εκκαλών κατήρτισε με την ιδρυμένη σύμφωνα με το Ν. 1806/1988 χρηματιστηριακή εταιρία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ>) ("ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΧΕΠΕΥ"), ανήκουσα τότε ως θυγατρική στον όμιλο της εναγόμενης τράπεζας, έγγραφη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε η παροχή υπηρεσιών εκτέλεσης χρηματιστηριακών συναλλαγών από την άνω εταιρία προς τον εκκαλούντα, με τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις που αναφέρονταν στη σύμβαση και στους περιλαμβανόμενους σ' αυτήν Γενικούς Όρους Συναλλαγών.

Η προαναφερόμενη χρηματιστηριακή εταιρία, με την Κ2 4069/5-4-2002 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, απορροφήθηκε από την εταιρία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε", επίσης ανήκουσα ως θυγατρική στον όμιλο της εναγομένης, η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της ως καθολική διάδοχος, η δε τελευταία, με την Κ2-14903/10-12-2004 απόφαση του ιδίου Υπουργού, απορροφήθηκε από την εναγόμενη "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", η οποία έτσι υπεισήλθε αυτοδικαίως ως καθολική διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τόσο της εταιρίας "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε" όσο και της εταιρίας "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΧΕΠΕΥ".

Στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ανοίχθηκε στο όνομα του εκκαλούντος, κατόπιν αίτησής του για τη δημιουργία μερίδας λογαριασμού αξιών και εξουσιοδότησης χρήσης, ο υπ' αριθμ. … χρηματιστηριακός κωδικός, μέσω του οποίου ο εκκαλών πραγματοποίησε σειρά αγοραπωλησιών μετοχών, που καταχωρούνταν σε χρηματική καρτέλα, ενώ όμοια συνεργασία μεταξύ του εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) και της "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΧΕΠΕΥ" υπήρχε ήδη από το έτος 1992.

Από το έτος αυτό και συγκεκριμένα από τις 9-3-1992 έως τις 11-9-2000 η χρηματιστηριακή εταιρία εκτέλεσε αγορές και πωλήσεις μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ), κατόπιν εντολής του εκκαλούντος στο όνομα και για λογαριασμό του, για τις οποίες εκδόθηκαν τα σχετικά πινακίδια και έγιναν οι σχετικές εγγραφές χρέωσης και πίστωσης στον τηρούμενο από την χρηματιστηριακή εταιρία δοσοληπτικό λογαριασμό, ο οποίος στις 11-9-2000 εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του εκκαλούντος, ύψους 615.152,22 ευρώ.

Έτσι, στις 24- 7-2001, ο εκκαλών υπέγραψε, όπως και ο ίδιος ομολογεί, το με την ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο αναγνώρισε ότι η ανωτέρω χρηματιστηριακή εταιρία πραγματοποίησε, μέσω του υπ' αριθμ. 216 χρηματιστηριακού κωδικού και κατόπιν εντολής του, σειρά αγοραπωλησιών μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, με τους τίτλους που εμφανίζονται στο συνημμένο Παράρτημα Ν, καθώς και ότι, κατόπιν αμφισβήτησης από μέρους του εκκαλούντος του ύψους του χρεωστικού υπολοίπου, ποσού 214.720.263 δραχμών, και προς αποφυγή μακροχρόνιων δικαστικών αγώνων, τα μέρη συμφώνησαν να περιορίσουν το ύψος της οφειλής στο ποσό των 180.000.000 δραχμών, το οποίο ο εκκαλών αναγνώρισε ως νόμιμο, πραγματικό και ανταποκρινόμενο στις συναλλαγές που πραγματοποίησε μέσω της αντισυμβαλλόμενης χρηματιστηριακής εταιρίας.

Επίσης, ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το χρέος εντόκως από 1-1-2001, με επιτόκιο διατραπεζικής αγοράς Euribor εξάμηνης διάρκειας, το αργότερο έως τις 31-7- 2003, ενώ στην περίπτωση μη αποπληρωμής του εντός της άνω προθεσμίας, προβλέφθηκε δικαίωμα της χρηματιστηριακής εταιρίας να προβεί σε άμεση εκποίηση του συνόλου του χαρτοφυλακίου του εκκαλούντος, ο οποίος, με το ίδιο συμφωνητικό, της έδωσε την ανέκκλητη προς τούτο εντολή και πληρεξουσιότητα, παραχωρώντας της επιπλέον ενέχυρο επί του συνόλου των αξιών του χαρτοφυλακίου του (βλ.

το από 24-72001 ιδιωτικό συμφωνητικό). Την ίδια ημέρα υπεγράφη και η από 24-7-2001 σύμβαση παροχής ενεχύρου επί άυλων κινητών αξιών, με την οποία ο εκκαλών ενεχυρίασε στην ανωτέρω εταιρία τις αναφερόμενες στη σύμβαση άυλες κινητές αξίας, εξουσιοδοτώντας αυτήν, ανεξάρτητα του ληξιπρόθεσμου ή μη της απαίτησής της, να εισπράττει, μόνη και χωρίς άλλη διατύπωση, λόγω του συσταθέντος υπέρ αυτής ενεχύρου, το καθαρό προϊόν των ενεχυριασμένων άυλων κινητών αξιών (βλ.

την από 24- 7-2001 σύμβαση παροχής ενεχύρου). Ο εκκαλών ωστόσο, δεν κατέβαλε την οφειλή έως τις 31-7-2003, όπως είχε υποσχεθεί με το από 24-7-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, αναγκάζοντας την εταιρία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε", ως καθολική διάδοχο της άνω χρηματιστηριακής εταιρίας να του κοινοποιήσει στις 26-8-2003 εξώδικη δήλωση, με την οποία τον κάλεσε να τηρήσει τη συμφωνία και στις 31-10-2003 την από 15-10-2003 επιταγή, με την οποία τον κάλεσε να εξοφλήσει την οφειλή, ανερχόμενη στο ποσό των 615.152,22 ευρώ, ενώ ακολούθως ανάγκασε και την εναγόμενη "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", ως καθολική διάδοχο της "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε", η οποία προηγουμένως είχε απορροφήσει την εταιρία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΧΕΠΕΥ", να ασκήσει σε βάρος του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή, με αίτημα την καταβολή ποσού 615.152,22 ευρώ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών, εκμεταλλευόμενος την υψηλή στην ιεραρχία θέση που κατείχε στην εναγόμενη τραπεζική εταιρία, στον όμιλο της οποίας, μέχρι τη συγχώνευση με απορρόφηση, ανήκε και η θυγατρική της "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΧΕΠΕΥ" προέβαινε από το έτος 1992 έως το έτος 2000 σε αγοραπωλησίες μετοχών, χωρίς να καταθέτει το προβλεπόμενο αντίτιμο των τίτλων για τους οποίους έδινε εντολές διαπραγμάτευσης μέσω του ΧΑΑ, με αποτέλεσμα μέχρι το έτος 2001,οπότε άρχισαν να διαφαίνονται και οι συνέπειες από την πτώση του Χρηματιστηρίου να έχει οφειλή στην "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΧΕΠΕΥ" ποσού 214.720.263 δραχμών, το οποίο, ως ήδη αναφέρθηκε, περιορίστηκε με το από 24-7-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό στο ποσό των 180.000.000 δραχμών.

Η ανωτέρω επενδυτική τακτική του εκκαλούντος, από την οποία δημιουργήθηκε και η προαναφερόμενη οφειλή, αποδεικνύεται από το ίδιο το από 24-7-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο εκκαλών αναγνώρισε την κατ' εντολή και για λογαριασμό του πραγματοποίηση αγοραπωλησιών μετοχών στο ΧΑΑ από την ανωτέρω χρηματιστηριακή εταιρία, καθώς και το χρεωστικό υπόλοιπο του τηρηθέντος δοσοληπτικού λογαριασμού, λόγω μη κατάθεσης του αντιτίμου των άυλων αξιών, επιβεβαιώνεται δε και από τον έλεγχο που διενεργήθηκε από τον υπάλληλο της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας Χ.

Π., κατόπιν εντολής του Διευθυντή Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού, στα πλαίσια "διοικητικής ανάκρισης" (βλ. το από 16-3-2005 πόρισμα), ο οποίος κατέθεσε ενόρκως και ως μάρτυρας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μ' επιμέλεια της εναγόμενης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης (βλ. τα υπ' αριθμ. 2441/2007 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης).

Άλλωστε, τα ίδια πραγματικά περιστατικά σχετικά με την προαναφερόμενη επενδυτική τακτική του εκκαλούντος δέχθηκαν ως αληθή τόσο η υπ' αριθμ. 7622/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της προαναφερόμενης αγωγής της εναγομένης, όσο και η υπ' αριθμ. 2679/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 7622/2008 απόφασης, κρίνοντας ωστόσο περαιτέρω αμφότερες ότι η απαίτηση της εναγομένης, ως πηγάζουσα από χρηματιστηριακή συναλλαγή, υπέπεσε στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928 ( βλ.

τις ανωτέρω αποφάσεις μέχρι την έκδοση των οποίων και την τελεσίδικη κρίση επί της ασκηθείσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγής αναβλήθηκε, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, η εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης με την υπ' αριθμ. 2411/2007 συμπροσβαλλόμενη με την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου).

Ο δε ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι το από 24-7-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό είναι προϊόν εξαναγκασμού και απειλής από μέρους του τότε Διοικητή της εναγομένης Γ. Σ., κρίνεται μη ανταποκρινόμενος στην αλήθεια, αφού από ουδέν αποδεικτικό μέσο προέκυψε, ενώ ομοίως αναληθής κρίνεται και ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι οι αγοραπωλησίες μετοχών πραγματοποιούνταν χωρίς εντολή και εν αγνοία του, λόγω της εμπιστοσύνης που είχε στο πρόσωπο του αντικρυστή του, καθόσον, εκτός του ότι δεν αποδείχθηκε, αντιστρατεύεται κάθε λογική η μη παρακολούθηση του χαρτοφυλακίου επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα από έναν οικονομολόγο, υψηλόβαθμο στέλεχος ειδικών προσόντων τραπεζικής εταιρίας και άριστο γνώστη των επενδυτικών θεμάτων και χρηματιστηριακών συναλλαγών, όπως είναι ο εκκαλών.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος, στις 23-5-2000 αποδέχθηκε και εγγυήθηκε ανεπιφύλακτα την αποπληρωμή οφειλών, ύψους 40.009.934 δραχμών (117.417,00 ευρώ), έξι ατόμων προς την "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΧΕΠΕΥ", στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος η εναγόμενη τραπεζική εταιρία, μεταξύ των οποίων ο αδελφός του, η νύφη του και ο γαμβρός του, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να καταβάλει την οφειλή έως τις 20-6-2000, πλην όμως κατά το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης το χρέος , ύψους 115.062,00 ευρώ, εκκρεμούσε σχεδόν στο σύνολο του, και εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερα, επιβαρύνοντας την καθολική διάδοχο της "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΧΕΠΕΥ" εναγόμενη τραπεζική εταιρία, απορριπτόμενου ως κατ' ουσίαν αβάσιμου του ισχυρισμού του εκκαλούντος περί εξόφλησης του χρέους, αφού ουδέν αποδεικτικό μέσο προσκόμισε για την απόδειξη του ισχυρισμού αυτού.

Τέλος, όπως προκύπτει από τον ίδιο ως άνω έλεγχο, που διενεργήθηκε κατόπιν εντολής του Διευθυντή της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγομένης, ο εκκαλών, ακολουθώντας την ίδια ως άνω επενδυτική πολιτική και με τις εταιρίες "Χρηματιστηριακή Βορείου Ελλάδος" και "Praxis International ΑΧΕΠΕΥ", δηλαδή την αγοραπωλησία μετοχών χωρίς την κατάθεση του αντιτίμου των άυλων αξιών, δημιούργησε οφειλές, τις οποίες ομοίως αδυνατούσε να καλύψει από το εισόδημα ή την περιουσία του.

Μάλιστα η πρώτη των άνω εταιριών άσκησε σε βάρος του εκκαλούντος ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 20-4-2001 αγωγή, με αίτημα την καταβολή ποσού 135.517.219 δραχμών ως χρεωστικό υπόλοιπο του τηρηθέντος χρηματιστηριακού λογαριασμού, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 458/2004 απόφαση του άνω δικαστηρίου και ακολούθως η υπ' αριθμ. 3206/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε ότι το μεγαλύτερο μέρος της απαίτησης (112.457.449 δραχμές) υπέπεσε στην παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928, η δε δεύτερη αυτών άσκησε την από 15-5-2001 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκαν η υπ' αριθμ. 56/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η υπ' αριθμ. 2289/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε ως μη νόμιμη την προταθείσα από τον εκκαλούντα ένσταση παραγραφής μέρους της απαίτησης, ποσού 16.951.362 δραχμών και τέλος η υπ' αριθμ. 1928/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια το ζήτημα εάν η ετήσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928 εφαρμόζεται και στις αξιώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής.

Έτσι, ο εκκαλών, κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, είχε δημιουργήσει οφειλές προς τη δικαιοπάροχο της εναγομένης, και μέλος του ομίλου της, χρηματιστηριακή εταιρία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΧΕΠΕΥ", τις οποίες, αδυνατούσε να εξοφλήσει από το εισόδημα ή την περιουσία του και οι οποίες αποτελούσαν επισφαλείς απαιτήσεις με αντίστοιχη ζημία της εναγομένης (βλ.

και άρθρα 17 παρ. 1 και 20 παρ. 3 του Οργανισμού προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος), ανεξαρτήτως της μεταγενέστερης δικαστικής κρίσης περί παραγραφής των απαιτήσεων από τις συμβάσεις παραγγελίας χρηματιστηριακών αγοραπωλησιών, ενόψει και του ότι με την υπ' αριθμ. 28/2007 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (δημοσιευμένη στην ΤΝΠ "ΝΟΜΟΣ") κρίθηκε κατά πλειοψηφία ότι η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928 δεν εφαρμόζεται μόνο στις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές αλλά και στις συναφείς και παρεπόμενες αυτών, όπως είναι η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας.

Για την πρώτη των ανωτέρω ενεργειών και συγκεκριμένα για τη δημιουργία χρέους προς τη θυγατρική τότε της εναγομένης εταιρία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΧΕΠΕΥ", η οποία ακολούθως συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την εναγόμενη εταιρία, κινήθηκε σε βάρος του εκκαλούντος η προβλεπόμενη από τον Οργανισμό προσωπικού πειθαρχική διαδικασία και παραπέμφθηκε, ως πειθαρχικά ελεγχόμενος, από τη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού, μετά από εντολή της Διοίκησης, ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου.

Το τελευταίο, κατά την ορισθείσα συνεδρίαση της 28-9-2005, έκρινε κατά πλειοψηφία (μειοψηφούντων των εκπροσώπων της συνδικαλιστικής οργάνωσης ΣΕΕΤ) ότι οι προβλεπόμενες από τον Οργανισμό προσωπικού πειθαρχικές ποινές δεν επαρκούν για τον κολασμό των παραπτωμάτων του εκκαλούντος, λόγω του ύψους της προκληθείσας ζημίας (βλ.

υπ' αριθμ. 5/289- 2005 Πρακτικό συνεδρίασης του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου). Οι προαναφερόμενες παράτυπες ενέργειες του εκκαλούντος και κυρίως η δημιουργία μεγάλου ύψους χρεών από χρηματιστηριακές συναλλαγές προς την εταιρία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΧΕΠΕΥ", τα οποία εν τέλει μείωσαν την περιουσία της καθολικής διαδόχου της - εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης), καθώς και η προς αυτήν εγγύηση οφειλών τρίτων προσώπων-συγγενών, τις οποίες ο εκκαλών(ήδη αναιρεσείων) αδυνατούσε εξ αρχής να καλύψει από το εισόδημα και την περιουσία του, προκαλώντας αντίστοιχη οικονομική ζημία στην εργοδότριά του, την οποία περαιτέρω ανάγκασε να εμπλακεί και σε δικαστικούς αγώνες προς ικανοποίηση των απαιτήσεών της, συνιστούν ανάρμοστη και ασυμβίβαστη με τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντά του έναντι της τράπεζας συμπεριφορά, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι επρόκειτο για υπάλληλο που κατείχε υψηλό βαθμό στην ιεραρχία και επιτελική θέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης.

Περαιτέρω, οι ενέργειες του εκκαλούντος έβλαψαν το κύρος της εναγομένης, τη φήμη και την αξιοπιστία της, ως μεγάλου χρηματοπιστωτικού οργανισμού, που έχει τη δυνατότητα να προστατεύσει τα συμφέροντά του, ενώ, χωριστά η κάθε μία αλλά και αθροιστικά συνεκτιμώμενες, επιβάρυναν την εργασιακή σχέση σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καθίσταται για την εναγομένη, κατ' αντικειμενική κρίση, μη ανεκτή η συνέχισή της, καθόσον από τη συμπεριφορά του εκκαλούντος ήταν δυνατόν να κλονιστεί και πράγματι κλονίστηκε η εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπο του, διαταράχθηκε η ομαλή συνεργασία μαζί του και εύλογα κατέστη μη επιθυμητή η περαιτέρω συνέχιση της εργασιακής σύμβασης.

Το γεγονός δε ότι τα ανωτέρω σχετικά με τη συμπεριφορά του εκκαλούντος πραγματικά περιστατικά ήταν σε γνώση της εναγομένης ήδη από το έτος 2001, δεν αποδυνάμωσε το δικαίωμά της να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας το έτος 2005, ήτοι μετά πάροδο τεσσάρων ετών και συνεπώς δεν την καθιστά καταχρηστική, αφού η τότε γνώση του προβλήματος ως οικονομική εκκρεμότητα, την οποία μάλιστα ο εκκαλών αναγνώρισε και υποσχέθηκε να εξοφλήσει, δεν μπορούσε να προδιαγράψει τη διόγκωσή του και τις οικονομικές εν τέλει επιπτώσεις του.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι έγκυρη κατ' άρθρο 672 ΑΚ, καθόσον έγινε για σπουδαίο λόγο, ως η έννοια αυτού αναλύθηκε στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας. Περαιτέρω, η καταγγελία δεν είναι ούτε καταχρηστική, αφού ενόψει της άνω αποδειχθείσας συμπεριφοράς του εκκαλούντος, δεν μπορεί ν' αξιωθεί κατά την καλή πίστη από την εναγομένη η διατήρησή του στην υπηρεσία της, λόγω της κλονισμένης πλέον εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του, προσέτι δε η καταγγελία είναι και αναγκαία, διότι τα αποδειχθέντα σχετικά με την ανάρμοστη και ασυμβίβαστη με τα καθήκοντά του συμπεριφορά του εκκαλούντος πραγματικά περιστατικά, συνιστούν, κατ' αντικειμενική κρίση, σπουδαίο λόγο και δεν ήταν αρκετή η λήψη, αντί της καταγγελίας, ηπιότερων μέτρων και ειδικότερα η επιβολή αυστηρής πειθαρχικής ποινής, αφού το ληφθέν εν τέλει μέτρο από την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) δεν τελεί σε δυσαναλογία σε σχέση με την περιγραφείσα συμπεριφορά του εκκαλούντος (ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος).

Το γεγονός δε ότι ήταν ικανότατος υπάλληλος και δεν είχε απασχολήσει για άλλα θέματα την τράπεζα μέχρι τη διαπίστωση των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, δεν μπορεί να μετριάσει τη σοβαρότητα των πράξεών του και ν' αναιρέσει τον κλονισμό της εμπιστοσύνης της εναγόμενης τράπεζας προς το πρόσωπο του.

Τα επικαλούμενα από τον εκκαλούντα περιστατικά ότι με την απόλυσή του οδηγήθηκε στην ανεργία μετά από δεκαοκτώ έτη υπηρεσίας, σε ηλικία 51 ετών, όντας έγγαμος με δύο τέκνα και αντιμετωπίζοντας σοβαρό πρόβλημα υγείας, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, ενώ, τέλος, δεν καθιστά καταχρηστική την για σπουδαίο λόγο καταγγελία ούτε το γεγονός ότι η εναγομένη δεν επέλεξε ηπιότερο μέτρο, όπως έπραξε για άλλους υπαλλήλους σε ανάλογες περιπτώσεις, αφού η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο (βλ.

ΑΠ 652/2009 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ "ΝΟΜΟΣ"), Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου του εκκαλούντος έγινε για σπουδαίο λόγο και δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από το άρθρο 281 ΑΚ και ακολούθως, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή του για την αναγνώριση ακυρότητας της καταγγελίας και την καταβολή σ' αυτόν αποδοχών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ορθώς εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και τ' αντίθετα υποστηριζόμενα με τους λόγους έφεσης, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ενάγοντος επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε επίσης απορριφθεί η αγωγή του. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεχόμενο ότι σύμφωνα με τον έχοντα ισχύ νόμου κανονισμό της εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ALPHA BANK", το περιεχόμενο του οποίου (κανονισμού) αποτελεί υποχρεωτικό όρο της ατομικής σύμβασης εργασίας του ενάγοντος , η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος είναι ορισμένου και όχι αορίστου χρόνου καθώς και ότι με την έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα πριν τη λήξη της δεν καθίσταται ούτε μετατρέπεται αυτή σε ορισμένου χρόνου και συνεπώς δεν έχουν επ' αυτής εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 2 και 5 του Ν. 3198/1955, σύμφωνα με τις οποίες για το κύρος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου απαιτείται η προηγούμενη καταβολή της δΓ αυτών προβλεπόμενης αποζημιώσεως ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 3239/1955,όπως τροποποιήθηκαν από το Ν.Δ. 3755/57, του Ν. 1876/1990, άρθρων 669, 672 ΑΚ και του άρθρου 31 του Οργανισμού Προσωπικού (Κανονισμού) της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, ενώ ορθά ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων και 3 του Ν. 2112/1920 και 2 και 5 του Ν. 3198/1955, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες.

Τούτο γιατί ο περιεχόμενος σε συλλογική σύμβαση Κανονισμός ανήκει στο κανονιστικό μέρος της συλλογικής σύμβασης και επομένως έχει ισχύ νόμου, ενώ οι ειδικές συλλογικές συμβάσεις, ακόμη και αν καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του Ν. 3239/1955, υπάγονται ως προς τα αποτελέσματά τους και γενικώς την ισχύ τους στις διατάξεις του ισχύοντος ήδη Ν. 1876/1990, που είναι άμεσης εφαρμογής, από τις οποίες προκύπτει ότι στο περιεχόμενο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ανήκει, πλην άλλων, και η ρύθμιση σχετικά με τη λήξη των ατομικών συμβάσεων εργασίας.

Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω το Εφετείο με την κρίση του ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, υψηλόβαθμο τραπεζικό στέλεχος, 1)με τις χρηματιστηριακές συναλλαγές (αγοραπωλησίες μετοχών) που πραγματοποίησε δημιούργησε τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη υποχρεώσεις (οφειλές) προς την θυγατρική της εναγομένης χρηματιστηριακή εταιρεία, καθολική διάδοχος της οποίας στη συνέχεια κατέστη η εναγομένη, τις εγγυήσεις χρεών τρίτων προς την θυγατρική της Εμπορικής Τράπεζας χρηματιστηριακή εταιρεία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΧΕΠΕΥ" και τη δημιουργία οφειλών και προς άλλες χρηματιστηριακές εταιρείες τις οποίες αδυνατούσε να εξοφλήσει από το εισόδημά του ή την περιουσία του, οι οποίες αποτελούσαν επισφαλείς απαιτήσεις με αντίστοιχη ζημία της εναγομένης παραβίασε ουσιώδεις συμβατικές του υποχρεώσεις ως τραπεζικός υπάλληλος και συγκεκριμένα τα άρθρα 17 παρ. 1 και 20 παρ.3 του Οργανισμού Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος σύμφωνα με τα οποία αφενός " Οι υπάλληλοι οφείλουν να επιδεικνύουν πάσαν επιμέλεια κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους και να προασπίζουν και προάγουν τα συμφέροντα της Τράπεζας, ευθυνόμενοι για κάθε από πράξη ή παράλειψη αυτών προσγενόμενη στην Τράπεζα ζημία..." αφετέρου "Απαγορεύεται στους υπαλλήλους να αναλαμβάνουν υποχρεώσεις (είτε απ' ευθείας, είτε ως εγγυητές) τις οποίες αδυνατούν να εκπληρώσουν από το δικό τους εισόδημα ή την περιουσία τους", 2) Οι παραπάνω αντισυμβατικές ενέργειες, στις οποίες προέβη ο ενάγων, ως υπάλληλος της εναγομένης που κατείχε υψηλό βαθμό στην ιεραρχία και επιτελική θέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης , αποτελούν αντικειμενικούς λόγους, οι οποίοι αποτρέπουν την τελευταία να εμπιστευτεί τον ενάγοντα σε οποιαδήποτε άλλη τραπεζική εργασία, αφού δεν αρμόζουν σε ανώτερο τραπεζικό στέλεχος, συνιστούν ανάρμοστη και ασυμβίβαστη με τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντά του έναντι της Τράπεζας συμπεριφορά και κλονίζουν το κύρος της ενάγουσας και την αξιοπιστία της ως μεγάλου χρηματοπιστωτικού οργανισμού, που έχει την δυνατότητα να προστατεύει τα συμφέροντα του, και ως εκ τούτων υφίσταται σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος από την εναγομένη.

Η ύπαρξη σπουδαίου λόγου καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, καίτοι διαπιστώθηκαν παρόμοια παραπτώματα και άλλων υπαλλήλων της εναγομένης, η σύμβαση αυτών δεν καταγγέλθηκε, καθόσον η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν αφορά θέματα καταγγελίας, ότι η προαναφερόμενη καταγγελία δεν ελέγχεται ως καταχρηστική, αφού, ενόψει της βαρύτητας της παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων του ενάγοντος, δικαιολογημένα κλονίσθηκε η εμπιστοσύνη της εναγομένης στο πρόσωπο του, διαταράχθηκε η ομαλή συνεργασία τους, που δεν μπορούσε με άλλο τρόπο να αποκατασταθεί και κατέστη μη επιθυμητή από την εναγομένη η συνέχιση της συνεργασίας τους και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αξιωθεί, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη από την εναγομένη, η διατήρησή του στην υπηρεσία της, λόγω της κλονισμένης πλέον εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του και ως εκ τούτων ήταν αναγκαία η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, ενώ, μετά την παραδοχή της υπάρξεως σπουδαίου λόγου δικαιολογούντος την καταγγελία, εκ προοιμίου καθίσταται μη αρκετή η λήψη, αντί της καταγγελίας, ηπιότερων μέτρων κατά του ενάγοντος και ειδικότερα η επιβολή κάποιας αυστηρής πειθαρχικής ποινής ή ο υποβιβασμός του, δεδομένου ότι η εργασιακή σχέση των διαδίκων δεν μπορούσε να λειτουργήσει ομαλά, ενώ το ληφθέν από την εναγομένη μέτρο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας δεν τελεί σε δυσαναλογία σε σχέση με την περιγραφείσα συμπεριφορά του ενάγοντος κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, ούτε η επελθούσα, συνεπεία των υπηρεσιακών του παραβάσεων, έλλειψη εμπιστοσύνης μπορούσε να αποκατασταθεί με οποιοδήποτε άλλο μέτρο, ηπιότερο αυτού της απόλυσης, λαμβανομένου προς τούτο υπόψη ότι η ύπαρξη εμπιστοσύνης στο ευαίσθητο τραπεζικό περιβάλλον αποτελεί άνευ ετέρου προϋπόθεση για την παροχή υπηρεσιών σε οποιαδήποτε θέση.

Επιπλέον, η συμπεριφορά της εναγομένης δεν μπορεί να ελεγχθεί ως καταχρηστική, λόγω μη ολοκλήρωσης της πειθαρχικής διαδικασίας σε βάρος του ενάγοντος, καθόσον τούτο αφενός μεν εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια της εναγομένης, αλλά κυρίως δεν μπορεί να αποκλεισθεί το δικαίωμα της εναγομένης να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας των μισθωτών της για σπουδαίο λόγο, χωρίς την επιβολή ηπιότερης πειθαρχικής ποινής προβλεπόμενης στην πειθαρχική διαδικασία, αφού ο λόγος αυτός της καταγγελίας είναι αυτοτελής και ανεξάρτητος από τον λόγο λύσης της σύμβασης, συνεπεία πειθαρχικού παραπτώματος και 3) Το γεγονός δε ότι τα ανωτέρω σχετικά με τη συμπεριφορά του εκκαλούντος πραγματικά περιστατικά ήταν σε γνώση της εναγομένης ήδη από το έτος 2001, δεν αποδυνάμωσε το δικαίωμά της να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας το έτος 2005, ήτοι μετά πάροδο τεσσάρων ετών, και συνεπώς δεν την καθιστά καταχρηστική, αφού η τότε γνώση του προβλήματος ως οικονομική εκκρεμότητα, την οποία μάλιστα ο εκκαλών αναγνώρισε και υποσχέθηκε να εξοφλήσει, δεν μπορούσε να προδιαγράψει τη διόγκωσή του και τις οικονομικές εν τέλει επιπτώσεις του.

Τούτο γιατί κατά τις παραδοχές της προβαλλόμενης ο ενάγων αναιρεσείων στις 24-7-2001 αναγνώρισε οφειλή του από 180.000.000 δραχμές από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές αναλαμβάνοντας την υποχρέωση καταβολής της οφειλής εντόκως από 1-1- 2001 το αργότερο έως 31-7-2003 χωρίς όμως να τηρήσει την υπόσχεσή του, ενώ επιπλέον η εναγομένη Τράπεζα κατέστη καθολική διάδοχος της ως άνω χρηματιστηριακής στις 10-12-2004 και 4) Η ύπαρξη των επικαλουμένων οικονομικών και οικογενειακών υποχρεώσεων του ενάγοντος και συγκεκριμένα ότι με την απόλυση του οδηγήθηκε στην ανεργία μετά από δεκαοκτώ έτη υπηρεσίας ,σε ηλικία 51 ετών, όντας έγγαμος με δύο τέκνα αντιμετωπίζοντας σοβαρό πρόβλημα υγείας δεν ασκούν οποιαδήποτε επιρροή στην εγκυρότητα της καταγγελίας και δεν την καθιστούν καταχρηστική, λαμβανομένης υπόψη της βαρύτητας της υπηρεσιακών παραβάσεων του ενάγοντος, που κατά τα προεκτεθέντα επέφερε τον κλονισμό της εμπιστοσύνης της εναγόμενης προς το πρόσωπο του.

Συνεπώς το εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281,288, 672 ΑΚ, 25 παρ.1 του Σ και οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι.

Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ). που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-12-2017 αίτηση του Δ. Θ. για αναίρεση της 137/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ