Legislator Case Law & Legislation
225/2015 AI generated

225/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 225/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

225/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν δε στη δίκη συμμετέχουν περισσότεροι και κάποιος από αυτούς απουσιάζει ή δεν συμμετέχει νόμιμα και δεν έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους εφόσον συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 225 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 225/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Π. συζ. Μ. Μ., το γένος Σ. Σ., 2)Ε. συζ. Ε. Ε., το γένος Σ. Ι., 3)Μ. συζ. Ι. Δ., το γένος Σ. Ι., 4)Σ. συζ. Γ. Τ., το γένος Σ. Ι., κατοίκων ..., 5)Β. συζ. Γ. Σ., το γένος Σ. Ι., κατοίκου ..., 6)Σ. Β. του Γ., 7)Α. Β. του Γ., 8)Σ. Β. του Γ., και 9)Ε. Β. του Γ., κατοίκων ..., των τεσσάρων τελευταίων ως κληρονόμων της Π. χήρας Γ. Β., το γένος Σ. Ι., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χαρίτο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Π. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 2)Δ. Κ. του Ε., το γένος Γ. Κ., 3)Μ. χήρας Ι. Κ. του Ε., το γένος Γ. Κ., 4)Α. Κ. του Ε., συζ. Σ. Τ., κατοίκων ..., 5)Θ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 6)Σ. χήρας Μ. Κ., το γένος Γ. Α., 7)Π. Κ. του Μ., 8)Μ. Κ. του Μ., 9)Τ. χήρας Κ. Κ., κατοίκων ..., 10)Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ... και ήδη αγνώστου διαμονής, 11)Μ. Κ. του Κ., κατοίκου ... και ήδη αγνώστου διαμονής, 12)Α. Κ. του Κ., κατοίκων ... και 13)Σ. Κ. του Κ., κατοίκων ... και ήδη αγνώστου διαμονής. Ο 11ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και όλοι οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Κουτσούκο, ο οποίος με τις από 19/2/2014 προτάσεις του διόρθωσε το όνομα της 4ης αναιρεσίβλητης στο ορθό Μ. από το εσφαλμένο Α..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/9/2001 αγωγή των ήδη 1ης, 2ης, 3ης, 4ης και 5ης των αναιρεσιβλήτων και της αρχικής διαδίκου Π. χήρας Γ. Β., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2013 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/7/2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 13/2/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ., στην τελευταία των οποίων προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν.4139/2013 δεύτερο εδάφιο, που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ.1 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν δε στη δίκη συμμετέχουν περισσότεροι και κάποιος από αυτούς απουσιάζει ή δεν συμμετέχει νόμιμα και δεν έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους εφόσον συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας.

Στην περίπτωση όμως της απλής ομοδικίας κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς εκείνον που απουσιάζει και δεν κλητεύθηκε νομίμως, ή δε συμμετέχει νόμιμα και η συζήτηση προχωράει ως προς τους λοιπούς. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.β',γ' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ.β' Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του.

Στην προκειμένη περίπτωση υπόκειται προς κρίση η από 11-6-2013 αίτηση περί αναιρέσεως της 22/2013 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (15-10-2014) όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό δεν εμφανίσθηκε ο ενδέκατος των αναιρεσιβλήτων, Μ.

Κ., ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, την οποία επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες, ορίσθηκε αρχικώς η 19-2-2014, κατά την οποία όμως η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (15-10-2014) με σχετική επισημείωση στο πινάκιο.

Πλην όμως δεν προκύπτει ότι ο απολειπόμενος αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε για να παραστεί ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά την παραπάνω αρχική δικάσιμο. Επομένως η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του τελευταίου.

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τους αναιρεσιβλήτους που νομίμως παραστάθηκαν, να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο, η σχέση του οποίου με τους λοιπούς ανάγεται σε απλή ομοδικία, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς αυτόν.

Επειδή κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπό όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπό όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Επομένως πράγματα υπό την έννοια αυτή, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής. Περαιτέρω δε στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης.

Επειδή κατά το άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ. με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ. γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το Εφετείο για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών τους οποίους, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο δηλαδή χωρίς την προβολή ειδικού παραπόνου, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το Εφετείο, στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι όταν η αγωγή στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατόπιν αποδοχής της έφεσης του εναγομένου, απορρίπτει την αγωγή κατά την κύρια βάση της, πρέπει να ερευνήσει και χωρίς ειδικό παράπονο, τις υπόλοιπες επικουρικές βάσεις της, που δεν είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως, αφού στη περίπτωση αυτή το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση του εναγομένου, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις και τούτο διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή.

Εάν όμως οι επικουρικές αυτές βάσεις ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερείται εξουσίας για αυτεπάγγελτη έρευνά τους, αλλά στην περίπτωση αυτή απαιτείται υποβολή προσηκόντως παραπόνου έφεσης από τον ενάγοντα εφεσίβλητο με δική του έφεση, έστω και επικουρικού χαρακτήρα, σε σχέση με την τυχόν παραδοχή της έφεσης του εναγομένου.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, οι αναιρεσείοντες ζητούσαν κυρίως να αναγνωρισθεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους ο νόμιμος χρόνος κτητικής παραγραφής για την κτήση του δικαιώματος συγκυριότητας στο επίδικο ακίνητο, επικουρικά δε ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου τους και ακολούθως στο πρόσωπό τους, ως καθολικών διαδόχων αυτού ο νόμιμος χρόνος κτητικής παραγραφής για την κτήση του δικαιώματος ωφέλιμης κυριότητας σ' αυτό.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ερευνώντας και τις δύο βάσεις δέχθηκε ως νόμιμη κατά ένα μέρος και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της και απέρριψε αυτήν ως νόμω αβάσιμη κατά την επικουρική της βάση. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ήδη αναιρεσίβλητοι-εναγόμενοι άσκησαν έφεση, παραπονούμενοι για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Το Εφετείο δικάζοντας την έφεση στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος αυτής επανεκτίμησε την υπόθεση και ερευνώντας αυτεπαγγέλτως τη νομική βασιμότητα της αγωγής κατά την κύρια βάση αυτής, που δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έκρινε ότι είναι νόμω αβάσιμη και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς τη βάση αυτή.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι δηλαδή το Εφετείο με το να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα της κύριας βάση της αγωγής, που δεν είχε προσβληθεί με την έφεση, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, είναι αβάσιμος, καθ' όσον το δικαστήριο της ουσίας δεν ενήργησε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, καθ' υπέρβαση των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης των εναγομένων, οπότε και μόνον θα ιδρυόταν η σχετική πλημμέλεια. Περαιτέρω το Εφετείο και σε σχέση με την απορριφθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επικουρική βάση, δέχθηκε ότι δεν έχει την εξουσία να ερευνήσει αυτήν, επειδή οι ενάγοντες δεν έχουν ασκήσει δική τους έφεση ή αντέφεση, με την οποία να διατυπώνουν παράπονα για την παραπάνω απορριπτική της επικουρικής βάσης κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Συνεπώς ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται, κατά το οικείο μέρος, στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αγωγικό ισχυρισμό ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων απέκτησε ωφέλιμη κυριότητα στο επίδικο ακίνητο κατά τις διατάξεις του Οθωμανικού νόμου, ο οποίος ισχυρισμός στήριζε την επικουρική βάση της αγωγής και το σχετικό αίτημα αυτής είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος αυτού με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον στο αναιρετήριο εκτός από την αριθμητική επίκληση του παραπάνω άρθρου δε διαλαμβάνονται τα στοιχεία που στηρίζουν την σχετική αναιρετική πλημμέλεια και ειδικότερα ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας ουσιαστικού δικαίου, καθώς και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας σε σχέση με την ερμηνεία και εφαρμογή του.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξη την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δε συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε. Προϋπόθεση για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης είναι ότι το δικαστήριο εισήλθε στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.

Συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη, αόριστη, μη νόμιμη ή για άλλο τυπικό λόγο. Επομένως αφού στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης οι δεύτερος, τρίτος κατά ένα μέρος, τέταρτος και πέμπτος κατά ένα μέρος λόγοι της αίτησης αναίρεσης με τους οποίους προβάλλονται πλημμέλειες, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που πλήττουν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ενώ από το συσχετισμό αυτής με τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι για να είναι παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός (ο λόγος) στηρίζεται, έχει νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τον ΑΝ 431/1968 και απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων κατά την κυρία βάση αυτής, σύμφωνα με τον οποίο (ΑΝ) απαγορεύεται η κατάτμηση του γεωργικού κλήρου, παραλείποντας να εφαρμόσει τις διατάξεις του Ν.666/1977, που ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη υπόθεση, οι οποίες τροποποιούσαν τον παραπάνω αναγκαστικό νόμο και συγχωρούσαν την κατάτμηση του γεωργικού κλήρου, στην περίπτωση που βρίσκεται σε εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο πόλης ή σε τουριστική περιοχή, είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι οι σχετικές πλημμέλειες, που δεν αφορούν τη δημόσια τάξη, προτάθηκαν από τους αναιρεσείοντες στο Εφετείο ούτε άλλωστε προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεών τους ότι προτάθηκε τέτοιος ισχυρισμός στο Εφετείο από τους ίδιους ως εφεσίβλητους. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 465 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012, παραβόλου και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον αναιρεσίβλητο Μ. Κ..

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν.

Απορρίπτει την από 1-7-2013 αίτηση των Π. Μ. κλπ. περί αναιρέσεως της 22/2013 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ