Legislator Case Law & Legislation
225/2017 AI generated

225/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 225/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

225/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 4-5-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Keywords

AI generated
building property access to property ownerless property sole ownership action for disturbance of possession rural land ownership
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 225 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 225/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βλάση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Σ. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ελευθέριο Τσολάκο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2013 αγωγή του αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1909/2014 του ιδίου Δικαστηρίου, 1563/2015 Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-7-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 4-5-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 4 του ν. 3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις" ορίζονται τα εξής: "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:

α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ" (παρ. 1). "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ..

Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή" (παρ. 2). Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926, και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915, αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου.

Έτσι, κατ’ εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, κατ’ εξαίρεση είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ., εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστης, ή επί τριάντα έτη, εκτός αν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστης, δηλαδή εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά το χρόνο κτήσης της νομής στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ.

Η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1 περ.

α’ και β’ του ίδιου νόμου και όχι εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου το νέμεται αδιατάρακτα επί τριάντα έτη οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του.

Τούτο προκύπτει τόσον από την γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων που χρησιμοποιούν τη φράση "νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα ετών" και όχι νεμήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, όσο και από το γενικότερο δικαιοπολιτικό σκοπό τους, ο οποίος συνίσταται στην κατ’ εξαίρεση και υπό προϋποθέσεις νομιμοποίηση των αυθαιρέτως κατεχομένων δημοσίων κτημάτων που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλης ενόψει της σύνταξης του Εθνικού Κτηματολογίου, αλλά και στην προστασία των δημοσίων κτημάτων, η οποία δεν συντελείται με την ολική κατάργηση του κανόνα του απαράγραπτου των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των ακινήτων του που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλης για τον μετά την 11-9-1915 χρόνο, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση που γινόταν δεκτή η τελευταία εκδοχή.

Άλλωστε στον ίδιο νόμο δεν περιέχεται όσον αφορά το άρθρο 4 η γενική καταργητική ρήτρα, που κατά κανόνα τίθεται στους νόμους, ότι κάθε διάταξη που είναι αντίθετη με τον παρόντα νόμο ή ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν καταργείται. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 ΑΚ η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα.

Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ’ αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του. Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης.

Δεν συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα, η οποία αντιμετωπίζεται με την αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ.). Η διατάραξη της νομής κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 984 του ΑΚ αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 ΑΚ.

Η έννοια όμως του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Δημόσιο σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά τον νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο.

Η παρενόχληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 11/2015). Τέτοιος δε νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί του δημοσίου κτήματος είναι, πλην άλλων, και η από το τελευταίο, πριν από την 19-3-2003, υποβολή τόσο δήλωσης ιδιοκτησίας του για την επίδικη έκταση προκειμένου αυτή να καταχωρηθεί ως δημόσια έκταση, όσο και ένστασης κατά της απόφασης της πρωτοβάθμιας επιτροπής που δικαιώνει τον προβάλλοντα δικαίωμα κυριότητας ιδιώτη επ’ αυτής.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση ή μη του κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Με την .../3-1957 "πράξη καθορισμού χώρου ανοικοδομήσεως επί κοινού οικοπέδου" του συμβολαιογράφου Αθηνών Επαμεινώνδα Σταματόπουλου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στις 11-4-1957..., σε συνδυασμό με το .../2-4-1957 πωλητήριο συμβόλαιο ποσοστού 3/8 εξ αδιαιρέτου επί οικοπέδου του ίδιου συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στις 3-4-1957..., περιήλθε στη νομή της δικαιοπάροχου του εφεσίβλητου (ενάγοντος) Δ.

χήρας Χ. Ζ., θυγατέρας Π. και Κ. Ρ., ήδη από 9-12-2006 αποβιώσασας, μία κάθετη ιδιοκτησία, δηλαδή τμήμα ενιαίου οικοπέδου, το οποίο (όλο οικόπεδο) βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Δήμου ..., επί της συμβολής των οδών ......, έχει εμβαδό (το όλο οικοπέδου) 1.084 τ.μ. και συνορεύει... Το επίδικο τμήμα (κάθετη ιδιοκτησία) του ως άνω όλου οικοπέδου, εμβαδού (του τμήματος) 406,50 τ.μ.

συνορεύει..., συστήθηκε δε ως κάθετη ιδιοκτησία με την προαναφερόμενη νομίμως μεταγεγραμμένη .../3-4-1957 "πράξη καθορισμού χώρου ανοικοδομήσεως επί κοινού οικοπέδου" του συμβολαιογράφου Αθηνών Επαμεινώνδα Σταματόπουλου... Επί του εν λόγω με αριθμό (…) τμήματος (κάθετης ιδιοκτησίας) του όλου οικοπέδου, η ως άνω δικαιοπάροχος του πρώτου εφεσίβλητου (νυν αναιρεσιβλήτου) Δ.

Ζ.-Ρ., ανήγειρε με δαπάνες της, το έτος 1957, μια ισόγεια οικία, επιφάνειας 67,30 τ.μ., δυνάμει της .../1957 άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου Δήμου Αθηναίων, την οποία νεμόταν συνεχώς και αδιαλείπτως, ως κύρια και μόνιμη κατοικία της, από το χρόνο ανέγερσης (1957) μέχρι το χρόνο θανάτου της (9-12-2006), χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα (αδιατάρακτη νομή).

Το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται σε ευρύτερη έκταση 60.600 τ.μ. που ανήκε κατά κυριότητα στην διαλελυμένη Ιερά Μονή του Αγίου .... Εν συνεχεία περιήλθε δυνάμει του β.δ της 19 Αυγούστου και 25 Σεπτεμβρίου 1833 στο Εκκλησιαστικό Ταμείο και περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 ν. 1539/1938 στο εκκαλούν (νυν αναιρεσείον) Ελληνικό Δημόσιο.

Η έκταση της Ιεράς Μονής απεικονίζεται στο από 16-12-1929 διάγραμμα του μηχανικού Ξ. Τ. και αποτυπώνεται στο από 21-7-1976 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνικού του Υπουργείου Οικονομικών Δ. Λ., σύμφωνα δε με το από 16-11-2007 υπόμνημα της τοπογράφου μηχανικού Μ. Ν. το επίδικο εμπίπτει εντός της έκτασης του με αριθμό βιβλίου καταγραφής ...

Δημοσίου Κτήματος. Η δικαιοπάροχος του εφεσίβλητου (ενάγοντος) κατά την κτήση της νομής του επίδικου τον Απρίλιο 1957 δεν τελούσε σε κακή πίστη. Αντίθετα είχε ακλόνητη πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα στο ακίνητο, παρά το γεγονός ότι ο πωλητής δεν είχε στην πραγματικότητα δικαίωμα κυριότητας σε αυτό, επειδή ο έως τότε νομέας του ακινήτου Σ.

Λ., το είχε παραδώσει σε αυτήν με πώληση που κατάρτισε μαζί της (βλ. το ανωτέρω .../1957 πωλητήριο συμβόλαιο...). Δεν προκύπτει μάλιστα ότι το εκκαλούν εναγόμενο είχε προβάλει έως τότε, αλλά ούτε και μεταγενέστερα την εμπράγματη αξίωσή του στο ακίνητο. Μάλιστα η δικαιοπάροχος του πρώτου εφεσίβλητου, όπως προαναφέρθηκε, ανήγειρε με φροντίδες και δαπάνες της, ήδη από το έτος 1957, μία ισόγεια οικία, δυνάμει της .../1957 άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου Δήμου Αθηναίων, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαινε αν γνώριζε, όταν τον Απρίλιο του 1957 απέκτησε τη νομή του επίδικου, ότι ο δικαιοπάροχός της δεν είχε δικαίωμα κυριότητας σ’ αυτό και πολύ περισσότερο ότι επρόκειτο για ακίνητο του Δημοσίου, το οποίο τότε εξαιρείτο από τη χρησικτησία, δεν θα είχε υποβληθεί μεταγενέστερα σε τόσο κόπο και έξοδα για να το αξιοποιήσει, επειδή δεν θα μπορούσε ποτέ να αποκτήσει πρωτότυπα την κυριότητά του.

Περαιτέρω και ο εφεσίβλητος (νυν αναιρεσίβλητος) κατά την κτήση της νομής του επιδίκου μετά τον θάνατο της δικαιοπαρόχου του στις 9-12-2006 δεν τελούσε σε κακή πίστη, αλλά είχε την ειλικρινή πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι το απέκτησε κατά κυριότητα από την εν λόγω δικαιοπάροχό του, καθόσον αυτή είχε προβεί σε ανοικοδόμηση οικίας από πολλά έτη, την οποία μάλιστα χρησιμοποιούσε ως μόνιμη κατοικία, ασκώντας συνεχώς πράξεις νομής στο επίδικο.

Ως εκ τούτου η ένσταση του εκκαλούντος-εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου ότι η δικαιοπάροχος του εφεσίβλητου και ο εφεσίβλητος βρισκόταν σε κακή πίστη, την οποία επαναφέρει νόμιμα και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με τους σχετικούς λόγους έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως κατ’ ακολουθίαν αβάσιμοι τυγχάνουν και οι αντίστοιχοι λόγοι έφεσης.

Με την ...1-4-2005 απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε.) [ΦΕΚ 460/Β/11-4-2005] διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αγίας ... και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 11-4-2005.

Κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο (11-4-2005) για την αναγνώριση του επικαλούμενου εγγραπτέου δικαιώματος επί του επίδικου η Δ. Ζ.-Ρ. είχε αποκτήσει την κυριότητα της επίδικης οικίας κείμενης επί της ως άνω κάθετης ιδιοκτησίας, η οποία (κυριότητα) μπορεί να αντιταχθεί έναντι του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, καθόσον συνέτρεξαν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 1 στοιχ.

α’ του ν. 3127/2003, δεδομένου ότι κατά τα ανωτέρω νεμόταν αδιατάρακτα, η ίδια, για χρονικό διάστημα άνω των δέκα ετών, από το έτος 1957 μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου (ΦΕΚ Α 67/19-3-2003), αλλά και περαιτέρω, μέχρι τουλάχιστον την έναρξη του κτηματολογίου στο Δήμο Αγίας ... (11-4-2005) το επίδικο ακίνητο, κείμενο εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του ίδιου Δήμου, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία που είχε καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, βρισκόμενη κατά το χρόνο κτήσης της νομής σε καλή πίστη.

Συνεπώς αβάσιμοι τυγχάνουν και οι σχετικοί λόγοι έφεσης περί μη συνδρομής γενικά των προϋποθέσεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003. Σημειωτέον ότι αλυσιτελώς με την έφεση προβάλλεται ως λόγος ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο περιήλθε στο εκκαλούν ως ακίνητο της διαλελυμένης μονής του Αγίου ..., καθόσον κατά τα προεκτεθέντα η κυριότητα αυτή του εκκαλούντος καταλύθηκε με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 4 παρ.1 στοιχ.

α’ του ν. 3127/2003..... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 9-12-2006 απεβίωσε η ως Δ. χήρα Χ. Ζ. και ο εφεσίβλητος απέκτησε από το χρόνο θανάτου της την επίδικη κάθετη ιδιοκτησία κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα δυνάμει του ...2008 συμβολαίου δωρεάς αιτία θανάτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίτσας Λεμπέση, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., υφισταμένου κατ’ ακολουθίαν εννόμου συμφέροντος αυτού (αναιρεσίβλητου) να ζητήσει την αναγνώριση του δικαιώματος της δικαιοπαρόχου κατά τον χρόνο έναρξης του κτηματολογίου και την διόρθωση της πρώτης εγγραφής".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο της δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 1 στοιχ. α’ του ν. 3127/2003 και έγινε δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη η αναγνωριστική κυριότητας επί του επιδίκου αγωγή του, δεν παραβίασε την, ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διάταξη, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, εφόσον ως προς το σκέλος της αδιατάρακτης νομής ουδεμία μνεία γίνεται στις παραδοχές του για τη διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος, περί υποβολής δήλωσης ιδιοκτησίας από το αναιρεσείον για την επίδικη έκταση και την καταχώρησή της κατά την πρώτη ανάρτηση ως δημόσιας έκτασης, ούτε περί υποβολής ένστασης του αναιρεσείοντος κατά της εις βάρος του σχετικής απόφασης της επιληφθείσας του θέματος πρωτοβάθμιας επιτροπής.

Ως εκ τούτου ο τ’ αντίθετα υποστηρίζων πρώτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή (δικαστική ομολογία), αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, και ότι έγινε επίκληση του αποδεικτικών αυτών μέσων κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Τούτο ισχύει και για τη δικαστική ομολογία, η οποία λαμβάνεται μεν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αυτεπαγγέλτως, αλλά για να δημιουργηθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, για το ότι δεν ελήφθη υπόψη η ομολογία αυτή, πρέπει αφενός να έχει γίνει νομότυπη επίκλησή της από τον ωφελούμενο διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας και αφετέρου το, ως άνω, γεγονός, ως και ο τρόπος προβολής του να αναφέρεται στο αναιρετήριο, άλλως ο λόγος κρίνεται αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.

Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι’ αυτό ο νόμος και όχι όταν το δικαστήριο δεν έλαβε καθόλου υπ’ όψη τούτο, οπότε γεννάται ο προαναφερόμενος από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου λόγος.

Στην προκειμένη περίπτωση, προβάλλεται με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατ’ ορθήν εκτίμηση του αναιρετηρίου, η από τον αριθμό 11 γ’ (και όχι 12) του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου που διατυπώθηκε τόσο στο δικόγραφο της από 21-6-2013 αγωγής του, όσο και στις ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις του, όπου παρατίθενται τόσον η εκ μέρους του αναιρεσείοντος δήλωση της επίδικης έκτασης ως δημόσιας στη δημοσίευση της πρώτης ανάρτησης κτηματογράφησης, του ΟΤΑ ..., όσο και η από 14-3-2003 προσφυγή του τελευταίου ενώπιον της δευτεροβάθμιας επιτροπής του άρθρου 10 του ν. 2308/1995 κατά της εις βάρος του απόφασης της πρωτοβάθμιας επιτροπής ενστάσεων, πράξεις διαταρακτικές της νομής του αναιρεσιβλήτου προγενέστερες του κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, χρονικού σημείου της 19-3-2003.

Στο αναιρετήριο όμως δεν αναφέρεται ότι έγινε νομότυπη επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου, ούτε και ο τρόπος προβολής του από το αναιρεσείον ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ενώ εξάλλου από την επιτρεπτή επισκόπηση των δικογράφων της έφεσης και των προτάσεών του δεν προκύπτει τέτοια επίκληση.

Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-7-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1563/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ